← Κύπρος

Σταυρούλλα Λύσανδρου Αδάμου ν. Γιαννούλλα Ντεϊβιντ άλλως Ρούσου, Αρ. Αγωγής: 36/01, 7 Δεκεμβρίου 2005

Σταυρούλλα Λύσανδρου Αδάμου ν. Γιαννούλλα Ντεϊβιντ άλλως Ρούσου, Αρ. Αγωγής: 36/01, 7 Δεκεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 36/01 Μεταξύ: Σταυρούλλα Λύσανδρου Αδάμου, ανήλικη διά των γονέων, φίλων, πλησιεστέρων συγγενών και εχόντων την γονική μέριμνα αυτής Λύσσανδρου Αδάμου, από Αγγλία και Σοφίας Μιχάλη Χριστοδούλου, από Λάρνακα. Ενάγουσα και Γιαννούλλα Ντεϊβιντ άλλως Ρούσου, εκ Λευκωσίας Εναγόμενη Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου 2005 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Τ. Κουκούνης Για την εναγόμενη: κα Ελ. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 06.06.2000 ενώ η εννιάχρονη τότε ενάγουσα διασταύρωνε τη Λεωφόρο Φανερωμένης στην Λάρνακα παρά την υπεραγορά Φθηνή Γωνιά, ως ήταν τότε, κτυπήθηκε και τραυματίστηκε από το όχημα με αρ. εγγραφής CAB 918 που οδηγούσε η εναγόμενη, ιδιοκτησίας της. Η ενάγουσα επιρρίπτει στην εναγόμενη την ευθύνη πρόκλησης του δυστυχήματος. Η εναγόμενη στην υπεράσπιση της παραδέχεται ότι ενεπλάκη σε δυστύχημα με την ενάγουσα στις 06.06.2000 όμως αρνείται ότι επέδειξε αμέλεια στην πρόκληση του και επιρρίπτει στην ενάγουσα την ευθύνη αυτή. Αρνείται επίσης ότι η ενάγουσα υπέστη τις σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημιές που επικαλείται στην έκθεση απαίτησης της και για τις οποίες αξιώνει αντίστοιχες αποζημιώσεις. Για την πλευρά της ενάγουσας έδωσαν μαρτυρία ο Αστυφύλακας 592 Βάκης Βασιλείου (ΜΕ1), ο Δρ. Σπύρος Σπύρου (ΜΕ2), η μητέρα της ενάγουσας Σοφία Χριστοδούλου (ΜΕ3), η ενάγουσα (ΜΕ4) και ο Δρ. Σέργιος Σεργίου (ΜΕ5). Για την πλευρά της εναγόμενης κατέθεσε ο κ. Χρίστος Χριστοφή (ΜΥ1), η εναγόμενη (ΜΥ2) και ο Δρ. Γ. Ταντελές (ΜΥ3). Ο ΜΕ1 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος στις 06.06.2000 περί ώρα 13:

  1. Εκεί βρήκε το όχημα της εναγόμενης CAB 918 το οποίο είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση και την εναγόμενη. Η ενάγουσα δεν βρισκόταν στην σκηνή διότι είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Στην παρουσία της εναγόμενης ετοίμασε σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 1) με το οποίο η ίδια συμφώνησε. Το σημείο σύγκρουσης (Χ) υποδείχθηκε από την εναγόμενη. Με το σημείο Α σημειώνεται η πορεία του οχήματος CAB 918, με το σημείο Β η πορεία της ενάγουσας η οποία διασταύρωνε από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου της εναγόμενης. Το σημείο Γ είναι νοητή ευθεία την οποία χρησιμοποίησε για να μπορέσει να τοποθετήσει το σημείο Χ. Το σημείο Χ βρίσκεται σε απόσταση 3,10μ. από το πεζοδρόμιο σε σχέση με την πορεία της εναγόμενης και απέχει 16,40μ. από την νοητή ευθεία Γ. Το πλάτος της Λεωφόρου Φανερωμένης ήταν 8,00μ. και το χωμάτινο παγκέτο που υπήρχε πριν την Λεωφόρο ήταν επίσης 8,00μ. Το πεζοδρόμιο που βρίσκεται στην απέναντι πλευρά έχει πλάτος 4,40μ. Είπε ότι η ορατότητα του δρόμου σε σχέση με την πορεία της εναγόμενης ήταν καλή, ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Ήταν καλοκαίρι, η μέρα ήταν ηλιόλουστη και η άσφαλτος στεγνή. Είπε επίσης ότι το γεγονός ότι το όχημα της εναγόμενης ήταν διπλοκάμπινο και συνεπώς πιο ψηλό από ένα κανονικό αυτοκίνητο είχε πολύ καλή ορατότητα. Το όριο ταχύτητας στην περιοχή που είναι κατοικημένη είναι 50χλμ/ω. Το δυστύχημα έγινε περί ώρα 13:15μ.μ. αλλά λόγω πυκνής κίνησης έφτασε στις 13:30μ.μ. και η κίνηση στον εν λόγω δρόμο ήταν πυκνή. Όταν κοίταξε στο όχημα της εναγόμενης φάνηκε ότι η σύγκρουση της ενάγουσας έγινε στην αριστερή μπροστινή γωνιά 50μ. προς το κέντρο του αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εκτός από την εναγόμενη υπήρχε ακόμα ένα πρόσωπο στη σκηνή του δυστυχήματος όταν έφτασε εκεί, ο κύριος Χρίστος Χριστοφή από τον οποίο πήρε κατάθεση (τεκμήριο 2). Ανέφερε ότι η εναγόμενη και ο Χρίστος Χριστοφή του ανέφεραν ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα επί της Λεωφόρου Φανερωμένης αλλά όταν ο ίδιος πήγε στην σκηνή δεν υπήρχαν γι΄ αυτό και δεν τα σημείωσε στο τεκμήριο
  2. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης και ο λόγος που μπόρεσε να διακρίνει το σημείο που κτυπήθηκε η ενάγουσα από το αυτοκίνητο της εναγόμενης ήταν επειδή το αυτοκίνητο ήταν σκονισμένο και φαινόταν το σημείο που κτυπήθηκε η ενάγουσα, κατά τα άλλα δεν υπήρχαν ζημιές στο αυτοκίνητο της εναγόμενης. Είπε ότι δεν έμαθε το ύψος της ενάγουσας όταν έγινε το δυστύχημα και όταν ανέφερε ότι η ορατότητα της εναγόμενης ήταν πολύ καλή, αυτό το συνέδεσε και με ύψος του αυτοκινήτου της, είπε ότι αυτή ήταν η αντικειμενική του θέση αλλά δεν μπορεί να ξέρει ακριβώς την κατάσταση της ορατότητας την στιγμή του δυστυχήματος. Δέχτηκε επίσης ότι η εναγόμενη οδηγούσε κοντά στα σταματημένα αυτοκίνητα συγκεκριμένα τα προσπερνούσε. Το όχημα της εναγόμενης έχει το πλάτος ενός συνηθισμένου οχήματος δηλαδή 1,60μ. Ανέφερε επίσης ότι έλαβε κατάθεση και από την ενάγουσα την επόμενη του δυστυχήματος. Ο ΜΕ2, Ειδικός Ορθοπεδικός Χειρούργος ανέφερε ότι την επίδικη περίοδο εργαζόταν στο Νοσοκομείο Λάρνακας, είδε την ενάγουσα μετά το δυστύχημα και κατάθεσε Ιατρικό Πιστοποιητικό ημερ. 01.11.2000 (τεκμήριο 3) του οποίου το περιεχόμενο υιοθετεί. Ανέφερε ότι ο τραυματισμός της ενάγουσας που ήταν κάταγμα της διάφησης του αριστερού μηριαίου οστού θεωρείται σοβαρός τραυματισμός. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι μετά την έκδοση του πιστοποιητικού δεν έχει ξαναδεί την ενάγουσα, ότι την παρακολούθησε από τις 06.06.2000 μέχρι 01.11.2000 όπου και ήταν ικανοποιημένος με την εξέλιξη της κατάστασης της. Η ΜΕ3 ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα σχόλασε η ίδια την κόρη της από το σχολείο και την άφησε σε ένα σημείο του δρόμου που βρίσκεται σε ύψωμα και είναι παράλληλη της Λεωφόρου Φανερωμένης για να πάει στην Φθηνή Γωνιά να αγοράσει κάτι. Ακολούθως έμαθε ότι έγινε δυστύχημα, είδε ότι το θύμα ήταν η κόρη της, τηλεφώνησε ασθενοφόρο και πήγε μαζί της στο Νοσοκομείο. Η ενάγουσα παρέμεινε στο νοσοκομείο για τρεις εβδομάδες, ακολούθως απελύθη, το πόδι της ήταν σε νάρθηκα, έμεινε στο νάρθηκα για ακόμα τρεις εβδομάδες κατά την διάρκεια των οποίων η ενάγουσα δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει, ούτε να σηκωθεί μόνη της. Μετά η ίδια την πήρε στο Δρ. Σεργίου ο οποίος της συνέστησε μαθήματα υδροθεραπείας. Συγκεκριμένα έκανε 30 μαθήματα προς Λ.Κ.9 το μάθημα από 25.08.2000-31.10.2000 (σχετικά είναι τα τεκμήρια 3 και 15). Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε επίσης αριθμό τεκμηρίων που ουσιαστικά είναι αποδείξεις πληρωμών για τα διάφορα έξοδα της ενάγουσας ως ακολούθως: Λ.Κ.15 για κρυοπηξία στο Ιατρικό Κέντρο Α και Μ Παλλούρα Λτδ (τεκμήριο 5), έξοδα καρέκλας η οποία να γίνεται κρεβάτι και πέδιλα (τεκμήρια 6 και 7), ανεμιστήρας για το πόδι (τεκμήριο 8), Λ.Κ.20 για την ετοιμασία του τεκμηρίου 3 (τεκμήριο 9), το ποσό των Λ.Κ.190 στο Δρ. Σεργίου (τεκμήρια 10, 11 και 12) και ποσό Λ.Κ.40 από τον ακτινολόγο Δρ. Διόφαντο Χρυσοστόμου (τεκμήριο 13). Ανέφερε επίσης ότι ήταν η ίδια που φρόντιζε την ενάγουσα γι΄ αυτό και αναγκάστηκε να σταματήσει την εργασία της από την ημέρα που πήγε σπίτι μετά το δυστύχημα μέχρι και τον Σεπτέμβριο που πήγε σχολείο. Η ενάγουσα Σταυρούλα Αδάμου ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα την άφησε η μητέρα της λίγο πριν το σπίτι τους στο ύψωμα πάνω από την Λεωφόρο Φανερωμένης για να πάει στην Φθηνή Γωνιά. Κατέβηκε το ύψωμα σταμάτησε στην άκρια του δρόμου κοίταξε δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά, μια κοπέλα που ερχόταν με το αυτοκίνητο της από το Γ.Σ.Ζ. της έδωσε προτεραιότητα να περάσει, προχώρησε μέχρι το κέντρο του δρόμου, κοίταξε δεξιά είδε το αυτοκίνητο της εναγόμενης, ήταν λίγο πιο μακριά, η ίδια προχώρησε και η εναγόμενη ήρθε και την χτύπησε. Η ίδια λιποθύμησε, όταν συνήλθε είδε από πάνω της την μητέρα της, πονούσε πολύ το αριστερό της πόδι το οποίο δεν μπορούσε να κινήσει, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, της έβαλαν νάρθηκα στο πόδι, έπρεπε το πόδι να ήταν ψηλά και πονούσε πάρα πολύ, μετά από ένα μήνα έφυγε από το νοσοκομείο με τον νάρθηκα στο πόδι, έμεινε σπίτι άλλους δύο μήνες με τον νάρθηκα, ήταν ζέστη και εκτός από τους πόνους ένιωθε πολλή ζέστη στο πόδι της, δεν μπορούσε να περπατήσει καθόλου και έπρεπε να την κουβαλήσουν για να πάει στο μπάνιο, στην κουζίνα για να φάει και οπουδήποτε αλλού έπρεπε να μετακινηθεί, ήταν συνεχώς στο κρεβάτι και φορούσε πανιά. Όταν αφαιρέθηκε ο νάρθηκας και πάλι δεν μπορούσε να περπατήσει, πονούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί γι΄ αυτό και η μητέρα της την πήρε σε εξωτερικό γιατρό στον Δρ. Σεργίου ο οποίος βρήκε το ένα της πόδι λίγο πιο κοντό από το άλλο και της συνέστησε να κάνει υδροθεραπεία και ακολούθως την έστειλε στον Δρ. Παλλούρα για να αφαιρέσει πέτρες που μπήκαν στο πόδι της από το δυστύχημα. Εξακολουθεί να επισκέπτεται τον Δρ. Σεργίου, υπάρχει ένα εξόγκωμα στο αριστερό της πόδι, το πόδι της την πονά κατά καιρούς και όταν κουραστεί και ακόμα παίρνει παυσίπονα. Αντεξεταζόμενη είπε ότι όταν κατέβηκε από το ύψωμα και στάθηκε στην άκρια του δρόμου πριν να δοκιμάσει να διασταυρώσει ο δρόμος ήταν καθαρός δεν είχε κίνηση. Έδωσε κατάθεση για το δυστύχημα 2 - 2½ μήνες μετά από το δυστύχημα την οποία έδωσε όταν ήταν παρούσα η μητέρα της και ο αστυνομικός της την διάβασε πριν την υπογράψει (τεκμήριο 14). Δέχθηκε ότι τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκα στο μυαλό της όταν έδινε την κατάθεση και όταν της υποδείχθηκε ότι στο τεκμήριο 14 αναφέρει ότι "περίμενα στο παγκέτο ώσπου να φύγουν τα αυτοκίνητα για να μπορέσω να περάσω απέναντι ..." είπε ότι μπορεί να υπήρχαν 2 - 3 αυτοκίνητα στον δρόμο αλλά σίγουρα δεν υπήρχε πυκνή κίνηση. Δεν θυμόταν αν υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα έξω από την Φθηνή Γωνιά και είπε ότι σχεδόν διέσχισε όλο τον δρόμο την ώρα που κτυπήθηκε συγκεκριμένα είπε "μου έμειναν 2 - 3 βήματα να φτάσω στο καλντερίμι απέναντι με τα δικά μου βήματα" και είπε ότι περπατούσε κανονικά. Όταν της υποδείχθηκε ότι με βάση το σχέδιο με το οποίο η ίδια συμφώνησε κτυπήθηκε 3μ. από το πεζοδρόμιο απάντησε ότι κτυπήθηκε 2 - 3 βήματα πριν να φτάσει στην άκρια του δρόμου με τα δικά της βήματα. Επανέλαβε ότι σταμάτησε στην άκρια του δρόμου κοίταξε δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά, σταμάτησε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από αριστερά της και της έδωσε προτεραιότητα, διασταύρωσε το δρόμο κανονικά και αρνήθηκε την υποβολή ότι έτρεχε. Όταν της υποδείχθηκε ότι στο τεκμήριο 14 ανέφερε ότι έτρεχε, συγκεκριμένα "όταν εκόντεψα να φύω που τον δρόμο έτρεξα για να πάω στο πεζοδρόμιο" είπε δεν έτρεξα, δεν θυμούμαι να έτρεξα. Επίσης της υποβλήθηκε ότι στην κατάθεση της λέει "εν θυμούμαι αν ερχόταν αυτοκίνητο άλλο εκτός που το αυτοκίνητο που μου είπε να περάσω" ανέφερε ότι είδε το αυτοκίνητο της εναγόμενης να έρχεται. Ακολούθως ανέφερε ότι μετά που της έβγαλε τον νάρθηκα δεν ξαναπήγε στο Δρ. Σπύρου, δεν θυμόταν αν πήγε ξανά να τον δει όταν έκδωσε το πιστοποιητικό του και ότι δεν τέθηκε θέμα να συνεχίσει να την παρακολουθεί ο Δρ. Σπύρου. Ανέφερε ότι στο Δρ. Σεργίου πήγε πολλές φορές εξακολουθεί ακόμα να πηγαίνει και ότι μέχρι τώρα πίνει παυσίπονα. Είπε ότι μετά που επέστρεψε στο σχολείο είχε πάρει εξαίρεση από το μάθημα της γυμναστικής από τον Δρ. Σεργίου το οποίο έδωσε στον δάσκαλο της και ότι κανονικά η τετάρτη τάξη ήταν στον πρώτο όροφο του σχολείου της αλλά αναγκάστηκαν να τους μεταφέρουν στο ισόγειο για να μπορεί η ίδια να κινείται. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι δεν επισκέπτεται πλέον τον Δρ. Σεργίου, ότι ο λόγος που κτηπήθηκε ήταν το ότι έτρεχε στο δρόμο χωρίς να κοιτάξει αν ερχόταν αυτοκίνητο. Ο Δρ. Σεργίου, ΜΕ5, ανέφερε ότι εξέτασε την ενάγουσα στις 07.08.2000 και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό, σχετικό είναι το τεκμήριο 16 ημερ. 30.07.
  3. Ο τραυματισμός της ενάγουσας ήταν ουσιαστικά κάταγμα διάσεισης αριστερού μηριαίου οστού και ότι η θεραπεία του νοσοκομείου ήταν η ενδεδειγμένη. Κατέθεσε επίσης τα τεκμήρια 17 και 18 που είναι αποδείξεις είσπραξης για ποσά που έχει πληρωθεί από την ενάγουσα και κατέθεσε επίσης συμπληρωματικό πιστοποιητικό που εξέδωσε στις 25.05.05, τεκμήριο
  4. Ανέφερε ότι το σπάσιμο του μηριαίου οστούν θεωρείται σοβαρός τραυματισμός και ότι σήμερα η ενάγουσα βαδίζει με πολύ ελαφριά χωλότητα, δεν υπάρχει ανισοσκέλια και ότι υπάρχει οπτικά εξόγκωση στη μεσότητα του αριστερού μηρού. Την έστειλε σε ακτινολόγο ο οποίος έκανε συγκριτικές ακτινογραφίες του δεξιού και του αριστερού ποδιού της (τεκμήριο 20) όπου διαφάνηκε ότι υπήρξε πλήρη πώρωση του κατάγματος αλλά το εξόγκωμα υπάρχει. Οι κινήσεις της ενάγουσας είναι εντελώς φυσιολογικές και ανώδυνες και ότι συνήθως τα εξογκώματα αυτά εξαφανίζονται. Στην συγκεκριμένη περίπτωση αν και έχουν περάσει 5 χρόνια από το δυστύχημα δεν έχει εξαφανιστεί εφόσον υπάρχει ακόμα ανάπτυξη της ενάγουσας ευελπιστεί ότι η φύση θα το βελτιώσει όμως λόγω του πολλού καιρού που έχει παρέλθει οι πιθανότητες να εξαφανιστεί εντελώς μειώνονται. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η πολύ ελαφριά χωλότητα που παρατηρείται κατά την βάδιση της ενάγουσας αποδίδεται κατά την γνώμη του σε δυσχέρεια λόγω του εξογκώματος αλλά αναμένει ότι θα βελτιωθεί. Ο ΜΥ1, Χρίστος Χριστοφή, είπε ότι ήταν μάρτυρας στο εν λόγω δυστύχημα. Αναγνώρισε την εναγόμενη ως την οδηγό του ενεχόμενου οχήματος όπως και το τεκμήριο 2 το οποίο και υιοθέτησε. Είπε ότι την συγκεκριμένη μέρα βρισκόταν πίσω από το όχημα της εναγόμενης σε πολύ κοντινή απόσταση, υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στο δρόμο και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχαν μπροστά από την υπεραγορά Φθηνή Γωνιά σταματημένα οχήματα ή κατά πόσο αυτά ήταν στο δρόμο ή στο παγκέτο, το μωρό που είδε να έχει κτυπηθεί ήταν κοριτσάκι αλλά δεν μπορούσε να το αναγνωρίσει και εξ όσων θυμόταν δεν έδωσε μαρτυρία σε ποινική υπόθεση εναντίον της εναγόμενης, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά θυμόταν να έχει κληθεί αλλά δεν θυμόταν να έχει δώσει μαρτυρία. Είπε ότι μετά από το δυστύχημα μίλησε με τον αστυνομικό που είχε έρθει εν τω μεταξύ, του έδωσε τα στοιχεία του, πέρασε από το νοσοκομείο για να μάθει για την κατάσταση του παιδιού και ακολούθως έφυγε και πήγε στη Λευκωσία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είδε το μωρό από την αρχή της προσπάθειας της να διασταυρώσει, συγκεκριμένα από την στιγμή που στεκόταν στην άκρια του δρόμου προσπαθώντας να βρει ευκαιρία να διασταυρώσει. Είπε ότι αρχικά η μικρή βρισκόταν σταματημένη στην άκρια του δρόμου και ακολούθως έτρεξε προς την απέναντι πλευρά του δρόμου. Υπήρχε πάρα πολλή και πυκνή τροχαία κίνηση αλλά δεν μπορεί να πει με σιγουριά κατά πόσο ο δρόμος στην αντίθετη με τον ίδιο κατεύθυνση ήταν καθαρός. Είπε ότι η μικρή ήταν συνεχώς στο οπτικό του πεδίο και ακολούθως την είδε να τρέχει, να προσπαθεί να περάσει μεταξύ των αυτοκινήτων και να πηγαίνει απέναντι και μετά κτυπημένη στην άκρια του δρόμου. Δεν είδε καλά την στιγμή που κτυπήθηκε το μωρό γιατί μπροστά του υπήρχε αυτοκίνητο που ήταν πιο ψηλό. Είπε ότι όταν το μωρό κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο υψώθηκε περίπου ένα μέτρο και μετά έπεσε κάτω. Το μωρό βρισκόταν σε απόσταση 20μ. από το όχημα του όχι ευθεία όμως αλλά στα δεξιά του. Όταν παρατήρησε για πρώτη φορά το μωρό να στέκει στην άκρια του δρόμου η εναγόμενη πρέπει να ήταν μπροστά του περίπου 5μ. Του υποδείχθηκε ακολούθως ότι στο τεκμήριο 2 ανέφερε ότι μεταξύ του δικού του οχήματος και του οχήματος της εναγόμενης υπήρχε άλλο αυτοκίνητο θέση την οποία δέχτηκε και συμφώνησε ότι αυτό σημαίνει ότι η απόσταση που είχε το δικό του όχημα από αυτό της εναγόμενης ήταν μεγαλύτερη από 5μ. Είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο αυτοκίνητο που ερχόταν από την απέναντι κατεύθυνση σταμάτησε να δώσει προτεραιότητα και στην ενάγουσα, δεν μπορούσε από την θέση που ήταν να δει τις κινήσεις της εναγόμενης, δεν είδε το κτύπημα αλλά είδε το μωρό που πετάχτηκε ψηλά και μετά έπεσε κάτω και υπέθεσε ότι κτυπήθηκε. Το όχημα της εναγόμενης σίγουρα ήταν πίσω από το σημείο Χ στο τεκμήριο 1 και κατά τη θέση