← Κύπρος

Τώνια Κωνσταντίνου ν. Πανίκου Παπαμάρκου, Αρ. Αγωγής: 1498/02, 4.11.2005

Τώνια Κωνσταντίνου ν. Πανίκου Παπαμάρκου, Αρ. Αγωγής: 1498/02, 4.11.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1498/02 Μεταξύ: Τώνια Κωνσταντίνου, διά μέσω του πατέρα της Ανδρέα Κωνσταντίνου, ασκών τη γονική μέριμνα αυτής. Ενάγουσα -και- Πανίκου Παπαμάρκου Εναγομένου -και- Ανδρέα Κωνσταντίνου Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 4.11.

  1. Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: Ο κ. Σάββας Α. Αγγελίδης. Για εναγόμενο: Ο κ. Αντ. Ανδρέου. Για τριτοδιάδικο: Ο κ. Γ. Κ. Γεωργίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο δυστύχημα στο οποίο αφορά και η αγωγή 1499/
  2. Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι το αποτέλεσμα για την ευθύνη στην αγωγή 1499/02, που εκκρεμεί, θα είναι δεσμευτικό στην παρούσα αγωγή. Έτσι, ό,τι είναι τώρα επίδικο είναι οι αξιώσεις της ενάγουσας για αποζημιώσεις. Κατά συνέπεια το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης θα είναι αναγνωριστικής μορφής ως προς τις βλάβες, τις απώλειες και τις ζημίες της ενάγουσας. Μετά το πέρας της αγωγής 1499/02, η παρούσα αγωγή θα πρέπει να επανατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε, ανάλογα με το αποτέλεσμα επί της ευθύνης, να εκδοθεί απόφαση κατά τρόπο πλέον διατακτικό. Σύμφωνα με κοινώς αποδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία, στις 7.5.2000 η οικογένεια του Ανδρέα Κωνσταντίνου, πατέρα της ενάγουσας, ενεπλάκη στο εν λόγω τροχαίο δυστύχημα. Ο πατέρας, τριτοδιάδικος, οδηγούσε το ένα αυτοκίνητο με επιβάτες την οικογένεια του και ο εναγόμενος το άλλο. Η μητέρα και η μικρότερη αδελφή σκοτώθηκαν. Ο πατέρας έχασε τις αισθήσεις του. Η ενάγουσα, ηλικίας, τότε, 5 ετών υπέστη κάκωση κεφαλής - θλαστικό τραύμα άνω βλεφάρου αριστερού οφθαλμού και ένα άλλο θλαστικό τραύμα πώγωνος. Διατήρησε τις αισθήσεις της και επειδή το δυστύχημα συνέβη τις βραδινές ώρες, μέχρι να εντοπισθούν από διερχόμενους, βρέθηκε μόνη με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της, μητέρα και αδελφή νεκρές και τον πατέρα χωρίς αισθήσεις. Τα δεδομένα αυτά της δημιούργησαν πανικό αλλά και ψυχικά τραύματα τέτοια ώστε να χρειάζεται συστηματική μακρόχρονη ψυχοθεραπευτική βοήθεια. Τώρα απαιτεί διά του πατέρα της ως ασκών τη γονική μέριμνα: (α) γενικές αποζημιώσεις για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια των απολαύσεων και χαρών της ζωής. (β) ειδικές αποζημιώσεις. (γ) αποζημιώσεις για απώλεια της μητρικής αγάπης, φροντίδας και επιμέλειας. (δ) αποζημιώσεις για την απώλεια των υπηρεσιών της μητέρας της μέχρι την ενηλικίωση της. Οι δύο τελευταίες απαιτήσεις αφορούν απώλεια εξάρτησης. Αφορούν προσωπικά δικαιώματα αλληλένδετα με την απώλεια που υφίσταται η ενάγουσα ως εξαρτώμενη λόγω αυτού τούτου του θανάτου της μητέρας της, όπως εξασφαλίζονται από το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν.157/
  3. (βλ. Ιορδάνου ν. Κυριάκου [1996] 1 Α.Α.Δ. 1364). Τέτοιου είδους απαιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 58

(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 εγείρονται από το διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος και στο όνομα του, εκτός αν δεν υπάρχει διαχειριστής ή αν δεν έχει εγείρει αγωγή εντός 12 μηνών από του θανάτου, οπότε δύναται να εγερθεί από και στο όνομα όλων ή οποιουδήποτε από τους εξαρτώμενους. Εν προκειμένω, ενώ η αγωγή ασκείται στο όνομα της εξαρτωμένης, δεν αναφέρεται, σε σχέση με τις δύο ως άνω απαιτήσεις, ότι δεν υπάρχει διαχειριστής ή ότι αυτός δεν άσκησε εγκαίρως αγωγή. Όμως δεν έχει εγερθεί από τον εναγόμενο ζήτημα μη νομιμοποίησης της ενάγουσας γι΄ αυτές τις απαιτήσεις. Σύμφωνα με τη Δ.19, κ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ένας εναγόμενος οφείλει να εγείρει με υπεράσπιση όλα εκείνα τα θέματα που στοιχειοθετούν ότι η αγωγή δεν είναι βάσιμη. Έτσι θα αναμένετο τυχόν ζήτημα μη νομιμοποίησης να είχε εγερθεί. Σε περιπτώσεις μάλιστα που αμφισβητείται η νομιμοποίηση του ενάγοντα, λ.χ. λόγω ανικανότητας ή έλλειψης εξουσιοδότησης, ο εναγόμενος οφείλει να ζητήσει εξ αρχής τη διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα ή την αναστολή της διαδικασίας για λόγους κατάχρησής της, χωρίς να έχει δικαίωμα πλέον να εγείρει το ζήτημα στην υπεράσπιση ή κατά την ακρόαση (βλ. Daimler Co. v. Continental Tyre Co. [1916] 2 A.C. 337, Russian, etc., Bank of Comptoir de Mulhouse [1925] A.C. 112, Danish Mercantile Co. v. Beaumont [1951] 1 All E.R. 925). Ανάλογη είναι η παρούσα περίπτωση. Αν υπάρχει διαχειριστής και έχει ήδη εγείρει αγωγή εντός 12 μηνών από το θάνατο, η ενάγουσα δεν θα εδικαιούτο να εγείρει τις εν λόγω απαιτήσεις οπότε θα έπρεπε σε αρχικό στάδιο να ζητηθεί η διαγραφή τους ή η αναστολή της διαδικασίας σε σχέση με αυτές τις απαιτήσεις. Η απαίτηση για πόνο και ταλαιπωρία αφορά κυρίως τη ψυχική κατάσταση της ενάγουσας. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, με το περιεχόμενο της να είναι κοινώς αποδεκτό, παιδοψυχιατρική έκθεση της δρος Α. Παραδεισιώτη, παιδοψυχιάτρου, υπεύθυνης του Τμήματος Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής του Νοσοκομείου «Αρχ. Μακάριος ΙΙΙ» η οποία, αφαιρουμένων των αναφορών για τον πατέρα, έχει ως ακολούθως: «Ο πατέρας, κος Ανδρέας Κωνσταντίνου, απευθύνθηκε ο ίδιος στο Τμήμα μας για ψυχολογική στήριξη του πιο πάνω παιδιού και στήριξη του ίδιου στο γονεϊκό του ρόλο, μετά το τροχαίο ατύχημα που ενεπλάκη όλη η οικογένεια στις 07/05/00, και είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο της κας Αγγελίνας Κωνσταντίνου, μητέρας της Τόνιας και της μικρής κόρης της Μαρκόν, 7 μηνών. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Τόνια δεν τραυματίσθηκε μεν σοβαρά σωματικά, όμως δεν είχε χάσει τις αισθήσεις, με αποτέλεσμα δυστυχώς να είναι αυτόπτης μάρτυρας των τραγικών συμβάντων. Το συμβάν είχε γίνει τις βραδινές ώρες, με αποτέλεσμα μέχρι να εντοπισθούν από τους διερχόμενους ταξιδιώτες, να βρεθεί μόνη της στον ενδιάμεσο χρόνο, έχοντας πλήρη συνείδηση των γεγονότων, αβοήθητη, αντικρίζοντας τους δύο γονείς χωρίς αισθήσεις και την αδελφή της κτυπημένη θανάσιμα. Από το αναφερόμενο ιστορικό, η Τόνια δικαιολογημένα ήταν πανικοβλημένη, διότι η εμπειρία την οποία εβίωσε ήταν ιδιαίτερα ψυχικά τραυματική. Οι ψυχικές ικανότητες της, λαμβάνοντας υπόψη και την πρώϊμη ηλικία της, ήταν αδύναμες να αντισταθμίσουν και μεταβολίσουν τα κατακλυσμιαία έντονα συναισθήματα φόβου, θλίψης, θυμού, πανικού που άμεσα πυροδοτήθηκαν. Έχω δει τον κύριο Κωνσταντίνου σε τρεις κατ΄ ιδίαν συναντήσεις και στη συνέχεια την Τόνια σε άλλες τρεις συναντήσεις μαζί με τον πατέρα της που δεν μπορούσε να αποχωρισθεί. Είχε θεωρηθεί ως επείγον περιστατικό και προηγήθηκε πολλών άλλων που ανέμεναν στη λίστα αναμονής. Ο στόχος ήταν η αξιολόγηση της ψυχικής κατάστασης της Τόνιας και των γονεϊκών δυνατοτήτων του πατέρα και παράλληλα η άμεση ψυχολογική στήριξη τους. Η Τόνια, τόσο από το αναφερόμενο ιστορικό, όσο και από την αξιολόγηση μου στις τρεις χωριστές συνεδρίες που είχα, παρουσία του πατέρα που δεν μπορούσε να τον αποχωριστεί, παρουσίασε αρκετά συμπτώματα από εκείνα του οξέως μετατραυματικού συνδρόμου. Δεν μπορούσε να αποχωριστεί τον πατέρα όχι μόνο στις συνεδρίες, αλλά και στις καθημερινές της δραστηριότητες, διακατείχετο από φόβο πιθανής εγκατάλειψης από τον πατέρα, παρουσίαζε δυσκολίες στον ύπνο, αλλαγές στην συμπεριφορά, έγινε πιο απαιτητική, χειριστική, ευερέθιστη, ενώ την πρώτη περίοδο δυσκολευόταν να προσαρμοστεί ξανά στο σχολικό πλαίσιο. Απέφευγε επιμελώς να μιλήσει ανοικτά για το συμβάν, όμως έμμεσα η όλη προβληματική του συμβάντος έβγαινε κατ΄ επανάληψη μέσω του συμβολικού παιγνιδιού της. Παρά το γεγονός ότι η Τόνια περιγράφεται ως ένα παιδί με ομαλή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη πριν το συμβάν και διαπιστώθηκαν οι ψηλές νοητικές της ικανότητες, είχαμε σοβαρές ανησυχίες αν θα συνεχισθεί η ομαλή ψυχοσυναισθηματική της εξέλιξη. Το γεγονός ότι εβίωσε το έντονο τραυματικό γεγονός του ατυχήματος, παρουσίασε διάφορα συμπτώματα και η απροσδόκητη απώλεια της μητέρας της (προσώπου τόσο σημαντικού για το μεγάλωμα της) και της αδελφής της, μας ώθησε να ενθαρρύνουμε τον πατέρα και την ίδια για συστηματική μακρόχρονη ψυχοθεραπευτική βοήθεια. Η παρούσα έκθεση ετοιμάστηκε για λόγους Δικαστηρίου.» Επιπρόσθετα, έδωσε μαρτυρία για την ενάγουσα η παιδοψυχίατρος δρ Ελένη Δημοσθένους, η εμπειρογνωμοσύνη της οποίας δεν αμφισβητήθηκε. Ως μέρος της κύριας εξέτασης της κατέθεσε (Τεκμήριο 3) παιδοψυχιατρική έκθεση που έχει ως ακολούθως:- «Αμέσως μετά τη μετάθεση μου στη Λεμεσό στις 10/9/03, ανέλαβα το περιστατικό, ακριβώς γιατί κρίθηκε επείγον, παρά τη μεγάλη λίστα αναμονής και κυρίως του μεγάλου αριθμού επειγόντων περιστατικών που μας έρχονται καθημερινώς. Η Τώνια αρνείτο έντονα να συνεργαστεί παρά τις προτροπές του πατέρα της. Το άγχος αποχωρισμού ήταν τόσο έντονο που τον κρατούσε συνέχεια από το χέρι ή βρισκόταν στην αγκαλιά του όταν ο ίδιος καθόταν. Το ίδιο άγχος παρουσιάζει και στο σχολείο γι΄ αυτό σε κάθε διάλειμα του τηλεφωνεί ή ζητά από τη δασκάλα (που είναι ενήμερη) να της επιτρέψει να βγει έξω με σκοπό να επικοινωνήσει με τον πατέρα της. Η προσκόλληση της οφείλεται στο άγχος θανάτου που βιώνει λόγω του τραγικού συμβάντος. Μετά από πολλές προσπάθειες σε σειρά συναντήσεων που γινόντουσαν παρουσία του πατέρα, κατόρθωσε η Τώνια να προσέλθει μόνη. Με σαφήνεια ώριμου ανθρώπου μιλά για τα συναισθήματα της. Το τραυματικό γεγονός είναι παρόν, όμως νιώθει ότι παρόν είναι και ο πατέρας της, ο μόνος που εμπιστεύεται. Η αγάπη των πατρικών παππούδων τη βοηθά να αντιμετωπίσει τη καθημερινότητα. Παιδί χαρισματικό, με υψηλές νοητικές ικανότητες καταβάλλει τεράστια προσπάθεια να μεταβολίσει το κατακλυσμιαίο τραυματικό γεγονός. Η συνεργασία με το παιδί και τον πατέρα συνεχίζεται. Η έκθεση ετοιμάστηκε για το Δικαστήριο.» Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και η προφορική της μαρτυρία. Αναφέρθηκε στην ένταση με την οποία το παιδί αισθάνεται το τραυματικό γεγονός να τη συνοδεύει σε κάθε έκφραση της ζωής της. Όσο πιο ξαφνική είναι η απώλεια, είπε, τόσο μεγαλύτερος χρόνος απαιτείται για ν΄ αποδεχθεί ο άνθρωπος το τετελεσμένο. Πολύ δε περισσότερο ένα παιδί ηλικίας 5 ετών που δεν διαθέτει ακόμα τους μηχανισμούς ώστε να μπορέσει να μεταβολίσει το γεγονός. Εν προκειμένω δε, εκτός από το ξαφνικό και βίαιο του συμβάντος, η απώλεια ήταν σημαντικότατη, ήταν η απώλεια της μητέρας. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις το κατακλυσμιαίο γεγονός έπνιξε το παιδί, είπε χαρακτηριστικά η δρ Δημοσθένους. Χρειάζεται μεγάλος αγώνας από τον πατέρα για το διπλό ρόλο πατέρα-μητέρας. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν ποτέ να μεταβολίσουν την εμπειρία. Εξέφρασε δε την ευχή η ενάγουσα να μην βρεθεί σ΄ αυτή την κατηγορία. Εν πάση περιπτώσει το τελικό στάδιο του πένθους που συνίσταται στην αποδοχή της απώλειας, μέσα από στάδια θυμού και βασανιστικών ερωτημάτων για υποτιθέμενες ευθύνες, χρειάζεται χρόνια για να επέλθει. Κατά την αντεξέταση της δρος Δημοσθένους, όπως επιβεβαιώθηκε και από τη μαρτυρία της εκ πατρός γιαγιάς της ενάγουσας προέκυψε πως υπάρχει πρόβλημα με τους εκ μητρός παππού και γιαγιά. Βασικά αφορούσε τη φύλαξη του παιδιού. Η διαφορά κατέληξε στο δικαστήριο όπου, κακώς κατά τη δρα Δημοσθένους, παραβρέθηκε το παιδί. Τελικά, ο παππούς και η γιαγιά από την πλευρά της μητέρας δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και έχουν πλέον αποκοπεί πλήρως από το παιδί. Το οικογενειακό περιβάλλον έχει σχέση με τη ψυχολογική κατάσταση. Πριν το δυστύχημα η οικογένεια διέμενε σ΄ ένα τριώροφο κτήριο με τους μητρικούς παππούδες. Φαίνεται να υπήρχαν κάποια προβλήματα και να γίνονταν υποχωρήσεις χάριν συνύπαρξης αλλά η δρ Δημοσθένους δεν επεκτάθηκε για εκείνη την περίοδο. Μετά όμως, οι μητρικοί παππούδες έμειναν στο στάδιο του θυμού, χωρίς να μπορέσουν να επεξεργαστούν το πένθος. Πρόκειται, είπε, για ένα τεράστιο και παράλογο θυμό που φθάνει στο σημείο να θέτουν το ερώτημα, στο ίδιο το παιδί, γιατί να ζήσει ο πατέρας της και να πεθάνει η κόρη τους. Ανέφερε ακόμα η δρ Δημοσθένους, ότι το παιδί της είπε τρέμοντας, πως η γιαγιά της, από μητέρα, της είχε πει πως θα στείλει τον πατέρα της φυλακή για το ότι αυτός σκότωσε τη μητέρα της. Γι΄ αυτό το λόγο το παιδί δεν θέλει τη γιαγιά της εκείνη. Νοιώθει ότι απειλείται ο πατέρας της, ο μόνος που της έχει απομείνει. Αυτές οι αναφορές έδωσαν έρεισμα στον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγομένου να εισηγηθεί πως όσα ελέχθησαν για το οικογενειακό περιβάλλον είναι στοιχείο που θα πρέπει να συνυπολογισθεί αφού διαπιστωθεί τι από την κατάσταση της ενάγουσας οφείλεται στο ατύχημα και τι στα όσα ενδοοικογενειακώς ακολούθησαν, εφόσον τα όσα έχουν σχέση με όσα ακολούθησαν είναι απομακρυσμένα από πλευράς αιτιώδους συνάφειας με το ατύχημα, υπό την έννοια της αρχής novus actus interveniens. Στην Υπεράσπιση το θέμα τίθεται διαφορετικά. Δεν εγείρεται, όπως η τελική εισήγηση, ότι η παρεμβληθείσα αιτία επιδείνωσε ή προκάλεσε επιπρόσθετο πρόβλημα, αλλά, μετά από άρνηση του προβλήματος, αναφέρεται ότι αν όντως υπάρχει, δεν οφείλεται στο δυστύχημα αλλά στις ενδοοικογενειακές διαφορές. Θα μπορούσε έτσι να λεχθεί πως η τελική εισήγηση δεν καλύπτεται από την Υπεράσπιση. Στην Αγγλική νομολογία δεν έγινε σαφές κατά πόσο απαιτείται να εγείρεται στα δικόγραφα η υπεράσπιση του novus actus interveniens. Στην υπόθεση Weait v. Jayanbee Joinery [1963] 1 Q.B. 239 (C.A.) χωρίς να αποφασιστεί ευθέως το ζήτημα ελέχθη ότι από πρακτικής σκοπιάς θα ήταν βασικό ο εναγόμενος να δίδει ειδοποίηση, αν όχι με τα δικόγραφα, ότι θα εγείρει ένα τέτοιο ουσιώδες ζήτημα, ώστε να μην καταλαμβάνεται εξ απίνης η άλλη πλευρά. Στην Κύπρο, αντίθετα, έγινε σαφές ότι προϋποτίθεται προβολή του σχετικού ισχυρισμού με την ίδια λεπτομέρεια που απαιτείται σε κάθε περίπτωση περιγραφής αμέλειας (Νεάρχου ν. Στεφανίδη [2003] 1 Α.