← Κύπρος

Ανδρέα Ευδοκίμου ν. Σέργιου Τουτουζιάν, Αρ. Αγωγής: 25/03, 18.11.2005

Ανδρέα Ευδοκίμου ν. Σέργιου Τουτουζιάν, Αρ. Αγωγής: 25/03, 18.11.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Eνώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 25/03 Μεταξύ: Ανδρέα Ευδοκίμου Ενάγοντα -και- Σέργιου Τουτουζιάν Εναγομένου Ημερομηνία: 18.11.

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: H κα Καλλιτσιώνη για κα Ποιητού. Για Εναγόμενο: Ο κ. Αχιλλέως για κ. Ν. Δαμιανού. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 10.9.2002 ο ενάγοντας βρισκόταν στα πλαίσια των καθηκόντων του ως ταπελογράφος στο Δήμο Λάρνακας με συνεργείο του Δήμου σε σημείο όπου συναντώνται η λεωφόρος Νικοδήμου Μυλωνά με το δρόμο που οδηγεί στην πλατεία Μητροπόλεως. Ενώ ήταν ημικαθήμενος στο οδόστρωμα και ασχολείτο με την χάραξη σημάτων τροχαίας στο δρόμο χτυπήθηκε από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος το οποίο προερχόμενο από τη λεωφόρο Νικοδήμου Μυλωνά έστριψε δεξιά προς την πλατεία Μητροπόλεως. Εκεί, στο μέσο της διασταύρωσης, βρίσκεται μιά συκομορέα, ένα μεγάλο και αρκετά ψηλό δένδρο. Οι εμπλεκόμενοι υπέδειξαν στον αστυνομικό που εξέτασε το δυστύχημα, αστ. 2933 Γιώργο Γεωργίου, Μ.Ε.1, διαφορετικά σημεία σύγκρουσης. Η σκηνή φαίνεται στο σχεδιαγράφημα που κατέθεσε ο κ. Γεωργίου (Τεκμήριο 1) και σε φωτογραφίες που κατέθεσε ένας άλλος μάρτυρας του ενάγοντα, ο κ. Ορθόδοξος Ευαγγελίδης, Μ.Ε.
  2. Ο ενάγοντας υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης πιο κοντά στη συκομορέα (Χ2) σε σχέση με το σημείο που είχε υποδείξει ο εναγόμενος (Χ1). Σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία του κ. Γεωργίου, αν και ο κορμός του δέντρου ήταν αρκετά χοντρός, κατά τον κ. Ευαγγελίδη περίπου 1½ μέτρο, η ορατότητα ενός οδηγού όπως ο εναγόμενος ήταν ικανοποιητική σε σχέση με τα σημεία Χ1 και Χ2, υπό την έννοια ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμποδίζει έναν οδηγό να δει κάποιο άτομο γονατιστό μέσα στο δρόμο, εκτός βέβαια από τυχόν τροχαία κίνηση. Από τη μαρτυρία γενικά προκύπτει ότι δεν υπήρχε πρόβλημα ορατότητας και ειδικά σε σχέση με το δέντρο εκτός βέβαια, ως ζήτημα κοινής αντίληψης, στην περίπτωση που ο πεζός βρισκόταν ακριβώς πίσω από το δέντρο έτσι ώστε να μην μπορούσε να γίνει ορατός. Το σημείο όμως που υπέδειξε, ως άνω, ο εναγόμενος, είναι, όπως ήδη ελέχθη, πιο μακριά από το δέντρο απ΄ ότι ήταν το σημείο που υπέδειξε ο ενάγοντας. Συνάδει δε προς την τελική θέση του αυτοκινήτου. Μπορεί από τώρα, έτσι, να λεχθεί πως η σύγκρουση έλαβε χώρα στο σημείο που υπέδειξε ο εναγόμενος, το οποίο απέχει τέτοια απόσταση όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 από το δέντρο ώστε να μην ετίθετο θέμα να μην ήταν ορατός ο ενάγοντας, όπως είναι, ως άνω, και η μαρτυρία του κ. Γεωργίου. Αλλά εν πάση περιπτώσει και αν ακόμα η ορατότητα του εναγομένου εμποδιζόταν είτε από το δέντρο είτε από την τροχαία κίνηση και πάλι θα απαιτείτο να οδηγεί με τέτοια προσοχή ώστε να ήταν ασφαλές υπό τις περιστάσεις. Πώς όμως ενήργησε ο εναγόμενος; Ένα όχημα αντίθετης κατεύθυνσης, είπε, του έδωσε προτεραιότητα για να προχωρήσει. Προχώρησε προς το σημείο που βρισκόταν ο ενάγοντας, ημικαθήμενος μεν, αλλά κατά τη διάρκεια της ημέρας και με αίθριο καιρό. Η κίνηση, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία τόσο του αστυνομικού όσο και του ίδιου του εναγομένου, ήταν πυκνή. Όμως τούτο δεν αποτελούσε δικαιολογία για τον εναγόμενο να μην δει καθόλου τον ενάγοντα, όπως και δεν τον είδε. Μόλις έστριψε, είπε, δεξιά, άκουσε ένα «άου», σταμάτησε, άνοιξε την πόρτα και τότε και μόνο τότε αντελήφθη πλέον τον ενάγοντα να βρίσκεται κάτω στο δρόμο. Ο εναγόμενος ως μάρτυρας δεν κατόρθωσε να εξηγήσει την παράλειψη του να δει έγκαιρα τον ενάγοντα. Σε ερώτηση αν τον εμπόδιζαν τα απέναντι αυτοκίνητα απάντησε «εμποδίζουν, καλό εν εμποδίζουν». Πώς όμως τον εμπόδιζαν τα αυτοκίνητα της απέναντι κατεύθυνσης εφόσον είχε πλέον στρίψει δεξιά και αφού προχώρησε στον άλλο δρόμο έγινε το ατύχημα; Η εξήγηση προκύπτει από την ίδια τη μαρτυρία του εναγομένου παρά την προσπάθεια του να αποποιηθεί