Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Μιχάλη Ρότσα, Αρ. Αγωγής: 4292/02, 29 Νοεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑϊΔΟΥ - ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4292/02 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντα -και- Μιχάλη Ρότσα Εναγόμενου ____________________ Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2005 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Η κα Μαυρομουστάκη. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Κουκούνης. Εναγόμενος: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ιδιοκτήτρια δύο καταστημάτων, των καταστημάτων με αριθμούς 3 και 5 που βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο του συνοικισμού αυτοστέγασης Μενεού. Τα πιο πάνω καταστήματα έχουν εκμισθωθεί στον εναγόμενο δυνάμει γραπτών συμφωνιών που έγιναν τη 24.2.
- Ο εναγόμενος συνεχίζει να τα κατέχει μέχρι σήμερα. Με την παρούσα αγωγή ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας που ενάγει εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας ζητά διάταγμα που να διατάζει τον εναγόμενο να παραδώσει την κατοχή των πιο πάνω ακινήτων και αποζημιώσεις για επιδιόρθωση και ή επαναφορά τους στην κατάσταση που ήταν όταν εκμισθώθηκαν. Αξιώνει επίσης και το ποσό των Λ.Κ.16 από 14.2.2001 ως ενδιάμεσα οφέλη και ή αποζημιώσεις μέχρι την παράδοση του καταστήματος 5 και Λ.Κ.11 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη και ή αποζημιώσεις από 11.2.2001 μέχρι την παράδοση του καταστήματος 3 στον ενάγοντα. Είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές όπως φαίνεται από τη δικογραφία που έχει κατατεθεί, ό,τι μεταξύ των δύο μερών υπογράφηκαν τη 24.2.1999 δύο συμφωνίες, σχετικά με την εκμίσθωση των ακινήτων. Σύμφωνα με τη γραπτή συμφωνία που αφορά το ακίνητο με αριθμό 3, αυτό θα χρησιμοποιείτο σαν "ψιλικατζίδικο" ενώ το ακίνητο 5, με βάση τη δεύτερη συμφωνία, θα χρησιμοποιείτο σαν "κατάστημα πώλησης αλλαντικών και κατεψυγμένων κρεάτων". Η ισχύς της μίσθωσης θα ήταν για περίοδο 19 μηνών σε σχέση με το κατάστημα 3, από 15.3.1999 μέχρι 14.10.2000, ενώ για το κατάστημα αριθμός 5 για 18 μήνες, από 12.3.1999 μέχρι 11.9.
- Το μίσθωμα σε σχέση με το ακίνητο αριθμός 3 καθορίστηκε σε Λ.Κ.132, το ποσό θα πληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, ενώ το μίσθωμα σε σχέση με το ακίνητο 5 καθορίστηκε σε Λ.Κ.192 ετησίως και θα πληρωνόταν και αυτό με μηνιαίες δόσεις, καταβλητέες τη 12η μέρα κάθε μήνα. Είναι επίσης παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι τα ενοίκια καταβάλλοντο κανονικά μέχρι τη 11.2.2001, σε σχέση με το ακίνητο αριθμός 3 και τη 14.2.2001, σε σχέση με το ακίνητο αριθμός 5, έκτοτε ο ενάγοντας αρνήθηκε να εισπράξει οποιονδήποτε ποσό σε σχέση με την εκμίσθωση των δύο ακινήτων. Ήταν η θέση του ενάγοντα, όπως φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης, ότι οι πιο πάνω συμφωνίες έληξαν τη 14.10.2000 σε σχέση με το ακίνητο αριθμός 3 και τη 11.9.2000 σε σχέση με το ακίνητο αριθμός