Α.Δ. 351 Καζάκου ν. Αβρααμίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626, 1642-1643). Εν προκειμένω όμως, το ζήτημα δεν ηγέρθη από τον εναγόμενο, ο οποίος δεν προσέφερε μαρτυρία, αλλά μέσα από τη μαρτυρία που προσέφερε η ενάγουσα, χωρίς να τίθεται ζήτημα αιφνιδιασμού της. Τώρα, η μαρτυρία όπως προσεφέρθη από την ενάγουσα θα πρέπει να αξιολογηθεί, ώστε να της αποδοθεί αποκατάσταση στο βαθμό που το κακό που υπέστη συνδέεται αιτιωδώς με το δυστύχημα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η σημερινή κατάσταση της ενάγουσας είναι αιτιωδώς συνυφασμένη με το δυστύχημα ή κατά πόσο έχει διακοπεί από κάτι αυτόβουλο, παράλογο ή εξωγενές που έχει διαταράξει τη σειρά των γεγονότων. Κατά πόσο έχει παρεμβληθεί μια άλλη αιτία που ήταν τόσο δυνατής φύσης ώστε η τυχόν συμπεριφορά του εναγόμενου να μην είναι καθόλου η αιτία, αλλά απλώς μέρος των περιβαλλουσών περιστάσεων. (Νεάρχου ν. Στεφανίδη, ανωτ. με αναφορά στις S.S. Singleton Abbey v. S.S. Paludina [1927] A.C. 16, The Oropesa [1943] 1 All E.R. 211, Εmpress (Worcester) Ltd v. Rees [1971] 2 All E.R. 357). Διευκρινίζεται ότι η συζήτηση περαιτέρω επί του θέματος αυτού θα γίνει επί της μαρτυρίας της δρος Δημοσθένους την οποία για τους λόγους που παρατίθενται παρακάτω αποδέχομαι ως αντικειμενική παράθεση των δεδομένων. Εν προκειμένω η δρ Δημοσθένους δέχθηκε, ως άνω, ότι το οικογενειακό περιβάλλον έχει σχέση με τη ψυχολογική κατάσταση του παιδιού. Είπε ακόμα ότι το παιδί εθλίβη πάρα πολύ, υπέστη μια περιπλέον στενοχώρια και στην ερώτηση κατά πόσο η συμπεριφορά των μητρικών παππούδων, που εκλαμβάνεται, ως άνω, ως απειλητική έναντι του πατέρα της, έχει επιβαρύνει σημαντικά τη ψυχική της κατάσταση, απάντησε καταφατικά. Από την άλλη όμως είπε ότι το βασικό γεγονός ήταν η απώλεια. Πέραν δε τούτου, είπε ότι το παιδί έχει ήδη δομήσει την προσωπικότητα της ώστε να είναι σε θέση να κάμει τις επιλογές της σε σχέση με τους παππούδες της. Αλλά παραμένει ως γεγονός ότι η συμπεριφορά των μητρικών παππούδων επηρέασε την κατάσταση. Ο κ. Ανδρέου εισηγήθηκε ότι η συμπεριφορά αυτή ήταν απρόβλεπτη, σπάνια και παράξενη. Το κριτήριο, όπως προκύπτει από την υπόθεση Oropesa (ανωτέρω) και την υπόθεση Hogan v. Bentinck West Hartley Collieries (Owners) Ltd [1949] 1 All E.R. 588, δεν είναι το προβλεπτό της συμπεριφοράς του τρίτου αλλά το εύλογο της στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, οπότε και δεν θεωρείται novus actus interveniens. Το ερώτημα δε αυτό όπως το έθεσε ο Lord Simonds στην τελευταία, ως άνω, απόφαση (σελ. 593) μπορεί μόνο να απαντηθεί μέσα από την εξέταση όλων των περιστάσεων και, ιδιαίτερα, των χαρακτηριστικών της τελευταίας πράξης ή συμβάντος. («can only be answered on a consideration of all the circumstances and, in particular, the quality of that later act or event.»). Εν προκειμένω η συμπεριφορά των μητρικών παππούδων ήταν στα ίδια πλαίσια. Δεν επρόκειτο για μια κατάσταση ασύνδετη με τις συνέπειες του δυστυχήματος. Συναρτάται άμεσα με την απώλεια του παιδιού τους και την αντίληψη περί ευθύνης του γαμβρού τους που είναι, ας σημειωθεί, αντίληψη που συμμερίζεται ο εναγόμενος ο οποίος τον έχει προσεπικαλέσει ως τριτοδιάδικο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο θυμός τους έχει χαρακτηριστεί από τη δρα Δημοσθένους ως παράλογος. Ο χαρακτηρισμός όμως αυτός δεν έχει τη νομική έννοια της διακοπής της αιτιώδους συνάφειας από ένα παράλογο και εξωγενή παράγοντα που ανατρέπει τη λογική, κανονική σειρά των γεγονότων. Η δρ Δημοσθένους χρησιμοποίησε παράλληλα τον όρο «τεράστιος θυμός» και με αυτή την έννοια πρέπει να εκληφθεί ως σύνολο η αναφορά της. Διότι κατά τ΄ άλλα, εξηγώντας ως άνω τα στάδια του πένθους ανέφερε ότι το πρώτο και άμεσο στάδιο είναι ένας πολύ έντονος θυμός. Μπροστά σ΄ ένα τραγικό γεγονός η έννοια της λογικής ενέργειας ή συμπεριφοράς δεν μπορεί να είναι εκείνη του ψύχραιμου ανθρώπου. Το ερώτημα είναι το κατά πόσο πρόκειται για αντίδραση που εύλογα εντάσσεται στην κανονική σειρά των γεγονότων όπως πηγάζουν και συνεχίζονται από το συμβάν. Η αυτοκτονία, λ.χ. είναι η πλέον απονενοημένη και παράλογη, με τη συνήθη έννοια του όρου, πράξη ενός ανθρώπου. Όμως μπορεί να θεωρηθεί ως εσωγενής παράγοντας στη λογική πορεία των πραγμάτων μετά από ένα τραγικό συμβάν. Ένα τέτοιο παράδειγμα δίδουν τα γεγονότα της υπόθεσης Watson v. Willmott [1991] 1 Q.B. 140. Η μητέρα του ανήλικου ενάγοντα σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα εξ αμελείας του εναγομένου. Ο πατέρας υπέστη, συνεπεία της απώλειας, σοβαρή κατάθλιψη με αποτέλεσμα τελικά, τέσσερις μήνες μετά το δυστύχημα ν΄ αυτοκτονήσει. Δόθηκε αποζημίωση στον ενάγοντα για ψυχολογικά προβλήματα ως εκ της απώλειας και των δύο του γονέων. Βέβαια το ζήτημα δεν συζητήθηκε από τη σκοπιά του novus actus interveniens επειδή εκεί ο εναγόμενος είχε δεχθεί πως ο θάνατος του πατέρα επήλθε ως συνέπεια του δυστυχήματος. Όμως παραθέτω την περίπτωση στην προσπάθεια μου να εξηγήσω πως αντιλαμβάνομαι την έννοια, μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, της λογικής ενέργειας. Εκείνο που έχει καθοριστική σημασία είναι το κατακλυσμιαίο της απώλειας, το τεράστιο μέγεθος της εντελώς ξαφνικής και απροσδόκητης απώλειας της μητέρας, αλλά και της αδελφής, το ξεκλήρισμα κατ΄ ουσία της οικογένειας. Αυτά δε, για ένα παιδί που σ΄ εκείνη την ηλικία δεν είχε αναπτύξει ακόμα μηχανισμούς υπέρβασης. Τα όσα ακολούθησαν, όχι μόνο ήταν στα ίδια πλαίσια ως μια λογική, υπό την παραπάνω έννοια, εξέλιξη της οικογενειακής τραγωδίας, αλλά και δεν ήταν τέτοιας ισχυρής φύσης ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι μια τέτοια τραγική απώλεια δεν ήταν απλώς παρά μέρος των περιβαλλουσών περιστάσεων. Αν η κατάληξη είναι πως η επιγενόμενη δυσμενής επίδραση δεν θα ληφθεί υπόψη, τούτο δεν θα σημαίνει πως ο εναγόμενος θα κληθεί να αποζημιώσει πέραν της δικής του ευθύνης. Αντίθετα, ως ζήτημα κοινής δικαιοσύνης, δεν θα ήταν αποδεκτό να επωφεληθεί ως εκ της επιβάρυνσης που υπέστη η ενάγουσα μέσα από ένα πλαίσιο αιτιωδώς συνυφασμένο προς το δυστύχημα. Υπό το φως όλων των παραπάνω η κατάσταση της ενάγουσας θα αξιολογηθεί για σκοπούς αποζημιώσεων χωρίς να ληφθεί υπόψη το ζήτημα που σχετίζεται με τη συμπεριφορά των μητρικών παππούδων. Η εκ πατρός γιαγιά της ενάγουσας, κα Μαρούλλα Κωνσταντίνου κλήθηκε από την ενάγουσα ως δεύτερη μάρτυρας της. Περιέγραψε τη συμπεριφορά του παιδιού από το δυστύχημα μέχρι σήμερα. Έγινε, είπε αρνητική. Δεν ήθελε να πηγαίνει στο σχολείο. Αναγκαζόταν για ένα χρόνο, στην προδημοτική, να μένει μαζί της. Το δεύτερο χρόνο τα πράγματα χειροτέρευσαν. Η μικρή ήθελε να τη βλέπει από το παράθυρο για να μένει στη τάξη, ενώ άλλες φορές έβγαινε έξω. Σταδιακά δέχθηκε να φεύγει η γιαγιά της γύρω στις 10 π.