της ευθύνης του. Είπε σε ένα σημείο «δεν κοίταξα να δω, απλώς εθώρουν τα αυτοκίνητα που έρχονταν από απέναντι μου, δεν είχε λόγο να κοιτάξω δεξιά. Την ώρα που ξεκίνησα κοίταξα δεξιά, δεν είχε τίποτε και προχώρησα». Είναι φανερό ότι ο εναγόμενος είχε συγκεντρώσει την προσοχή του στα αυτοκίνητα της αντίθετης πορείας και μόλις ο οδηγός ενός από αυτά του έδωσε προτεραιότητα να στρίψει δεξιά, ο εναγόμενος έστριψε χωρίς καμία παρατηρητικότητα για ό,τι θα μπορούσε να υπάρχει στα δεξιά του. Αυτός είναι ο λόγος που δεν είδε ούτε τον ενάγοντα ούτε οποιονδήποτε άλλον από το συνεργείο που βρίσκονταν εκεί. Ήταν ακόμα η θέση του εναγομένου ότι δεν είχε περάσει από το νου του ότι μπορεί να υπήρχε πεζός. Είναι τούτο ένα άλλο στοιχείο που τείνει να δείξει ότι δεν άσκησε οποιαδήποτε παρατηρητικότητα σε σχέση με την ύπαρξη πεζού. Ήταν δε με αυτήν την αντίληψη διότι εκεί, όπως είπε, δεν περνούν πεζοί. Εντελώς λανθασμένη αντίληψη, εφόσον δέχθηκε ότι εκεί είναι η είσοδος της Μητρόπολης, μια υπεραγορά και γενικά πρόκειται για πυκνοκατοικημένη περιοχή. Ο ενάγοντας από δικής του πλευράς δεν είπε την αλήθεια για τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Όπως έχω ήδη αναφέρει το σημείο που υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης δεν συνάδει καθόλου με την τελική θέση του αυτοκινήτου. Ο ενάγοντας για να εξηγήσει τον ισχυρισμό του ότι χτυπήθηκε στο Χ2 που είναι εκτός της πορείας του αυτοκινήτου ανέφερε πως μετά που το αυτοκίνητο τον χτύπησε «έκοψε το τιμόνι αριστερά», προχώρησε και ακολούθως «έβαλε πισινή». Αυτά όμως δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Η πειστική εικόνα είναι εκείνη που έδωσε ο εναγόμενος λέγοντας πως όταν άκουσε φωνή πόνου, χωρίς προηγουμένως να έχει αντιληφθεί οτιδήποτε, αμέσως σταμάτησε. Είναι όμως υπό το φως της εκδοχής του εναγόμενου που θεμελιώνεται η αμέλεια του. Δεδομένο και πρωταρχικό είναι το καθήκον για δέουσα παρατηρητικότητα σε σχέση με άλλη κίνηση που υπάρχει ή που ενδέχεται να υπάρχει στο δρόμο «ιδιαίτερα σε διασταυρώσεις, συμβολές ή στροφές» όπως σημειώνεται στο Charlesworth and Percy on Negligence, 7η έκδοση, σελ.
  3. Εν προκειμένω ο εναγόμενος έστριψε δεξιά, «αφήνοντας» όμως το σύνολο της προσοχής του απέναντι ή εν πάση περιπτώσει οπουδήποτε αλλού εκτός από το δρόμο όπου στρίβοντας εισήλθε. Με άμεσο και αυταπόδεικτο αποτέλεσμα να κτυπήσει τον ενάγοντα τον οποίο καθόλου δεν είδε αν και βρισκόταν μπροστά του, στην πορεία του. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου εισηγήθηκε πως επρόκειτο για μια «παράξενη κατάσταση που δεν ήταν ευλόγως αναμενόμενη» για την οποία δεν είχε δοθεί προειδοποίηση στους οδηγούς. Εν πάση όμως περιπτώσει, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ευθύνη του εναγόμενου υπάρχει. Ας προστεθεί εδώ πως ο ίδιος είναι που σε ποινική υπόθεση για το επίδικο ατύχημα (13141/2002 Επ. Δικ. Λάρνακας) είχε παραδεχθεί πως οδηγούσε αμελώς για το ότι στρίβοντας δεξιά κτύπησε τον ενάγοντα. Οι δε ιδιαιτερότητες της περίπτωσης είναι θέμα που άπτεται του ζητήματος της συντρέχουσας αμέλειας. Ο εναγόμενος εισηγείται πως υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους του ενάγοντα. Οι σχετικές λεπτομέρειες που δίδονται με την υπεράσπιση μπορούν να συνοψιστούν στη θέση ότι ο ενάγοντας βρέθηκε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που ακολουθούσε ο εναγόμενος κατά τρόπο που δεν ήταν εμφανής και απέκοψε την πορεία του εναγομένου σε συνάρτηση με την παράλειψη να τοποθετηθεί η κατάλληλη σήμανση για την ύπαρξη εργαζομένων ανθρώπων και εργασιών στο δρόμο. Ως προς το ζήτημα της σήμανσης είναι γεγονός ότι σήμανση δεν υπήρξε. Οι άνθρωποι του συνεργείου είχαν μεταφέρει επί τόπου κώνους τροχαίας τους οποίους δεν είχαν ακόμα τοποθετήσει για τους λόγους που προσπάθησαν να εξηγήσουν ο ενάγοντας και ο επιστάτης του Δήμου Λάρνακας κ. Σταυρινός Γεωργίου (Μ.Ε.2) που βρισκόταν επί καθήκοντι εκεί. Οι κώνοι σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 βρίσκονταν ο ένας πάνω στον άλλο πίσω από τον κορμό της συκομορέας εκεί όπου το συνεργείο θα σχεδίαζε νησίδα τροχαίας, όπως είπε ο ενάγοντας. Έγινε προσπάθεια εκ μέρους του ενάγοντα να καταδειχθεί πως τούτο έδιδε κάποιου είδους προειδοποίηση. Όμως το να βρίσκονται κώνοι τροχαίας σε κάποιο σημείο εκτός πορείας των οχημάτων ο ένας πάνω από τον άλλον, δεν θεωρώ πως αποτελεί ούτως ή άλλως σήμανση ή στοιχείο προειδοποίησης. Θα πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί με το δεδομένο ότι δεν υπήρχε σήμανση για τις εργασίες και την ύπαρξη εργατών και ειδικά του ενάγοντα μέσα στο δρόμο. Όπως ελέχθη στην υπόθεση Tavellis v. Evangelou and another