- Ο Έπαρχος Λάρνακας απέστειλε προς τον εναγόμενο ειδοποιήσεις με τις οποίες ζητούσε από τον εναγόμενο να επαναφέρει τα μίσθια στην αρχική τους κατάσταση και να παραδώσει κενή την κατοχή τους, ο εναγόμενος όμως μέχρι σήμερα δεν έχει συμμορφωθεί με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να τα κατέχει παράνομα. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται στην Υπεράσπιση του ότι οι ρηθείσες συμφωνίες τροποποιήθηκαν με τη σύναψη νέας προφορικής συμφωνίας που έγινε μεταξύ των μερών. Είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι τα επίδικα ακίνητα θα χρησιμοποιούντο ως σφαιριστήριο, η μετατροπή των επιδίκων καταστημάτων και η χρήση τους ως σφαιριστήριο έγινε στα πλαίσια και επί τη βάση της πιο πάνω προφορικής συμφωνίας. Είναι επίσης η θέση του εναγόμενου ότι η ενοικίαση των επιδίκων ακινήτων ουδέποτε τερματίστηκε και ο εναγόμενος συνεχίζει να τα κατέχει νόμιμα. Στην Υπεράσπισή του ο εναγόμενος εγείρει και θέμα estoppel και αναφέρει χαρακτηριστικά: "
- Ο εναγόμενος με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του όσον αφορά την ανωτέρω υπεράσπισή του, υποβάλλει ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται εν γένει από του να προβάλλει τα όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του ή / και από του να αιτείται τις θεραπείες που ζητά στην παράγραφο Α - ΣΤ, με βάση το δόγμα του αποκλεισμού (estoppel) και συγκεκριμένα εμποδίζεται από την εν γένει συμπεριφορά, ενέργειες, πράξεις, άδειες και αποδείξεις του Επάρχου Λάρνακας ή / και των λειτουργών αυτού." Ο εναγόμενος καταχώρησε ανταπαίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου ότι κατέχει τα υποστατικά νόμιμα και ότι η ενοικίαση των επιδίκων καταστημάτων δεν έχει τερματιστεί μέχρι σήμερα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσαν εκ μέρους του ενάγοντα δύο μάρτυρες, η Γεωργία Σοβαρού και η Μαρία Παναγιώτου, που εργάζονται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας ενώ εκ μέρους της Υπεράσπισης κατάθεσε ο εναγόμενος, Μιχάλης Ρότσας. Η Γεωργία Σοβαρού είναι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη στέγαση προσφύγων στην Επαρχία Λάρνακας. Η μάρτυρας αυτή κατάθεσε στο Δικαστήριο τις δύο συμφωνίες που υπογράφηκαν μεταξύ του Επάρχου Λάρνακας και του εναγόμενου, Τεκμήρια 1 και
- Ήταν η θέση της μάρτυρας αυτής ότι τα καταστήματα χρησιμοποιούντο από τον εναγόμενο ως "snack bar" και "σφαιριστήριο" από την αρχή της σύμβασης και ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς που ενοικιάστηκαν, ήτοι ως ψιλικατζίδικο και κατάστημα αλλαντικών και κρεάτων. Η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο και την επιστολή που στάληκε στον εναγόμενο, Τεκμήριο
- Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής αυτής: "9 Μαρτίου 2001 Συστημένη Κύριε, Αναφέρομαι στις "Συμβάσεις Μίσθωσης" που έχετε υπογράψει μαζί μου εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 24 Φεβρουαρίου 1999 για εκμίσθωση δύο καταστημάτων στο εμπορικό Κέντρο του Συνοικισμού Αυτοστέγασης Μενεού με τον όρο όπως λειτουργούν το μεν πρώτο ως ψιλικατζίδικο, το δε δεύτερο ως κατάστημα πώλησης αλλαντικών και κατεψυγμένων κρεάτων, τα οποία όμως λειτουργούν χωρίς έγκριση ως σφαιριστήριο, και των οποίων οι Συμβάσεις Μίσθωσης έληξαν στις 14 Οκτωβρίου 2000 και 11 Σεπτεμβρίου 2000 και σας πληροφορώ τα πιο κάτω.
- Επειδή επανειλημμένα παραλείψατε να συμμορφωθείτε με τις υποδείξεις του Γραφείου μου, για να επαναφέρετε τη χρήση των καταστημάτων, όπως προνοούν οι όροι 5 (β) και 5 (γ) των "Συμβάσεων Μίσθωσης", το γραφείο μου αποφάσισε να μην ανανεώσει περαιτέρω τα συμβόλαιά σας.
- Ενόψει των πιο πάνω παρακαλώ όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία της παρούσης επιστολής παραδώσετε τα καταστήματα στην κατάσταση που τα παραλάβατε γιατί κινείται η διαδικασία παραχώρησης τους σε άλλα δικαιούχα πρόσωπα.
- Σημειώσατε ότι θα πρέπει να πληρώσετε ενοίκια μέχρι την ημέρα της παράδοσης τους.
