Φίλιππος Ζορπάς κ.α. ν. Παναγιώτη Μουγιάρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4311/05, 8 Δεκεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4311/05 Μεταξύ:
- Φίλιππος Ζορπάς
- Γιώργος Χατζηδημητρίου
- Δημήτρης Χατζηδημητρίου Εναγόντων -Αιτητών
- Παναγιώτη Μουγιάρη διά των πληρεξουσίων αντιπροσώπων του Ανδρέα Γ. Μουγιάρη και Ομήρου Μουγιάρη
- SO EASY KIOSKS LTD Εναγομένων - Καθ'ών η Αίτηση Αίτηση για προσωρινό Διάταγμα Ημερ. 18.11.2005 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Δεκεμβρίου 2005 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές - Εναγόμενους : κ. Χρ. Ιωσηφίδης Για τον Καθ΄ού η αίτηση 1 - εναγόμενο 1: κ. Χρ. Σκορδής Για την Καθ΄ής η αίτηση 2 - εναγόμενη 2: κ. Χρ. Σκοδρής δια Α. Χαραλάμπους (για να ακούσει την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.11.2005 οι ενάγοντες καταχώρησαν γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξίωναν εναντίον των Εναγομένων: Α. Διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι είναι οι νόμιμοι κάτοχοι και/ ή δικαιούχοι και/ ή ενοικιαστές του καταστήματος ¨Το κάτι άλλο¨ στην Πλατεία Ηρώων (Εκκλησιών) στην Αθηαίνου, δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου που υπογράφθηκε στις 29.12.2004 με ισχύ μέχρι τις 31.12.
- Β. Διάταγμα διατάττον τους εναγόμενους και/ ή τους υπηρέτες τους και/ ή αντιπροσώπους τους να παύσουν να επεμβαίνουν επί του καταστήματος και/ ή επί του περιεχομένου του καταστήματος ¨Το κάτι άλλο¨ στην Πλατεία Ηρώων (Εκκλησιών) στην Αθηαίνου. Γ. Διάταγμα διατάττον τους εναγόμενους και/ ή τους υπηρέτες τους, και/ ή τους αντιπροσώπους τους να επαναφέρουν το κατάστημα ¨Το κάτι άλλο¨ στην Πλατεία Ηρώων (Εκκλησιών) εις την προτέραν αυτού κατάσταση και να επανεγκαταστήσουν την επίπλωση/ εξοπλισμό του καταστήματος τον οποίο έχουν αφαιρέσει. Δ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ ή κατοχή και/ ή οχληρία για ζημιές και/ή απώλεια χρήσης/ εισοδημάτων που υπέστησαν οι ενάγοντες σε σχέση με το κατάστημα ¨Το κάτι άλλο¨στην Πλατεία Ηρώων (Εκκλησιών) στην Αθηαίνου λόγω πράξεων και/ή παραλείψεων των εναγομένων. Με βάση τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα αιτητικά του κλητηρίου εντάλματος τους και στα όσα υποστήριζε η ένορκος δήλωση που συνόδευε την αίτηση τους που έφερε την ίδια πιο πάνω ημερομηνία, εξασφάλισαν αυθημερόν από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι διατάσσονταν όπως οι ίδιοι ή οι υπηρέτες και/ ή αντιπρόσωποι τους παύσουν να επεμβαίνουν επί του καταστήματος (καφετέρια) ¨ Το κάτι άλλο¨ στην Πλατεία Ηρώων (Εκκλησιών) στην Αθηαίνου και/ ή να σταματήσουν και / ή αναστείλουν την εκτέλεση εργασιών επί και/ ή εντός του εν λόγω καταστήματος για αλλαγή χρήσης του καταστήματος (καφετέρια) και/ ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, μέχρι αποπερατώσεως της παρούσης αγωγής. Το διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση στις 23.11.