(1984)1 C.L.R. 460 και είναι αυτονόητο, δεν θα ήταν βέβαια ορθό να λεχθεί πως οποτεδήποτε ένα όχημα κτυπά πεζό ευθύνεται καθ΄ ολοκληρία ο οδηγός χωρίς να τίθεται ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας από τον πεζό. Τα καθήκοντα ενός πεζού προσδιορίζονται ως ακολούθως στο εξής απόσπασμα από το Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 34, σελ. 40, παρ. 49, το οποίο υιοθετήθηκε στην παραπάνω απόφαση: «49. Pedestrians. Persons on foot have a right to be on the highway and are entitled to the exercise of reasonable care on the part of persons driving vehicles on it, but they must take reasonable care of themselves, and may be answerable if the occasion accidents to vehicles. The amount of care reasonably to be required of them depends on the usual and actual state of the traffic, and on the question whether or not the foot passenger is at an approved and indicated pedestrian crossing. A driver owes no special duty to infirm persons on the highway unless he knows or should have known of their infirmity ....» Η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ο ενάγοντας βρισκόταν σε «νεκρό σημείο», δηλαδή σε «σημείο όπου δεν ήταν χώρος κυκλοφορίας οχημάτων», εισηγήθηκε πως δεν είχε ευθύνη. Όμως τα γεγονότα ήταν, ως άνω, διαφορετικά. Εισηγήθηκε περαιτέρω πως, εν πάση περιπτώσει, ο ενάγοντας «είχε δικαίωμα να βρίσκεται μέσα στο δρόμο». Διερωτήθηκε δε, πώς θα είχε το ζήτημα της ευθύνης αν αντί του ημικαθήμενου ενάγοντα βρισκόταν εκεί ένας τροχονόμος προς ρύθμιση της τροχαίας ή ένα παιδί. Το ζήτημα όμως δεν μπορεί να εξεταστεί in abstracto ή με υποθετικά παραδείγματα. Τούτο θα πρέπει να γίνει υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Ασφαλώς ο ενάγοντας είχε δικαίωμα χρήσης του δρόμου. Το ερώτημα έγκειται στο κατά πόσο, κάμνοντας χρήση του δρόμου, δεν επέδειξε την απαιτούμενη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια κατά τρόπο που να συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Οι υποθέσεις Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460 και Patsalides v. Milikouri
(1981)1 Α.Α.Δ. 158, όπου αποφασίστηκε ότι οι πεζοί που διασταύρωναν το δρόμο δεν είχαν ευθύνη, στις οποίες παρέπεμψε η κα Ποιητού, διαφοροποιούνται ως προς τα γεγονότα από την παρούσα υπόθεση. Εν προκειμένω ο ενάγοντας, εν μέσω πυκνής τροχαίας κίνησης βρισκόταν ακίνητος μέσα στο δρόμο, ημικαθήμενος, απασχολούμενος με την εργασία του και στραμμένος προς τον κο Σταυρινό, όπως ήταν η μαρτυρία του τελευταίου. Ούτε αυτός αντελήφθη το επερχόμενο αυτοκίνητο ακριβώς γιατί δεν είχε λάβει υπόψη του το εύλογο ενδεχόμενο, αν όχι τη βεβαιότητα υπό συνθήκες πυκνής τροχαίας κίνησης, διέλευσης αυτοκινήτου. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια σε σχέση με τη δική του ασφάλεια, με αποτέλεσμα να συνεισφέρει και ο ίδιος στην πρόκληση του ατυχήματος. Δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καταμερισμό της ευθύνης· η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια. Ο καταμερισμός γίνεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας, από την πλατειά γωνία του μέσου συνετού πολίτη και όχι μικροσκοπικά (Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ 178). Όπως έχει διαπιστωθεί στην Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, «δυνητικά η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια πεζού ή του ποδηλατιστή.» (βλ. και Κωμιάτη ν. Πόλιτσου