- Σε περίπτωση που δεν συμμορφωθείτε με τις υποδείξεις μου, όπως πιο πάνω, τότε θα αναγκασθώ να προβώ στη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων εναντίον σας, για έξωσή σας, χωρίς άλλη ειδοποίηση. Με τιμή Για Έπαρχο Κύριο, Μιχάλη Ρότσα Εμπορικό Κέντρο Μενεού Ενοικιαστής Καφενείου Σνακ-Μπαρ 7000 Μενεού" Ήταν η θέση της μάρτυρας, ότι τα ενοίκια εισπράχθηκαν μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης για να μειωθεί η ζημιά του ενάγοντα. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ο εναγόμενος επισκέφθηκε τα γραφεία του Επάρχου για να καταβάλει και τα υπόλοιπα ενοίκια αλλά τα ενοίκια δεν έγιναν αποδεκτά. Η μάρτυρας παραδέχθηκε επίσης ότι υπάλληλος της Επαρχιακής Διοίκησης χορήγησε στον εναγόμενο άδειες για κατοχή οκτώ μηχανών παιγνίου. Η επόμενη μάρτυρας ήταν η Μαρία Παναγιώτου, επόπτρια, η οποία επισκέφθηκε τον συνοικισμό Μενεού λίγες μέρες πριν προσέλθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία. Η μάρτυρας διαπίστωσε ότι στο κατάστημα υπήρχε παράνομη προσθήκη και εντός του υποστατικού υπήρχε bar, τραπέζια με καρέκλες, μεγάλη τηλεόραση και δύο μηχανές παιγνιδιού. Το κατάστημα ήταν κλειστό, όλα αυτά όμως φαινόντουσαν μέσα από τα τζάμια. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε, μεταξύ άλλων, ότι στην Επαρχιακή Διοίκηση εργοδοτήθηκε τέλος του 2001, τη χρονική περίοδο 2001 - 2002 δεν ήταν επόπτρια και δεν γνώριζε ποια ήταν η κατάσταση των δύο καταστημάτων τότε. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του ενάγοντα. Ο εναγόμενος κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι είχε ενοικιάσει τα δύο καταστήματα στο συνοικισμό Μενεού από την αρχή ως σφαιριστήρια, γεγονός το οποίο δήλωσε στην Παναγιώτα Θεοχάρους, που εργαζόταν στο γραφείο του Επάρχου. Οι μόνες άδειες που χρειαζόταν ο εναγόμενος ήταν άδειες για μηχανές παιγνίου. Εξεταζόμενος κατά πόσο ο Έπαρχος Λάρνακας γνώριζε ότι τα υποστατικά θα χρησιμοποιούντο ως σφαιριστήρια ο εναγόμενος είπε αρχικά "νομίζω", στη συνέχεια "πρέπει" και στο τέλος είπε "ήταν σε γνώση του". Ήταν επίσης η θέση του εναγόμενου ότι προφορικά "τους έλεγε ότι ήταν σφαιριστήριο" και αυτοί του έλεγαν "προχώρα, δεν έχει πρόβλημα". Ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε τα καταστήματα πάντα ως σφαιριστήριο, ουδέποτε τα είχε χρησιμοποιήσει ως ψιλικατζίδικο ή κρεοπωλείο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι έλαβε ειδοποίηση από τον ενάγοντα να εγκαταλείψει τα επίδικα υποστατικά, εκείνος όμως δεν συνεμορφώθηκε, προσθέτοντας ότι μετά που έλαβε την ειδοποίηση για να εγκαταλείψει τα υποστατικά επισκέφθηκε εκ νέου την Επαρχιακή Διοίκηση για να συζητήσει μαζί τους το θέμα οι απαντήσεις που έπαιρνε πάντα όμως ήταν αρνητικές. Αυτή ήταν περιληπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις δύο πλευρές. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Οι υπάλληλοι της Επαρχιακής Διοίκησης, Γεωργία Σοβαρού και Μαρία Παναγιώτου μου έκαναν καλή εντύπωση και πιστεύω ότι ήσαν ειλικρινείς. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου κάλεσε το Διακστήριο ν΄ αγνοήσει τη μαρτυρία της Γεωργίας Σοβαρού γιατί δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων, η μαρτυρία της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, πηγάζει από το περιεχόμενο φακέλου που είχε στην κατοχή της. Είναι γεγονός ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της μάρτυρας αυτής στηρίζεται στο περιεχόμενο του φακέλου που διατηρεί η Επαρχιακή Διοίκηση σε σχέση με τα επίδικα υποστατικά. Η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των συμβολαίων, Τεκμήρια 1 και 2, που παρουσίασε στο Δικαστήριο, ούτε ήταν εκείνη που απέστειλε την επιστολή στον εναγόμενο, Τεκμήριο
- Η υπογραφή όμως των πιο πάνω συμφωνιών δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, αντιθέτως ο ίδιος επικαλείται τις συμφωνίες για ν΄ αποδείξει ότι κατέχει νόμιμα το υποστατικό. Σε σχέση δε με το Τεκμήριο 3, η επιστολή αυτή κατατέθηκε στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι στην υπεράσπιση του αρνείται ότι έλαβε επιστολή τερματισμού, στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχθηκε τη λήψιν της επιστολής. Σε σχέση δε με την υπόλοιπη μαρτυρία της μάρτυρας, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι αυτή δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Είναι παραδεκτό ότι τα επίδικα ακίνητα χρησιμοποιούντο από τον εναγόμενο ως σφαιριστήριο, ότι καταβλήθηκαν ενοίκια μέχρι κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία, στη συνέχεια η Επαρχιακή Διοίκηση αρνείτο να τα εισπράξει από τον εναγόμενο και ότι η Επαρχιακή Διοίκηση χορήγησε οκτώ άδειες για μηχανές παιγνίου οι οποίες είχαν ισχύ μερικούς μόνο μήνες και έληξαν προ πολλού καιρού. Τη μαρτυρία της Γεωργίας Σοβαρού, που αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης και όχι τις προσωπικές απόψεις της, η οποία στην ουσία δεν αμφισβητείται, τη δέχομαι στο σύνολό της. Σε σχέση με τη μαρτυρία της Μαρίας Παναγιώτου δέχομαι ότι είχε επισκεφθεί τα επίδικα υποστατικά και είδε μέσα από τα τζάμια ότι εντός του υποστατικού υπήρχαν διάφορα αντικείμενα, τα οποία και περιέγραψε. Η μάρτυρας ισχυρίσθηκε επίσης ότι στα καταστήματα υπήρχε προσθήκη, ο ισχυρισμός της αυτός παράμεινε γενικός και αόριστος καθότι η ίδια δεν έδωσε οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Η μάρτυρας κατέληξε ότι η προσθήκη ήταν παράνομη δεν παράθεσε όμως ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία επί των οποίων βασίσθηκε για να καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα και ως εκ τούτου τη μαρτυρία της, επί του θέματος αυτού, την απορρίπτω. Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Έπαρχος γνώριζε ότι θα χρησιμοποιούσε τα επίδικα ακίνητα ως σφαιριστήριο, δεν φαινόταν όμως και πολύ σίγουρος περί τούτου. Μετά από καθοδηγητική ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης είπε "νομίζω ήταν εις την γνώση του Επάρχου" ενώ αμέσως μετά είπε "πρέπει να ήταν σε γνώση του, ήταν σε γνώση του από τη στιγμή που μου έδωσαν την άδεια ήταν σε γνώση του". Τη μαρτυρία του επί του πιο πάνω σημείου την απορρίπτω, όπως απορρίπτω επίσης τη θέση του ότι από την αρχή της συμφωνίας είχε δηλώσει στους λειτουργούς της Επαρχιακής Διοίκησης ότι θα λειτουργούσε τα υποστατικά ως σφαιριστήριο και όχι για τους σκοπούς που αναγράφονται στα συμβόλαια, Τεκμήρια 1 και
- Ένας εύλογα διερωτάται εφόσον αυτή ήταν η αρχική πρόθεση του εναγομένου και η Επαρχιακή Διοίκηση συγκατατίθετο, γιατί στις συμφωνίες γράφτηκε ότι θα χρησιμοποιείτο ως "ψιλικατζίδικο" και "κρεοπωλείο" και όχι "σφαιριστήριο". Πέραν τούτου, η μαρτυρία του εναγομένου επί του σημείου αυτού ήταν νεφελώδης. Στην κυρίως εξέταση του είπε "τους έλεγα ότι το κατάστημα είναι σφαιριστήριο και μου έλεγαν πάνω δεν έχει πρόβλημα", παραλείποντας να προσδιορίσει ποιοι ήσαν οι "τους" και οι "πάνω". Σε κάποιο άλλο στάδιο είπε μετά από καθοδηγητικές ερωτήσεις ότι τα επίδικα υποστατικά τα είδαν και "οι λειτουργοί", τους οποίους δεν κατονόμασε, οι οποίοι δεν διαμαρτυρήθηκαν. Κατά την αντεξέταση μετά από σχετική ερώτηση της συνηγόρου, ενέπλεξε για πρώτη φορά το όνομα κάποιας "Παναγιώτας Θεοχάρους", κάποιου "Δημήτρη Δημητρίου" και της "μάρτυρας που κατάθεσε", εννοώντας προφανώς τη Γεωργία Σοβαρού. Ας σημειωθεί ότι η Παναγιώτα Θεοχάρους και ο Δημήτρης Δημητρίου δεν κλήθηκαν από τον εναγόμενο να καταθέσουν ενώ η Γεωργία Σοβαρού ουδέποτε αντεξετάσθηκε κατά πόσο η ίδια και ή η Παναγιώτα Θεοχάρους και ή ο Δημήτρης Δημητρίου συγκατατέθηκαν όπως ο εναγόμενος χρησιμοποιεί τα επίδικα υποστατικά ως σφαιριστήριο. Σε σχέση δε με την επιστολή τερματισμού της ενοικίασης των δύο επιδίκων καταστημάτων ο εναγόμενος αρχικά αρνήθηκε ότι έλαβε τέτοια επιστολή αργότερα όμως κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι έλαβε την επιστολή. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε επίσης ότι η άδεια για λειτουργία μηχανών παιγνίου ίσχυε μόνο για οκτώ μήνες και όχι για δύο χρόνια όπως ήταν η αρχική του θέση. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, ήτοι τη θέση του ότι λειτουργούσε τα υποστατικά ως σφαιριστήριο από την αρχή μέχρι σήμερα και ότι ήταν πρόθυμος να συνεχίσει να καταβάλλει τα ενοίκια, που στην ουσία δεν αμφισβητείται, τη δέχομαι ως αληθινή. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι ο ενάγοντας ενοικίασε στον εναγόμενο 2 τα καταστήματα με αριθμούς 3 και 5 στο συνοικισμό αυτοστέγασης Μενεού και για τον σκοπό αυτό υπογράφηκαν δύο συμβόλαια, Τεκμήρια 1 και
- Το κατάστημα αριθμός 3 θα χρησιμοποιείτο ως ψιλικατζίδικο και το κατάστημα με αριθμό 5 ως κατάστημα πωλήσεως αλλαντικών και κρεοπωλείο. Η ισχύς της μισθώσεως θα ήταν από 15.3.1999 μέχρι 14.10.2000 σε σχέση με το κατάστημα αριθμός 3 και 12.3.1999 μέχρι 11.9.2000 σε σχέση με το κατάστημα αριθμός
- Σύμφωνα με την παράγραφο 5 (γ) και των δύο συμφωνιών, που ας σημειωθεί ότι οι πλείστοι όροι των δύο συμφωνιών είναι ταυτόσημοι: "
- Ο μισθωτής υπέχει τας ακόλουθους υποχρεώσεις: (γ) Όπως μη ποιείται ή επιτρέπει χρήσιν του κτήματος δι΄ οιονδήποτε έτερον σκοπόν πλην εκείνου, όστις καθορίζεται εν παραγράφου (β) του παρόντος άρθρου, άνευ της επί τούτου προηγουμένης εγγράφου αδείας του ιδιοκτήτου". Σύμφωνα δε με την παράγραφο 7 των δύο συμφωνιών, οι συμφωνίες μπορούν να τερματισθούν σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις που παρατίθονται αναλυτικά. Η υποπαράγραφος 7 προβλέπει τα πιο κάτω: "
- Η παρούσα σύμβασις δύναται να τερματισθεί:- (α) ..................... (β) .................... (γ) εν περιπτώσει καθ΄ ην ο μισθωτής ήθελε διαπράξει ή εν γνώσει του επιτρέψει παράβασιν οιουδήποτε εκ των όρων και προϋποθέσεων της παρούσης Συμβάσεως ή εάν ήθελεν παραλείψει να συμμορφωθεί προς οιανδήποτε εύλογον απαίτησιν του Ιδιοκτήτη εν σχέσει προς την υπό του μισθωτού διεξαγωγήν της επιχειρήσεως του, μετά την πάροδον δεκατεσσάρων ημερών από της γραπτής ειδοποιήσεως περί της τοιαύτης απαιτήσεως. (δ) ..................... (ε) ..................... Εν οιαδήποτε των ανωτέρω περιπτώσεων ο Ιδιοκτήτης κέκτηται το δικαίωμα όπως επανεισέλθει στο κτήμα και εξασφαλίσει ελευθέραν την κατοχήν τούτου." Ο εναγόμενος από την αρχή της περιόδου ενοικίασης χρησιμοποιούσε και τα δύο υποστατικά ως σφαιριστήριο γεγονός που περιήλθε στη γνώση των λειτουργών της Επαρχιακής Διοίκησης κάποιο χρόνο αργότερα, ο ακριβής χρόνος παραμένει άγνωστος στο Δικαστήριο. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2000 η Επαρχιακή Διοίκηση ενέκρινε την αίτηση του εναγόμενου για κατοχή οκτώ μηχανών παιγνίου. Οι άδειες έληγαν τέλος του