μ. Γενικά, το παιδί προσκολλήθηκε στη γιαγιά της. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι αυτή η αναφορά της γιαγιάς ανατρέπει την πιο σημαντική πτυχή, το θεμέλιο της μαρτυρίας της δρος Δημοσθένους, το ότι δηλαδή το παιδί είναι στον πατέρα που έχει προσκολληθεί. Γι΄ αυτό αμφισβήτησε την ορθότητα της μαρτυρίας της γιατρού στο σύνολο της. Όμως καμιά υποβολή δεν έγινε στη γιατρό προς αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα αντεξετάστηκε όχι μόνο χωρίς ν΄ αμφισβητηθεί η πραγματογνωμοσύνη της και η ορθότητα των λεχθέντων της, αλλά με τρόπο ώστε να αναζητείται η επιστημονική της θέση. Δεν έτυχε χειρισμού ως ένας μάρτυρας του οποίου η μαρτυρία δεν είναι επιστημονικά ή επί των πραγματικών γεγονότων ορθή. Άλλωστε εκείνο που ο κ. Ανδρέου χαρακτηρίστηκε ως το θεμέλιο της μαρτυρίας της δρος Δημοσθένους, η προσκόλληση στον πατέρα, ταυτίζεται με τα όσα αναφέρει η δρ Παραδεισιώτη στην κοινώς αποδεκτή έκθεση της (Τεκμήριο 2). Συνεπώς η αναφορά της γιαγιάς σε προσκόλληση του παιδιού σ΄ αυτή δεν έχει την έννοια ότι ανατρέπει και δεν θα μπορούσε να ανατρέψει την κοινώς αποδεκτή διαπίστωση περί προσκολλήσεως στον πατέρα. Αλλ΄ ούτε έρχεται σε αντίφαση με τέτοια διαπίστωση. Το παιδί για μεγάλο διάστημα και μέχρι πριν 5-6 μήνες διέμενε μαζί με τον πατέρα της στο σπίτι της κας Μαρούλλας Κωνσταντίνου. Η άλλη γιαγιά τελικά αποξενώθηκε. Ήταν αναμενόμενο το παιδί να προσκολληθεί στη γιαγιά, όπως αναμενόμενη ήταν και η εξάρτηση από τον πατέρα. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αλλ΄ αντίθετα μαζί ολοκληρώνουν την εικόνα ενός παιδιού όπως το περιέγραψαν η δρ Δημοσθένους και η κα Κωνσταντίνου, επεξηγώντας κατ΄ ουσία περαιτέρω τα όσα έγιναν κοινώς αποδεκτά. Πέραν τούτου, και οι δύο μάρτυρες δεν δίστασαν να αναφερθούν στη δυσμενή επίδραση που είχε η συμπεριφορά των μητρικών παππούδων στο παιδί. Ως εκ των άνω η μαρτυρία τους αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο και γίνονται αντίστοιχα ευρήματα. Κατά το κοινό δίκαιο η ψυχική οδύνη (solatium) για την απώλεια προσφιλούς στενού συγγενή, δεν θεωρήθηκε ότι υπόκειται σε χρηματική αποτίμηση και, έτσι, δεν αναγνωρίστηκε δικαίωμα αποζημίωσης για τραυματισμένα συναισθήματα επί αυτής της βάσης. (Taff Vale Ry v. Jenkins [1913] A.C. 1, Davies v. Powell Duffryn Collieries
(1942)A.C. 601). Η δυσκαμψία της νομολογίας ν΄ αντιμετωπίσει με ευρύτητα το ζήτημα οδήγησε στη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Όπως και στον Αγγλικό νόμο, έτσι και το άρθρο 58
(7)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 θεμελιώνει προς όφελος περιορισμένου αριθμού στενών συγγενών αξίωση για καθορισμένες αποζημιώσεις λόγω της απώλειας (bereavement). Οι αποζημιώσεις αυτές είναι συμβολικού μάλλον χαρακτήρα εφόσον καθορίζονται εκ του νόμου χωρίς συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58
(10)οι αποζημιώσεις για απώλεια κατανέμονται εξίσου στους εκάστοτε δικαιούχους με αποτέλεσμα η αποζημίωση που έκαστος θα λάβει να εξαρτάται όχι από το βαθμό που υφίσταται την απώλεια, αλλά από τον αριθμό των δικαιούχων. Εν προκειμένω πάντως δεν εγείρεται σχετική αξίωση αν και έχουν εγερθεί οι άλλες δύο αξιώσεις που όπως και η αξίωση για απώλεια αφορούν τη σχέση του αποβιώσαντα με τους εξαρτωμένους του. Γίνεται όμως αναφορά για να λεχθεί ότι η πρόβλεψη για αποζημιώσεις λόγω απώλειας υπό την έννοια του άρθρου 58
(7)δεν αποκλείει τη δυνατότητα αξίωσης ουσιαστικών αποζημιώσεων για την περίπτωση που η απώλεια έλαβε χώρα υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε, πέραν από τη γενικώς αναμενόμενη ψυχική οδύνη, να προκαλέσει ψυχιατρικά ή νευροψυχολογικά προβλήματα. Έχει αναγνωριστεί πως η πρόκληση τέτοιων προβλημάτων θεμελιώνει ευρύτερα, πέραν της συγγενικής σχέση, δικαίωμα για αποζημιώσεις. (Page v. Smith [1995] 1 All E.R. 736, Hunter v. British Coal Corp. [1998] 2 All E.R. 97 (C.A.), Κωμιάτη ν. Πόλιτσου (ανωτέρω), Δημητρίου ν. Ιωάννου [2003] 1 Α.Α.Δ. 274). Όπως εξηγείται στην υπόθεση Δημητρίου με αναφορά στην υπόθεση Page, σε υποθέσεις νευρικού ή ψυχικού κλονισμού είναι αναγκαία η διάκριση μεταξύ πρωταρχικών θυμάτων, άμεσα ενεχομένων στο δυστύχημα (primary victims) και δευτερευόντων θυμάτων (secondary victims), εφόσον στην περίπτωση των τελευταίων ο νόμος προβλέπει ορισμένους μηχανισμούς ελέγχου ώστε να περιορίζεται ο αριθμός των πιθανών απαιτητών, μηχανισμοί που δεν έχουν θέση όταν ενάγοντας είναι ένα πρωταρχικό θύμα. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Page, ο εναγόμενος υποχρεούται σε αποζημιώσεις για νευρικό κλονισμό που υπέστη το πρωταρχικό θύμα του ατυχήματος, αν η βλάβη ήταν εύλογα προβλεπτή ως συνέπεια του ατυχήματος. Όπως σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα που τίθεται σε σχέση μ΄ ένα πρωταρχικό θύμα του ατυχήματος είναι το κατά πόσο ο εναγόμενος μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι η συμπεριφορά του θα εξέθετε τον ενάγοντα στο κίνδυνο βλάβης, είτε φυσικής, είτε ψυχιατρικής. Ο ενάγοντας δεν έχει το βάρος ν΄ αποδείξει ότι ήταν εύλογα προβλεπτή από τον εναγόμενο η πρόκληση νευρικού κλονισμού, ούτε έχει σημασία το κατά πόσο ο εναγόμενος δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο ενάγοντας έχει εύθραυστη προσωπικότητα από τη στιγμή που στοιχειοθετείται με ιατρική μαρτυρία ότι η ψυχική νόσος θα μπορούσε να είναι συνέπεια του ατυχήματος. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγομένου, αναγνωρίζοντας ότι η πρόκληση νευρικού κλονισμού δημιουργεί αξίωση για αποζημιώσεις, παρέπεμψε στην υπόθεση Jones v. Wright [1991] 3 All E.R. 88 για να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί η απαιτούμενη προϋπόθεση της εύλογης προβλεπτικότητας (foreseeability) και της εγγύτητας (proximity) προς το συμβάν. Στην υπόθεση όμως εκείνη ενάγοντες δεν ήταν τα πρωταρχικά θύματα του ατυχήματος, αλλά πρόσωπα που παρέστησαν μάρτυρες ή είδαν από τηλεοράσεως ένα τραγικό ατύχημα σε ποδοσφαιρικό γήπεδο όπου έχασαν τη ζωή τους 95 θεατές μεταξύ των οποίων συγγενείς και φίλοι των εναγόντων. Οπότε το Δικαστήριο εξέτασε τα παραπάνω ζητήματα υπ΄ αυτές τις περιστάσεις που καμία σχέση δεν έχουν με την υπό εξέταση περίπτωση. Εν προκειμένω η ενάγουσα ήταν άμεσα εμπλεκόμενη στο δυστύχημα και άμεσο και πρωταρχικό θύμα του. Ο εναγόμενος είχε καθήκον επιμέλειας έναντι της. Ο τραυματισμός της, είτε σωματικός, είτε ψυχικός, ήταν ευλόγως προβλεπτός από ένα τροχαίο δυστύχημα. Αν αποδειχθεί ευθύνη του εναγομένου για το δυστύχημα, τότε θα είναι υπόλογος για το ψυχικό τραυματισμό της ενάγουσας. Στην υπόθεση Δημητρίου ο ενάγοντας, 60 ετών, παρέστη, ως οδηγός του ενός αυτοκινήτου της σύγκρουσης, μάρτυρας του θανάτου και του τραυματισμού των προσώπων που επέβαιναν στο άλλο αυτοκίνητο. Υπέστη ψυχοτραυματικό σύνδρομο με περαιτέρω συνέπεια την πρόκληση αντιδραστικής κατάθλιψης με πονοκεφάλους, ζάλη, τάση για εμετό, αδυναμία συγκέντρωσης, ευερεθιστότητα, δυσκολία επέλευσης του ύπνου, διαταραχές στον ύπνο που συνοδεύονταν από εφιάλτες, πρόωρη αφύπνιση, κατάθλιψη, άγχος και έντονες φοβίες στη τροχαία κίνηση και οδήγηση. Τέθηκε υπό ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αγωγή. Μετά από σοβαρή υποτροπή όταν παρέστη μάρτυρας άλλου τροχαίου δυστυχήματος, παρουσίασε σταδιακή βελτίωση χωρίς όμως να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση, αν και δύο χρόνια μετά το δυστύχημα πάντως, διέκοψε τις επισκέψεις του στο ψυχίατρο. Υπ΄ αυτά τα δεδομένα η σχετική αποζημίωση καθορίστηκε σε £4.
  1. Στην Κωμιάτη (ανωτέρω) ο ενάγοντας ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα το οποίο προκάλεσε το σοβαρό τραυματισμό του ίδιου και το θάνατο της θυγατέρας του, ηλικίας δύο ετών. Αναγνωρίστηκε ότι ο μεγάλος ψυχικός τραυματισμός που υπέστη, όλως ιδιαιτέρως εξαιτίας της απώλειας του παιδιού του, θεμελίωνε δικαίωμα για αποζημιώσεις ως εκ της εγγύτητας του ενάγοντα και της άμεσης του γνώσης για τα διαδραματισθέντα σε σχέση με το παιδί του. Ήταν μεν άτομο με περιορισμένη πνευματική ικανότητα και οριακή νοημοσύνη με ανασφάλειες και φοβίες για άλλους λόγους, όμως προηγουμένως είχε καλή προσαρμογή και η ζωή του ήταν κανονική. Συνεπεία του σωματικού και ψυχικού τραυματισμού του από το δυστύχημα, παρουσίασε έντονες και παρατεταμένες αϋπνίες, εφιάλτες και σεξουαλική ανικανότητα, αν δεν ελάμβανε φαρμακευτικά σκευάσματα. Ήταν έντρομος, ανήσυχος, ευερέθιστος, αγχώδης και καταθλιπτικός εκδηλώνοντας αυτομομφή για την απώλεια του παιδιού του. Στην πορεία η αϋπνία υπεχώρησε, τα φάρμακα μειώθηκαν, η σεξουαλική του ικανότητα, αν και όχι πλήρως, βελτιώθηκε, αλλά παρέμειναν πολλά προβλήματα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεδίκασε ως αποζημιώσεις ποσό για το σωματικό, όσο και για τον ψυχικό τραυματισμό το ποσό των £15.
  2. Ο σωματικός τραυματισμός συνίστατο σε συντριπτικό και μετατοπισμένο κάταγμα του βραχιονίου, μετατοπισμένο κάταγμα στην ωμοπλάτη, πολλαπλά θλαστικά τραύματα και ελαφρά εγκεφαλική διάσειση χωρίς νευρολογικές διαταραχές. Η κατάσταση του ήταν εξαιρετικά επώδυνη και η ταλαιπωρία του μεγάλη, παρέμεινε μερική ανικανότητα για βαριά χειρονακτική εργασία, μικρού βαθμού μυϊκή ατροφία και πιθανότητα περιοδικών ενοχλήσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο συνδυασμός του φυσικού και ψυχολογικού τραυματισμού κατέστησε την κατάσταση του πολύ σοβαρότερη απ΄ ότι αντικειμενικά θα εδικαιολογούσαν αυτά τούτα τα τραύματα. Εκτός από το επώδυνο της μακράς μετατραυματικής κατάστασης, ελήφθη υπόψη το σεξουαλικό πρόβλημα και γενικά έγινε διαπίστωση πως το δυστύχημα άλλαξε τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, με ερωτηματικό αν θα μπορούσε ποτέ να επανεύρει τον εαυτό του. Υπ΄ αυτό το πρίσμα, το ποσό των £15.000 κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκές και ως δίκαιη αποζημίωση καθορίστηκε το ποσό των £30.
  3. Στην υπόθεση Watson (ανωτ.) ο τρίχρονος ενάγοντας έχασε, ως άνω, και τους δύο γονείς του με αποτέλεσμα να υιοθετηθεί. Με αυτό το δεδομένο και υπό το φως της συγκεκριμένης ψυχιατρικής μαρτυρίας δόθηκε αποζημίωση, το 1989, £5.000,-. Στην υπόθεση Spittle v. Bunney [1988] 3 All E.R. 1031 (C.A.), η ενάγουσα, ηλικίας 3 ετών, έχασε τη μητέρα της σε τροχαίο δυστύχημα με αποτέλεσμα να υποστεί ψυχολογικά τραύματα. Επιδικάστηκε ποσό £5.000,-. Το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη τη βελτίωση της κατάστασης του παιδιού μέσα από την καλοσύνη και τη συμπάθεια της θείας που την ανέλαβε θεώρησε πως το ποσό ήταν ψηλό αλλά όχι σε βαθμό που να το διαφοροποιήσει. Άλλη βέβαια ήταν η αγοραστική αξία του χρήματος πριν από 16-17 χρόνια, αλλ΄ εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι η προσέγγιση στις υποθέσεις Δημητρίου και Κωμιάτη αντανακλά, τηρουμένων των αναλογιών, περισσότερο τη πτυχή εκείνη που αναφέρεται στην Κωμιάτη περί της ανάγκης, κατ΄ ουσία, για μεγαλύτερη ευαισθησία μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και τη ψυχική οδύνη. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου αγορεύοντας για το ζήτημα του ύψους των αποζημιώσεων εισηγήθηκε πως ένα παιδί ξεχνά πιο εύκολα και μπορεί ν΄ αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη ικανότητα την κατάσταση σε σχέση μ΄ ένα ενήλικα. Η εισήγηση όμως αυτή δεν στηρίχθηκε σε μαρτυρία αλλά έγινε με αναφορά στη ψυχιατρική μαρτυρία που δόθηκε στη Watson. Η μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται, ως άνω, στην ανυπαρξία σ΄ ένα παιδί πέντε ετών των μηχανισμών που βοηθούν το άτομο να μεταβολίσει το γεγονός. Η εισήγηση, ούτως ή άλλως, έρχεται σε αντίθεση με την κοινώς αποδεκτή θέση της δρος Παραδεισιώτη ότι οι ψυχικές ικανότητες της συγκεκριμένης ενάγουσας ήταν αδύναμες να αντισταθμίσουν και να μεταβολίσουν τα συναισθήματα εκ της απώλειας. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο κ. Ανδρέου πως η περίπτωση διαφοροποιείται από την υπόθεση Δημητρίου όπου ο ενάγοντας ήταν άμεσα εμπλεκόμενος και θύμα ο ίδιος του δυστυχήματος με σοβαρά επακόλουθα. Γι΄ αυτό είπε και η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι πιο ψηλή απ΄ ότι στην υπόθεση εκείνη. Όμως άμεσα εμπλεκόμενο και πρωταρχικό θύμα ήταν και η ενάγουσα εν προκειμένω. Ο κλονισμός δε που υπέστη ήταν εξαιρετικά πιο σοβαρός. Ο ώριμης ηλικίας ενάγοντας στην υπόθεση Δημητρίου είδε νεκρή μια άγνωστη του ηλικιωμένη κυρία και τραυματισμένα άλλα άγνωστα του πρόσωπα. Εδώ η ενάγουσα, ένα παιδί πέντε ετών έμεινε κατά τη διάρκεια της νύκτας μόνη στο αυτοκίνητο αντικρίζοντας χωρίς αισθήσεις τους γονείς της και τη μικρή της αδελφή, βιώνοντας το θάνατο της μητέρας και της αδερφής της μόνη μέχρι που να εντοπισθούν από διερχόμενους. Όχι μόνο είναι απόλυτα εύλογο αλλά και κοινώς αποδεκτό ότι πυροδοτήθηκαν αμέσως κατακλυσμιαία έντονα συναισθήματα φόβου, θλίψης, θυμού και πανικού. Όπως κοινώς αποδεκτό είναι το γεγονός ότι οι ψυχικές της ικανότητες, λαμβάνοντας υπόψη και την πρώιμη ηλικία της, ήσαν αδύναμες να αντισταθμίσουν και μεταβολίσουν τα συναισθήματα αυτά. Παρά την τεράστια προσπάθεια ενός χαρισματικού παιδιού με ψηλές νοητικές ικανότητες και με ομαλή, πριν το συμβάν, ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη να μεταβολίσει το κατακλυσμιαίο τραυματικό γεγονός, απαιτείται μακρόχρονη ψυχοθεραπευτική θεραπεία με τη δρα Δημοσθένους να εκφράζει απλώς ευχή για τέτοια εξέλιξη. Τώρα το τραυματικό γεγονός είναι παρόν και τη συνοδεύει σε κάθε έκφραση της ζωής της όπως, ως άνω, είπε η δρ Δημοσθένους. Έδωσε παραδείγματα για να εξηγήσει την αναφορά της αυτή. Τη συνοδεύει, είπε, όταν δεν την παίρνει η μητέρα της στο σχολείο, όταν δεν θέλει να πάει σε κοινωνικές εκδηλώσεις γιατί εκεί θα είναι όλες οι μητέρες, αλλ΄ όχι η δική της, όταν έχει άγχος θανάτου για τον πατέρα της, όταν δεν μπορεί να εμπιστευθεί ανθρώπους που δεν γνωρίζει. Διευκρινίζεται ότι θα πρέπει στον καθορισμό των αποζημιώσεων για τον ψυχικό τραυματισμό να είναι σαφές ότι εκείνο για το οποίο δίδεται αποζημίωση δεν είναι η απώλεια της μητέρας ως τέτοια, από πλευράς υπηρεσιών και φροντίδας, κάτι που ως άνω είναι αντικείμενο άλλης αξίωσης, αλλά ο ψυχικός τραυματισμός από τέτοια απώλεια. Έτσι η περιπτωσιολογική αναφορά της δρος Δημοσθένους που σχετίζεται με την απουσία της μητέρας εκλαμβάνεται εδώ με την έννοια της κοινωνικής απομόνωσης, μειονεξίας και ανασφάλειας που ψυχολογικά εκφράζει το παιδί από την απουσία της μητέρας. Καταληκτικά, αν η διαπίστωση στην υπόθεση Δημητρίου ήταν πως η ζωή του ενάγοντα άλλαξε από το δυστύχημα, εδώ θα μπορούσε να λεχθεί όχι απλώς ότι η ζωή της ενάγουσας άλλαξε, αλλά ότι έχει κλονισθεί εκ θεμελίων με ανάγκη μακρόχρονης ψυχοθεραπευτικής βοήθειας, αλλά πάντως με σοβαρές ανησυχίες σε σχέση με το αν θα συνεχίσει η ομαλή, όπως ήταν πριν το δυστύχημα, ψυχοσυναισθηματική της εξέλιξη. Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως το ποσό των £18.000,- βρίσκεται στα πλαίσια μιας δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης για το ψυχικό τραυματισμό της ενάγουσας. Τα σωματικά της τραύματα ήταν, ως άνω, δύο θλαστικά τραύματα στο πρόσωπο. Δεν περιγράφονται περαιτέρω. Έγινε όμως κοινώς αποδεκτό ότι η ενάγουσα για τον τραυματισμό της αυτό θα υποβληθεί σε επέμβαση πλαστικής χειρουργικής και τα έξοδα της εγχείρισης θα είναι £1.000,-. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι ο τραυματισμός ήταν τέτοιος ώστε να παραμείνει μια κατάσταση που χρήζει διορθωτικής επέμβασης. Λαμβάνοντας υπόψη και τη μελλοντική ταλαιπωρία από την αναγκαία επέμβαση, το ποσό της αποζημίωσης για πόνο και ταλαιπωρία συνεπεία των σωματικών τραυματισμών καθορίζεται σε £3.000,-. Επιπλέον θα δοθεί ως αποζημίωση η δαπάνη για τη μελλοντική εγχείριση. Τέλος, ως ειδική ζημία, θα δοθεί ποσό £20,- που όπως σημειώνεται στο Τεκμήριο 1 κατεβλήθη για την ετοιμασία του ιατρικού πιστοποιητικού. Οι περαιτέρω αξιώσεις της ενάγουσας είναι για την απώλεια των υπηρεσιών της μητέρας ως οικοκυράς, αφενός και την απώλεια της μητρικής φροντίδας, αφετέρου. Έχει αναγνωριστεί πως οι υπηρεσίες που προσφέρει η μητέρα ως οικοκυρά στην οικογένεια της, έχουν οικονομική αξία και μπορούν, έτσι, ν΄ αποτιμηθούν εις χρήμα για σκοπούς αποζημιώσεων (Berry v. Humm [1915] 1 K.B. 627). Η αποτίμηση συνήθως γίνεται επί τη βάσει της δαπάνης που απαιτείται για την εργοδότηση οικιακής βοηθού ή τροφού ανεξάρτητα από το κατά πόσο δεν έχει γίνει τω όντι ή δεν υπάρχει πρόθεση για τέτοια εργοδότηση, αλλά οι υπηρεσίες προσφέρονται χαριστικά λ.χ. από μια θεία ή τη γιαγιά (Jeffery v. Smith [1970] R.T.R. 279 (C.A.), Spittle v. Bunney (ανωτέρω), Hay v. Hughes [1975] 1 All E.R. 257). Χρήσιμη καθοδήγηση για τη μέθοδο του υπολογισμού δίδεται από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Spittle. Μετά το θάνατο της μητέρας ο πατέρας χάθηκε από το προσκήνιο και ανέλαβε τη φροντίδα του παιδιού η θεία της, χωρίς αμοιβή. Είχαν παρέλθει 7½ χρόνια από το δυστύχημα, το 1979, μέχρι τη δίκη, το
  4. Ο πρωτόδικος δικαστής με αφετηρία το μισθό μίας τροφού το 1979 και υπολογίζοντας τις αυξήσεις μέχρι το 1986, κατέληξε στο ποσό των £27.000,-. Στη συνέχεια αύξησε το ποσό στις £30.000,- θεωρώντας ότι οι υπηρεσίες που προσέφερε η θεία υπερέβαιναν κατά πολύ τις υπηρεσίες που λογικά θα αναμένονταν από μία επαγγελματία τροφό. Καθόρισε μετά τον πολλαπλασιαστή στα 11 χρόνια. Τα 7½ είχαν ήδη παρέλθει. Για τα υπόλοιπα 3½ χρόνια έδωσε £17.500 επί της ίδιας βάσης. Συνολικά, £47.500,-. Εξετάζοντας κατ΄ έφεση το θέμα ο Croom-Johnson L.J. παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Edmund-Davies στην υπόθεση Hay v. Hughes, σελ. 268: «.although some arithmetical calculations are necessarily involved in the assessment of the loss in such cases as the present, much of the calculation must be in the realm of hypothesis. As Holroyd Pearce L.J. said in Daniels v. Jones [1961] 3 All E.R. 24 at 28, [1961] 1 W.L.R. 1103 at 1110, arithmetic is a good servant but a bad master. The loss suffered by the dependants must be assessed as best they can in the light of their particular facts. But, having done his arithmetic, there comes a stage when the judge has to stand back and look at the result. When he does, he should bear in mind the wise words of Wilmer L.J. who said in the last mentioned case ([1961] 3 All E.R. 24 at 30, [1961] 1 W.L.R. 1103 at 1113): "In what is essentially a jury question the over-all picture is what matters. It is the wood that has to be looked at, and not the individual trees."» Στη συνέχεια, και αποδίδω ελεύθερα τα λεχθέντα, υποδεικνύεται ότι στην αναζήτηση, προοπτικά, της αξίας των υπηρεσιών σε μια περίπτωση που δεν υπάρχει τω όντι συγκεκριμένη δαπάνη, το κριτήριο δεν μπορεί να είναι ένας σταθερός αριθμός για όλη τη διάρκεια της εξάρτησης, με αυτόματη αριθμητική κατ΄ έτος αύξηση στα πλαίσια απλώς μιας αριθμητικής άσκησης. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το ζήτημα της εξάρτησης μπορεί να διαφοροποιηθεί με ανάλογη, κατά συνέπεια, αναπροσαρμογή του πολλαπλασιαστέου, δηλαδή της δαπάνης για τροφό. Η ορθή καθοδήγηση είναι ότι αυτή η δαπάνη μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την καλύτερη κρίση, αλλά αν το τελικό αποτέλεσμα δεν αντανακλά την πραγματική αξία των προσφερόμενων υπηρεσιών, το ζήτημα πρέπει να επανεκτιμηθεί με κριτήριο την κοινή λογική. Σ΄ αυτή τη διεργασία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, τόσο είναι δυνατό να καθίστανται περισσότερο ανεξάρτητα από τους γονείς τους με μικρότερη ανάγκη φροντίδας. Κατά τα πρώτα χρόνια του παιδιού η δαπάνη για τροφό είναι σε κάποιο βαθμό συγκρίσιμο μέγεθος και η αξία των υπηρεσιών της μητέρας μπορεί να αποτιμηθεί επί τέτοιας δαπάνης. Όμως, στη σχολική ηλικία και στη συνέχεια, όχι μόνο τέτοια σύγκριση γίνεται ολοένα και πιο απρόσφορη, αλλά και η φύση των υπηρεσιών της μητέρας μεταβάλλεται. Υπό το φως αυτής της προσέγγισης το Εφετείο μείωσε δραστικά σε £25.000,- το ποσό των £47.500,- ως, κατ΄ ουσία, με αναφορά σε υποτιθέμενους ενόρκους, μη κοινωνικά αποδεκτό. Στον καθορισμό του ποσού για τις υπηρεσίες της μητέρας είναι δίκαιο να υπολογιστεί και η απώλεια της μητρικής παιδαγωγικής φροντίδας που είναι πέραν από ότι θα μπορούσε ποτέ να προσφέρει μια τροφός ή μια οικιακή βοηθός. Στην υπόθεση Hay v. Hughes o Lord Edmund-Davies παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από τη 13η έκδοση του McGregor on Damages, para. 1232 προσθέτοντας ότι θα πρέπει κάποτε να εξεταστεί κατά πόσο δεν είναι ορθό: «it may be argued that the benefit of a mother´s personal attention to a child´s upbringing, morals, education and psychology, which the services of a housekeeper, nurse or governess could never provide, has in the long run a financial value for the child, difficult as it is to assess.». Όπως παρατηρείται στη 15η έκδοση, para. 1588, το σχόλιο αυτό απέδωσε σύντομα καρπούς στην υπόθεση Regan v. Williamson [1976] 2 All E.R. 241 όπου ο δικαστής Watkins με αναφορά στα όσα είπε ο Lord Edmund-Davies άνοιξε το δρόμο που ο τελευταίος ως άνω υπέδειξε. Αξίζει να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του: «I have been referred to a number of cases in which judges have felt compelled to look on the task of assessing damages in cases involving the death of a wife and mother with strict disregard to those features of the life of a woman beyond her so-called services, that is to say to keep house, to cook the food, to buy the clothes, to wash them and so forth. In more than one case, an attempt has been made to calculate the actual number of hours it would take a woman to perform such services and to compensate dependents on that basis at so much an hour and so relegate the wife or mother, so it seems to me, to the position of a housekeeper. While I think that the law inhibits me from, much as I should like to, going all the way along the parth to which Lord Edmund-Davies pointed, I am, with due respect to the other judges to whom I have been referred, of the view that the word "services" has been too narrowly construed. It should, at least, include an acknowledgment that a wife and mother does not work to set hours and, still less, to rule. She is in constant attendance, save for those hours when she is, if that is the fact, at work. During some of those hours she may well give the children instruction on essential matters to do with their upbringing and, possible, with such things as their homework. This sort of attention seems to be as much of a service, and probably more valuable to them, than the other kinds of service conventionally so regarded.». Ακολούθησε ο δικαστής Brian Neill Q.C. στην υπόθεση Mehmet v. Perry [1977] 2 All E.R. 529 όπου αναφερόμενος στη Regan είπε τα εξής: «...in assessing the value of the lost services I think that a jury would pay some regard to the fact that the children have lost the personal attention of their mother and that they now have only one parent to look after them instead of two. I propose therefore to award an additional sum under this heading but to keep it within modest limits.». Ο κ. Ανδρέου εισηγήθηκε πως το ζήτημα διαφοροποιείται στην Κύπρο όπου ο νόμος ρητά ρυθμίζει τις αποζημιώσεις για απώλεια (bereavement). Όμως η ίδια ρύθμιση υπάρχει και στο Αγγλικό δίκαιο. Είναι φανερό ότι η υπό συζήτηση απώλεια είναι διακριτέα, και πάλιν, από την απώλεια για την οποία προβλέπει ο νόμος. Η μητέρα του παιδιού εν προκειμένω, όπως ανέφερε η κα Κωνσταντίνου, εργαζόταν ουσιαστικά κατ΄ οίκον διατηρώντας ινστιτούτο αισθητικής στο σπίτι. Εκείνη είναι που έπαιρνε το παιδί από το σχολείο και το πρόσεχε. Σε περίπτωση που δεν μπορούσε, το παιδί ανέβαινε στον πάνω όροφο όπου ζούσε η άλλη της γιαγιά ή, κάποτε, την πρόσεχε η κα Κωνσταντίνου. Μετά το δυστύχημα και πριν 5-6 μήνες το παιδί έμενε μαζί με τον πατέρα της στο σπίτι της γιαγιάς, της κας Κωνσταντίνου. Από τότε μετοίκησαν σε άλλο σπίτι αλλά η γιαγιά συνεχίζει να έχει τη φροντίδα του παιδιού (σίτιση, ένδυση) το οποίο μετά το σχολείο πηγαίνει στο σπίτι της. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι εφόσον η γιαγιά δεν σταμάτησε από την εργασία της για να φροντίζει το παιδί, η απώλεια είναι θεωρητική. Εισηγήθηκε περαιτέρω πως εφόσον η μητέρα του παιδιού εργαζόταν και το φρόντιζε τότε η άλλη γιαγιά, ό,τι άλλαξε δεν είναι επί της ουσίας αλλά το σπίτι και το πρόσωπο. Η τελευταία αυτή εισήγηση δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα. Το γεγονός δε, ότι η γιαγιά δεν σταμάτησε από την εργασία της ή προσφέρει αμισθί, ως γιαγιά, τις υπηρεσίες της δεν έχει, ως άνω, σημασία. Η ενάγουσα δικαιούται αποζημιώσεις για την απώλεια των υπηρεσιών της μητέρας ως οικοκυράς, αλλά και σε σχέση με το ρόλο της ως μάνα μέσα στο σπίτι. Η αποζημίωση όμως, θα καταβληθεί εφάπαξ με ευχέρεια επένδυσης ολόκληρου του ποσού από τώρα, ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι αστάθμητοι παράγοντες της ζωής. Στην υπόθεση Spittle (ανωτ.) ελήφθησαν ως πολλαπλασιαστής τα 11 χρόνια για ένα παιδί ηλικίας 3 ετών αφού ελήφθη υπόψη ότι επί της μαρτυρίας ήταν πιο πιθανό ότι θα προχωρούσε σε τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εν προκειμένω, αν και υπάρχει μαρτυρία ότι η ενάγουσα είναι καλή μαθήτρια την Ε΄ Δημοτικού, στην αγωγή η περίοδος εξάρτησης καθορίζεται μέχρι την ηλικία των 18 ετών. Εν πάση περιπτώσει, στην υπόθεση Spittle αυτός ο παράγοντας ήταν τόσο μακριά στο μέλλον, σε σχέση μ΄ ένα παιδί 3 ετών, και άρα τόσο αστάθμητος, ώστε μπορούμε να αντιληφθούμε ότι δεν θα πρέπει να είχε επιδράσει ουσιαστικά στον καθορισμό του πολλαπλασιαστή. Πέραν τούτου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η κυπριακή πραγματικότητα που καταδεικνύει αυξημένο βαθμό εξάρτησης των παιδιών από τους γονείς τους. Το ζήτημα του πολλαπλασιαστή σε τέτοιες υποθέσεις όπως η παρούσα καθορίζεται με βάση την προοπτική της κοινής ζωής δύο ανθρώπων, του γονέα και του παιδιού (Spittle, ανωτέρω). Εν προκειμένω δεν έχει δοθεί μαρτυρία για την ηλικία της μητέρας κατά το χρόνο του θανάτου. Είχε όμως δύο μικρά παιδιά, την ενάγουσα 5 ετών και την μικρή αδελφή 7 μηνών. Απ΄ αυτό το δεδομένο δεν μπορεί βέβαια να γίνει εύρημα ως προς την ηλικία της κατά τρόπο συγκεκριμένο, μπορεί όμως να λεχθεί ότι δεν ήταν τέτοιας ηλικίας ώστε να επηρεαστεί ο πολλαπλασιαστής, όπως θα επηρεαζόταν αν είχαμε ένα ηλικιωμένο ή προχωρημένης σε σχέση με τον κατά τ΄ άλλα σκοπούμενο πολλαπλασιαστή, ηλικίας άτομο. Έτσι, παρά τη δυσχέρεια από τη μη στοιχειοθέτηση της ηλικίας της μητέρας θεωρώ ότι τα 9 χρόνια αρμόζουν ως πολλαπλασιαστής. Οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η μηνιαία δαπάνη για εργοδότηση μιας οικιακής βοηθού είναι £215,-. Δεν έχει δοθεί μαρτυρία για την προοπτική αύξησης αυτής της δαπάνης στο μέλλον. Όπως δε ισχύει κατά κανόνα, εφόσον δεν ηγέρθη ζήτημα, δεν θα ληφθεί υπόψη ζήτημα μελλοντικού πληθωρισμού επειδή τυχόν μελλοντική αύξηση θα μπορούσε να αντισταθμιστεί μέσα από μια κατάλληλη επένδυση (Cookson v. Knowles [1978] 2 All E.R. 694). Άλλωστε η δαπάνη έχει καθορισθεί με αναφορά στον «κατά πάντα ουσιώδη χρόνο». Από την άλλη, από οποιοδήποτε ποσό εξάρτησης, θα πρέπει να αφαιρεθεί εκείνο το ποσό που θα αντιστοιχούσε στις προσωπικές δαπάνες της μητέρας (Berry v. Humm, σελ. 630). Δεν έχει δοθεί μαρτυρία γι΄ αυτό το ζήτημα. Δεν είναι δυνατός ο καθορισμός με βάση το κάθε κονδύλι χωριστά, ούτε με βάση τα προσωπικά έξοδα της μητέρας. Σύμφωνα, συνεπώς, με την «κλασσική ποσοστιαία προσέγγιση», εφόσον επέζησαν της αποβιωσάσης σύζυγος και παιδί, λογίζεται ότι το ποσό της εξάρτησης θα ήταν το 75% (βλ. Νικολάου ν. Μιχαήλ [1999] 1 Α.Α.Δ. 1866, Καζάκου ν. Αβρααμίδου [2000] 1 Α.Α.Δ. 1626). Δεν έχει δοθεί μαρτυρία, ούτε υποστηρίχθηκε ότι τέτοια προσέγγιση θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ακατάλληλη. Υιοθετώντας την προσέγγιση αυτή τα ποσά που αντιστοιχούν στην απώλεια των υπηρεσιών της μητέρας ως οικοκυρά θα μειωθούν κατά το ¼. Με αναφορά και πάλιν στην κυπριακή, ως άνω, πραγματικότητα, το ποσό των £215,- θα χρησιμοποιηθεί ως βάση, όχι μέχρι το χρόνο που το παιδί άρχισε να φοιτά στο δημοτικό αλλά μέχρι το χρόνο που συμπλήρωσε τον κατώτερο κύκλο του Δημοτικού Σχολείου. Γεννήθηκε στις 13.3.1995 (Τεκμήριο 2). Όταν έγινε το δυστύχημα στις 7.5.2000 ήταν στο νηπιαγωγείο. Τη σχολική χρονιά 2000-2001, στην προδημοτική (βλ. μαρτυρία κας Κωνσταντίνου). Φοιτώντας τώρα, 2005-06, στην Ε΄ τάξη, συμπλήρωσε τη Γ΄ τάξη το καλοκαίρι του
  5. Έτσι, για 4 χρόνια, την περίοδο από 7.5.2000 μέχρι 7.5.2004 θα χρησιμοποιηθεί ως βάση η δαπάνη για οικιακή βοηθό. Προκύπτει το ποσό των £10.320,- (£215 Χ 12 Χ 4) που μειωμένο κατά ¼ γίνεται £7.740,-. Στη συνέχεια και μέχρι σήμερα το ποσό-βάση θα μειωθεί σε £190,- ώστε να αντανακλάται η μείωση της εξάρτησης. Προκύπτει το ποσό των £3.420,- (£190 Χ 18 μήνες) που μειωμένο κατά ¼ γίνεται £2.565,-. Ο βαθμός εξάρτησης θα αναμένετο να μειωθεί περαιτέρω στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Έτσι για την υπόλοιπη περίοδο των 3½ χρόνων από σήμερα, το ποσό-βάση θα μειωθεί σε £165,-. Προκύπτει το ποσό των £6.930,- (165 Χ 42 μήνες) που μειωμένο κατά ¼ γίνεται £5.197,
  6. Άρα το συνολικό ποσό για εξάρτηση 9 ετών είναι £20.670,- που μειωμένο κατά ¼ γίνεται £15.502,
  7. Η απώλεια των υπηρεσιών της μητέρας ως οικοκυρά αφορά και τον πατέρα. Είναι όμως διά του πατέρα που ενάγει η ενάγουσα. Προκύπτει έτσι ότι ο πατέρας έχει παραιτηθεί από το δικό του μερίδιο προς όφελος της θυγατέρας του. Έτσι το ποσό δεν θα μειωθεί γι΄ αυτό το σκοπό. Το ποσό των £15.502,50 θα αυξηθεί σε £20.000,- (δηλαδή κατά £4.497,50) ώστε να αντανακλάται η απώλεια της μητρικής φροντίδας υπό την παραπάνω ευρύτερη έννοια. Αποτελεί το τελικό αυτό ποσό που προκύπτει κατά συμβατικό τρόπο, ποσό που για την κοινή αντίληψη ενός μέσου ανθρώπου συνιστά δίκαιη και λογική αποζημίωση για ένα παιδί κυπριακής οικογένειας ηλικίας 5 ετών που έχασε τις υπηρεσίες και τις φροντίδες της μητέρας του; Είναι κοινωνικά αποδεκτή τέτοια αποζημίωση για τέτοια περίπτωση; Θεωρώ ότι η απάντηση είναι καταφατική. Καταφατική είναι η απάντηση και με αναφορά στο συνολικό ποσό των £38.000,-. Ως προς τον τόκο λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή καταχωρίστηκε δύο σχεδόν χρόνια μετά το δυστύχημα οι διάδικοι συμφώνησαν ότι αφετηρία θα είναι η ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (22.4.2002). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κονδύλια που προέκυψαν μεταγενέστερα θα φέρουν τόκο από της αγωγής, ούτε ότι μελλοντικά κονδύλια θα φέρουν οποιοδήποτε τόκο. Οι απώλειες μέχρι σήμερα έχουν προκύψει σταδιακά. Έτσι θα δοθεί επιτόκιο προς 4% από 22.4.2002 και νόμιμος τόκος στη συνέχεια. Το ποσό που προστέθηκε ώστε η συνολική αποζημίωση να ανέλθει σε £20.000,- δηλαδή το ποσό των £4.497,50, επίσης προκύπτει σταδιακά και μάλιστα αναφέρεται μερικώς και στο μέλλον. Για να αποφευχθεί όμως η πολυδιάσπαση και εφόσον δεν θα προέκυπτε ουσιαστική διαφορά, θα δοθεί και για το ποσό αυτό τόκος προς 4% μέχρι σήμερα και νόμιμος τόκος για τη συνέχεια. Για τις μελλοντικές απώλειες θα δοθεί νόμιμος τόκος από σήμερα. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η ενάγουσα υπέστη συνεπεία του επιδίκου δυστυχήματος βλάβες, απώλειες και ζημίες ως ακολούθως: (α) £18.000,- για ψυχικό τραυματισμό, με τόκο 8% από 22.4.2002 μέχρι σήμερα και στη συνέχεια νόμιμο τόκο. (β) £3.000,- για σωματικές βλάβες, με τόκο 8% από 22.4.2002 μέχρι σήμερα και στη συνέχεια νόμιμο τόκο. (γ) £1.000,- έξοδα μελλοντικής εγχείρισης με νόμιμο τόκο από σήμερα. (δ) £20,- ειδικές ζημίες με τόκο 8% από 22.4.02 μέχρι σήμερα και στη συνέχεια νόμιμο τόκο. (ε) £7.740,- απώλεια υπηρεσιών για την περίοδο από 7.5.2000 μέχρι 7.5.2004 με τόκο 4% από 22.4.02 μέχρι σήμερα και στη συνέχεια νόμιμο τόκο. (στ) £2.562,- απώλεια υπηρεσιών για την περίοδο από 7.5.2004 μέχρι σήμερα με τόκο 4% από 7.5.04 μέχρι σήμερα και στη συνέχεια νόμιμο τόκο. (ζ) £5.197,50, απώλεια υπηρεσιών για την περίοδο από σήμερα μέχρι την 4.5.2009 με νόμιμο τόκο από σήμερα. (η) £4.497,50 για απώλεια φροντίδας με τόκο 4% από 22.4.04 μέχρι σήμερα και στη συνέχεια νόμιμο τόκο. Μετά την απόφαση στην αγωγή 1499/02 η υπόθεση να τεθεί με αίτημα οιουδήποτε των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε αναλόγως να εκδοθεί διατακτική απόφαση και να καθοριστεί το θέμα των εξόδων. (Υπ)..................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.