- Εκείνη την ημερομηνία οι συνήγοροι που εμφανίστηκαν και για τους δύο εναγόμενους προέβαλαν ένσταση και ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 6.12.2005 με οδηγίες για καταχώρηση των γραπτών ειδοποιήσεων ενστάσεων τους. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/60) στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 2 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση την οποία υπέγραψαν όλοι οι ενάγοντες αποτελεί το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση την οποία υπέγραψε μόνο ο 2ος εναγόμενος επισυνάφθηκε ως Παράρτημα 1 το ενοικιαστήριο έγγραφο, στο οποίο αν και έκαμναν αναφορά στην αρχική ένορκη δήλωση τους εντούτοις, εκ παραδρομής δεν το είχαν επισυνάψει. Στην ένορκο δήλωση τους αναφέρονται με λεπτομέρειες σε διάφορα γεγονότα τα οποία περιστοιχίζουν το αίτημα τους και καταδεικνύουν τη σχέση τους με κατάστημα επί της Πλατείας Ηρώων (Εκκλησιών) στην Αθηαίνου και περιγράφουν πως προέκυψε η διαφορά τους με τους εναγόμενους για την οποία καταχώρησαν την αγωγή και την παρούσα αίτηση τους. Στις ειδοποιήσεις περί προθέσεως ενστάσεως τους οι εναγόμενοι - καθ΄ ών η αίτηση παραθέτουν με ενόρκους δηλώσεις συνοδευόμενες από τεκμήρια - έγγραφα, τα γεγονότα που προκάλεσαν την ισχυριζόμενη από τους ενάγοντες διαφορά, προβάλλοντας διαμετρικά αντίθετους ισχυρισμούς πέραν της νομικής επιχειρηματολογίας που αναπτύσσουν για τους λόγους που καθιστούν, κατά την άποψη τους την αίτηση αστήρικτη και καταχρηστική, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση τέτοιας φύσης διατάγματος. Το διάταγμα, περαιτέρω ισχυρίζονται, δημιουργεί πίεση στους εναγόμενους και εκδόθηκε επί σκοπού και κατά κατάχρηση της διαδικασίας, χωρίς την αποκάλυψη όλων των γεγονότων που περιστοιχίζουν την αίτηση. Σε περαιτέρω λεπτομέρειες των ισχυρισμών που οι δύο πλευρές προβάλλουν στις ενόρκους τους δηλώσεις τους θα αναφερθώ κατωτέρω, όπου χρειαστεί, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάσθηκαν και οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ανέπτυξαν νομική επιχειρηματολογία και αναφέρθηκαν στα γεγονότα που περιγράφονται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και τις ειδοποιήσεις περί της πρόθεσης ένστασης. Ο κ. Ιωσηφίδης, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προϋποθέσεις που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων υποστήριξε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συνοπτικά ανέφερε ότι η 1η προϋπόθεση στοιχειοθετείται από παράβαση πρώτα, της γραπτής συμφωνίας, δηλαδή του ενοικιαστηρίου εγγράφου με τον εναγόμενο 1 και δεύτερο μιας δεύτερης συμφωνίας για εγκατάλειψη του ενοικιαζόμενου υποστατικού με την καταβολή σε αυτούς αποζημίωσης ύψους Λ.Κ.2.
- Κατά συνέπεια, υποστήριξε οι ενάγοντες - αιτητές έχουν αποκαλύψει καλή και συζητήσιμη υπόθεση. Η 2η προϋπόθεση είναι αυτονόητη καθ΄ότι έχουμε παράνομη επέμβαση σε κατάστημα του οποίου την νόμιμη κατοχή είχαν οι ενάγοντες δυνάμει εν ισχύει ενοικιαστηρίου εγγράφου. Οι ενέργειες των εναγομένων να αφαιρέσουν τον εξοπλισμό των εναγόντων και να τον τοποθετήσουν επί του πεζοδρομίου συνιστά παράνομη παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων και όταν προέβαιναν σε αυτή την ενέργεια ήταν σε γνώση τους για τις αξιώσεις των εναγόντων. Για όλα τα πιο πάνω οι ενάγοντες έχουν καταδείξει την πιθανότητα να δικαιούνται θεραπείας έναντι των εναγομένων. Τέλος αναφορικά με την 3η προϋπόθεση οι ενάγοντες με την άρνηση τους να παραδώσουν τα κλειδιά του καταστήματος έκαμναν φανερή την πρόθεση τους να μην εγκαταλείψουν το υποστατικό του οποίου ουδέποτε τερμάτισαν την ενοικίαση. Οι κ.κ. Σκορδής και Χαραλάμπους αναφερόμενοι στα γεγονότα που περιστοιχίζουν την υπόθεση όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις των καθ΄ών η αίτηση κάλεσαν το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα υπέρ των εναγομένων καθώς δεν πληρούνται οι απαιτούμενες υπό του νόμου προϋποθέσεις. Υποστήριξαν ότι οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση τους είχαν αποκρύψει γεγονότα τα οποία εάν τα αποκάλυπταν δεν θα εκδιδόταν μονομερώς το διάταγμα του οποίου επιδιώκουν την ακύρωση. Οι ενάγοντες δεν υπόκεινται σε ανεπανόρθωτη ζημιά διότι η ζημιά την οποία αξιώνουν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και μάλιστα αυτή προσδιορίζεται επ΄ ακριβώς στην ένορκο δήλωση τους. Ήταν οι ίδιοι οι αιτητές που παρουσίασαν στον Καθ΄ού η Αίτηση 1 τους Καθ΄ών η Αίτηση 2 και τότε τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία λόγω δυσκολίας τους να ανταποκριθούν περαιτέρω στο ενοικιαστήριο έγγραφο καθώς η επιχείρηση τους δεν ήταν επιτυχής, υποσχόμενοι ότι θα παρέδιδαν τα κλειδιά όταν θα απομάκρυναν κάποια αντικείμενα τους. Προς τούτο οι Καθ΄ών η Αίτηση, προχώρησαν και συνήψαν μεταξύ τους συμφωνία ενοικιάσεως του υποστατικού, τους όρους μάλιστα του οποίου τους είχαν συμφωνήσει στην παρουσία των εναγόντων χωρίς αυτοί να προβάλουν οποιαδήποτε αξίωση. Τα όσα αναφέρουν οι ενάγοντες για ύπαρξη συμφωνίας καταβολής σε αυτούς αποζημιώσεως ύψους Λ.Κ.2.500 δεν μπορεί να είναι παρά εκ των υστέρων σκέψεις. Η είσοδος του Καθ΄ού η αίτηση 1 στο υποστατικό ήταν σε γνώση των αιτητών εφόσον τους ειδοποίησε ότι θα το έκαμνε όταν αυτοί κωλυσιεργούσαν και δεν του παρέδιδαν το κλειδί. Περαιτέρω ισχυρίστηκαν ότι οι Αιτητές δεν απόσεισαν το βάρος που είχαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους οι οποίοι αμφισβητήθηκαν από τους Καθ΄ών η Αίτηση και δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν επί αυτών τους ενόρκως δηλούντες. Μόνο εξ αυτού του λόγου θα πρέπει το διάταγμα να απορριφθεί. Το ίδιο πρόσωπο που επικαλούνται οι αιτητές για να στηρίξουν την συμφωνία για αποζημίωση τους με το ποσό των Λ.Κ.2.500, με ένορκο δήλωση του απορρίπτει τους ισχυρισμούς τους και δεν τον κάλεσαν να τον αντεξετάσουν. Υπάρχει τέλος αντίφαση στα όσα ισχυρίζονται οι αιτητές καθώς εάν υποστηρίζουν ότι η συμφωνία ενοικίασης είναι εν ισχύ τότε πώς αξιώνουν ταυτόχρονα το ποσό των Λ.Κ.2.500 ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας. Εκείνο το οποίο αξιώνουν οι ενάγοντες αποτιμάται σε χρήμα και είναι καθορισμένο και συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.2.5000 σύμφωνα με την ένορκη δήλωση τους. Το εκδοθέν διάταγμα εάν ήθελε οριστικοποιηθεί ουσιαστικά θα είναι ταυτόσημο με τις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει κατ΄ ουσία και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων καθ΄ότι θα λειτουργούσε εκβιαστικά έναντι των εναγομένων εν όψη της μεγάλης ζημιάς στην οποία θα υπόκεινται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 4 εφαρμόζεται εκεί που η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό τη προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος με μονομερή αίτηση δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα, στον αιτητή, ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει το αίτημα του για την παροχή θεραπείας (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1453). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύτηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ άλλων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς (δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Το Άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (βλέπε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστυκών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates (ανωτέρω), National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises SA
(1989)1 A.A.Δ. 182, Zεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Vuitton v. Dermosak Limited κ.α. (ανωτέρω), αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
- i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ των εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (G) A.A.Δ. 1791, Akis Express ν. Aris Expres
(1998)(1A) Α.Α.Δ. σελ. 149). Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων (που εν προκειμένω δεν υπήρξε). Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Στο στάδιο όμως αυτό το δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιόν του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Α.32 του Ν.14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, οι αιτητές πρέπει να παραθέσουν ενώπιον του δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (δέστε Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd.
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (δέστε Jonitexo Ltd v. Adidas.
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 209). Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία όπως υποδεικνύεται στην (Odysseos ανωτέρω) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με γνώμονα λοιπόν τις πιο πάνω νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις ή αρχές που καθιερώθηκαν σε ό,τι αφορά την εξέταση αυτής της φύσης των αιτημάτων θα προσπαθήσω στη συνέχεια έχοντας υπόψη τις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου. Σίγουρα τα όσα θα ακολουθήσουν δεν θα πρέπει να εκληφθούν ότι αποτελούν τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Εκείνο το οποίο θα επιχειρηθεί είναι να καταδειχθεί η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα καθιστούσαν έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/
- Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 (εφόσον έχει ευρύτερη εφαρμογή από τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6). Για να καταδείξουν οι αιτητές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στη συνέχεια ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί αν έχουν δικαίωμα να ζητήσουν θεραπεία εναντίον του συγκεκριμένου εναγομένου. Η κύρια βάση της αγωγής είναι η αξίωση για την έκδοση διαταγμάτων που να αναγνωρίζει και κατοχυρώνει το δικαίωμα τους σε κατοχή του επίδικου ακινήτου από την ισχυριζόμενη παράνομη και αυθαίρετη και χωρίς δικαίωμα, όπως είναι ο ισχυρισμός τους, ανάληψη της κατοχής εκ μέρους του εναγομένου 1 ο οποίος είναι παραδεκτό ότι παραβίασε την είσοδο του υποστατικού και ανέλαβε την κατοχή του την οποία στη συνέχεια παρέδωσε στην εναγομένη
- Θα πρέπει επομένως να εξεταστεί κατά πόσο πράγματι αποστερούνται αυτά τα δικαιώματα τους οι ενάγοντες από τους εναγομένους που τους νομιμοποιεί να αξιώνουν την έκδοση των ανωτέρω διαταγμάτων. Τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τις ενόρκους δηλώσεις και είναι αναμφισβήτητα είναι ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν σε κάποιο στάδιο να παραδώσουν την κατοχή του υποστατικού και να απαλλαγούν από τους όρους και υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από το ενοικιαστήριο έγγραφο που είχαν με τον εναγόμενο
- Είναι παραδεκτό επίσης ότι η όποια ισχυριζόμενη συμφωνία έγινε και αφορούσε την καταβολή σε αυτούς οποιασδήποτε αποζημίωσης δεν έχει να κάμει με τον εναγόμενο - καθ΄ού η αίτηση 1, πουθενά στην ένορκο δήλωση τους δεν αναφέρουν ότι πριν τη σύναψη εκ μέρους των καθ΄ών η αίτηση του μεταξύ τους ενοικιαστηρίου συμβολαίου περιήλθε σε γνώση του εναγομένου 1 ότι αυτοί συμφώνησαν και θα ελάμβαναν αποζημίωση το ποσό των Λ.Κ.2.500 από τους εναγόμενους - καθ΄ών η αίτηση
- Ήταν σύμφωνοι στο να τερματιστεί το ενοικιαστήριο έγγραφο τους και προς τούτο όπως παραδέχονται στην παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως τους όταν τους είχαν επισκεφθεί οι εκπρόσωποι της εναγομένης 2 στις 24.10.2005 στο υποστατικό και επιβεβαίωσαν το ενδιαφέρον τους και τους ζήτησαν να το ελευθερώσουν, αμέσως άρχισαν ενέργειες προς αυτόν το σκοπό με το ξήλωμα και μετακόμιση μέρους της επίπλωσης και εξοπλισμού. Την μετακόμιση την ανέστειλαν αργότερα όταν στις 31.10.2005 πληροφορήθηκαν από την 2η εναγομένη - καθ΄ής η αίτηση 2 ότι δεν θα τους πλήρωνε το ποσό, που κατ΄ ισχυρισμό τους, συμφώνησαν. Κατά συνέπεια όλα αυτά καταδεικνύουν αντιφατικότητα σε όσα επιδιώκουν και αξιώνουν οι ενάγοντες - αιτητές που κλονίζουν στη σκέψη του δικαστηρίου όσον αφορά τον εναγόμενο - καθ΄ού η αίτηση 1 τόσο ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εναντίον του όσο και της πιθανότητας να δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες από αυτόν. Τώρα ως προς την εναγομένη- καθ΄ ής η αίτηση 2 και πάλιν προκύπτουν ζητήματα τα οποία δεν μου επιτρέπουν να αποφανθώ ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Αυτό προκύπτει και πάλιν από την ισχυριζόμενη συμφωνία που έκαμαν με αυτούς για την αποζημίωση τους με το ποσό των Λ.Κ.2.
- Η συμφωνία, ισχυρίζονται, οι αιτητές, έγινε με τον Όμηρο Μοτίτη, εκπρόσωπο της εναγομένης 2, όπως τον αποκαλούν. Αυτός όμως, υπέγραψε μια από τις ενόρκους δηλώσεις που στηρίζουν την ένσταση της εναγομένης 2 ο οποίος αρνείται ότι συνέβη οτιδήποτε από όσα του αποδίδουν οι ενάγοντες και αρνείται ότι υπήρξε ποτέ εκπρόσωπος της εναγόμενης
- Οι ενάγοντες παρόλο ότι είναι επ΄αυτού του ουσιώδους ισχυρισμού τους που στήριξαν την έκδοση του διατάγματος, εντούτοις, δεν ζήτησαν να τον αντεξετάσουν. Όπως δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν και τον Κώστα Μάρκου, την γνώση του οποίου επίσης επικαλούνται στη παρ. 7 της ενόρκου δηλώσεως τους και ο οποίος επίσης με την ένορκο δήλωση του αρνείται ότι γνώριζε οτιδήποτε περί αυτού του θέματος. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων παρέμειναν μετέωροι παρόλο ότι αμφισβητήθηκαν με τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν τις ειδοποιήσεως περί προθέσεως ενστάσεως των καθ΄ών η αίτηση. Απέτυχαν, περαιτέρω να τους αποδείξουν θετικά, ως είχαν υποχρέωση, με τη παρουσίαση παραδεκτής μαρτυρίας για την απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων της ύπαρξης δηλαδή κατ΄ ουσία της συμφωνίας την οποία επικαλούνται για την αποζημίωση τους ως προϋπόθεση για την ελευθέρωση του καταστήματος (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (ανωτέρω), Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashonwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ. σελ. 1377). Δεν μου διαφεύγει ότι η αιτιολογική βάση της έκδοσης ή μη διατάγματος θα πρέπει να συναρτάται με τα πραγματικά περιστατικά, όπως θα υπαχθούν στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και κρίνονται κατά βάση με την ένορκη δήλωση και διά μέσου αυτής βέβαια εξετάζεται και η υπάρχουσα δικογραφία. Στη παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει συνεκτικός κρίκος της ένορκης δήλωσης με τη δικογραφία αφού ούτε καν βεβαίωση των αιτημάτων ή αξιώσεων του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δεν γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Θα συμφωνήσω με τη θέση των εναγομένων ότι τα όσα εκφράστηκαν δια του δικηγόρου των αιτητών, κατά την αγόρευση του, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι παραβιάζουν δύο συμφωνίες είναι θέση αντιφατική. Αυτό διαπιστώνεται εύκολα με απλή ανάγνωση και σύγκριση των όσων αξιώνουν με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και με όσα υποστηρίζουν στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους. Σίγουρα, σε τέτοιας φύσης αιτήματα, η θέση που πρέπει να παρουσιάζεται πρέπει να είναι σαφής και ξεκάθαρη και να μη χρήζει παρερμηνειών. Κατά συνέπεια, εάν είναι ο ισχυρισμός ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι σε ισχύ και υπάρχει παράβαση των προνοιών του εκ μέρους του εναγομένου 1 τότε δεν μπορεί να αξιώνονται οι αποζημιώσεις για τις οποίες κάμνουν λόγο στην ένορκο δήλωση τους ότι συμφώνησαν με την εναγομένη
- Επομένως αυτές οι θέσεις των εναγόντων καθιστούν την επιδιωκόμενη θεραπεία ασαφή και αδιευκρίνιστη και περαιτέρω αντιφατική, στοιχεία τα οποία καθιστούν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις ατεκμηρίωτες. Θα προχωρήσω και θα εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή με τη μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η τρίτη προϋπόθεση στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Βασικά εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Επισημαίνεται η αντίφαση των όσων αξιώνονται από τους ενάγοντες στο κλητήριο ένταλμα τους και αυτών τα οποία υποστηρίζουν με την ένορκη δήλωση τους που συνοδεύει την αίτηση. Είναι φανερό από την αίτηση ότι αυτοί θα ήταν ικανοποιημένοι εάν τους καταβαλλόταν το ποσό των Λ.Κ.2.500 όπως διατείνονται ότι είχαν συμφωνήσει με τους εναγομένους - καθ΄ ών η αίτηση 2, για να παραδώσουν το υποστατικό σε αυτούς με τη συγκατάθεση του καθ΄ού η αίτηση
- Κατά συνέπεια η όλη αξίωση των εναγόντων στρέφεται κατά των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση 2 οι οποίοι ουσιαστικά κατά τους ισχυρισμούς τους παραβιάζουν την συμφωνία που είχαν κάμει για να τους αποζημιώσουν και στην οποία ο συνήγορος τους υποστήριξε ότι στηρίζονται για την προώθηση του αιτήματος τους και σε αυτή. Συνάγεται ότι οποιαδήποτε ζημιά έχουν υποστεί ή στην οποία υπόκεινται ή μπορεί να υποστούν στο μέλλον οι αιτητές μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και μάλιστα όπως αυτό καθορίζεται με ακρίβεια στην ένορκο δήλωση και αφορά το συγκεκριμένο ποσό των Λ.Κ.2.
- Δεν υπάρχει ισχυρισμός για συναισθηματική σύνδεση των εναγόντων - αιτητών με τα αντικείμενα, ιδιοκτησίας τους τα οποία παρέμειναν στο κατάστημα, ή άλλο ισχυρό λόγο που θα μπορούσε ενδεχομένως να καταδείξει ότι, χρηματική αποζημίωση σε μελλοντικό στάδιο θα είναι ανεπαρκής θεραπεία για όποια ζημιά προέκυψε ή ήθελε προκύψει σε αυτά τα αντικείμενα, την οποία εν΄ πάση περιπτώσει έχουν υποχρέωση με ενέργειες τους ακόμα και παραλαμβάνοντας τα, να μειώσουν. Όφειλαν ακόμα οι ενάγοντες - αιτητές να προσκομίσουν επαρκή μαρτυρία σχετικά με την οικονομική κατάσταση των καθ΄ών η αίτηση με τρόπο που να δείχνει μελλοντική αδυναμία τους να ικανοποιήσουν τυχόν επιτυχία των αξιώσεων τους. Όμως τέτοια μαρτυρία δεν έχει προβληθεί ούτε ασφαλώς καταδειχθεί. Ως εκ τούτου βρίσκω ότι δεν συντρέχει ούτε η τρίτη προϋπόθεση και ως επακόλουθο δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κάτω από τις περιστάσεις με δεδομένο ότι δεν έχω ικανοποιηθεί από τους αιτητές ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960, θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό αλλά ούτε και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ τους με βάση το Άρθρο 4
(1)του Κεφ. 6 το οποίο θέτουν επίσης ως νομική βάση της αίτησης τους. Όμως ακόμη και αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, δεν θα ενέκρινα την αίτηση τουλάχιστον για τον εναγόμενο 1 και για ένα ακόμη λόγο. Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις των καθ΄ ών η αίτηση και συνάγεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων Α΄, τα οποία συνοδεύουν τις ένορκες δηλώσεις των καθ΄ών η αίτηση, το κατάστημα ευρίσκεται σήμερα δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου στην κατοχή των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση 2 και έτσι ο καθ΄ού η αίτηση - εναγόμενος 1 θα ευρισκόταν σε πραγματική αδυναμία συμμόρφωσης του με το αιτούμενο διάταγμα. Εν΄ όψει λοιπόν και αυτού του γεγονότος δεν θεωρείται εύλογη ή δίκαιη η έκδοση διατάγματος εναντίον του εναγομένου 1, αφού η εφαρμογή του θα ήταν δύσκολη ή αδύνατη υπό αυτές τις περιστάσεις. Παρόλα αυτά δεν θα συμφωνήσω ότι υπήρξε απόκρυψη στοιχείων εκ μέρους των εναγόντων, όπως ήταν η εισήγηση των εναγομένων, τουλάχιστον όσον αφορά την επιστολή του δικηγόρου του Όμηρου Μοτίτη καθώς αυτή φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της ενόρκου δηλώσεως τους και κατά συνέπεια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την θέση που αυτός προβάλλει μέσω αυτής, η οποία εν πάση περιπτώσει φανερώθηκε σε αυτούς αργότερα. Η ενέργεια του εναγομένου 1 να εισέλθει στο επίδικο κατάστημα παραβιάζοντας την είσοδο του και αντικαθιστώντας την κλειδαριά της πόρτας κρίνω ότι δεν συνιστά υπό τις περιστάσεις που έγινε παρανομία. Τα γεγονότα όμως όπως μπορούν να συναχθούν και από τις ένορκες δηλώσεις των καθ΄ών η αίτηση αλλά και από την παρ. 7 της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών δεν συνηγορούν υπέρ της θέσης τους καθ΄ότι αυτοί δια παραστάσεων τους με το να παρουσιάσουν στον εναγόμενο 1 τους ενδιαφερόμενους, εναγόμενη 2, ως προτιθέμενους νέους ενοικιαστές, να παρίστανται όταν αυτοί συμφωνούσαν τους όρους ενοικίασης χωρίς να προβάλουν ή γνωστοποιήσουν οποιαδήποτε αξίωση τους για αποζημιώσεις, φανερώνει ότι αυτοί απεκδύθηκαν οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους που απέρρεαν από το ενοικιαστήριο έγγραφο. Πουθενά στην ένορκο δήλωση τους δεν υποστηρίζουν ότι ο εναγόμενος 1 γνώριζε για αυτή τους την αξίωση έναντι της εναγομένης 2. Ο εναγόμενος 1 εξάλλου διατείνεται ότι είχε προειδοποιήσει τους ενάγοντες γι΄αυτή του την ενέργεια. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε ένα άλλο θέμα στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι των εναγομένων/ καθ΄ών η αίτηση ότι δηλαδή με την αίτηση ουσιαστικά επιζητείται η ίδια θεραπεία που ζητείται και με την αγωγή, θέμα για το οποίο γίνεται χρήσιμη αναφορά στην υπόθεση T.A.Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation Π.Ε. 11159 ημερ. 20.11.2002). Αναφορικά με το θέμα της μη καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους της εναγομένης 2, όπως τέθηκε ακροθιγώς πριν αρχίσουν οι αγορεύσεις, χωρίς περαιτέρω προώθηση του, κρίνω ότι αυτό εν όψει των εξηγήσεων που δόθηκαν από τον συνήγορο της μπορεί να αναχθεί σε απλή παρατυπία και ως τέτοια ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδω διάταγμα απαλλαγής εκ της παρατυπίας, δίδω όμως οδηγίες όπως διορθωθεί με την καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους της εντός επτά
(7)ημερών. Κάτω από τις περιστάσεις και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω θεωρώ ορθό και δίκαιο να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση των εναγόντων / αιτητών την οποία και απορρίπτω. Το απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης αυτής παύει να ισχύει. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή επιδικάζονται σε βάρος των εναγόντων / αιτητών και υπέρ των εναγομένων / καθ΄ών η αίτηση τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο