← Κύπρος

Ελένη Λουκά Κωμοδρόμου κ.α. ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Κέρμια Δασάκι Μπήητς κ.α., Αρ. Αγωγής: 2633/2002, 5 Δεκεμβρίου, 2005

Ελένη Λουκά Κωμοδρόμου κ.α. ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Κέρμια Δασάκι Μπήητς κ.α., Αρ. Αγωγής: 2633/2002, 5 Δεκεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A102 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2633/2002 Μεταξύ:

  1. Ελένη Λουκά Κωμοδρόμου
  2. Ανδρέα Κυριάκου
  3. Αθηνούλα Ανδρέα Μουζά
  4. Χρίστου Αρτεμίου Εναγόντων - Αιτητών -και-
  5. Διαχειριστικής Επιτροπής Κέρμια Δασάκι Μπήητς
  6. Χρίστου Ιωάννου Θεοδώρου
  7. Ευροσύνη Κώστα Κυριάκου
  8. Ανδρέα Ευαγγέλου Γεωργιάδη
  9. Χρίστου Βλάχου
  10. Μαρίας Χρίστου Βλάχου
  11. Γιόλας Παναγιώτη Δημητρίου
  12. Δημήτρη Παναγιώτη Δημητρίου
  13. Παύλου Παναγιώτη Δημητρίου
  14. Κέρμια Λτδ Εναγομένων- Καθ΄ών η Αίτηση Ημερ.: 5 Δεκεμβρίου, 2005 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές : κ. Ι. Κυριακίδης Για εναγόμενους - Καθ΄ών η Αίτηση 1 και 3: κα Μαθηκολώνη Για εναγόμενο - Καθ΄ού η Αίτηση 2: κ. Ταμπούρλας Για εναγόμενους - Καθ΄ών η Αίτηση 5 και 6: κ. Μούσκος Για εναγόμενη 10 - Καθ΄ού η Αίτηση: κα Νικολάου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΕ ΑΙΤΗΣΗ ΜΕ ΗΜΕΡ. 18.10.2005 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Οι Αιτητές με αίτηση δια κλήσεως εξαιτούνται διαταγμάτων τα οποία θα παρατείνουν το χρόνο, όπως είναι η αίτηση τους, για την επίδοση των εκ συμφώνου εκδοθέντων διαταγμάτων με τα οποία επιτρεπόταν η τροποποίηση τόσο του τίτλου της αγωγής με τη διαγραφή των Εναγομένων 7,8 και 9 όσο και την τροποποίηση ή αναρίθμηση πολλών παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως. Τα εκδοθέντα διατάγματα, των οποίων επιζητείται η παράταση του χρόνου για συμμόρφωση με όσα αυτά διαλάμβαναν, καθόριζαν ως προθεσμία αυτή που καθορίζεται από τους Θεσμούς η οποία σύμφωνα με τη Δ.25 Θ. 2 είναι 15 ημέρες. Πρόκειται για το διάταγμα που φέρει ημερομηνία 28.06.2005 και ημερομηνία συντάξεως του την 7.7.2005 το οποίο αφορούσε τους εναγομένους 2,5,6 και 10 και το διάταγμα που φέρει ημερομηνία 31.05.2005 και ημερομηνία συντάξεως του την 13.06.2005 το οποίο αφορούσε τους εναγομένους 1 και
  15. Σύμφωνα με τις πρόνοιες τους αυτά καθόριζαν ότι η προθεσμία θα άρχιζε από της συντάξεως τους. Το Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.25, Θ. 1,2,3,4,5 Δ.48 Θ.1,2,3 Δ.57 Θ. 2 γίνεται επίσης επίκληση της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών των Δικαστηρίων και της νομολογίας μας. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Χρ. Αρτεμίου που είναι ο ενάγων 4 και εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους ενάγοντες. Σε αυτήν ορκίζεται ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και ουσιαστικά επιρρίπτει ευθύνη στο Πρωτοκολλητείο για την ¨καθυστέρηση και εμπλοκή¨ που σημειώθηκε, όπως υποστηρίζεται, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη μη συμμόρφωση των αιτητών με τα διατάγματα του Δικαστηρίου καθ΄ότι, όπως διατείνεται, όταν αυτά συντάχθηκαν δεν τοποθετήθηκαν στη θυρίδα του γραφείου επιδόσεως του συνηγόρου τους. Εκ μέρους των καθ΄ών η αίτηση 1,2,3,5 και 6 καταχωρήθηκαν ειδοποιήσεις περί προθέσεως ενστάσεως με τις οποίες αξιώνουν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Αυτές βασίζονται στις ίδιες δικονομικές διατάξεις όπως και η αίτηση με την επιπλέον παράθεση των Θ.4,7 και 9 της Δ.48 και της Δ.63 Θ. 2 και της παράλειψης της Δ.57 Θ.
  16. Η ένσταση που αφορά τους εναγόμενους 1 και 3 υποστηρίζεται υπό δικηγόρου του δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί και για τους υπόλοιπους από εναγόμενους - καθ΄ών η αίτηση. Σε αυτές προβάλλεται ότι: (α) η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένο νομικό υπόβαθρο είναι παράτυπη και αντικανονική, (β) η επίδοση της επίδικης αίτησης ήταν εκπρόθεσμη κατά παράβαση των Θεσμών, (γ) τα αιτούμενα διατάγματα στερούνται νομικής ή/ και ουσιαστικής ή/ και πραγματικής βάσης. Προβάλλονται ακόμα ότι: (δ) τα εκδοθέντα διατάγματα έχουν εκπνεύσει και έχουν καταστεί άκυρα και ανενεργά και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αξιώνεται η παράταση χρόνου για επίδοση ήδη άκυρου διατάγματος, ότι (ε) με την αίτηση δεν αξιώνεται και δεν ζητείται άδεια για καταχώρηση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής ούτως ώστε κατά νομική και λογική συνέπεια να αξιώνεται παράταση του χρόνου επίδοσης, (στ) η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση δεν είναι αποδεκτή από τους Δικονομικούς θεσμούς και τη Νομολογία ή δεν προσφέρει ή /και δεν στοιχειοθετεί την νομική βάση της αίτησης και (ζ) η αίτηση πάσχει δικονομικά και συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και δημιουργεί κωλυσιεργία στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Επιρρίπτεται ακόμα αποκλειστική ευθύνη στους ενάγοντες αιτητές, η οποία ανάγεται σε αμέλεια τους να ελέγξουν για τη σύνταξη των διαταγμάτων και την συμμόρφωση τους με τους Θεσμούς. Ισχυρίζονται ότι η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα είναι δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης και θα επιφέρει αδικία σε αυτούς. Η εναγόμενη 10 δεν καταχώρησε τελικά γραπτή ένσταση παρόλο ότι αυτή ήταν η εκφρασθείσα θέση της κατά την προηγούμενη εμφάνιση, η συνήγορος που την εκπροσώπησε δήλωσε ότι απλώς θα παρακολουθούσε τη διαδικασία και ζήτησε όπως εάν ήθελε το Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση τότε να της επιδικαστούν τα έξοδα των εμφανίσεων της. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προσφέρθηκε από οποιονδήποτε των διαδίκων προφορική μαρτυρία ούτε και οι ενόρκως δηλούντες υποβλήθηκαν σε αντεξέταση. Επακόλουθα η διαδικασία διεξήχθη με επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι συνήγοροι με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών ότι παρόλο το γεγονός ότι τα εν λόγω διατάγματα είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου, εκ παραδρομής ή λάθους το οποίο οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην παράλειψη του Πρωτοκολλητείου όταν συντάχθηκαν αυτά, να τα θέση στη διάθεση του δικηγόρου των αιτητών, έχουν παρέλθει οι ταχθείσες προθεσμίες για συμμόρφωση με αυτά. Ταυτόχρονα βέβαια, ομολόγησε ότι ίσως να υπήρξε και κάποιο δικό του λάθος, ανθρώπινο, όπως ανέφερε, το οποίο όμως δεν συγκεκριμενοποίησε. Πέραν του Θ. 5 της Διαταγής 25 που παρέχει, κατά την άποψη του, τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου, εισηγήθηκε ότι, το Δικαστήριο ενασκώντας την σύμφυτη και διακριτική του ευχέρεια και εγκρίνοντας το αίτημα θα πετύχει την επίσπευση της εκδίκασης της αγωγής επί της ουσίας της, επιτυγχάνοντας έτσι το σκοπό της δικαιοσύνης. Οι συνήγοροι των καθ΄ών η αίτηση στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τους λόγους που προβάλλονται στις ενστάσεις τους παραπέμποντας το Δικαστήριο σε νομολογία. Η διαταγή 25 Θ. 5 κατά την άποψη τους δεν έχει σχέση με τη παρούσα αίτηση. Τα διατάγματα του Δικαστηρίου έχουν καταστεί άκυρα και δεν συντρέχει παρατυπία η οποία θα μπορούσε να διορθωθεί με βάση τη Δ.
  17. Ο αιτητής είχε την δυνατότητα μόνο πριν από τη λήξη της προθεσμίας που καθόριζε το διάταγμα να αιτηθεί την παράταση του χρόνου για συμμόρφωση του. Επισημάνθηκε το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι να προβούν οι αιτητές στο παρόν διάβημα και δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους. Το Δικαστήριο εν προκειμένω δεν έχει διακριτική ευχέρεια εφόσον δεν μπορεί να διασώσει άκυρα διατάγματα. Τέλος εφόσον η ευθύνη για την μη προώθηση της αγωγής βαραίνει τους ίδιους τους αιτητές αυτοί θα πρέπει να επωμισθούν και τα έξοδα. Έχει νομολογηθεί ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα. Αυτά έχει υποχρέωση να τα αποδείξει ο αιτητής. Εκεί όπου τα πραγματικά γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν το επίδικο δικαίωμα αμφισβητούνται και αυτά δεν προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας, επαφίεται στον αιτητή να προβεί σε απόδειξη τους μέσω προφορικής μαρτυρίας, η παράλειψη υποβολής σε αντεξέταση δεν μπορεί να αποβαίνει σε απαλλαγή του αιτούντος από αυτή του την υποχρέωση (βλ. μεταξύ άλλων Τουβλοποιεία Παλαικύθρου ΓΙΓΑΣ Λτδ v. Ουστά

(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 262, Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). Στη παρούσα υπόθεση εφόσον οι εναγόμενοι - καθ΄ ών η αίτηση προέβησαν σε άρνηση των ουσιωδών γεγονότων πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση, οι ενάγοντες - αιτητές είχαν το βάρος αποδείξεως τους και ως προς αυτό το θέμα δεν ανταποκρίθηκαν εφόσον δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου της απόδειξης. Ο λόγος που προβλήθηκε για την παράταση του χρόνου καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και εκθέσεως απαιτήσεως παρέμεινε σε επίπεδο ισχυρισμών και έτσι δεν έχει δημιουργηθεί το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης με σκοπό την μη πρόκληση αδικίας στους αιτητές. Κατά συνέπεια εξ αυτού και μόνο του λόγου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Θα συμφωνήσω ακόμα και με τον λόγο ένστασης όπως αυτός καταγράφεται στο υπό στοιχείο 7 της ένστασης των καθ΄ών η αίτηση 2, 5 και 6 ότι με την αίτηση δεν αξιώνεται ή/ και δεν ζητείται άδεια για καταχώρηση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος της Αγωγής ούτως ώστε κατά νομική και λογική συνέπεια να αξιώνεται παράταση του χρόνου για την καταχώρηση και επακόλουθα της επίδοσης του τροποποιημένου δικογράφου. Απλή ανάγνωση των αιτητικών υπό Α και Β για την έκδοση των διαταγμάτων, καταδεικνύει του λόγου το αληθές. Επιζητείται με την αίτηση διάταγμα παράτασης του χρόνου κατά 3 εβδομάδες από την ημέρα συντάξεως του νέου διατάγματος για επίδοση των διαταγμάτων τα οποία δόθηκαν την 28.06.2005 και 31.05.2005. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ούτε πραγματικό ούτε νομικό υπόβαθρο της αίτηση. Σημειώνω ότι μετά την καταχώρηση των ενστάσεων δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους των αιτητών για την διόρθωση και καθορισμό του τι επιζητούσαν στην πραγματικότητα. Έστω όμως και εάν εκλαμβανόταν ότι πράγματι επιδίωξη των αιτητών ήταν η πιο πάνω, και πάλιν το αίτημα τους δεν θα είχε επιτυχία και για τους ακόλουθους λόγους. Ο Κανονισμός 2 της Διαταγής 25 ο οποίος προβλέπει την προθεσμία εντός της οποία θα πρέπει να υπάρξει η συμμόρφωση προβλέπει τα ακόλουθα: σε μετάφραση: ¨Αν διάδικος ο οποίος έχει πάρει διάταγμα για άδεια τροποποίησης δεν προβεί στην τροποποίηση βάσει του διατάγματος αυτού μέσα στο χρονικό διάστημα που καθορίζεται γι΄ αυτό το σκοπό από το διάταγμα, ή αν δεν καθορίζεται σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, μέσα σε 15 μέρες από την ημερομηνία του διατάγματος, το διάταγμα που αφορά στην τροποποίηση , εφ΄ όσον εκπνεύσει το χρονικό διάστημα που καθορίζεται ως ανωτέρω, ή αυτό των 15 ημερών, ανάλογα με την περίπτωση, θα καθίσταται αφ΄ εαυτού άκυρο, εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο ή Δικαστή.¨ Η απόφαση Ελένη Σάββα Σάκκουλα και άλλου v. Αρέστη
(1989)1 Α.Α.Δ. σελ. 355 στην οποία με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των Καθ΄ών η Αίτηση, απόφαση την οποία εξέδωσε ο νυν πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης σε αναφορά και στις αποφάσεις Λυσάνδρου v. Σχίζα και Άλλου
(1979)1 Α.Α.Δ. 267 και Ευαγόρου v. Χριστοδούλου και Άλλου
(1982)1 Α.Α.Δ. 771 είναι διαφωτιστική και για τούτο θα κάμω στη συνέχεια παραπομπή σε εκτενή αποσπάσματα της: ¨Στην πρώτη απόφαση ... το Δικαστήριο αποφάνθηκε πως όταν καθορίζεται χρόνος για την εφαρμογή μιας διαταγής από το ίδιο το Δικαστήριο, τότε στη λήξη του χρόνου αυτού η διαταγή καθίσταται αφ΄ εαυτής άκυρη. Παρατίθεται το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: ¨Substitution of parties is permitted and /or regulated by Order 9,r.11, which sets out no limit for giving effect to an order there under. But, as the learned President who made the order appealed from pointed out, it is specifically stated in the White Book that under Order 16,r.13, of the Rules of the Supreme Court, which is the source and origin of our Order 9,r.11 such substitution must be made in compliance with the provisions of the English Order 28,r. 7, corresponding to our Order 25,r. 2. Accordingly on the expiry of the time limited by the President's order this lapsed and all proceedings taken there under were void." Η απόφαση αυτή υιοθετείται στην υπόθεση Ευαγόρου όπου γίνεται ειδική μνεία των προνοιών του Κανονισμού 2 της Διάταξης 25, σαν παράδειγμα περίπτωσης στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο, μετά τη λήξη της χρονικής περιόδου που τέθηκε για την τροποποίηση, αντικείμενο του διατάγματος¨. Στη συνέχεια δε της ίδιας απόφασης και απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο δικαιούται να παρατείνει το χρόνο που προβλέπεται στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 25, ή του χρόνου που το ίδιο το Δικαστήριο έχει καθορίσει, μετά τη λήξη του, αποφάσισε ότι ¨το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία και αυτό φαίνεται καθαρά από τη σχετική φράση του Κανονισμού ¨θα..... καθίσταται αφ΄ εαυτού (ipso facto) άκυρο, εκτός εάν ο χρόνος παραταθεί................... κ.λ.π.¨ Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 15 ημερών, ή αυτού που ορίζει το Δικαστήριο, το διάταγμα καθίσταται άκυρο, αν δεν γίνει η τροποποίηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο υφίσταται μόνο πριν την λήξη των 15 ημερών, ή του χρόνου που το ίδιο ορίζει, και όχι μετά που το Δικαστήριο καθίσταται ανενεργό, όταν το διάταγμα καταστεί άκυρο.¨ Στην απόφαση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 945 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 951: ¨Η παρούσα περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση παράλειψης καταχώρησης τροποποιημένης γραπτής πρότασης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία γιατί εκεί, σύμφωνα με τη Δ.25 κ. 2, με την εκπνοή της προθεσμίας εκείνης, το διάταγμα του Δικαστηρίου που επιτρέπει την τροποποίηση καθίσταται ipso facto άκυρο και επομένως εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση της γραπτής πρότασης (Lyssandrou v. Schiza (ανωτέρω). Είναι η απόφαση μου, μετά τα πιο πάνω, ότι δεν παραμένουν πλέον περιθώρια για επιτυχία της αίτησης. Κρίνω ότι δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστο το θέμα που προβάλλεται στη παρ. 9 της ενόρκου δηλώσεως, η οποία στηρίζει την αίτηση, θέμα στο οποίο αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος κ. Κυριακίδης και κατά την αγόρευση του. Άπτεται κατά την γνώμη μου αυτής καθ΄αυτής της απονομής της δικαιοσύνης γιατί διαφορετικά θα μπορούσε να ήταν πράγματι άδικο για τους αιτητές, χωρίς οι ίδιοι να φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη και δεν πρέπει να παραμένει οποιαδήποτε αμφιβολία επ΄ αυτού. Αφορά την επίκληση ¨δικαστικής γνώσης¨ για τη μη παράδοση ή τη μη τοποθέτηση, μετά τη σύνταξη των προαναφερθέντων διαταγμάτων, από τον Πρωτοκολλητή, στη θυρίδα του δικηγορικού γραφείου επιδόσεως του στη Λάρνακα. Πράγματι όταν ετέθη αυτό το γεγονός υπόψη του Δικαστηρίου από τον κ. Κυριακίδη στις 27.09.2005, όταν η υπόθεση ήταν για πρώτη φορά ορισμένη ενώπιον μου, αναφέροντας ότι είχε διαπιστώσει ο ίδιος μελετώντας προηγουμένως το φάκελο ότι υπήρχαν σε αυτόν συνταγμένα τα διατάγματα, τα οποία όμως δεν του είχαν κοινοποιηθεί, στη συνέχεια, λόγω του ογκώδους του φακέλου, εκείνο το οποίο διαπιστώθηκε από τον γραφέα του Πρωτοκολλητείου των αστικών υποθέσεων ήταν ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου υπήρχαν πράγματι συνταγμένα τα διατάγματα. Το ότι αυτά δεν κοινοποιήθηκαν στον ίδιο, όπως ήταν η αίτηση του, είναι δικό του συμπέρασμα και μόνον. Κατά συνέπεια είναι ατυχής η επίκληση ¨δικαστικής γνώσης¨ περί της μη κοινοποίησης των διαταγμάτων στους αιτητές. Επιπρόσθετα επί του ίδιου σημείου θα ήθελα να σημειώσω και τα ακόλουθα τα οποία έτυχαν σχολιασμού από τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών. Εκθείασε, κατά την αγόρευση του, την τυπικότητα που διακρίνει τους δικηγόρους, των οποίων το γραφείο χρησιμοποιεί ως γραφείο επιδόσεως του στη Λάρνακα, για να επιρρίψει την ευθύνη στο Πρωτοκολλητείο για την μη παράδοση σε αυτόν των συνταχθέντων διαταγμάτων και όχι σε τυχόν δικό τους λάθος. Ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι όταν ο κ. Κυριακίδης στις 28.06.2005, ημερομηνία έκδοσης του δεύτερου διατάγματος, αιτήθηκε την σύνταξη των υπό αναφορά διαταγμάτων, ζήτησε να του κοινοποιηθούν μέσω άλλου δικηγόρου του κ. Γρηγόρη Ιωάννου στη θυρίδα μάλιστα 133 και όχι του κ. Δειλινού στον οποίο έκαμε αναφορά κατά την αγόρευση του και του οποίου το γραφείο φέρεται ως γραφείο επιδόσεως του. Τα πιο πάνω βέβαια καταγράφονται χωρίς να αφήνεται οποιαδήποτε αιχμή κατά οποιουδήποτε, αλλά ως θέμα τάξης, το οποίο προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Κατά συνέπεια η επιχειρηματολογία του περί λάθους του Πρωτοκολλητείου καταρρίπτεται και γι΄ αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο. Όμως επί του ιδίου θέματος και επί της ουσίας, όπως ανέφερα πιο πάνω, υπήρξε αίτηση για τη σύνταξη των διαταγμάτων στις 28.06.2005 εντούτοις δεν επιδείχθηκε ενδιαφέρον για την τύχη τους μέχρι τις 27.09. 2005 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου και ακολούθως όταν στις 12.10.2005 έκαμε έρευνα στο φάκελο σύμφωνα με το Έντυπο Γ.Α. 168. Κατά συνέπεια υπάρχει μια αδράνεια εκ μέρους των αιτητών να προωθήσουν την υπόθεση τους, με την καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων τους σύμφωνα με τα διατάγματα που εξασφάλισαν πέραν των 3 ½ μηνών. Επισημαίνω ακόμα, εφόσον έγινε αναφορά και σε αυτό, ότι όσον αφορά το πρώτο διάταγμα που εκδόθηκε με ημερομηνία 17.05.2005 που αφορούσε τον 4ο κατηγορούμενο, τον οποίο βέβαια δεν αφορά η παρούσα απόφαση μου, παρόλο ότι είχε αιτηθεί τη σύνταξη του με αίτηση του της ίδιας ημερομηνίας και το οποίο δεν είχε συνταχθεί, εντούτοις, χωρίς να το αναζητήσει, επανήλθε με νέα αίτηση του στις 21.10.2005 καταβάλλοντας επιπρόσθετα τέλη, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο είχε ορίσει την αγωγή για οδηγίες. Ο ισχυρισμός κατά την αγόρευση ότι εναγωνίως αναζητούσε τα διατάγματα δεν μπορεί να έχει εν προκειμένω οποιοδήποτε αντίκρισμα. Δεν έχει αποδειχθεί με οποιαδήποτε μαρτυρία ποιες ήταν εκείνες οι ενέργειες που θα μπορούσαν να καταδείξουν την, αγωνιώδη όπως χααρκτηρίστηκε, προσπάθεια για την εξασφάλιση αντιγράφων των διαταγμάτων τα οποία ευρίσκονταν συνταγμένα στο φάκελο από τις 13.06.2005 και 7.7.2005. Με μια απλή έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης, πιστεύω, θα ήταν εύκολο να διαπιστωθεί ότι τουλάχιστον τα δύο διατάγματα για τα οποία είχε κάμει αίτηση είχαν συνταχθεί και μάλιστα εντός ολίγων ημερών από της εκδόσεως τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χρόνος που δόθηκε στις 28.06.2005 από το Δικαστήριο μέχρι τις 27.09.2005 ημερομηνία που ορίστηκε ξανά για οδηγίες για να συμπληρωθούν τα δικόγραφα μετά την εξασφάλιση διατάγματος για τροποποίηση, παρέμεινε αναξιοποίητος με ευθύνη των εναγόντων αιτητών. Κρίνω κατά συνέπεια ότι επιδείχθηκε υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη του αναγκαίου διαδικαστικού διαβήματος, της καταχώρησης δηλαδή της τροποποιημένης υπεράσπισης ( βλ. Eaton v. Storer
(1882)Ch.D. 91, αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1952 σελ. 414). Επειδή έγινε επίκληση και της Διαταγής 57 Θεσμός 2 η οποία παρέχει την ευχέρεια σε Δικαστήριο να διατάξει την παράταση χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία, θα πρέπει να αναφέρω, ότι οι πρόνοιες αυτής της διάταξης δεν εφαρμόζονται εκεί όπου υφίσταται διαταγή για εκτέλεση πράξης προγενέστερης άλλης ή εκεί όπου εξέπνευσε ο χρόνος που χορηγήθηκε σε διάδικο για εκτέλεση πράξης, με αποτέλεσμα το άλλο διάδικο μέρος να αποκτήσει το δικαίωμα, το ίδιο πλέον, εκτέλεσης της πράξης εκείνης ή να αποταθεί με σχετική αίτηση για απόρριψη (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1952 σελ. 1371, επίσης τις αποφάσεις Evand Promotions κ.α. v. Frank Rutman, (Αρ.2)
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. σελ. 2123, Χόππη v. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140, Παπακόκκινου κ.α. v. Δήμου Πάφου (Αρ.2),
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1712 και Stabilad v. Stephens & Carter
(1998)4 All E.R. 129). Και όλα τα πιο πάνω παρά την ευρύτητα της εξουσίας, η οποία παρέχεται, στον τομέα αυτό και η οποία τονίζεται σε σειρά αποφάσεων (όπως μεταξύ άλλων Eleftheriades & Another v. Another v. Mavrellis & Another
(1985)1 C.L.R. 436, Αθανασιάδης v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου την οποία επικαλέστηκε η πλευρά των αιτητών κρίνω ότι δεν έχει θέση εν προκειμένω και παρά το ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες το Δικαστήριο ασκεί αυτή του την εξουσία και παρέχει παρατάσεις χρόνου, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς (βλ. Αυξεντίου v. Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ. 1963). Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ v. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την αντίκριση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου: ¨Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει, λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας της ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από το νόμο και τους θεσμούς¨. Είναι προφανές ότι η απόρριψη του αιτήματος για την παράταση του χρόνου όπως είναι η αίτηση δεν θα έχει καταλυτικά αποτελέσματα και εξουδετερώνει τον επιδιωκόμενο σκοπό. Επομένως η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση όπου η σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου θα μπορούσε να εφαρμοστεί καθιστώντας αποτελεσματική την απονομή της δικαιοσύνης. Παρόλο ότι δεν έγινε επίκληση εκ μέρους των αιτητών των προνοιών της Διαταγής 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, παρά μόνο αναφορά εκ μέρους των συνηγόρων των Καθ΄ών η Αίτηση στις αγορεύσεις τους, εντούτοις, κατά την άποψη μου η οποία συμπίπτει με αυτή των συνηγόρων των Καθ΄ών η Αίτηση, δεν συντρέχει στη περίπτωση εφαρμογή τους, καθ΄ότι η διόρθωση η οποία επιδιώκεται με τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορεί να αναχθεί σε απλή παρατυπία αλλά επιδιώκεται η ανασύσταση άκυρου δικονομικού μέτρου. Έτσι δεν υπάρχει εν προκειμένω οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεραπευθεί (βλ. Αθανασιάδης v. Aλεξάνδρου (ανωτέρω), Landbroke Group PLc κ.ά, v. Παπακόκκινου κ.ά.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1535, Panayiotis Georgiou (catering) Ltd κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 323). Για όλους τους πιο πάνω λόγους το αίτημα αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα που προκλήθηκαν συνεπεία του αιτήματος επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ών η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης της αγωγής. Αναφορικά με τα έξοδα ως προς την εναγόμενη 10 η οποία εφόσον δεν καταχώρησε εν τέλει, γραπτή ένσταση και στάθηκε απλώς παρατηρητής στη διαδικασία της ακρόασης της αίτησης θα εκδώσω διαταγή όπως τα έξοδα να είναι στην πορεία της αγωγής, όσον αφορά τις εμφανίσεις τους, αλλά σε καμιά περίπτωση σε βάρος τους. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 20.12.2005. (Υπ.) ........................... Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.