(2001)1 Α.Α.Δ. 226). Στην Χαριλάου ν. Νικολάου (ανωτέρω) ελέχθη ότι ακόμα κι αν η ευθύνη του οδηγού και του πεζού είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του αυτοκινητιστή. Έχοντας αυτά κατά νου και τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνεται ότι ο εναγόμενος φέρει ευθύνη κατά 70% και ο ενάγοντας κατά 30%. Ο ενάγοντας τραυματίστηκε συνεπεία του ατυχήματος. Σε σχέση με τους τραυματισμούς του κατέθεσαν ως μάρτυρες του οι γιατροί Β. Τζιούβας, Π. Μιλτιάδου, χειρουργοί ορθοπεδικοί και Α. Κατωδρύτου, ακτινολόγος, των οποίων η εμπειρογνωμοσύνη δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο εναγόμενος δεν κάλεσε αντίστοιχη μαρτυρία. Οι γιατροί έχουν βεβαιώσει ενόρκως το περιεχόμενο ιατρικών τους πιστοποιητικών που παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια [Τεκ. 7, 13Α, 13Β, 15 (σε μετάφραση, Τεκ. 18), 16 (σε μετάφραση, Τεκ. 19)]. Κατατέθηκε επίσης πιστοποιητικό του δρος Διόφαντου Χρυσοστόμου, (Τεκ. 17), ακτινολόγου, με ακτινογραφίες, στο οποίο γίνεται διαπίστωση για την παρουσία pellegrini-Stieda, δηλαδή αποτιτάνωσης. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό της δρος Κατωδρύτου ημερ. 19.12.02 (Τεκ.18) οι μαγνητικές τομογραφίες (Τεκ. 8) έδειξαν: (α) Ενδοαρθρικό μή μετατοπισμένο κάταγμα του οπισθίου τμήματος της κνήμης κάτω από τη μεσοκονδύλια προεξοχή. (β) Επιπλέον κάταγμα του έσω μηριαίου κονδύλου και εκτεταμένο οίδημα που αφορά όλη την περιφερειακή μηριαία επίφυση. (γ) συνδυασμένη ρήξη του κεντρικού τμήματος του έσω πλαγίου συνδέσμου. (δ) ελαφρώς αυξημένο ενδοαρθρικό υγρό. Το πρώτο, ως άνω, κάταγμα περιγράφεται από το δρα Μιλτιάδους (Τεκ. 13Β) ως «ενδοαρθρικό μή παρεκτοπισμένο κάταγμα οπισθίου μεσογληνίου πεδίου». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου δήλωσε πως αποδέχεται ότι το κάταγμα αυτό, ως επίσης το ύγραθρο, οφείλονται στο επίδικο ατύχημα. Αμφισβήτησε, όμως, το κατά πόσο το άλλο κάταγμα, που περιγράφεται από το δρα Μιλτιάδους (Τεκμ.13Β) αλλά και από την δρα Κατωδρύτου σε μεταγενέστερο της πιστοποιητικό (Τεκ.19) ως «οστεοχόνδρινο κάταγμα έσω μηριαίου κονδύλου» και η ρήξη συνδέσμου και κατά συνέπεια η αποτιτάνωση, οφείλονται επίσης στο επίδικο ατύχημα. Αφορμή για την αμφισβήτηση αυτή έδωσε το γεγονός ότι ο ενάγοντας μετά το επίδικο ατύχημα (10.9.2002) στις 17.11.2002 έπαθε στραβοπάτημα. Όπως αναφέρει ο δρ Μιλτιάδους (Τεκ. 13Α) τοποθετήθηκε νάρθηκας για 10 μέρες. Πέραν τούτου, ο δρ Μιλτιάδους ανέφερε ότι ακτινογραφίες που ελήφθησαν πριν από τις 17.11.02, δεν δείχνουν το οστεοχόνδρινο κάταγμα του μηριαίου κονδύλου. Ενώ η ρήξη συνδέσμου δεν μπορεί να φανεί, όπως είπε, σε ακτινογραφία. Ο δρ Μιλτιάδους είπε σχετικά ότι είναι δυνατό ένα οστεοχόνδρινο κάταγμα να μην φανεί σε ακτινογραφία αν το μεγαλύτερο του μέρος αφορούσε το χόνδρο. Ήταν δε η θέση του πως το κάταγμα και η ρήξη προϋπήρξαν της 17.11.02 εφόσον σε ακτινογραφία (Τεκ. 14) που ελήφθη στις 14.10.02, αν και δεν φαίνεται κάταγμα, φαίνεται, πάντως, αποτιτάνωση, δηλαδή εναπόθεση αλάτων ασβεστίου στο σύνδεσμο. Αιτία τέτοιας αποτιτάνωσης, θα μπορούσε, είπε, να ήταν κτύπημα στο γόνατο. Η δρ Κατωδρύτου επιβεβαίωσε πως στην ακτινογραφία Τεκ. 14Γ αλλά και στην ακτινογραφία Τεκ. 14Ε φαίνεται αποτιτάνωση του έσω πλαγίου συνδέσμου. Πρόσθεσε δε ότι σε άλλη ακτινογραφία της ίδιας ημέρας (Τεκ. 14Δ) υπάρχει μια «εντύπωση», μια «σκιά», μια διακοπή της ομαλής συνέχειας του μηριαίου κονδύλου, εικόνα ύποπτη για κάταγμα. Υπέδειξε θέτοντας σε κύκλο το σημείο αυτό στην ακτινογραφία Τεκ. 14Δ. Στη συνέχεια δε, αναφερόμενη πλέον σε μαγνητική τομογραφία που δείχνει το κάταγμα του έσω μηριαίου κονδύλου (Τεκ. 8), είπε πως η «εντύπωση» στην ακτινογραφία αντιστοιχεί στο οστεοχόνδρινο κάταγμα της τομογραφίας. Πέραν τούτου είπε πως και τα δύο κατάγματα βρίσκονται στην άρθρωση του γόνατος σε απόσταση εκατοστού περίπου μεταξύ τους, μόνο που το πρώτο είναι καθαρά στο μεσαίο τμήμα της άρθρωσης ενώ το δεύτερο στο έσω πλάγιο μέρος της. Προκύπτει με ασφάλεια από τα παραπάνω πως το αμφισβητούμενο κάταγμα και η αμφισβητούμενη ρήξη και αποτιτάνωση προϋπήρχαν του στραβοπατήματος. Άλλωστε η αμφισβήτηση δεν έλαβε τη μορφή αντίκρουσης με άλλη ιατρική μαρτυρία αν και στις 23.3.2005 ο κ. Δαμιανού έλαβε άδεια ώστε να καθίσει δίπλα του ως εμπειρογνώμονας ο γιατρός κ. Αντωνιάδης. Υποβολή δε του κου Δαμιανού πως οι ακτινογραφίες που δείχνουν την αποτιτάνωση είναι μεταγενέστερες της ημερομηνίας που αναγράφει ο φάκελος του Νοσοκομείου Λάρνακας όπου φυλάχθηκαν έμεινε υποβολή χωρίς μαρτυρία. Αυτή η υποβολή προϋποθέτει πως έγινε παραποίηση στοιχείων από το Νοσοκομείο ώστε, σε ανύποπτο χρόνο σε σχέση με τη μετέπειτα αμφισβήτηση του χρόνου πρόκλησης του κατάγματος, να φανεί ότι το κάταγμα και η ρήξη, αποτιτάνωση προϋπήρχαν του στραβοπατήματος. Πρόκειται για συλλογισμό που εκτός του ότι δεν τέθηκε, παρά την υποβολή, επί μαρτυρίας, ξεπερνά τα όρια. Είχε όμως ως αποτέλεσμα να προκαλέσει την κλήση ως μάρτυρος της κας Ολ. Μακρομάλλη, ακτινογράφου στο Νοσοκομείο Λάρνακας για ν΄ αναφέρει το χρόνο που έλαβε τις σχετικές ακτινογραφίες. Επανέρχομαι στα όσα αναφέρονται στο πιστοποιητικό της δρος Κατωδρύτου (Τεκ.18) τα οποία ως εκ της παραπάνω διαπίστωσης συνδέονται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα. Επιπρόσθετα με όσα εκεί αναφέρει η δρ Κατωδρύτου σημειώνει σε μεταγενέστερο της πιστοποιητικό ημ. 29.1.03 επί τη βάση τομογραφίας εκείνης της ημέρας (Τεκ. 19) ότι υπάρχει πλέον σαφής απεικόνιση του οστεοχόνδρινου κατάγματος του έσω μηριαίου κονδύλου ενώ για το ενδοαρθρικό κάταγμα της κνήμης δεν υπήρχε αξιοσημείωτη αλλαγή. Σημειώνει περαιτέρω ότι συγκριτικά υπήρξε απορρόφηση του ενδοαρθρικού υγρού και σαφώς λιγότερο οίδημα. Οι διαπιστώσεις της δρος Κατωδρύτου όπως περιγράφονται στα πιστοποιητικά της συνιστούν αντικειμενικές περιγραφές των δεδομένων. Οι γιατροί Τζιούβας και Μιλτιάδους επεκτάθηκαν περαιτέρω κάμνοντας πρόγνωση και ασχολούμενοι περισσότερο με την επίδραση των τραυματισμών στις δραστηριότητες του ενάγοντα. Περαιτέρω αναφορά στην υποκειμενική διάσταση του πράγματος έκαμε βέβαια ο ίδιος ο ενάγοντας. Ο δρ Τζιούβας διαπίστωσε στο Τεκμήριο 7 περιορισμό της έκτασης του γόνατος κατά 15°, ατροφία του τετρακεφάλου μυός και αδυναμία του ενάγοντα να στηρίζεται στο γόνατο του, ιδιαίτερα σε βαθύ κάθισμα, με αποτέλεσμα τον σημαντικό περιορισμό των δραστηριοτήτων του. Ο δρ Μιλτιάδους κατέθεσε δύο ιατρικά πιστοποιητικά, το Τεκ. 13Α και το Τεκ. 13Β. Το Τεκ. 13Β το ετοίμασε, είπε, μετά που του ζητήθηκε από τον ενάγοντα και τη δικηγόρο του. Στο Τεκ. 13Α (5.3.03) αναφέρεται και αυτό σε έλλειμμα πλήρους εκτάσεως στο γόνατο κατά 15° ως επίσης και σε παράπονο που εξέφρασε ο ενάγοντας για άλγος και χωλότητα. Ενώ στο Τεκ. 13Β (16.2.05) αναφέρεται όχι πλέον σε παράπονα του ασθενούς για χωλότητα, αλλά παραθέτει ως δική του διαπίστωση τη βάδιση με χωλότητα, λόγω του ελλείμματος πλήρους εκτάσεως και ατροφίας τετρακεφάλου μυός. Ενώ ο δρ Τζιούβας δήλωσε ότι ο ενάγοντας αν και όταν κατεβαίνει σκάλες ή στην υπερέκταση του γόνατος «πονεί πάρα πολύ» «όπως είναι τώρα βαδίζει γενικά κανονικά». Από την άλλη ο δρ Μιλτιάδους, αν και στο πιστοποιητικό του Τεκ. 13Β σημειώνει ότι ο ενάγοντας του ανέφερε δυσκολία κατά το βαθύ κάθισμα, αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως «ένας που θέλει να κάμει βαθύ κάθισμα και έχει μειωμένη την πλήρη έκταση, δεν εμποδίζεται να το κάμει (επειδή) είναι στην έκταση που εμποδίζεται διότι στο βαθύ κάθισμα είναι το αντίθετο, έχουμε την πλήρη κάμψη». Υπό αυτή την έννοια παραμένει χωρίς εξήγηση η παραπάνω αναφορά του ενάγοντα, την οποία ο δρ Μιλτιάδους, παρά ταύτα κατέγραψε, στο πιστοποιητικό του. Αντίθετα τώρα, ο δρ Τζιούβας αναφερόμενος στο πρόβλημα του ελλείμματος έκτασης είπε πως ο ενάγοντας αδυνατεί σχεδόν τελείως να κάμει βαθύ κάθισμα. Διαπιστώνονται συνεπώς αντιφατικές αναφορές σε σχέση με πολύ σημαντικά στοιχεία που είναι η ικανότητα για βάδιση αλλά και η λειτουργικότητα του ποδιού. Σημαντικά, ιδιαίτερα σε σχέση με τη θέση του ενάγοντα ότι έχει επηρεαστεί η εργασιακή του ικανότητα. Σε σχέση με την μαρτυρία Τζιούβα και Μιλτιάδου σημειώνονται περαιτέρω τα ακόλουθα: Ο δρ Τζιούβας αναφέρεται στο πιστοποιητικό Τεκμήριο 7 σε κάταγμα έσω μηριαίου κονδύλου με ανωμαλία στην αρθρική επιφάνεια (σκαλί). Ο δρ Μιλτιάδου είπε ότι η αναφορά αυτή πρέπει να είναι εσφαλμένη εφόσον ανωμαλία διαπιστώνεται στον κνημιαίο κόνδυλο. Ο ίδιος ο δρ Τζιούβας αντεξεταζόμενος σχετικά ανέφερε πως μπορεί να έκαμε λάθος στη μετάφραση. O δρ Τζιούβας στο Τεκμήριο 7 αναφέρει ότι είναι η μαγνητική τομογραφία που έδειξε κάταγμα με ανωμαλία (σκαλί). Ως μάρτυρας δε, ανέφερε ότι στηρίχτηκε στη μαγνητική τομογραφία και τις εκθέσεις της δρος Κατωδρύτου. Δέχθηκε περαιτέρω πως αν υπάρχει διαφορά ισχύει αυτό που γράφει η δρ Κατωδρύτου. Η δρ Κατωδρύτου όμως δεν αναφέρεται σε ανωμαλία ή σκαλί αλλά, ως άνω, σε μή μετατοπισμένο κάταγμα. Υπεδείχθη τούτο στον δρ Τζιούβα ο οποίος αρχικά επέμεινε ότι η δρ Κατωδρύτου γράφει για σκαλί στον κνημιαίο κόνδυλο. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμάται. Κατέληξε δε λέγοντας πως απ΄ ότι ο ίδιος βλέπει στη δεύτερη τομογραφία παραμένει οστεοχόνδρινη καταστροφή του μηριαίου κονδύλου. Όμως λίγο προηγουμένως είχε πει ότι δεν «διάβασε» ο ίδιος τις μαγνητικές τομογραφίες (Τεκμήρια 8 και 9) καθ΄ ότι είναι ειδικός γιατρός που τις «διαβάζει» και ότι, ως άνω, στηρίχθηκε στις εκθέσεις της κας Κατωδρύτου. Η δρ Κατωδρύτου εξήγησε την αναφορά της σε μή μετατοπισμένο κάταγμα λέγοντας πως δεν υπήρξε αξιοσημείωτη μετατόπιση αλλά μιά ελαφρότατη μετατόπιση κάτω από 3-4 mm που θεωρείται φυσιολογική. Προκύπτει πρόβλημα σε σχέση με τη μαρτυρία του δρα Τζιούβα. Όπως έχουν τεθεί τα δεδομένα από τον ίδιο δεν είναι ζήτημα διαφορετικής ιατρικής εκτίμησης εφόσον, όπως είπε, απλώς μετέφερε τις διαπιστώσεις της δρος Κατωδρύτου, οι οποίες όμως δεν είναι όπως τις μετέφερε ο δρ Τζιούβας. Παραμένει δε ανεξήγητη αντίφαση εφόσον στην αρχή ανέφερε πως δεν είναι ο ίδιος που «διαβάζει» τις τομογραφίες αλλά ο ειδικός, δηλαδή η δρ Κατωδρύτου, ενώ κατέληξε να «διαβάζει» ως άνω την τομογραφία για να διαφωνήσει κατ΄ ουσίαν με την δρα Κατωδρύτου. Έχω ήδη αναφέρει ότι ο δρ Μιλτιάδου εξήγησε πως ετοίμασε το δεύτερο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 13Β) επειδή του ζητήθηκε από τον ενάγοντα και τη δικηγόρο του, «απλώς για να τονίσουμε, είπε, κάποιες διαφορές που υπήρχαν, και δεν τις ανέφερα στο πρώτο πιστοποιητικό, να τις κάμω φανερές, μου ελέχθη να μην αφήνω υπονοούμενα». Ειδικότερα δε, είπε, πρόσθεσε την αναφορά περί αποτιτάνωσης διότι ο ενάγοντας πήγε σε άλλο γιατρό και υπήρχε σχετικό εύρημα και ο ενάγοντας του είπε να τοποθετηθεί. Όταν όμως ρωτήθηκε αν συμφωνεί με το πιστοποιητικό Τζιούβα Τεκμήριο 7 είπε «δεν έχω λόγο να διαφωνήσω ή να συμφωνήσω. Είναι ένας γιατρός. Έγραψε το πιστοποιητικό του. Εγώ έγραψα το δικό μου». Χαρακτήρισε το δεύτερο του πιστοποιητικό ως «συμπληρωματικό με τα νέα ευρήματα». Στη συνέχεια όμως ακολούθησε η εξής ερώτηση και απάντηση: «Ε. Κάματε νέα ευρήματα σε σχέση με χρόνο προγενέστερο της 16.2.05; (ημερομηνία δεύτερου πιστοποιητικού). Α. Όχι.» Μένει ασαφές τελικά αν υπήρξαν νέα ευρήματα ή όχι, με δύο αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις εκ μέρους του δρα Μιλτιάδους μέσα από φανερή προσπάθεια στο δεύτερο πιστοποιητικό να δοθεί πιο έντονη εικόνα για την κατάσταση του ενάγοντα. Χαρακτηριστική και πάλιν η διαπίστωση περί χωλότητας, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του δρα Τζιούβα, αλλά και καθ΄ υπέρβαση των όσων στο αρχικό πιστοποιητικό αναφέρονται όταν ο τραυματισμός ήταν πρόσφατος. Αντίθετα, η μαρτυρία της δρος Κατωδρύτου ήταν μια επιστημονική αντικειμενική παράθεση των δεδομένων. Σε σχέση με τις συνέπειες του τραυματισμού η δρ Κατωδρύτου ρωτήθηκε κατά την κυρίως εξέταση αν λόγω του ενδοαρθρικού του κατάγματος μπορεί να υπάρχει επηρεασμός της άρθρωσης και απάντησε ότι εξαρτάται από τον τρόπο επούλωσης. Αν επουλωθεί, είπε, χωρίς ιδιαίτερη ανύψωση και η επιφάνεια είναι λεία χωρίς να επηρεαστεί ανατομικά, δεν αναμένεται έντονη ζημία στην άρθρωση. Εν προκειμένω, συνέχισε, το κάταγμα έχει επουλωθεί ικανοποιητικά χωρίς ιδιαίτερη ανύψωση, ενώ τα υπόλοιπα μέρη, οι δίσκοι και οι χιαστοί σύνδεσμοι είναι καλοί, δεν έχουν υποστεί ζημία. Παρατηρούμε έτσι, ότι τα ευρήματα της δρος Κατωδρύτου επί των οποίων είπαν οι άλλοι δύο γιατροί ότι βασίστηκαν δεν συνάδουν με τις περαιτέρω αναφορές τους για έντονα λειτουργικά προβλήματα. Τελικά για όλους τους παραπάνω λόγους αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του δρα Τζιούβα και του Δρα Μιλτιάδου δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να γίνουν ευρήματα. Η δρ Κατωδρύτου συμπλήρωσε περαιτέρω ότι μακροπρόθεσμα υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οστεοαρθρίτιδας εφόσον επρόκειτο για οστεοχόνδρινο κάταγμα με ζημιές στο χόνδρο. Πάντοτε, είπε αντεξεταζόμενη, υπάρχουν μικροτραυματισμοί του χόνδρου της άρθρωσης, που μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσουν σε οστεοαρθρίτιδα. Η πιθανότητα οστεοαρθρίτιδας είναι μεγαλύτερη σε ό,τι αφορά φορτιζόμενα μέρη αρθρώσεων. Το ζήτημα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο, συνέχισε. Γενικά, κατέληξε, ένα τραυματισμένο γόνατο με ζημία στο χόνδρο έχει αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξει οστεοαρθρίτιδα. Βέβαια ο ίδιος ο ενάγοντας ανέφερε πως και το γόνατο του δεν διπλώνει σε βαθύ κάθισμα και χωλαίνει. Έχει γίνει ήδη διαπίστωση για το ότι έδωσε αναξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης. Ούτε η μαρτυρία του σε σχέση με τα υπόλοιπα ζητήματα ήταν πειστική. Είναι δεδομένο ότι μετά από αναρρωτική άδεια επανήλθε στην ίδια εργασία και με τα ίδια καθήκοντα που είχε προηγουμένως. Ισχυρίστηκε όμως ότι όταν κουραστεί από την ορθοστασία και τη βάδιση σταματά και συνεχίζουν οι συνάδελφοι του, οι οποίοι αναλαμβάνουν επίσης όταν η εργασία προϋποθέτει βαθύ κάθισμα ή γονάτισμα. Ισχυρισμός όμως που δεν είναι πειστικός εφόσον όπως παρουσιάζει τα πράγματα ο ενάγοντας θα πρέπει οι συνάδελφοι του για χρόνια πολλά, ως εκ της ηλικίας του ενάγοντα, 47 ετών, να δέχονται να αναλαμβάνουν μέρος της δικής του εργασίας. Η θέση του για επηρεασμό της ικανότητας του για εργασία τέθηκε σε συνάρτηση με ισχυρισμούς του ότι κατ΄ εκείνη την περίοδο λόγω οικονομικών αναγκών που προέκυπταν από τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, και ιδιαίτερα σε σχέση με τις δαπάνες του παιδιού του στο πανεπιστήμιο, άρχισε να ασκεί δεύτερη εργασία ως ιδιώτη ελαιοχρωματιστής. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι επειδή έχασε τις εργασίες αυτές και όσες επρόκειτο να αναλάβει αναγκάστηκε να σταματήσει το παιδί του από το πανεπιστήμιο. Παρουσιάστηκαν μάρτυρες (Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3) οι οποίοι ανέφεραν ότι ανέθεσαν στον ενάγοντα την εκτέλεση σχετικών εργασιών αφού αποδέχθηκαν τις προσφορές του, που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 12 και 20. Ο Μ.Ε.2 Χαράλαμπος Μηνά είπε μάλιστα πως ο ενάγοντας είχε ξεκινήσει την εργασία την 1/9/02 για να σταματήσει μία βδομάδα αργότερα λόγω του δυστυχήματος. Ο Μ.Ε.6 Μιχάλης Ιακώβου ανέφερε ότι συνήψαν συμφωνία με τον ενάγοντα αλλά η εργασία δεν προχώρησε λόγω του ατυχήματος. Επρόκειτο, είπε, να αρχίσει. Επιπρόσθετα ο ενάγοντας κάλεσε τον επιμετρητή εξ επαγγέλματος Χριστάκη Μονογιό (Μ.Ε.7) για να επιβεβαιώσει ότι οι τιμές που αναφέρονται στις προσφορές ήταν οι κανονικές τιμές της αγοράς κατ΄ εκείνο το χρόνο αναφέροντας περαιτέρω πως μέχρι σήμερα υπήρξε αύξηση περίπου 10-12% ετησίως λόγω της μεγάλης ζήτησης κατά τα τελευταία χρόνια τέτοιας εργασίας. Γενικά δε, αναφέρθηκε στο τι ισχύει σήμερα σε σχέση με τις αμοιβές ενός καλού ελαιοχρωματιστή. Θα μπορούσε βέβαια να είναι σύμπτωση το γεγονός από μόνο του ότι ο ενάγοντας έτυχε να ενδιαφερθεί για δεύτερη δουλειά λίγες μέρες πριν από το δυστύχημα. Όμως η όλη εικόνα που σχημάτισα γι αυτή την πτυχή της υπόθεσης του ενάγοντα είναι αρνητική. Είναι οι αντιφατικές αναφορές των γιατρών για τα σημαντικά ως άνω στοιχεία σε σχέση με το θέμα αυτό και η προσπάθεια υπερβολής σε σχέση με τα δεδομένα που παρέθεσε η δρ Κατωδρύτου. Είναι ο υπερβολικός ισχυρισμός του ενάγοντα ότι σταμάτησε το παιδί του από το πανεπιστήμιο για το λόγο που ανέφερε. Είναι η μη πειστική εκδοχή ότι η αναφερόμενη ανικανότητα δεν οδήγησε σε αλλαγή καθηκόντων αλλά στο να εκτελούν άλλοι μέρος της εργασίας του. Είναι γενικότερα η διαπίστωση πως ο ενάγοντας ήταν έτοιμος να επινοήσει απαντήσεις κατά την κρίση του. Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα δεν φαίνεται πλέον να πρόκειται για σύμπτωση αλλά για προσπάθεια του ενάγοντα και των μαρτύρων του να πείσουν το Δικαστήριο ότι είναι βάσιμη η σχετική απώλεια, παρά το δεδομένο ότι έχει επιστρέψει στην ίδια εργασία που είχε προηγουμένως. Η απαίτηση του ενάγοντα θα εξεταστεί περαιτέρω υπό το φως της μαρτυρίας της δρος Κατωδρύτου και ιατρικών δεδομένων που δεν αμφισβητήθηκαν. Στις 10.9.02 τοποθετήθηκε κυλινδρικός γύψος με οδηγίες για παρακολούθηση στα Εξωτερικά Ιατρεία. Στις 16.10.02 αφαιρέθηκε ο γύψος και συνεστήθη φυσιοθεραπεία για βελτίωση της κινητικότητας και ενδυνάμωση του τετρακέφαλου μυός. Τα κατάγματα είχαν πωρωθεί ικανοποιητικά, αλλά τρεις και πλέον μήνες μετά το ατύχημα (19.12.02) συνέχισε να έχει ρήξη συνδέσμου, εκτεταμένο οίδημα και ελαφρώς αυξημένο ενδοαρθρικό υγρό. Ένα και πλέον μήνα μετά (29.1.03) υπήρξε απορρόφηση του υγρού και σαφώς λιγότερο οίδημα. Είναι σχετικό και το ότι ο ενάγοντας υπεβλήθη σε φυσιοθεραπεία, που παραπέμφθηκε από το δρα Μιλτιάδου, μέχρι και τις 29.1.03 και όχι περαιτέρω. (βλ. μαρτυρία φυσιοθεραπευτή Αντώνη Χ΄Νικόλα και Τεκ. 10). Τα κατάγματα έχουν επουλωθεί ικανοποιητικά ενώ τα υπόλοιπα μέρη, οι δίσκοι και οι χιαστοί σύνδεσμοι είναι καλοί, δεν έχουν υποστεί ζημία. Ο ενάγοντας δε, επέστρεψε στην εργασία του στις 28.2.03, όπως αναφέρεται στο πιστοποιητικό του δρα Τζιούβα, Τεκ. 7, χωρίς να έχει δοθεί πειστική μαρτυρία για περαιτέρω λειτουργικό πρόβλημα ή πρόβλημα μερικής ανικανότητας. Γίνεται δεκτό ότι για πέντε μήνες, από το ατύχημα μέχρι την επιστροφή στην εργασία του υφίστατο, με βελτιωτική πορεία, πόνο, ταλαιπωρία και ανικανότητα. Ό,τι όμως παραμένει είναι η πιθανότητα, σε αυξημένο βαθμό, ν΄ αναπτυχθεί οστεοαρθρίτιδα. Το ότι ο ενάγοντας παρουσιάζει αποτιτάνωση αποτέλεσε κοινό τόπο. Έχει δε γίνει εύρημα ότι συνδέεται με το επίδικο δυστύχημα. Η αποτιτάνωση, όπως εξηγήθηκε, συνίσταται σε εναπόθεση αλάτων ασβεστίου. Όμως δεν είναι με το ζήτημα της αποτιτάνωσης που οι δρ Τζιούβας και Μιλτιάδου συνέδεσαν τα κατ΄ ισχυρισμόν λειτουργικά προβλήματα τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν γίνονται αποδεκτά. Ο δρ Μιλτιάδου δεν ανέφερε, είπε, την αποτιτάνωση στο πρώτο του πιστοποιητικό γιατί δεν το θεώρησε τόσο σημαντικό. Σε άλλο δε σημείο είπε ότι τα προβλήματα θα μπορούσαν να προκληθούν όχι από την αποτιτάνωση, η οποία θα είχε μικρό ρόλο, αλλά από τα κατάγματα που ήταν και ο σοβαρός τραυματισμός. Συνεπώς η διαπίστωση περί αποτιτάνωσης κρίνεται ότι δεν έχει περαιτέρω συνέπειες για τον ενάγοντα που θα μπορούσαν τώρα να ληφθούν υπόψη. Στην υπόθεση Αποστολίδη ν. Ζουλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1695. ο ενάγοντας υπέστη σοβαρές σωματικές κακώσεις, ήτοι συντριπτικό κάταγμα της δεξιάς επιγονατίδας με αίμαθρο στο δεξιό γόνατο. Υποβλήθηκε σε εγχείριση προς ανάταξη του κατάγματος και οστεοσύνθεση. Παρέμειναν δε ως μόνιμα κατάλοιπα ελαφρύς περιορισμός στις κινήσεις του γόνατος, περιστασιακά ενοχλήματα και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων λόγω της συντριβής της επιγονατίδας. Δόθηκαν £12.000,- περιλαμβανομένου ποσού £2.000,- για τις ενοχλήσεις στο επάγγελμα του ως οικοδόμος. Με αυτά τα δεδομένα η υπόθεση αξιολογείται ως πιο σοβαρή από την παρούσα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τη μείωση της αγοραστικής αξίας του χρήματος και τη μακρά περίοδο που υπέστη ταλαιπωρία ο ενάγοντας θεωρώ ότι το ποσό των £12.000,- αποτελεί δίκαιη αποζημίωση για σωματικές βλάβες. Οι ειδικές ζημίες έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των £500,-. Τα ποσά αυτά θα μειωθούν κατά 30% λαμβανομένης υπόψη της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα, ήτοι σε £8.400,- και £350,- αντίστοιχα. Υπό το φως των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για: (α) £8.400,- με τόκο 8% από 10.9.2002 μέχρι σήμερα και νόμιμο τόκο στη συνέχεια μέχρι την εξόφληση. (β) £350,- με τόκο 4% από 10.9.2002 μέχρι την καταχώριση της αγωγής στις 2.1.2003, τόκο 8% από τότε μέχρι σήμερα και νόμιμο τόκο στη συνέχεια. (γ) Έξοδα στην αντίστοιχη κλίμακα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)...................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.