- Τα ενοίκια για τα επίδικα καταστήματα καταβλήθηκαν μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Ο Έπαρχος, στη συνέχεια απέστειλε στον εναγόμενο την επιστολή ημερομηνίας 9.3.2001, Τεκμήριο 3, με την οποία τον πληροφορούσε μεταξύ άλλων ότι αποφάσισε, να μην ανανεώσει τις συμβάσεις για την ενοικίαση των δύο υποστατικών και του ζητούσε παράλληλα να παραδώσει εντός 14 ημερών, κενή την κατοχή των δύο καταστημάτων. Μετά την λήψιν της επιστολής ο εναγόμενος επισκέφθηκε την Επαρχιακή Διοίκηση για να συζητήσει το θέμα της ανανέωσης της ενοικίασης, οι απαντήσεις όμως που έπαιρνε ήταν πάντα αρνητικές. Ο εναγόμενος συνεχίζει μέχρι σήμερα να κατέχει τα δύο επίδικα καταστήματα, τα οποία χρησιμοποιεί ως σφαιριστήριο. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι μεταξύ των δύο μερών ήτοι του Επάρχου και του εναγόμενου έγινε δεύτερη προφορική συμφωνία και συμφωνήθηκε ότι τα επίδικα καταστήματα θα χρησιμοποιούνταν ως σφαιριστήριο. Η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού είναι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου, επί του θέματος αυτού όμως έχουν ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο, ως αναληθείς. Πέραν τούτου, όμως θα ήθελα να επισημάνω ότι οι όροι μιας γραπτής συμφωνίας είναι δυνατόν να τροποποιηθούν με μια μεταγενέστερη προφορική συμφωνία, είναι όμως απαραίτητη προϋπόθεση όπως υπάρχει αντιπαροχή. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles 27η έκδοση, παρ. 22 - 031 διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: ". The agreement which varies the terms of an existing contract must be supported by consideration in many cases, consideration can be found in the mutual abandonment of existing rights or the conferment of new benefits by each party on the other ." Και σ΄ ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: ". Η συμφωνία που τροποποιεί τους όρους μιας συμφωνίας που βρίσκονται σε ισχύν πρέπει να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Σε πολλές περιπτώσεις η αντιπαροχή μπορεί να συνίσταται στη κοινή εγκατάλειψη δικαιωμάτων ή στην παροχή άλλων ωφελημάτων από μια πλευρά στην άλλη." Το άρθρο 25 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ρητά προβλέπει ότι συμφωνία χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη εκτός αν είναι γραπτή. Συμφωνία χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη εκτός αν καταρτιστεί γραπτώς, ή είναι υπόσχεση αποζημίωσης για πράξη που τελέστηκε, ή είναι υπόσχεση καταβολής χρέους που παραγράφηκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με αντιπαροχή που είχε δοθεί δυνάμει της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας. Ο εναγόμενος εγείρει επίσης με την υπεράσπιση του "το δόγμα του αποκλεισμού estoppel" - είναι η θέση του ότι με την έκδοση των μηχανών παιγνίου ". εμποδίζεται εν γένει από του να προβάλλει τα όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαιτήσεως του ή / και από του να αιτείται τις θεραπείες που ζητά στις παραγράφους Α - ΣΤ του δικογράφου του. Όταν ένα από τα δύο μέρη οικειοθελώς δέχεται την έκκληση της άλλης πλευράς ότι δεν θα επιμένει στον τρόπο εκτέλεσης που προβλέπεται από τη σύμβαση το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει αποποιηθεί του δικαιώματος του (waived) να ζητά εκτέλεση της συμφωνίας με συγκεκριμένο τρόπο. Η αποποίηση δικαιώματος (waiver) μπορεί να έχει γίνει προφορικά, γραπτώς ή ακόμη να συναχθεί από τον τρόπο που ενήργησε κάποιος. Η αποποίηση δικαιώματος (waiver) διακρίνεται από την τροποποίηση της συμφωνίας, καθότι στη περίπτωση της αποποίησης δικαιώματος (waiver), η αντιπαροχή δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της συμφωνίας. απαραίτητη προϋπόθεση όμως για να τεθεί σ΄ εφαρμογή η αρχή του κωλύματος (estoppel), πρέπει οι παραστάσεις που έχουν γίνει να είναι σαφείς και να μην επιδέχονται άλλης ερμηνείας και η άλλη πλευρά βασιζόμενη στις παραστάσεις που της έχουν γίνει, να έχει διαφοροποιήσει τη θέση της ή τουλάχιστον να έχει ενεργήσει με βάσει τις πιο πάνω παραστάσεις. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω) στην παρ. 22 - 039 διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: "Effect on party to whom forbearance is extended. Where one party has induced the other party to accede to his request, the party seeking the forbearance will not be permitted to repudiate the waiver and to rely on the letter of the agreement .". Και στη παρ. 22 - 040 του ίδιου συγγράμματος: " Consideration for waiver. A waiver is also distinguishable from a variation in that there is no consideration for the forbearance moving from the party to whom it is given. It may therefore be more satisfactory to regard this form of waiver, that is "waiver by estoppel" as analogous to, or even identical with, equitable forbearance or "promissory estoppel". Although consideration need not be proved, certain other requirements must be satisfied for such an estoppel to be effective: first, it must be clear and unequivocal; secondly, the other party must have altered his position in reliance on it, or at least acted on it .". Σχετικές επί του θέματος είναι και οι αποφάσεις Woodhouse A.C. Israel Cocoa Ltd. SA v. Nigerian Produce Marketing Co. Ltd
(1972)AC 741, Cerealmangimi Sp.A v. Toepfer
(1981)3 All ER 533 και Scandinavian Trading Tanker Co. A. B. v. Flota Petrolera Ecuatoriana
(1983)2 QB
- Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, στη παρούσα υπόθεση, η Επαρχιακή Διοίκηση ενέκρινε αίτηση του εναγόμενου για κατοχή οκτώ μηχανών παιγνίου. Οι πιο πάνω άδειες δεν έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε έχει τεθεί σαφής και θετική μαρτυρία σε σχέση με το περιεχόμενο των αδειών αυτών. Όπως ανέφερα και πιο πάνω για να τεθεί σ΄ εφαρμογή η αρχή του κωλύματος πρέπει οι παραστάσεις που είχαν γίνει να ήταν σαφείς και να μην επιδέχονται άλλης ερμηνείας, πράγμα που δεν ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Υπενθυμίζω επίσης ότι με βάσει ρητό όρο των επίδικων συμφωνιών, παρ. 5, ο μισθωτής, δηλαδή ο εναγόμενος, ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί το μίσθιον για τους σκοπούς που αναγράφονταν στις συμφωνίες, εκτός αν εξασφάλιζε εκ των προτέρων γραπτή άδεια από τον Έπαρχο. Καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι εξασφαλίσθηκε γραπτή άδεια από τον Έπαρχο. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, το γεγονός ότι η Επαρχιακή Διοίκηση χορήγησε στον εναγόμενο οκτώ μηχανές παιγνίου, από μόνο του δεν πληρεί την πιο πάνω προϋπόθεση. Πέραν των πιο πάνω, καμιά μαρτυρία υπάρχει ότι ο εναγόμενος στηρίχθηκε στις πιο πάνω ισχυριζόμενες παραστάσεις και τροποποίησε τη θέση του. Με βάση τη μαρτυρία του ίδιου του εναγόμενου χρησιμοποιούσε τα υποστατικά ως σφαιριστήριο πολύ πριν την έκδοση των αδειών ήτοι από την αρχή της ενοικίασης τον Μάρτιον του 1999, και όχι από τον Απρίλη του
- Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω σε σχέση με το θέμα της αποποίησης δικαιώματος (waiver) ότι αυτό δεν ισχύει εσαεί. Και αν ακόμη δεχόμουνα ότι η έκδοση των αδειών παιγνίου που ίσχυαν για έξι μήνες ενεργούσε στην περίπτωση των δύο διαδίκων ως estoppel, αυτό δεν ισχύει για πάντα. Ενόψει των πιο πάνω και η θέση αυτή της υπεράσπισης απορρίπτεται. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίσθηκε επίσης ότι οι επίδικες συμβάσεις δεν έχουν τερματισθεί δεόντως και ο εναγόμενος συνεχίζει να τα κατέχει νόμιμα. Προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού, ο εναγόμενος όπως φαίνεται και στην παρ. 7 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, επικαλείται το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατέβαλε τα ενοίκια των υποστατικών μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος κατέστη ενοικιαστής του μισθίου "από μήνα σε μήνα". Είναι παραδεκτό γεγονός ότι και οι δύο συμβάσεις έληγαν τέλος του 2000 ο ενάγοντας όμως εισέπραξε ενοίκια μέχρι τον Μάρτιο του
- Η είσπραξη ενοικίων όμως μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση έχει ανανεωθεί. Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Κυθρεώτης v. Millington - Ward
(2001)1 Α.Α.Δ. 1480: "Η αποδοχή ενοικίου . δεν επιμαρτυρεί άνευ ετέρου τη συνομολόγηση νέας ενοικίασης. Αποτελεί μαρτυρία η οποία μπορεί, ανάλογα με τα περιστατικά που την περιβάλλουν, να στοιχειοθετήσει τη σύναψη νέας ενοικίασης, όχι όμως απαρέγκλιτα. Όπως και σε κάθε άλλη σύμβαση, πρέπει να υπάρχει σύμπτωση βούλησης μεταξύ των συμβαλλομένων .". Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως φαίνεται και από τις αποδείξεις που κατατέθηκαν, Τεκ. 4 και 5, δεν εισπράττοντο ενοίκια κάθε μήνα αλλά όλα τα ενοίκια που αφορούσαν την περίοδο 12.9.2000 μέχρι 11.2.2001, σύνολο Λ.Κ.80, που αφορούσαν το ένα επίδικο κατάστημα, εισπράχθηκαν τη 31.1.2001 και τη ίδια μέρα εισπράχθηκαν τα ενοίκια για το άλλο κατάστημα, για την περίοδο 15.10.2000 μέχρι 14.2.2001, σύνολο Λ.Κ.
- Η πιο πάνω είσπραξη, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να δεικνύει σύμπτωση βούλησης μεταξύ των συμβαλλομένων δεν αποδεικνύει κατά την άποψή μου ότι ο εναγόμενος κατέστη ενοικιαστής από μήνα σε μήνα. Και αν ακόμη δεχόμουνα ότι ο εναγόμενος κατέστη ενοικιαστής από μήνα σε μήνα, μέχρι τον Μάρτιο του 2001, η ενοικίαση και των δύο καταστημάτων τερματίσθηκε με την αποστολή της επιστολής, Τεκ.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε και την επιστολή τερματισμού ότι ήταν έγκυρος και ή νόμιμος. Στην επιστολή, Τεκ. 3, εξηγούνται οι λόγοι τερματισμού της συμφωνίας και προβλέπεται ο χρόνος παράδοσης των υποστατικών, ήτοι εντός 14 ημερών. Η περίοδος των 14 ημερών συνάδει πλήρως με τους όρους του συμβολαίου και συγκεκριμένα την παράγραφο 7 (γ), όπου ρητά προβλέπεται ο χρόνος των 14 ημερών σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας και ως εκ τούτου δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ο τερματισμός δεν ήταν έγκυρος και ή νόμιμος. Εν΄ όψει τούτου καταλήγω ότι ούτε αυτή η θέση της υπεράσπισης μπορεί να γίνει αποδεκτή. Με βάσει τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει την αξίωση του με βάσει τις παραγράφους Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης. Σε σχέση με την παράγραφο Δ, με την οποίαν αξιώνεται αποζημιώσεις για επιδιόρθωση και επαναφορά των ακινήτων στην κατάσταση που ήταν προηγουμένως, κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το θέμα αυτό και ως εκ τούτου η αξίωση του αυτή απορρίπτεται. Εκδίδεται διάταγμα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου όπως ο εναγόμενος παραδώσει εντός 30 ημερών από σήμερα, κενή τη κατοχή των καταστημάτων που βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο του Συνοικισμού Αυτοστέγασης Μενεού, μ΄ αριθμούς 3 και
- Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα όπως ο εναγόμενος καταβάλλει Λ.Κ.16 μηνιαίως από 14.2.2001 και εντεύθεν, ως ενδιάμεσα οφέλη, μέχρι την παράδοση του καταστήματος αρ. 5 στον ενάγοντα και Λ.Κ.11 μηνιαίως από 11.2.2001 και εντεύθεν, ως ενδιάμεσα οφέλη, μέχρι την παράδοση του καταστήματος αρ. 3 στον ενάγοντα. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της υπόθεσης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου. (Υπ.) ........... Τ. Καρακάννα, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο