← Κύπρος

KALMET LTD ν. Παντελή Πέτρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2966/05, 20 Δεκεμβρίου, 2005

KALMET LTD ν. Παντελή Πέτρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2966/05, 20 Δεκεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2966/05 Μεταξύ: KALMET LTD Ενάγουσας και

  1. Παντελή Πέτρου,
  2. Μαρίας Πέτρου, Εναγόμενων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 1.9.05 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Δεκεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κος Ε. Ερωτοκρίτου. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 2: κα Τ. Νικολάου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 1.9.05 η Ενάγουσα εταιρεία καταχώρισε εναντίον των Εναγομένων την αγωγή με Αρ. Αγ. 2966/05 με την οποία αξιώνει την καταβολή του ποσού Λ.Κ. 13,226.76 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου το οποίο είχε εκδοθεί προς όφελος της εταιρείας S.A.P SOLAR HEATERS LTD και το οποίο είχαν εγγυηθεί οι Εναγόμενοι 1 και
  4. Την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση με την οποία η Ενάγουσα-Αιτήτρια ζήτησε διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει την Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 2 από του να αποξενώσει, πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, δωρίσει ή υποθηκεύσει το κατάστημα αρ. 3 στην οδό Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στη Λάρνακα και το οικόπεδο στην οδό Χακέτ 42, στη Λάρνακα. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32

(1)του Νόμου 14/60 και στην Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, το Κοινοδίκαιο και της αρχές της Επιείκειας. Την Αίτηση συνοδεύει η Ένορκη Δήλωση του Χριστάκη Θεοφάνους, διευθυντή της Ενάγουσας και γνώστη των γεγονότων της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα ο Εναγόμενος 1 είναι συνταξιούχος, έχει εναντίον του δικαστικές αποφάσεις και διατάγματα μηνιαίων δόσεων τα οποία υπερβαίνουν τις οικονομικές του δυνατότητες. Η Εναγόμενη 2 είναι η ιδιοκτήτρια του καταστήματος και του οικοπέδου των οποίων ζητείται η δέσμευση. Οφείλουν στην Ενάγουσα -Αιτήτρια το ποσό των Λ.Κ. 13,226.76 ως εγγυητές του γραμματίου. Ήταν η θέση του ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος εάν η Εναγόμενη αποξενώσει την ακίνητη ιδιοκτησία της να μην μπορέσει η Ενάγουσα να εισπράξει το λαβείν της. Το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 12.9.05 και στις 11.10.05 καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της Εναγόμενης 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση. Την ένσταση συνοδεύει η Ένορκη Δήλωση του κου Παντελή Πέτρου-Εναγόμενου
  1. Στην Ένσταση καταγράφονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, οι οποίοι υποστηρίζονται και από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης: (α) Η Ένορκη Δήλωση, που συνοδεύει την Αίτηση, είναι παράτυπη ενόψει του ότι ο Ενόρκως Δηλών δεν αναφέρει κατά πόσο είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην συγκεκριμένη ενέργεια, εκ μέρους της εταιρείας. (β) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα αφού το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης δεν συνιστά μαρτυρία. (γ) Δεν υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. (δ) Ο χρόνος που καθορίστηκε επιστρεπτέο το διάταγμα ήταν πέραν του αναγκαίου για την επίδοση λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση διαμένουν στην Λάρνακα. (ε) Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και δεν αποκαλύπτεται το κατεπείγον της. Το πιστοποιητικό έρευνας - Τεκμ. 2 στην Αίτηση- εξεδόθη στις 10.2.05 ενώ η Αίτηση καταχωρίστηκε την 1.9.05 χωρίς να δικαιολογηθεί το ανενεργό χρονικό διάστημα. (ζ) Οι Ενάγοντες-Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία αφορούσαν την αγοραία αξία των ακινήτων, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό της αξίωσης και ότι στο ακίνητο βρίσκεται η κατοικία της Καθ΄ ης η Αίτηση
  2. Επίσης, ότι δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια λόγω του ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο σημαντικά γεγονότα. (η) Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Με μονομερή αίτησή του ημερομηνίας 18.10.05 ο Ενάγοντας-Αιτητής ζήτησε όπως του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την επίδοση αυτής της αίτησης στην άλλη πλευρά. Οι συνήγοροι της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγόμενης 2 συγκατατέθηκαν στην καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την επιφύλαξη ότι αυτό δεν σημαίνει και την αποδοχή των γεγονότων τα οποία θα περιέχει. Στην συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, η οποία καταχωρίστηκε με την άδεια του Δικαστηρίου και την σύμφωνη γνώμη της άλλης πλευράς, ο κος Χριστάκης Θεοφάνους παρέθεσε ότι ο Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξουσιοδότηση για να προβαίνει σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση σε δικαστική διαδικασία γιατί ήταν ο ίδιος που είχε εξουσιοδοτήσει την καταχώρηση της αγωγής. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι και τα δύο κτήματα είναι βεβαρυμένα με υποθήκες για το ποσό των Λ.Κ. 68.000 καθώς και με memo από την Arab Bank. Επισύναψε το γραμμάτιο προς υποστήριξη του αγώγιμου δικαιώματός του. Δικαιολόγησε το αναγκαίο και επείγον της έκδοσης διατάγματος με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 είναι πτωχεύσας, η Εναγόμενη 2 συνταξιούχα και βαριά χρεωμένη ενώ η εταιρεία επ΄ ονόματι της οποίας εκδόθηκε το γραμμάτιο είναι υπό διάλυση. Ενώ την καθυστέρησή του για την λήψη μέτρων την απέδωσε στην καλοσύνη του ίδιου και στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 ζητούσε παράταση χρόνου για να εξασφαλίσει το οφειλόμενο ποσό. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με προφορικές αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κος Ερωτοκρίτου αναφέρθηκε στο νομικό πλαίσιο που στηρίζει τέτοιου είδους αιτήσεις και υποστήριξε ότι υπήρχαν ιδιαίτερα περιστατικά δηλαδή ότι η εταιρεία ήταν υπό διάλυση, ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση 1 είναι πτωχεύσας και η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση 2 συνταξιούχα τα οποία συνιστούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφ. 6, ιδιαίτερα περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ανεξάρτητα από το θέμα του επείγοντος. Ήταν η θέση του ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αφού η αγωγή αφορά γραμμάτιο συνήθους τύπου, το οποίο δεν επιδέχεται αμφισβήτηση και ότι η αίτηση καταχωρίστηκε την ίδια μέρα με την αγωγή. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι δεν είναι ανάγκη, σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, να υπάρχει «emergency» για να δοθεί το διάταγμα. Υποστήριξε, ότι η ίδια η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 2 δεν έκαμε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση αλλά επέλεξε την σιγή η οποία υποδηλεί την παραδοχή της. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση του ότι η Ένορκη Δήλωση του συζύγου της ήταν ελλιπής γιατί δεν ανέφερε την φράση «εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω», και δεν αναφέρθηκε στην ζημιά ή ταλαιπωρία που θα υποστεί η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 με την έκδοση του διατάγματος. Κατέληξε ότι ήταν οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση που δεν αποκάλυψαν γεγονότα στο Δικαστήριο ως όφειλαν. Δηλαδή, δεν αποκάλυψαν τον λόγο που η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 2 δεν έκαμε ένορκη δήλωση, δεν αποκάλυψε την αξία του σπιτιού και του κτήματος εσκεμμένα, δεν παρουσίασε άλλα περιουσιακά στοιχεία καθαρά και δεν αποκάλυψε αν μπορεί να ικανοποιηθεί η αξίωση στην παρούσα αγωγή με τυχόν πώλησή τους. Ο Ενάγοντας - Αιτητής, ήταν η θέση του, ότι δεν υπέχει υποχρέωση ν΄ αποδείξει την απαίτησή του ούτε ν΄ αναφερθεί στην αξία των ακινήτων. Αναφορικά με τον χρόνο της επίδοσης ανέφερε, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι υπήρχε λάθος στο διάταγμα γι΄ αυτό και καθυστέρησε η επίδοσή του και ότι 20 ημέρες δεν μπορούν να θεωρηθούν υπερβολικές. Η δικηγόρος της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση 2 αναφέρθηκε στα τρία κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Ήταν η θέση της ότι δεν υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση λόγω του ότι το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης, που συνοδεύει την Αίτηση για την έκδοση του διατάγματος, δεν καταγράφει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα αφού σύμφωνα, με την απόφαση Interpartmental Concern 'ULRAMETROM' v. BESUNO
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 557 το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία. Όσο αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, η κα Νικολάου υποστήριξε ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα στο οποίο να ζητείται θεραπεία αφού δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία, τα οποία να μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα. Ισχυρίστηκε, ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται αφού δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με την πρόθεση αποξένωσης ή ότι ο κίνδυνος αποξένωσης είναι άμεσος έτσι ώστε να καταδειχθεί το επείγον για την παροχή της θεραπείας αυτής. Υποστήριξε την θέση της, ότι το υπαρκτό του επείγοντος συνιστά προϋπόθεση, με αναφορά στις αποφάσεις Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Zein κ.ά ν. Π. Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 606 και στην Resole (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. Ήταν η θέση της ότι η έρευνα στο κτηματολόγιο έγινε στις 10.2.05 ενώ η Αίτηση καταχωρίστηκε την 1.9.05 για να οριστεί στις 12.9.05 οπόταν δεν υπήρχε οτιδήποτε επείγον. Εισηγήθηκε, ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι τα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα και βεβαρυμένα και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν ν΄ αποξενωθούν. Ήταν η θέση της ότι η συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που καταχωρίστηκε, μετά την έκδοση του διατάγματος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο σύμφωνα με την απόφαση Interpartmental Concern (ανωτέρω) γιατί οι Αιτητές έπρεπε να θέσουν τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος και όχι αργότερα. Αντ΄ αυτού απέκρυψαν από το Δικαστήριο τα γεγονότα αυτά ενώ οι ίδιοι τα γνώριζαν. Κατά την άποψή της ο χρόνος ο οποίος παραχωρήθηκε για την επίδοση του διατάγματος ήταν υπερβολικός αφού η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση 2 διαμένει στην Λάρνακα, στα επίδικα ακίνητα και είναι οικοκυρά. Επίσης, εισηγήθηκε ότι χωρίς εξουσιοδότηση από την εταιρεία ο Ενόρκως Δηλών δεν θα μπορούσε να προβεί σ΄ οποιαδήποτε διαβήματα. Κατέληξε, ότι ενόψει του ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές λόγω του ότι δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά απέκρυψαν γεγονότα από το Δικαστήριο, το διάταγμα θα πρέπει ν΄ ακυρωθεί και η αίτηση ν΄ απορριφθεί. Λόγω του ότι η διαδικασία έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος έχει την ιστορική καταβολή της στο δίκαιο της επιείκειας, το Δικαστήριο δύναται, χωρίς να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία αυτού, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσής του, που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα ηδύνατο να μην το έχει εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει τεθεί επανελλημένα μέσα από τη νομολογία η σχετική δε απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 έχει πλήρως υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια όπως υποδεικνύουν οι αποφάσεις Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.ά ν. Π.Κ. Καμπανελλά (ανωτέρω) στη σελ. 610-611. Πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δείξει ότι και ο παράγων του χρόνου μπορεί να είναι σημαντικός από την άποψη ότι ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει στο μονομερές στάδιο το κατεπείγον του θέματος το οποίο να δικαιολογεί την παράκαμψη της συνήθους διαδικασίας της ακρόασης και του έτερου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο δύναται ν΄ ακυρώσει το διάταγμα γι΄ αυτό το λόγο διότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση. Βλ. Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 στη σελ. 841, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947 στη σελ. 954 και Resola v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Spidertrade Com Fin Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121 στην σελ. 126 ο Δικαστής Νικολάου ανέφερε τα ακόλουθα: «Παρότι όμως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψή μας προφανές ότι η παρούσα δεν ήταν μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Όπως υποδείξαμε πρόσφατα στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 11216, ημερ. 13 Νοεμβρίου 2002, η εν λόγω εξουσία «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης» για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Βλ. επίσης Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capita Finance Πολ. Έφ. 11895, ημερ. 28.9.05. Εξετάζοντας την επίδικη Αίτηση πρέπει πρώτα να αποφασιστεί κατά πόσο υπήρξε τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο ώστε το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να προχωρήσει καν στην εξέταση της ουσίας του. Έχουν τεθεί συγκεκριμένες εισηγήσεις από την συνήγορο της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 σε σχέση με το ζήτημα με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές γνώριζαν ότι τα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα και βεβαρυμένα με memo πλην όμως δεν το ανέφεραν στο Δικαστήριο κατά την εξασφάλιση του μονομερούς διατάγματος, όπως γνώριζαν ότι ένα εκ των ακινήτων συνιστά την κατοικία των Εναγομένων για 35 χρόνια. Ο Δικαστής Ralf Gibson L.J. στην υπόθεση Brink´s (ανωτέρω) ανέφερε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα που θα ηδύνατο να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Επί λέξει ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application .. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but to any material facts which he could have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application (
  2. b)the order for which the application is made and the probable effect of the order on the defendant .... and (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries. » Στην Ένορκη Δήλωση του Χριστάκη Θεοφάνους ημερομηνίας 1.9.05, η οποία λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση του διατάγματος, επισυνάπτεται κτηματολογική έρευνα, στην οποία προέβησαν οι Ενάγοντες -Αιτητές, η οποία τους αποκάλυψε τα επίδικα ακίνητα. Αυτή η έρευνα σίγουρα τους απεκάλυψε ότι τα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα όμως οι ίδιοι επέλεξαν να μην γνωστοποιήσουν το γεγονός αυτό στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος. Το απεκάλυψαν πολύ αργότερα και μετά την καταχώριση της Ένστασης της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 με συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 14.11.05. Όμως, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Interpartmental Concern "Ulrametrom" (ανωτέρω) ένορκη δήλωση που κατατίθεται μετά την έκδοση του διατάγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρεί τα κενά της πλήρους αποκάλυψης κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Ο Δικαστής Αρτεμίδης (όπως ήταν τότε) ανέφερε τ΄ ακόλουθα στην πιο πάνω αναφερθείσα υπόθεση: «..... Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατατέθηκε μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος στην μονομερή αίτηση των Εφεσειόντων, και είναι αυτή η απόφαση που αποτέλεσε το αντικείμενο της συζήτησης, μετά την ένσταση των Εφεσιβλήτων, που ορθά έγινε αποδεκτή.» Η αποκάλυψη του γεγονότος ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα και βεβαρυμένα με memo σίγουρα θα επιδρούσε στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι του διατάγματος αφού εκ των πραγμάτων η αποξένωσή τους ήταν απομακρυσμένο ενδεχόμενο ή/και αδύνατη. Αυτά τούτα τα γεγονότα εξάλειψαν «τον μεγάλο κίνδυνο αποξένωσης» και κατέστησαν την Αίτηση άνευ αντικειμένου. Επομένως, για την απόκρυψη αυτού του γεγονότος, που εξ αντικειμένου κρινόμενο θα μπορούσε να επηρεάσει την ευχέρεια του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δύναται ν΄ ακυρώσει το επίδικο διάταγμα και το ακυρώνει. Πέραν των πιο πάνω, η νομολογία έχει καταγράψει ότι ένα προσωρινό διάταγμα το οποίο προωθήθηκε πάνω σε επείγουσα μονομερή βάση μπορεί ν΄ ακυρωθεί εάν οι αιτητές δεν ήταν καλόπιστα ταχείς στην προώθηση της θεραπείας που επιζητούσαν. Βλ. Spidertrade Com. Fin Ltd ν. Χατζηγαβριήλ (ανωτέρω) Η κτηματολογική έρευνα, στην οποία προέβησαν οι Αιτητές φέρει ημερομηνία 10.2.05, (επισυνημμένο Τεκ. 2). Η Αγωγή και η Αίτηση για το μονομερές διάταγμα καταχωρίστηκαν την 1.9.05 και η αίτηση ορίστηκε 12.9.05 δηλαδή 7 μήνες μετά. Αυτό, κατά το Δικαστήριο, από μόνο του δείχνει ολιγωρία σοβαρής μορφής στην προώθηση θεραπείας σε μονομερή βάση. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (ανωτέρω) και υιοθετηθεί στην Zein κ.ά ν. Π.Κ. Καμπανελλά Λτδ (ανωτέρω): "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης , Δ., σε δύο αποφάσεις του.(In Re Stavros Hotel Appartments Ltd (1994( 1 Α.Α.Δ. 836). In Re B.P. CYPRUS LTD
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοσύνης κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» " Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω το κατ΄ επείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Είναι δύσκολο ν΄ αποδεχθώ το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της Ένορκης Δήλωσης, που υποστηρίζει την Αίτηση στην οποία αναφέρεται ότι «Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος εάν η Εναγόμενη 2 αποξενώσει την ακίνητη ιδιοκτησία της να μην μπορέσουν οι Ενάγοντες να εισπράξουν το λαβείν τους.....» Οι Αιτητές έμειναν άπρακτοι για 7 μήνες χωρίς να προβούν σ΄ οποιαδήποτε διαβήματα γνωρίζοντας, όπως οι ίδιοι παραδέχθηκαν, την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων και ως εκ τούτου το βάθρο του επείγοντος καταρρίφθηκε από αυτά τούτα τα γεγονότα. Επίσης, το γεγονός ότι τα επίδικα ακίνητα είναι υποθηκευμένα καθιστά σχεδόν ανύπαρκτο τον κίνδυνο αποξένωσής τους. Αυτό, ανεξάρτητα από την προηγούμενη κρίση του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές εν πάση περιπτώσει έπρεπε και όφειλαν και μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να μάθαιναν ότι τα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα και βεβαρυμένα με memo. Πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει αποκάλυψαν στη συνέχεια που σημαίνει ότι ευθύς εξ υπαρχής το γνώριζαν αλλά επέλεξαν να το αποκρύψουν. Πρόσθετα από τα πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει στην συνέχεια να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει η επιφύλαξη του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60προκειμένου το Δικαστήριο, να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, και να παρατείνει την ισχύει του διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557 και σε πολλές άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ικανοποίηση των τριών κριτηρίων αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου προτού εξετασθούν περαιτέρω εκείνοι οι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο προκαταρτικό αυτό στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όταν οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοσή του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις και αρχές που θέτει η νομολογία έρχομαι να εξετάσω την αίτηση χωρίς βεβαίως να καταλήγω τελικά πάνω στα δικαιώματα των διαδίκων μερών εφόσον στο αρχικό αυτό στάδιο δεν είναι επιθυμητό ν΄ αποφασίζονται τελεσίδικα αμφισβητούμενα θέματα που θα πρέπει να κριθούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα όσα θ΄ αναφερθούν στην συνέχεια αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και είναι με βάση αυτό και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης των Αιτητών που θα εξεταστούν τα κριτήρια αυτά. Από το περιεχόμενο του Κλητηρίου μαζί με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση κρίνεται ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με μεγάλη πιθανότητα να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία αφού η αξίωσή τους βασίζεται πάνω σε γραμμάτιο συνήθους τύπου του οποίου το περιεχόμενο συνιστά καλή βάση αγωγής. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όμως, δεν ικανοποιείται το τρίτο κριτήριο αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλονται προς στοιχειοθέτηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 είναι αόριστοι και ανεπαρκής ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι τα επίδικα ακίνητα ήδη είναι υποθηκευμένα και έχει εγγραφεί και memo για μεγαλύτερα ποσά και ο κίνδυνος αποξένωσης τους φαίνεται απομακρυσμένος ή/και ανύπαρκτος. Επιπρόσθετα, στο ακίνητο στην οδό Χακέτ ευρίσκεται η κατοικία των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση εδώ και πολλά χρόνια. Όπως έχει νομολογηθεί δεν είναι απαραίτητη η παρουσία μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όμως, εκείνο που προσμετρά σύμφωνα με την απόφαση C. Phasarias (Automatic Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785 «... είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.» Ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να βασιστεί στην πιθανή επιβάρυνση ή μεταβίβαση της περιουσίας της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 αφού τα ακίνητα είναι ήδη βεβαρημένα με προηγούμενες υποθήκες για μεγαλύτερης αξίας ποσά από αυτό που διεκδικείται στην παρούσα αγωγή. Οπόταν, είναι απομακρυσμένο το ενδεχόμενο να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση λόγω πιθανής επιβάρυνσης ή μεταβίβασης των ακινήτων. Όσον αφορά το θέμα της επίδοσης το Δικαστήριο έκδωσε το μονομερές διάταγμα στις 12.9.05 και το όρισε επιστρεπτέο στις 19.9.
  1. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου το διάταγμα ζητήθηκε από τους Ενάγοντες-Αιτητές στις 13.9.05 και συντάχθηκε στις 14.9.05 πλην όμως κατά την σύνταξή του ο αριθμός της αγωγής είχε αναγραφεί λανθασμένος (Αρ. Αγ. 2666/05) στο διάταγμα. Στις 19.9.05 ζητήθηκε παράταση του χρόνου επίδοσης του διατάγματος χωρίς ν΄ αναφερθεί στο Δικαστήριο οτιδήποτε αναφορικά με το θέμα αυτό και ορίστηκε ξανά για επίδοση στις 4.10.
  2. Ούτε την ημέρα εκείνη αναφέρθηκε οτιδήποτε στο Δικαστήριο αναφορικά με το γεγονός ότι χρειαζόταν διόρθωση το διάταγμα. Στον φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει αντίγραφο του διατάγματος με τον λανθασμένο αριθμό αγωγής και η αίτηση για την παραχώρηση αντιγράφου ημερομηνίας 14.9.
  3. Όμως, δεν υπάρχει οποιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με το πότε διορθώθηκε το διάταγμα. Έχοντας τα πιο πάνω γεγονότα κατά νου, παρόλο που όφειλε ο δικηγόρος της Ενάγουσας-Αιτήτριας να ενημερώσει το Δικαστήριο αναφορικά με το λάθος για να επιληφθεί του θέματος, ο χρόνος των 20 ημερών δεν θεωρώ ότι ήταν υπερβολικός παρά το γεγονός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 2 διαμένει στη Λάρνακα. Και επειδή η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν μπορεί να λειτουργεί ως «μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους» βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω) καθώς και ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω τα οποία αφορούν στην απόκρυψη στοιχείων και στην καθυστέρηση που σημειώθηκε στην καταχώριση της αίτησης το διάταγμα ημερομηνίας 12.9.05 ακυρώνεται και παύει να ισχύει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγόμενης 2 και εναντίον των Αιτητών -Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Προσ.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.