του από την αρχή της προσπάθεια της ενάγουσας να διασταυρώνει μέχρι που κτυπήθηκε μεσολάβησαν δευτερόλεπτα. Επανέλαβε ότι αρχικά η ενάγουσα στεκόταν στην άκρια του δρόμου και άρχισε να τρέχει για να διασταυρώσει. Δεν όρμησε στο δρόμο από το παγκέτο του δρόμου. Η εναγόμενη κατέθεσε την κατάθεση της στην Αστυνομία για το επίδικο δυστύχημα (τεκμήριο 21) και ανέφερε ότι υπήρχε πολλή κίνηση στο δρόμο, προχωρούσε σιγά σιγά, ξαφνικά είδε κάτι να περνά πολύ γρήγορα από μπροστά της και σταμάτησε αμέσως. Ήταν πολύ στιγμιαία που είδε αυτό το κάτι και ο χρόνος που μεσολάβησε από την στιγμή που την είδε μέχρι που κτυπήθηκε ήταν δευτερόλεπτα. Ανέφερε ότι μπροστά από την φθηνή γωνιά υπήρχαν αυτοκίνητα σταθμευμένα μέσα στο δρόμο. Αντεξεταζόμενη είπε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα δεν υπήρχε τίποτε εντός του αυτοκινήτου ή οτιδήποτε άλλο που να εμπόδιζε την ορατότητα της. Δεν μπορούσε να καθορίσει την ταχύτητα της σίγουρα ήταν πολύ χαμηλή λόγω πυκνής κίνησης και κινείτο συνεχώς με την πρώτη και δεύτερη ταχύτητα. Είπε ότι τα σταθμευμένα αυτοκίνητα βρίσκονταν μέσα στο δρόμο, μπροστά και πίσω από το σημείο Χ στο τεκμήριο 1 και η ίδια προχωρούσε βλέποντας ολόισια μπροστά της το δρόμο. Δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε κίνηση από ανθρώπους μπροστά από την φθηνή γωνιά και αμέσως πριν την στιγμή της σύγκρουσης υπήρχαν αυτοκίνητα στα δεξιά της. Δεν είδε την ενάγουσα να στέκεται στην άκρια του δρόμου, ούτε όταν διέσχιζε το δρόμο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, μόλις είδε κάτι μπροστά της σταμάτησε, πάτησε αμέσως φρένα και κινείτο πάντοτε με χαμηλή ταχύτητα. Τη στιγμή που κτύπησε την ενάγουσα η ίδια έβλεπε μπροστά της και τη κτύπησε με την αριστερή γωνιά του αυτοκινήτου της. Επανέλαβε ότι η ενάγουσα πρέπει να έτρεχε αφού πέρασε μπροστά της σαν σκιά και σταμάτησε. Της υποδείχθηκε ότι στο τεκμήριο 21 δεν αναφέρει για σκιά που πέρασε μπροστά της που έτρεχε και απάντησε ότι την είδε ξαφνικά μπροστά της αλλά δεν την είδε να τρέχει. Αρνήθηκε όλες τις υποβολές ότι οδηγούσε αφηρημένα, ότι παρέλειψε να αποφύγει την σύγκρουση και ότι η δική της αμέλεια ήταν η αιτία για την πρόκληση του δυστυχήματος και τις ζημιές που υπέστη η ενάγουσα. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι δεν πάτησε φρένα έγκαιρα για να αποφύγει την σύγκρουση. Ο ΜΥ3 Δρ. Γ. Ταντελές, Χειρούργος Ορθοπεδικός κατέθεσε Ιατρικό Πιστοποιητικό ημερ. 21.04.04 (τεκμήριο 22) το οποίο και υιοθέτησε. Μετά που είδε στο Δικαστήριο τις ακτινογραφίες, τεκμήριο 20, είπε ότι υπάρχει πλήρης πώρωση του κατάγματος και δεν βλέπει εξόγκωση του αυλού. Ανέφερε ότι τα κατάγματα διάφυσης μηριαίου σε παιδί είναι καλοήθους πρόγνωση, το τελικό αποτέλεσμα είναι άριστο, πολύ σύντομα έρχεται η πώρωση και αν υπάρχει γωνίωση ή εφίππευση θεραπεύεται από μόνη της με αποτέλεσμα να μην φαίνεται καθόλου το κάταγμα όπως το τεκμήριο
  5. Ο συνήθης χρόνος επούλωσης των καταγμάτων αυτών στην ηλικία της ενάγουσας είναι συνήθως 6 εβδομάδες και σχολιάζοντας το συμπληρωματικό πιστοποιητικό του Δρ. Σεργίου, τεκμήριο 19, ανέφερε ότι είναι αδύνατο να βρει κάποιος την ελαφριά μυική ατροφία στον αριστερό τετρακέφαλο της τάξης του 0,50εκ., δεν μπορεί να μετρηθεί παρά μόνο εξειδικευμένα μηχανήματα και αν υπάρχει είναι άνευ σημασίας, συνήθως υπάρχει διαφορά από το δεξί στο αριστερό πόδι ενός ατόμου. Δέχτηκε ότι η ενάγουσα μπορεί να έκανε τα μαθήματα υδροθεραπείας που ανέφερε και ότι είναι ενδεδειγμένη θεραπεία. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν ο ίδιος εξέτασε την ενάγουσα στις 05.04.04 πρέπει να της έβγαλε ακτινογραφίες αφού το λέει στο πιστοποιητικό του τις οποίες όμως δεν τις έχει, είπε ότι δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη για την κατάσταση της ενάγουσας τα έτη 2000 και 2001 αφού δεν την έχει δει και ότι το 2004 που την είδε δεν υπήρχε εξόγκωμα στο πόδι της, ούτε ορατό, ούτε ψηλαφητό. Όταν του υποδείχθηκαν εκ νέου οι ακτινογραφίες, τεκμήριο 20, και των δύο ποδιών της ενάγουσας δέχτηκε ότι υπάρχει πολύ ελαφριά γωνίωση του οστού στο αριστερό πόδι που φαίνεται στην profil ακτινογραφία και δεν φαινόταν στις ακτινογραφίες που ο ίδιος έβγαλε. Ήταν η θέση του ότι η γωνίωση είναι στο σημείο του κατάγματος είναι κανονικό και παρατηρείται και δεν είναι η ακτινογραφία που έχει σημασία, αυτό δεν φαίνεται κλινικά ούτε εμποδίζει τον ασθενή στην καθημερινή του δραστηριότητα αφού το κάταγμα δεν είναι στην άρθρωση. Δέχτηκε βέβαια ότι το θέμα είναι υποκειμενικό και εξαρτάται από τον ασθενή όπως και το γεγονός ότι η γωνίωση αυτή είναι επακόλουθο του κατάγματος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω προσεχτικά όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον μου και αισθάνομαι ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους δεν παρουσιάζει προβλήματα. Ο εξεταστής του δυστυχήματος ΜΕ1 κρίνεται ως αντικειμενικός και αμερόληπτος και δέχομαι εξ ολοκλήρου την μαρτυρία του. Το σημείο Χ στο τεκμήριο 1 υποδείχθηκε στον εν λόγω μάρτυρα από την εναγόμενη. Η ενάγουσα δέχτηκε επίσης ότι συμφώνησε με το σχέδιο και με το σημείο Χ. Από την μαρτυρία της όμως προκύπτει ότι αμφισβητεί τη θέση του σημείου σύγκρουσης το οποίο τοποθετεί πολύ πιο κοντά στο πεζοδρόμιο αφού ανέφερε ότι σε 2-3 βήματα θα έφτανε στο πεζοδρόμιο. Από τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και με βάση τη προφορική μαρτυρία και τα διάφορα τεκμήρια βρίσκω ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε εύρημα σε σχέση με το ακριβές σημείο σύγκρουσης. Πρώτα από όλα το σημείο Χ δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας, η ίδια η ενάγουσα δέχτηκε ότι συμφώνησε με τον Αστυνομικό όταν της έδειξε το τεκμήριο 1 για να του τοποθετήσει που βρισκόταν η ίδια. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο να δεχτώ ότι το σημείο σύγκρουσης είναι αυτό που σημειώνεται με το γράμμα Χ στο τεκμήριο
  6. Ο ΜΕ2 επίσης μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση και δέχομαι τόσο την προφορική του μαρτυρία όσο και το πιστοποιητικό του, τεκμήριο 3, στην ολότητα της. Πολύ καλή εντύπωση μου έχει κάνει η μητέρα της ενάγουσας, ΜΕ
  7. Νιώθω ότι παρουσίασε την κατάσταση της ενάγουσας όπως πραγματικά ήταν και όπως την βίωσε η ίδια χωρίς καμιά δόση υπερβολής. Επίσης παρουσίασε τεκμηριωμένα όλες τις αποδείξεις για τα ποσά που ισχυρίζεται ότι έχει πληρώσει για την αποθεραπεία της ενάγουσας. Η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ουσιαστικά περιορίζεται στις ειδικές ζημιές που αξιεί η ενάγουσα όπως και στην ενίσχυση των ισχυρισμών της για τον πόνο και την ταλαιπωρία. Δέχομαι την μαρτυρία της. Όσον αφορά την μαρτυρία της ανηλίκου-ενάγουσας, ΜΕ4 αναφέρω πρώτα από όλα ότι δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για ευφυές παιδί η οποία αντιλήφθηκε πλήρως τη σημασία του όρκου στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της αμφισβητήθηκε σε τρία κυρίως σημεία. Το πρώτο ήταν η συναίσθηση του κινδύνου (road sense), το δεύτερο τον ισχυρισμό της ότι κτυπήθηκε από την εναγόμενη δύο - τρία βήματα πριν να φτάσει στην άκρια του δρόμου, το σημείο αυτό της μαρτυρίας της δεν το δέχομαι για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω, και κατά τρίτο το τρόπο που αποπειράθηκε να διασταυρώσει το δρόμο. Ήταν η θέση της ότι δεν έτρεξε αλλά περπατούσε κανονικά, ισχυρισμός όμως που συγκρούεται τόσο με το τεκμήριο 14 όσο και από τη μαρτυρία της εναγόμενης και του ΜΥ
  8. Κατά την κυρίως εξέταση της παραδέχτηκε ότι κατά την προσπάθεια της να διασταυρώσει το δρόμο είδε το αυτοκίνητο της εναγόμενης αλλά θεώρησε ότι ήταν μακριά γι΄ αυτό και προχώρησε να διασταυρώσει τον δρόμο ενώ στην αντεξέταση της παραδέχτηκε ότι στη κατάθεση της, τεκμήριο 14 ανέφερε ότι δεν θυμόταν να είχε δει άλλο αυτοκίνητο στο δρόμο εκτός από το αυτοκίνητο της κοπέλας που της έδωσε προτεραιότητα, όπως και ενώ στην κυρίως εξέταση της και στην αντεξέταση της επέμενε ότι διασταύρωσε το δρόμο κανονικά παραδέχθηκε ότι στην κατάθεση της ανέφερε ότι έτρεξε, ο ισχυρισμός της όμως ήταν "δεν έτρεξα, δεν θυμούμαι να έτρεξα, δεν έτρεξα." Επίσης έπεσε σε κάποιες αντιφάσεις σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΕ5 αναφορικά με το πόσες φορές επισκέφτηκε τον Δρ. Σεργίου και κατά πόσο ακόμα τον επισκέπτεται. Η βαρύτητα και σημασία των πιο πάνω αντιφάσεων θα φανεί πιο κάτω. Η ίδια η ενάγουσα περίγραψε τους πόνους και την ταλαιπωρία που πέρασε μέχρι την αποθεραπεία της χωρίς υπερβολές. Παρουσίασε τη κατάσταση της όπως την έχει ζήσει χωρίς προσπάθεια να μεγαλοποιήσει ή να τραγικοποιήσει τα γεγονότα. Αναφορικά με το εξόγκωμα που υπάρχει στο πόδι της επιβεβαίωσε την ύπαρξη του αλλά δεν έδωσε καμιά μαρτυρία αναφορικά με οποιαδήποτε προβλήματα της δημιουργούνται σε σχέση με αυτό. Οι αναφορές της στους πόνους και την ταλαιπωρία της ουσιαστικά έμειναν αναντίλεκτες και δέχομαι τη μαρτυρία της αναφορικά με τα θέματα αυτά. Ο ΜΕ5 επίσης μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση δέχομαι τόσο την προφορική του μαρτυρία όσο και τα πιστοποιητικά που έχει καταθέσει, τεκμήρια 16 και
  9. Αναφέρω ότι σχεδόν όλοι η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού εκτός από την ύπαρξη του εξογκώματος στο πόδι της ενάγουσας ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε από τον ΜΥ3 κατά την αντεξέταση του. Θεωρώ ότι παρουσίασε την εικόνα της ενάγουσας όπως πραγματικά ήταν χωρίς καμιά υπερβολή και δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΥ1 αδιαμφισβήτητα δεν είχε κανένα συμφέρον στην παρούσα υπόθεση. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος, έδωσε γραπτή κατάθεση στην αστυνομία (τεκμήριο 2) και η μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέταση του ουσιαστικά περιορίστηκε στην αναφορά του ότι η ενάγουσα την οποία παρακολουθούσε από την αρχή της προσπάθειας της να διασταυρώσει το δρόμο έτρεξε την ώρα που διασταύρωνε. Το γεγονός ότι έχει υποπέσει σε κάποιες αντιφάσεις αναφορικά με την απόσταση του οχήματος του σε σχέση με το όχημα της εναγόμενης θεωρώ ότι δεν έχει καμιά σημασία και δέχομαι τη μαρτυρία του αναφορικά με το ότι η ενάγουσα έτρεξε κατά την προσπάθεια της να διασταυρώσει το δρόμο. Η θέση του αυτή παρέμεινε σταθερή κατά την αντεξέταση του. Η εναγόμενη σίγουρα είχε τη διάθεση να αποποιηθεί πλήρως της ευθύνης της και να θεωρήσει την ενάγουσα αποκλειστικά υπεύθυνη για το δυστύχημα. Η θέση της ήταν σταθερή και κατά την κυρίως εξέταση και για την αντεξέταση της ότι ενώ κρατούσε κανονικά την πορεία της με πολύ χαμηλή μάλιστα ταχύτητας λόγω της πυκνής κίνησης και έβλεπε συνεχώς μπροστά της χωρίς τίποτε να επηρεάζει την ορατότητα της εκτός από κάποια αυτοκίνητα που ήταν σταματημένα μέσα στο δρόμο μπροστά από την υπεραγορά Φθηνή Γωνιά ξαφνικά και στιγμιαία αντιλήφθηκε κάτι να περνά πολύ γρήγορα από μπροστά της η ίδια αμέσως σταμάτησε χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση της επέμενε ότι αντιλήφθηκε την ενάγουσα ξαφνικά μπροστά της αλλά δέχθηκε ότι στην κατάθεση της, τεκμήριο 21, δεν ανέφερε τίποτα για μια σκιά που πέρασε πολύ γρήγορα μπροστά της ούτε ότι είδε την ενάγουσα να τρέχει στο δρόμο. Η μαρτυρία της έχει κλονιστεί συνεπεία της αντεξέτασης στο καίριο σημείο του κατά πόσο είδε την ενάγουσα να τρέχει και να περνά γρήγορα από μπροστά της γι΄ αυτό και αναφορικά με το σημείο αυτό δεν δέχομαι τη μαρτυρία της. Το γεγονός ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στο δρόμο παρά την υπεραγορά Φθηνή Γωνιά το έχει αναφέρει προφορικά, το είχε αναφέρει και στην γραπτή της κατάθεση αλλά και στον ΜΕ1 όπως ο ίδιος παραδέχτηκε ενόρκως αλλά δεν το σημείωσε στο τεκμήριο
  10. Δέχομαι τη μαρτυρία της αναφορικά με το θέμα αυτό. Ο ΜΥ3 κατέθεσε το πιστοποιητικό του, τεκμήριο 22 και ανέφερε ότι δεν μπορεί να μιλήσει για την προηγούμενη κατάσταση της ενάγουσας όπως και τα πιστοποιητικά των συναδέλφων του τεκμήρια 3, 16 και 19 γιατί ο ίδιος την είδε μόνο μια φορά στις 22.04.
  11. Κατά την κυρίως εξέταση του και την αντεξέταση του επέμενε ότι δεν υπάρχει εξόγκωμα στο πόδι της ενάγουσας, η μαρτυρία του για το θέμα αυτό απορρίπτεται αφού έχω δεχτεί στην ολότητα της την μαρτυρία του Δρ. Σεργίου, ΜΕ
  12. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας ενώ κατά την κυρίως εξέταση του αρνήθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε γωνίωση κατά την αντεξέταση του και αφού είδε τις συγκριτικές ακτινογραφίες, τεκμήριο 20, δέχτηκε ότι υπάρχει και ότι αυτό προκλήθηκε από το γεγονός ότι η ενάγουσα υπέστη κάταγμα στο αριστερό πόδι συνεπεία του δυστυχήματος. Ως επακόλουθο της αξιολόγησης βρίσκω ότι στις 06.06.2000 η ενάγουσα ήθελε να μεταβεί στην υπεραγορά Φθηνή Γωνιά. Η μητέρα της την σταμάτησε στο παράλληλο δρόμο με την Λεωφόρο Φανερωμένης ο οποίος όμως βρίσκεται σε ύψωμα. Η ενάγουσα κατέβηκε από το ύψωμα περίμενε στην άκρια του δρόμου να βρει ευκαιρία να διασταυρώσει τη Λεωφόρο Φανερωμένης. Σε κάποια στιγμή βρήκε ευκαιρία και διασταύρωσε το μισό δρόμο, αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της εναγόμενης να κινείται προς τα αριστερά της, θεώρησε ότι μπορούσε να περάσει απέναντι και έτρεξε προς την άκρια του δρόμου. Μόλις πέρασε 90εκ. τη μέση του δρόμου προς το πεζοδρόμιο κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο της εναγόμενης στην αριστερή λωρίδα του δρόμου ως προς την πορεία της εναγόμενης στο σημείο Χ (τεκμήριο 2) και σε απόσταση 3.10μ. από το αριστερό πεζοδρόμιο. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας είναι 50χλμ/ω. Η ορατότητα της εναγόμενης σε σχέση με την πορεία της μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν πολύ καλή. Η εναγόμενη κτύπησε την ενάγουσα με το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της το οποίο δεν κινείτο εντελώς κοντά στο πεζοδρόμιο λόγω του ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα μέσα στο δρόμο κοντά στην υπεραγορά Φθηνή Γωνιά. Δεν βρέθηκαν ίχνη φρένων στο δρόμο. Η κίνηση στο δρόμο ήταν πυκνή και από τις δύο κατευθύνσεις από τον κόσμο που σχόλανε. Η έννοια της αμέλειας, οι ευθύνες, τα δικαιώματα και καθήκοντα των οδηγών ως και οι προεκτάσεις της αμέλειας, έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης κατ΄ επανάληψη. Η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον αυτό οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού του γείτονα. Τα όρια της επιμέλειας διαγράφονται από τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» τον οποίο ο οδηγός οφείλει να μην εκθέσει σε κίνδυνο τον οποίο λογικά μπορεί να προβλέψει. (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου

(1991)1 ΑΑΔ 475, Παναγιώτου ν. Μαύρου
(1970)1 ΑΑΔ 215, Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 48). Η έννοια του καθήκοντος για επιμέλεια ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, δηλαδή ότι η ενεργούμενη, παρά το καθήκον επιμέλειας, πράξη, μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα [βλ. Στρατμάρκο (ανωτέρω)]. Αν η δυνατότητα εμφάνισης του κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα εμφάνισης του κινδύνου είναι απλή δυνατότητα η οποία δεν θα ερχόταν στο μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια επειδή δεν πάρθηκαν έκτακτες προφυλάξεις. Τα καθήκοντα των πεζών, όταν χρησιμοποιούν τους δρόμους διατυπώνονται στο Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 34 σελ. 40, παρ. 49 και η σχετική διατύπωση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Λουκά
(1985)1 ΑΑΔ 91. Σύμφωνα με αυτή, οι πεζοί δικαιούνται να τυγχάνουν εύλογης προστασίας από τους οδηγούς, αλλά οφείλουν και οι ίδιοι να παίρνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Στην υπόθεση Ταβέλλης ν. Ευαγγέλου
(1984)1 ΑΑΔ 480, που υιοθετήθηκε και από την υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου και ο πεζός είναι και οι δύο τους πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο και ο καθένας έχει καθήκον να επιδείξει προσοχή προς τον άλλο και προς τους άλλους που χρησιμοποιούν το δρόμο και αν αποτύχουν στην εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, τότε με βάση τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ο ένας από αυτούς ή και οι δύο τους μπορεί να βρεθούν ένοχοι για την αμέλεια που οδήγησε στο δυστύχημα (βλ. επίσης Παπαχριστοδούλου ν. Χ" Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426, Παρπούνα ν. Πατρόκλου Πολ. Έφ. 8043 ημερ. 03.03.94, Νικολάου ν. Γεωργίου Πολ. Έφ. 8197 ημερ. 01.12.93). Στην υπόθεση Patsalides v. Milikouri
(1981)1 CLR 158, το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, θεωρώντας ότι αν ο εναγόμενος-οδηγός, έδειχνε την πρέπουσα προσοχή δεν θα γινόταν το ατύχημα και τον βρήκε αποκλειστικά υπεύθυνο για τον τραυματισμό του ενάγοντα-πεζού, ο οποίος κτυπήθηκε στην προσπάθεια να διασταυρώσει το δρόμο από δεξιά στα αριστερά εν σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και όταν είχε καλύψει απόσταση 30 π και βρισκόταν μόνο 2½ πόδια από την αριστερή πλευρά του δρόμου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να επικεντρωθεί στο προσδιορισμό του καθήκοντος που όφειλε η εναγόμενη έναντι του ενάγοντος και στη συνέχεια ν΄ αποφασίσει κατά πόσο αυτό το καθήκον το έχει εκπληρώσει. Η εναγόμενη, με βάση τα ευρήματα στα οποία το Δικαστήριο έχει καταλήξει και τα περιστατικά της υπόθεσης, έχει καθήκον να είναι ιδιαίτερα προσεκτική και σε κατάσταση εγρήγορσης ενώ οδηγούσε σε κύριο δρόμο την ώρα της αιχμής κοντά σε υπεραγορά στην οποία βρισκόταν συγκεντρωμένος κόσμος γιατί ο κίνδυνος εισόδου πεζών στο δρόμο συμπεριλαμβανομένων και παιδιών ήταν έκδηλα προβλεπτός και αναμενόμενος. Περαιτέρω, είχε καθήκον να οδηγεί το αυτοκίνητο της με τέτοια ταχύτητα που να της επέτρεπε να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά σε περίπτωση εκδήλωσης τέτοιου κινδύνου, τον οποίο όφειλε να αντιληφθεί ενόψει και της μεγάλης ορατότητας που της επέτρεπε η πορεία της. Κατά την άποψη μου τα πιο πάνω καθήκοντα που είχε η εναγόμενη έναντι της ανηλίκου ενάγουσας παρέλειψε να τα εκπληρώσει. Πιο συγκεκριμένα η εναγόμενη ήταν σε θέση να αντιληφθεί την είσοδο της ανήλικης στο δρόμο από ικανή απόσταση και να πάρει αποτελεσματικά μέτρα αποφυγής του δυστυχήματος. Το ότι παρέλειψε να την αντιληφθεί και να πάρει έγκαιρα μέτρα αποφυγής του δυστυχήματος συμπεραίνεται και από την απουσία ιχνών τροχοπέδησης στο δρόμο. Η ανήλικη κτυπήθηκε μόλις μπήκε στην πορεία της εναγόμενης όπως προκύπτει από σημείο Χ στο τεκμήριο 2 και τις μετρήσεις που βρίσκονται σε αυτό. Η εναγόμενη δεν αντιλήφθηκε την ενάγουσα να τρέχει κατά τη στιγμή του δυστυχήματος κάτι το οποί εξάγεται και από το τεκμήριο 21 και από την αντεξέταση της. Κατά συνέπεια η ταχύτητα της δεν ήταν μέσα σε τέτοια ασφαλή όρια που να της επέτρεπαν να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά έναντι αυτού του κινδύνου. Κατά συνέπεια κρίνω ότι επέδειξε στην πρόκληση του ατυχήματος. Η κατάληξη στο ότι η ταχύτητα της δεν ήταν μέσα στα όρια που επέβαλλαν οι περιστάσεις, απορρέει από την απλή κοινή λογική στην οποία το Δικαστήριο προσφεύγει (βλ. Nicolaides v. Zachariades
(1988)1 CLR 168 και Shakolas v. Agathagelou
(1983)1(B) CLR 1007). Το δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η ενάγουσα είναι ένοχη συντρέχουσας αμέλειας. Είναι νομολογημένο ότι δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες στον καταμερισμό της ευθύνης. Ο πρώτος είναι η υπαιτιότητα που συναρτάται με την εκπλήρωση καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και ο δεύτερος, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο ενεχομένων προσώπων και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Κασάπη
(1988)1 ΑΑΔ 25, Ειρήνη Ιορδάνους ν. Γιάγκου Κυριάκου Πολ. Έφεση 9081 ημερ. 20.12.96, Κώστας Κυριακίδης ν. Χρυστάλλα Στυλιανού Πολ. Έφεση 9043 ημερ. 27.01.1997). Με βάση τα ευρήματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε η εννιάχρονη τότε ενάγουσα αντιλήφθηκε το όχημα της εναγόμενης να κινείται στο δρόμο σε κάποια απόσταση. Παρόλα αυτά επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο τρέχοντας εκθέτοντας τον εαυτό της σε προβλεπτό κίνδυνο. Κατά συνέπεια κρίνω ότι επέδειξε και αυτή αμέλεια στη πρόκληση του δυστυχήματος η οποία συνιστάται στη παράλειψη της να επιδείξει καθήκον επιμέλειας προς την εναγόμενη που χρησιμοποιούσε το δρόμο καθώς επίσης και στη παράλειψη της να πάρει μέτρα αυτοπροστασίας της. Σχετική είναι η υπόθεση Α. Αλεξάνδρου ν. Α. Λεβέντη Πολ. Έφεση 8452 και 8463 ημερ. 24.04.96 αποφασίστηκε ότι η προηγούμενη απόφαση Jones v. Lawrence
(1969)3 All E.R. 267 στην οποία δεν αποδόθηκε ευθύνη σε ανήλικο ηλικίας τότε 7 χρονών και 3 μηνών ο οποίος διασταύρωσε το δρόμο παρά τη παρουσία επερχόμενου οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε με το αιτιολογικό ότι παιδιά εκείνης της ηλικίας εύκολα αφαιρούνται και παραγνωρίζουν κινδύνους για την ασφάλεια τους, δεν καθιερώνει αρχή δικαίου ότι παιδία της ηλικίας του ανήλικου σε εκείνη τη περίπτωση δεν είναι αρκετά ικανά να μεριμνήσουν για την ασφάλεια τους στο δρόμο ή ότι η απόδοση αμέλεια ή συντρέχουσας αμέλειας σε αυτά δεν μπορεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να δικαιολογηθεί. Αναφέρω επίσης την υπόθεση Foskett v. Mistry
(1984)RTR 1 (CA) όπου υποστηρίζει ότι το αίσθημα ευθύνης του ανήλικου για την ασφάλεια του δεν μπορεί να εξ ισωθεί με εκείνο του ενήλικα και ότι ο παράγοντας αυτός λαμβάνεται υπόψη στο καταμερισμό της ευθύνης όπου η εμπλακέντες στο δυστύχημα είναι αντίστοιχα ενήλικας και ανήλικος. Στη προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα κατέθεσε ότι είδε το αυτοκίνητο της εναγόμενης αλλά πίστευε ότι είχε χρόνο να διασταυρώσει το δρόμο. Από την κατάθεση της, τεκμήριο 14, και από τη μαρτυρία του ΜΥ1 το Δικαστήριο έχει ήδη κάνει εύρημα ότι η ενάγουσα έτρεξε για να διασταυρώσει το δρόμο. Επίσης η μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας όσο και του ΜΥ1 ήταν ότι δεν μπήκε στο δρόμο χωρίς να σταματήσει στην άκρια προηγουμένως για να ελέγξει τη κίνηση. Αυτά δείχνουν κατά την άποψη μου ότι η ενάγουσα είχε την αίσθηση του κινδύνου και η κίνηση της να διασταυρώσει το δρόμο δεν επρόκειτο για στιγμιαία αντίδραση αλλά για προγραμματισμένη πράξη διασταύρωσης του δρόμου. Όπως ανέφερα πιο πάνω η ενάγουσα παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον επιμέλειας που την βάρυνε. Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι η ενάγουσα είχε την αίσθηση του κινδύνου και ότι λόγω της αμέλειας της συνέβαλε στη ζημιά στην οποία υπέστη. Κατά συνέπεια κρίνω ότι και στην ενάγουσα θα πρέπει να επιρριφθεί αμέλεια. Αφού έλαβα υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταμερίζω την ευθύνη κατά 75% στην εναγόμενη και 25% στην ενάγουσα. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την αξίωση της ενάγουσας για γενικές αποζημιώσεις. Είναι νομολογημένο ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται για τραύματα, πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισμού χωρίς όμως να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγούντος. Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων σε μια προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. (βλ. μεταξύ άλλων Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1989)1 ΑΑΔ 145, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 ΑΑΔ 789, Παπανεοφύτου ν. Χ" Δημητρίου
(1992)1 ΑΑΔ 430 και Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 ΑΑΔ 1303). Είναι επίσης δεκτό ότι ποσά που επιδικάζονται σε άλλες υποθέσεςι ε΄χουν καθοδηγητική σημασία γιατί δεν υπάρχουν δύο παρόμοιες υποθέσεις που απορρέουν από δυστυχήματα (βλ. Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298). Σύμφωνα με τα τεκμήρια 3, 16, 19 και 22 η ενάγουσα υπέστη κάταγμα της διάφυσης του αριστερού μηριαίου οστού. Το κάταγμα ακινητοποιήθηκε με δερμάτινη έλξη σε νάρθηκα Thomas. Η ενάγουσα εισήχθη στο νοσοκομείο για παρακολούθηση και νοσηλεία για τρεις εβδομάδες όπου και απελύθη με τον ειδικό νάρθηκα τύπου Thomas. Επτά εβδομάδες μετά τον τραυματισμό επήλθε ικανοποιητική πώρωση του κατάγματος και αφαιρέθη η δερμάτινη έλξη και ο νάρθηκας Thomas. Σε αυτά συμφωνούν και οι τρεις γιατροί που εξέτασαν την ενάγουσα. Ο Δρ. Σεργίου στα τεκμήρια 16 και 19 αναφέρει ότι υπάρχει ελαφρά γωνίωση του άνω τεταρτημόριου του αριστερού μηριαίου οστού προς τα εμπρός. Η εξόγκωση είναι εμφανής στην περιοχή του αριστερού μηρού. Η ελαφριά γωνίωση έγινε παραδεχτή προφορικά και από τον Δρ. Ταντελέ κατά τη προφορική μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Όχι όμως το εξόγκωμα το οποίο υπάρχει στη περιοχή του μηρού. Η ενάγουσα είπε ότι υπέστη μεγάλο πόνο και ταλαιπωρία. Αυτός ο ισχυρισμός της είναι πολύ βάσιμος εάν κάποιος αναλογιστεί την ηλικία της το γεγονός ότι για επτά εβδομάδες είχε το πόδι της ακινητοποιημένο σε νάρθηκα και μάλιστα κατά την καλοκαιρινή περίοδο που κλιματολογικές συνθήκες της Κύπρου είναι πολύ ζεστές. Η ενάγουσα έπρεπε να κάνει εντατικά μαθήματα υδροθεραπείας και ακόμα και σήμερα μπορεί να αισθανθεί πόνο ιδιαίτερα από την αλλαγή των καιρικών συνθηκών αλλά και κόπωση όταν στέκεται πολλές ώρες. Θεωρώ ότι τα τραύματα της ήταν σοβαρά. Με γνώμονα τη νομολογία στην οποία έχω προστρέξει για επιδίκαση αποζημιώσεων για παρόμοια τραύματα και με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί από την ενάγουσα, τον ΜΕ2, τον ΜΕ5 αλλά και τον ΜΥ3 όπως αυτή έχει αξιολογηθεί πιο πάνω κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των Λ.Κ.8.000 είναι ικανοποιητικό για την περίπτωση της ενάγουσας. Αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Στεφάτος ν. Μιχαήλ, Ε.Δ. Λευκωσίας, υπόθεση αρ. 4057/82 ημερ. 06.04.87, Χριστοφή ν. Στεφάνου, Ε.Δ. Λευκωσίας, υπόθεση αρ. 94/84 ημερ. 31.03.88, Πολ Έφ. 6771 ημερ. 11.07.89, Αγωγή 299/88 Ε.Δ. Λεμεσού Wilson, ανήλικος ν. Ιωάννου ημερ. 11.05.90 και τη Πολ Έφ. 11331 ημερ. 23.10.
  1. Έχοντας στο νου μου το καταμερισμό της ευθύνης ανωτέρω η ενάγουσα νομιμοποιείται σε απόφαση για Λ.Κ.6.000 αντιπροσωπεύει το 75% που αποτελεί το ποσοστό ευθύνης του δυστυχήματος το οποίο έχει επιρριφθεί στην εναγόμενη ως γενικές αποζημιώσεις. Για το ποσό αυτό η ενάγουσα δικαιούται τόκο προς 8% από τις 06.06.2000 μέχρι τη τελική αποπληρωμή του. Η ενάγουσα διεκδικεί επίσης ειδικές αποζημιώσεις. Με βάση όλα τα τεκμήρια που είχαν κατατεθεί επί πλήρους ευθύνης η ενάγουσα έχει αποδείξει ειδικές ζημιές ύψους Λ.Κ.902,
  2. Εφαρμόζοντας το ανάλογο ποσοστό ευθύνης, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούται απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.677,20 ως ειδικές αποζημιώσεις. Για όλα τα πιο πάνω επιδικάζεται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης απόφαση για α) Λ.Κ.6.000 με τόκο 8% ετησίως από 06.06.00 β) ως ειδικές αποζημιώσεις Λ.Κ.677,20 με νόμιμο τόκο από 03.01.
  3. Επιδικάζονται επίσης προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης έξοδα στην αντίστοιχη κλίμακα τα οποία αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. Τα επιδικασθέντα ως αποζημιώσεις ποσά αφού εισπραχθούν να κατατεθούν εντόκως στο όνομα της ανήλικης σε Τράπεζα ή Συνεργατικό Ίδρυμα και βεβαίωση της κατάθεσης να προσκομισθεί μέσα σε 15 μέρες στο Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.