← Κύπρος

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Γεώργιος Κυριάκου Χίνη, Αρ. Αγωγής: 2540/01, 22.12.2005

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Γεώργιος Κυριάκου Χίνη, Αρ. Αγωγής: 2540/01, 22.12.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Eνώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2540/01 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων -και- Γεώργιος Κυριάκου Χίνη Εναγομένου Ημερομηνία: 22.12.

  1. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: O κ. Α. Ζαχαρίου. Για Εναγόμενους: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 26.11.
  2. Είναι η εκδοχή τους ότι εκμίσθωσαν με όρους ενοικιαγοράς στον εναγόμενο δικά του έπιπλα και εξοπλισμό κατοικίας τα οποία ο εναγόμενος τους εκχώρησε για τους σκοπούς της ενοικιαγοράς, παραμένοντας όμως πάντα στην κατοχή του, διαδικασία η οποία είναι θεμιτή [βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.α.

(2001)1 Α.Α.Δ. 1432] νοουμένου βέβαια ότι κατά τα άλλα πρόκειται για γνήσια και όχι για πλασματική πώληση. O εναγόμενος ακριβώς, ισχυρίζεται πως τα αντικείμενα αυτά ήταν ανύπαρκτα και ότι η ενοικιαγορά ήταν εικονική με σκοπό να καλύψει την πραγματική σχέση μεταξύ τους που ήταν η παροχή δανείου. Αυτό δε, επειδή όταν αποτάθηκε στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα για να λάβει δάνειο, εκεί του ελέχθη ότι λόγω περιορισμών που είχε θέσει η Κεντρική Τράπεζα δεν μπορούσαν να του δώσουν δάνειο αλλά μπορούσαν να τον συστήσουν στους ενάγοντες που ανήκαν στον ίδιο Όμιλο με την τράπεζα, όπως αποτέλεσε κοινό τόπο, ώστε να λάβει δάνειο υπό τη μορφή εικονικής χρηματοδότησης. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι, αν και ακούστηκε η μαρτυρία, δεν τίθεται θέμα να επιτραπεί εξωγενής μαρτυρία για την πραγματική φύση της συναλλαγής διότι ισχύει τόσο η αρχή του κωλύματος (estoppel) όσο και η αρχή του non est factum, αρχές που είναι «ουσιαστικά στοιχεία που βοηθούν στο να καταλήγει το Δικαστήριο για τη φύση της συναλλαγής» όπως το έθεσε παραπέμποντας στην Πολιτική Έφεση 11538 ημερ. 20.1.05, T.J.S. Enterprises Ltd και άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Σ΄ εκείνη την υπόθεση κάποιος Χρίστος Στυλιανού, ιδρυτής, μέτοχος και διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας είχε ζητήσει ο ίδιος τη χρηματοδότηση και στη συνέχεια είχε υπογράψει τη συμφωνία ενοικιαγοράς ως εγγυητής της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και παράλληλα ως το πρόσωπο που πώλησε τα αντικείμενα στους ενάγοντες ώστε με τη σειρά τους να τα εκμισθώσουν στην εταιρεία στα πλαίσια ενοικιαγοράς. Ενώ δε, ήταν αρχικά συνεναγόμενος της εταιρείας, ως εγγυητής, η αγωγή εναντίον του, μετά που πτώχευσε, απεσύρθη. Παρέστη όμως ως μάρτυρας για την εταιρεία που προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ενοικιαγορά ήταν εικονική, για να αμφισβητήσει ότι είχε πωλήσει τα αντικείμενα στους ενάγοντες, λέγοντας ότι η υπογραφή του ως πωλητή οφείλετο σε απροσεξία ή μη επαρκή παρατήρηση του εγγράφου που υπέγραφε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως ο Στυλιανού ήταν αναξιόπιστος. Πέραν τούτου προχώρησε να πει ότι από τη στιγμή που ο Στυλιανού είχε υπογράψει ως έμπορος τη σύμβαση, ετέθη τέρμα, σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Διότι αν και η υπεράσπιση είχε θέσει ρητά θέμα εικονικότητας με αποτέλεσμα να μπορούσε να δοθεί μαρτυρία ως προς την αληθινή φύση της συναλλαγής, ο Στυλιανού δεν μπορούσε χωρίς επαρκή στοιχεία να αποφύγει τις συνέπειες της υπογραφής του, εφόσον η υπεράσπιση δεν είχε εγείρει θέμα non est factum. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετεί αυτή την προσέγγιση λέγοντας ότι εφόσον οι εναγόμενοι-εφεσείοντες (η εταιρεία και ο άλλος μέτοχος-εγγυητής) δεν επικαλέστηκαν την υπεράσπιση του non est factum, αλλά μόνο εικονικότητα «το εύρημα του Δικαστηρίου παραμένει ορθό». Συμπληρώνει δε ότι «μόνο αν τύγχανε εφαρμογής η υπεράσπιση αυτή θα τον απάλλασσαν (οι ισχυρισμοί του για τις περιστάσεις που υπέγραψε) από τη συμβατική ευθύνη που συνεπάγετο η υπογραφή του». Από το γεγονός ότι ο Στυλιανού δεν ήταν πλέον εναγόμενος, και άρα δεν ήταν επίδικο το θέμα της δικής του συμβατικής ευθύνης, γίνεται αντιληπτό ότι το ζήτημα αναφέρεται σε σχέση με τη συμβατική ευθύνη της εταιρείας ενόψει της εκδοχής της περί εικονικότητας την οποία θέλησε ο Στυλιανού να υποστηρίξει με τους εν λόγω ισχυρισμούς του μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.α. Πολ. Έφ. 11220 ημ. 20.12.2002, το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στις υποθέσεις Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182 και στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου (ανωτέρω), έκρινε ότι είναι παραδεκτή εξωγενής μαρτυρία όταν υπάρχει ισχυρισμός πως η συμφωνία ήταν πλασματική και όχι αποκαλυπτική της συναλλαγής, επί της πάγιας νομικής αρχής ότι εξωγενής μαρτυρία επιτρέπεται κατ΄ εξαίρεση όταν, μεταξύ άλλων, τίθεται ζήτημα ως προς την πραγματική φύση της συναλλαγής. Τόσο η υπόθεση Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου όσο και η υπόθεση Ανδρέα Κωνσταντίνου αφορούσαν σε εικονικές ενοικιαγορές. Δεν έγινε, υπό τις περιστάσεις εκείνων των υποθέσεων, οποιαδήποτε συνάρτηση με την υπεράσπιση του non est factum. Άλλωστε αυτή η, σπάνια ως προς τις προοπτικές επιτυχίας της, υπεράσπιση, συνίσταται στο ότι ο εναγόμενος προβάλλει τη θέση πως ένα έγγραφο φέρει μεν την υπογραφή του αλλά το υπέγραψε με την πεπλανημένη, λόγω παραστάσεων που του έκαμε κάποιος τρίτος, αντίληψη, ότι υπογράφει ένα συγκεκριμένο έγγραφο, ενώ στην πραγματικότητα υπογράφει ένα έγγραφο εντελώς διαφορετικής φύσης. Είναι υπό αυτές τις περιστάσεις που εξετάζεται η συμπεριφορά του εναγομένου κατά το χρόνο που έθεσε την υπογραφή του, ζήτημα για το οποίο γίνεται αναφορά στην υπόθεση T.J.S. Enterprises Ltd, εφόσον θα πρέπει ο εναγόμενος να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που έθεσε την υπογραφή του δεν ήταν αμελής (Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961, Foster v. MacKinnon [1869] L.R.4 C.P.70). Το ζήτημα στην T.J.S. εξετάζεται, έτσι, σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό του Στυλιανού ότι είχε υπογράψει ως πωλητής από απροσεξία. Για να υποδειχθεί ότι δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις ν΄ αμφισβητήσει την υπογραφή του ως πωλητής. Άρα δεν μπορούσε καν να αξιολογηθεί, από πλευράς αξιοπιστίας, ο νομικά απαράδεκτος, ούτως ή άλλως, ισχυρισμός του (...«ετέθη τέρμα σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ...»). Δεν εξετάστηκε στην T.J.S. το ζήτημα του non est factum υπό την έννοια ότι ηγέρθη από ένα πρωτοφειλέτη που επικαλείται εικονική συναλλαγή. Η εισήγηση ότι η υπόθεση T.J.S. Enterprises Ltd έχει την έννοια, που δεν είναι έτσι, ότι επιπρόσθετα με την εκδοχή περί εικονικότητας θα πρέπει να εγείρεται από τον πρωτοφειλέτη η υπεράσπιση του non est factum και να δίδεται μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση άλλως δεν μπορεί να εγερθεί ζήτημα εικονικότητας, συγκρούεται ευθέως με την αρχή που διατυπώθηκε στις υποθέσεις Polykarpou, Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου και Ανδρέα Κωνσταντίνου, αλλά και με αυτή τούτη την έννοια του non est factum. Εν προκειμένω ο εναγόμενος, όπως και στις υποθέσεις Κωνσταντίνου και Κωνσταντίνου, δεν ισχυρίζεται ότι υπέγραψε τη συμφωνία ενοικιαγοράς με την πεπλανημένη αντίληψη ότι επρόκειτο για κάποια άλλη, εντελώς διαφορετική συμφωνία. Η θέση του είναι ότι υπογράφοντας συμφωνία ενοικιαγοράς γνώριζε τι υπέγραφε. Πλην όμως, χωρίς είτε ο ίδιος είτε οι ενάγοντες να έχουν πραγματική βούληση να συνάψουν συμφωνία ενοικιαγοράς. Ή με άλλα λόγια, είναι η θέση του, οι βουλήσεις των διαδίκων ουδέποτε ταυτίστηκαν με αναφορά την κατ΄ ισχυρισμό ενοικιαγορά. Ο πρωτόδικος δικαστής στην υπόθεση T.J.S. Enterprises Ltd είχε περαιτέρω αποφασίσει ότι ετύγχανε πλήρους εφαρμογής η υπεράσπιση του estoppel. Θεώρησε ότι από τη στιγμή που ο Στυλιανού υπέγραψε τη συμφωνία ενοικιαγοράς παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως πωλητή, εμποδίζετο από την αρχή του κωλύματος να ισχυρίζεται ότι δεν ήταν πωλητής. Το παράπονο των εφεσειόντων ήταν ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του κωλύματος (estoppel) όταν τίθεται θέμα απόδειξης της αληθινής φύσης της συναλλαγής. Το Ανώτατο Δικαστήριο απάντησε με παραπομπή στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1522, όπου ο εφεσείων, που ήταν εγγυητής σε ενοικιαγορά, ήταν υπάλληλος και μέτοχος της εταιρείας που φαινόταν ως ο έμπορος στην επίδικη ενοικιαγορά. Ήταν όμως η θέση του ότι τα έπιπλα δεν είχαν παραδοθεί από την κατασκευάστρια εταιρεία στους εφεσίβλητους για να παραδοθούν στον ενοικιαστή-πρωτοφειλέτη, και ότι οι εφεσίβλητοι τον εξαπάτησαν να υπογράψει ως εγγυητής. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε πει ότι είναι ο ίδιος ο εφεσείοντας που παρέστησε υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ότι τα έπιπλα υπήρχαν και ότι «είναι αυτή του η αναφορά που οδήγησε τους εφεσίβλητους να αποδεχθούν την εισήγηση του για χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής, σε βαθμό που θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εφεσείοντα να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ως άνω συμπεριφορά του.» Διαπιστώνεται ότι οι περιστάσεις στις υποθέσεις Ιωάννου και T.J.S. Enterprises Ltd ήταν διαφορετικές από την περίπτωση όπου, όπως εν προκειμένω, τίθεται θέμα εικονικότητας από τον πρωτοφειλέτη με εμπλοκή των εναγόντων, έτσι ώστε να μην πρόκειται για περίπτωση που να έχουν στηριχθεί σε παραστάσεις άλλου. Συνεπώς δεν ευσταθεί ούτε η εισήγηση ότι η απόφαση T.J.S. Enterprises θα μπορούσε να έχει το νόημα ότι ο πρωτοφειλέτης, υπό περιστάσεις όπως εν προκειμένω, κωλύεται από του να εγείρει ζήτημα και, άρα, αφού αυτή είναι η έννοια του κωλύματος από του να προσφέρει μαρτυρία περί πλασματικής συμφωνίας. Η κατάληξη είναι πως ο εναγόμενος μπορούσε να προσφέρει εξωγενή μαρτυρία για την πραγματική φύση της συναλλαγής και ότι τώρα μπορεί να αξιολογηθεί τέτοια μαρτυρία, χωρίς να εμποδίζεται είτε σε σχέση με τα ζητήματα που σχετίζονται με το non est factum, είτε σε σχέση με το κώλυμα συνεπεία συμπεριφοράς. Ο εναγόμενος που έχει και το βάρος ν΄ αποδείξει την εικονικότητα ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της ανόδου του χρηματιστηρίου, το 1999, ήταν πελάτης της Λαϊκής Τράπεζας (η τράπεζα) στην οποία αποτάθηκε, τον Οκτώβριο, για δάνειο ώστε να επενδύσει στο Χρηματιστήριο. Η κα Λουκία Αραβή της τράπεζας του ζήτησε αρχικά εκτίμηση της αξίας της ακίνητης του ιδιοκτησίας στα πλαίσια διερεύνησης των εξασφαλίσεων που θα προσέφερε ο εναγόμενος. Η εκτίμηση ετοιμάστηκε στις 11.10.99 και εστάλη στην τράπεζα «διά προσοχή κας Λουκίας Αραβή» (Τεκμήριο 12). Στη συνέχεια όμως η κα Αραβή είπε στον εναγόμενο ότι δεν μπορούσαν να του χορηγήσουν δάνειο λόγω περιορισμών της Κεντρικής Τράπεζας. Οπότε τον παρέπεμψε, με σύσταση, στους ενάγοντες. Στις 15.11.99 μετέβησαν μαζί στα γραφεία των εναγόντων, παίρνοντας μαζί τους την εκτίμηση όπου συνάντησαν τον κο Σοφοκλέους, τότε διευθυντή. Παρών ήταν και ο κ. Φιλίππου, τότε βοηθός διευθυντής. Μετά από συζήτηση για το σκοπό που ήθελε το δάνειο ο εναγόμενος και για την οικονομική του κατάσταση του είπαν ότι θα του χορηγούσαν δάνειο με «τυπική χρηματοδότηση κάποιων αντικειμένων». Ο εναγόμενος τους είπε ότι κατοικούσε με τους γονείς του και δεν είχε ο ίδιος κάποια αντικείμενα γι΄ αυτό ο σκοπό. Τότε του εισηγήθηκαν να «βάλουν» κάτι σχετικό με την εργασία του που είναι ηλεκτρονικός μηχανικός στο Ρ.Ι.Κ. Στη συνέχεια τον παρέπεμψαν στον υπάλληλο των εναγόντων κ. Βορκά όπου έγινε η τυπική πλέον διαδικασία. Ο κ. Βορκάς ζήτησε από τον ενάγοντα να σκεφτεί διάφορα μηχανήματα που να είχαν αξία. Αυτός ανέφερε ορισμένα μηχανήματα τα οποία, εν γνώσει του κου Βορκά, δεν είχε. Τελικά στις 16.11.99 έγινε «υποτιθέμενη» ενοικιαγορά (Τεκμήριο 10) με παράλληλη εξασφάλιση την ενεχυρίαση μετοχών. Ο εναγόμενος πήρε τα χρήματα και αγόρασε μετοχές. Τα παραπάνω δεν αφορούν την επίδικη συναλλαγή. Ούτε ελέχθηκαν ή τώρα παρατίθενται υπό την έννοια μαρτυρίας για «παρόμοια γεγονότα», έννοια που είναι διαφορετική. Αναφέρονται αφενός ως μέρος του ιστορικού που κατέληξε, ως κατωτέρω, στην επίδικη συναλλαγή. Αφετέρου συνδέονται με ένα επιχείρημα, όπως θ΄ αναφερθεί παρακάτω, του κου Ζαχαρίου σε σχέση με το χρόνο της πρώτης συναλλαγής και των περιορισμών της Κεντρικής Τράπεζας. Αργότερα ο εναγόμενος αποτάθηκε εκ νέου στον κο Σοφοκλέους γιατί ήθελε περαιτέρω, δεύτερο δάνειο για τον ίδιο σκοπό. Συναντήθηκε στις 26.11.99 με τον κο Βορκά και επανέλαβαν την ίδια διαδικασία με δέσμευση περαιτέρω μετοχών. Αυτή τη φορά όμως ο κ. Βορκάς συμπληρώνοντας τα έγγραφα χρησιμοποίησε έναν έτοιμο κατάλογο με αντικείμενα, τον οποίο επεσύναψε στη συμφωνία. Αυτή η δεύτερη συμφωνία που κατατέθηκε μαζί με τον πίνακα χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων ως τεκμήριο 1 αποτελεί στην επίδικη συμφωνία. Αφορά £70.000,- αξία αντικειμένων, πλέον £16.275,- δικαιώματα ενοικιαγοράς. Από την άλλη πλευρά, ο κ. Φιλίππου, τώρα διευθυντής, τότε υποδιευθυντής, δέχθηκε, χωρίς να θυμάται όμως να είχε πάει στα γραφεία τους η κα Λουκία Αραβή, ότι συνάντησαν, με τον τότε διευθυντή κο Σοφοκλέους, τον εναγόμενο αρχάς Νοεμβρίου 1999, ο οποίος τους ζήτησε χρηματοδότηση γιατί είχε ανάγκη από χρήματα. Συμφώνησαν να χρηματοδοτήσουν περιουσία του με τη μορφή ενοικιαγοράς και κατέληξαν στις εν λόγω συμφωνίες στις 16.11.99 και στις 26.11.
  1. Κατά τ΄ άλλα, είπε ο κ. Φιλίππου, ο εναγόμενος είχε παραπεμφθεί στους αρμόδιους υπαλλήλους οι οποίοι ετοίμασαν με την εμπειρία που έχουν μέσα από διάφορες ερωτήσεις τους προς τον εναγόμενο, τον πίνακα των αντικειμένων. Επειδή γνώριζαν πως ο εναγόμενος ήταν αξιόχρεος και είχαν εξασφάλιση με δέσμευση μετοχών, δεν προχώρησαν σε έλεγχο των αντικειμένων. Ένας άλλος υπάλληλος των εναγόντων, ο κ. Ευάγγελος Μεστιτζής (Μ.Ε.1) ανέφερε επίσης πως ο εναγόμενος τους ζήτησε χρηματοδότηση γιατί είχε ανάγκη από χρήματα ζητώντας τους να προβούν σε ενοικιαγορά επίπλων ιδιοκτησίας του εναγομένου. Του υπέβαλαν διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με τα έπιπλα και με την εμπειρία που έχουν από πολλές χρηματοδοτήσεις και με τις δηλώσεις του εναγομένου ετοίμασαν τον πίνακα χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων. Τους ίδιους λόγους που ανέφερε ο κ. Φιλίππου επικαλέστηκε και ο κ. Μεστιτζιής για να πει ότι δεν προχώρησαν σε έλεγχο των αντικειμένων. Ήδη από τις 11.1.1999 ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας με εγκύκλιο επιστολή του προς όλες τις Τράπεζες (Τεκμήριο 13.1) είχε υποδείξει την αναγκαιότητα για ουσιαστική μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στη διάρκεια του
  2. Κάλεσε δε κατά συνέπεια τις τράπεζες ν΄ ακολουθήσουν πιστά το στόχο της Κεντρικής Τράπεζας όπως η επέκταση των τραπεζικών πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα να είναι της τάξης του 10% σε σύγκριση με τον προηγούμενο χρόνο. Στις 6.5.1999 ο Διοικητής επανήλθε με νέα εγκύκλιο επιστολή (Τεκμήριο 13.2). Επαναλαμβάνει την ανάγκη απόλυτης τήρησης του στόχου πιστωτικής επέκτασης κατά 10% μέσα στο 1999 και αναφέρεται σε εισαγωγή, πλέον, πιστωτικών ορίων για κάθε τράπεζα επισείοντας τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων. Παρά ταύτα, η Κεντρική Τράπεζα διαπίστωσε σημαντική αύξηση στις πιστωτικές διευκολύνσεις για απόκτηση μετοχών στο χρηματιστήριο «με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται η αλόγιστη επένδυση, ιδιαίτερα με δανεικά, κεφάλαια, τόσο για τους ίδιους τους επενδυτές, όσο και για την οικονομία και την κεφαλαιαγορά γενικότερα». Αυτά αναφέρονται σε εγκύκλιο επιστολή του Διοικητή ημερ. 12.7.1999 (Τεκμήριο 12) με την οποία εκαλούντο οι τράπεζες να περιορίσουν τα δάνεια αυτά, να αυξήσουν το ποσοστό περιθωρίου ασφάλειας και να υποδεικνύουν στους πελάτες τους, όλους τους σχετικούς κινδύνους. Στις 12.10.1999, νέα εγκύκλιος (Τεκμήριο 13.4) αναφέρεται σε ένα νέο λογαριασμό τύπου trading account ο οποίος προσφερόταν για να διευκολύνεται η διεκπεραίωση των συναλλαγών στο χρηματιστήριο. Ζητείται δε από τις τράπεζες το σταδιακό κλείσιμο τέτοιων λογαριασμών και εξαγγέλλεται η πρόθεση της Κεντρικής Τράπεζας για συνεχή παρακολούθηση της αυστηρής εφαρμογής των οδηγιών της. Στις 24.11.1999 πλέον, η Κεντρική Τράπεζα με επείγουσα εγκύκλιο του Διοικητή της με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 38 του Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου ζήτησε από τις τράπεζες όπως μη προβαίνουν σε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων όταν γνωρίζουν ή εύλογα υποψιάζονται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών. Τέτοιο φαίνεται να ήταν το επείγον της κατάστασης ώστε να σημειώνεται ότι το μέτρο ήταν άμεσης εφαρμογής και τέτοια η ανάγκη του ώστε να διευκρινίζεται πως θα ίσχυε ανεξάρτητα από το ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης. Έχουν κατατεθεί και άλλες εγκύκλιοι στο ίδιο πνεύμα οι οποίες όμως αφορούν σε χρόνο μεταγενέστερο των συναλλαγών που ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Πάντως επιβεβαιώνουν την πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και αποκαλύπτουν περαιτέρω την ανησυχία της στα ίδια πλαίσια. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων αγορεύοντας υπέδειξε ότι η πρώτη ενοικιαγορά είχε γίνει στις 16.11.99, πριν από την εγκύκλιο ημερ. 24.11.99 (Τεκμήριο 13.5) με την οποία είχε τεθεί απόλυτη πλέον απαγόρευση για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων σε σχέση με αγορά μετοχών. Εισηγήθηκε, έτσι, ότι δεν μπορεί να είναι πειστικός ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η κα Λουκία Αραβή του είχε κάμει λόγο από τότε, δηλαδή πριν από την πρώτη ενοικιαγορά, για αδυναμία να του χορηγήσουν δάνειο λόγω περιορισμών της Κεντρικής Τράπεζας. Η εγκύκλιος όμως ημερ. 24.11.99 ήταν η συνέχεια και το αποκορύφωμα μιας συνεχούς, όπως μαρτυρούν οι εγκύκλιοι που είναι τεκμήρια, προσπάθειας της Κεντρικής Τράπεζας για περιορισμό των τραπεζικών πιστώσεων με τη θέσπιση αρχικά ορίου στις τραπεζικές πιστώσεις προς τον ιδιωτικό τομέα και την απαγόρευση τελικά οποιασδήποτε πιστωτικής διευκόλυνσης για αγορά μετοχών. Συνεπώς ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι του είχε εγερθεί ζήτημα σε σχέση με περιορισμούς στις χορηγήσεις δανείων από την Κεντρική Τράπεζα συνάδει με την όλη εικόνα που δημιουργείται μέσα από τις εν λόγω εγκυκλίους. Συνάδει επίσης με τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι είχε προηγουμένως αποταθεί στην τράπεζα και στην κα Αραβή για δάνειο, η ύπαρξη της εκτίμησης που απευθύνθηκε, ως άνω, στην τράπεζα «διά προσοχή της κας Αραβή», ένα περίπου μήνα πριν τις συναλλαγές με τους ενάγοντες. Αλλά ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία η εκδοχή που έδωσαν οι δύο υπάλληλοι των εναγόντων κρίνεται ήδη με αναφορά και μόνο στα δικά της δεδομένα εντελώς αναξιόπιστη. Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Μεστιτζιής ισχυρίστηκε πως ο πίνακας χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων είχε καταρτιστεί μετά από διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με έπιπλα επί τη βάσει των δηλώσεων του εναγομένου, εικόνα που αναδύεται και μέσα από τη μαρτυρία του κ. Φιλίππου. Οι ερωτήσεις υποβάλλονταν, είπε ο κ. Μεστιτζιής, από τον κ. Βορκά. Δεν θυμόταν να τις αναφέρει ακριβώς αλλά έκαμε μια γενική αναφορά ως ακολούθως: «Εμείς τον ρωτούσαμε βάσει της πείρας που έχουμε και με διάφορους άλλους πίνακες χρηματοδοτημένων αντικειμένων ή/και τιμολογίων που είχαμε ετοιμάσει παλιά, αν μέσα στα έπιπλα, του λέγαμε έχεις σαλόνι, μάλιστα, τι σαλόνι είναι, ας πούμε τριθέσεο καναπέ, διθέσεο, και σιγά σιγά μας ανέφερε ότι κύριε από αυτά που μου λέτε βάσει εκείνων των πινάκων ή/και τιμολογίων που έχετε εγώ έχω αυτά τα έπιπλα τα οποία ζητώ να μου χρηματοδοτήσετε. Και με αυτόν τον τρόπο καταρτίστηκε ο πίνακας χρηματοδοτημένων αντικειμένων.» Ο μάρτυρας εννοούσε τον πίνακα που είναι επισυνημμένος στην επίδικη συμφωνία και έχει ως ακολούθως: «2 Διθέσεοι καναπέδες 2 Τριθέσιοι καναπέδες 4 Πολυθρόνες 1 Σαλοτραπεζαρία με 8 Καρέκλες 1 Τραπεζαρία Κουζίνας με 8 Καρέκλες 1 Κεντρική Θέρμανση 4 Airconditioning split unit 3 Μονά Κρεββάτια 1 Διπλό Κρεββάτι 5 Κομοδίνα 3 Βιβλιοθήκες Έπιπλα 1 Έπιπλο Σύνθετο 1 Έπιπλο Μπαρ Πάγκοι Κουζίνας 1 Ψυγείο 1 Πλυντήριο Πιάτων 1 Πλυντήριο Ρούχων 1 Εντοιχισμένος Ηλεκτρικός Φούρνος 4 Ηλεκτρικά Μάτια 1 τηλεόραση 1 VIDEO 1 Αποδικωποιητής LUMIERE 3 Έπιπλα Γραφεία 4 Φωτιστικά.» Στη συνέχεια υπεδείχθη στο μάρτυρα ότι σε τέσσερα άλλα συμβόλαια ενοικιαγοράς των εναγόντων με άλλους ανθρώπους υπάρχει ο ίδιος ακριβώς πίνακας. Ο κ. Μεστιτζιής απάντησε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να χρησιμοποιήθηκε το ίδιο έγγραφο σε άλλες ενοικιαγορές, υπάρχει όμως περίπτωση να ήταν παρόμοια, όχι τα ίδια, αντικείμενα. Ο κ. Μαθηκολώνης επανήλθε στην επόμενη δικάσιμο όταν συνεχίστηκε η αντεξέταση του κ. Μεστιτζιή με το θέμα των τεσσάρων συμβολαίων. Στην πρώτη κιόλας ερώτηση που υπεβλήθη την ημέρα εκείνη ο μάρτυρας προσπάθησε να υπεκφύγει. Το ίδιο και στη συνέχεια. Τελικά δέχθηκε πως σε όλες τις περιπτώσεις αναγράφονται ίδια αντικείμενα από άποψης περιγραφής, όπως και στην επίδικη. Μάλιστα, μέσα από την κατάθεση των άλλων τεσσάρων πινάκων που ακολούθησε (Τεκμήρια 8Α-8Δ) καταδεικνύεται τελικά ότι δεν επρόκειτο για καταγραφή αντικειμένων ίδιας περιγραφής αλλά για τον ίδιο κατάλογο αντικειμένων, όπως ακριβώς παρατέθηκε ανωτέρω. Μάλιστα υπάρχει το ίδιο γραμματικό λάθος σε ό,τι αφορά τον αποκωδικοποιητή που αναφέρεται ως «αποδικωποιητής». Στην επόμενη δικάσιμο, οπότε συνεχίστηκε περαιτέρω η αντεξέταση του κ. Μεστιτζιή, ο κατάλογος αυτός που συνοδεύει τις ενοικιαγορές, με μόνη διαφορά το διορθωμένο «αποκωδικοποιητή», κατατέθηκε αυτοτελώς ως Τεκμήριο 9 και ήταν πλέον η θέση του κ. Μεστιτζιή ότι πρόκειται για κατάλογο που είναι καταχωρημένος σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και τον χρησιμοποιούν υπό την έννοια ότι «οι πελάτες διαλέγουν.» Δηλαδή «είναι ένας κατάλογος που κάμνουν βάσει της πείρας και απ΄ εκεί διαλέγει ο πελάτης ποιά έχει και ποιά δεν έχει στο σπίτι του». Έτσι έχουν την ευκολία να σβήσουν κάτι, αναλόγως. Σε ερώτηση κατά πόσο έτυχε και οι πέντε πελάτες να επιλέξουν τα ίδια αντικείμενα, ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Δεν είναι πειστική ως σύμπτωση η θέση ότι έτυχε πέντε πελάτες, όλοι κατά την ίδια ύποπτη, σε σχέση με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, περίοδο, να έχουν τα ίδια αντικείμενα κατά περιγραφή και αριθμό ώστε να διαλέξουν από τον καταχωρημένο δήθεν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή πίνακα ίδιο αριθμό αντικειμένων ίδιας περιγραφής, ενώ παράλληλα να διαγράφονται («σβήνονται») άλλα αντικείμενα ή και ποσότητες ώστε τελικά σε πέντε περιπτώσεις να προκύψει, μέσα από τόσα διάφορα αντικείμενα ο ίδιος ακριβώς πίνακας. Άλλωστε είναι φανερή η αναδίπλωση του κου Μεστιτζιή όταν πλέον βρέθηκε αντιμέτωπος με τα τεκμήρια 8Α-8Δ και το τεκμήριο
  3. Η αρχική του θέση ήταν, ως άνω, πως ο πίνακας διαμορφώθηκε «σιγά σιγά», ad hoc μέσα από ερωτήσεις τους προς τον εναγόμενο επί τη βάσει άλλων, παλαιών, «πινάκων ή/και τιμολογίων». Όταν όμως έγινε αναφορά στους άλλους πίνακες άρχισε τις υπεκφυγές και όταν τελικά βρέθηκε αντιμέτωπος με τα εν λόγω τεκμήρια και τον αναντίλεκτα πανομοιότυπο πίνακα, επινόησε τη θέση περί του a priori καταχωρημένου στον ηλεκτρονικό υπολογιστή πίνακα που εκ συμπτώσεως δήθεν προέκυψε πανομοιότυπος. Ο δε υποδιευθυντής και νυν διευθυντής, ο κ. Φιλίππου, δεν προσέθεσε οτιδήποτε άλλο παρά να προσπαθήσει να ενισχύσει τη φανερά κατασκευασμένη και εξωπραγματική, τελικά, εκδοχή του υπαλλήλου του. Πέραν τούτου, δεν είναι πειστική η εκδοχή ότι οι ενάγοντες χρηματοδότησαν με το υπέρογκο ποσό των £70.000, ποσό για το οποίο χρέωσαν περιπλέον £16.275 ως δικαιώματα ενοικιαγοράς, διάφορα έπιπλα και οικιακό εξοπλισμό χωρίς, όχι απλώς να ενδιαφερθούν να τα επιθεωρήσουν, αλλ΄ ούτε να γνωρίζουν οτιδήποτε που θα μπορούσε να είναι προσδιοριστικό ή έστω ενδεικτικό της αξίας τους, όπως η μάρκα ή το κατά πόσο ήταν καινούργια ή μεταχειρισμένα ή, εν πάση περιπτώσει το ποία ήταν η κατάσταση τους, όπως αμφότεροι οι μάρτυρες των εναγόντων δέχθηκαν. Η εξήγηση που επεχείρησαν να δώσουν περί άλλων εξασφαλίσεων, όχι μόνο δεν είναι πειστική, ως εκ του ύψους της χρηματοδότησης, αλλά ακριβώς ευλόγως παραπέμπει σε δανειοδότηση και όχι σε μίσθωση αντικειμένων με όρους ενοικιαγοράς. Η πλήρης αδιαφορία τους για το υποτιθέμενο μίσθιο δεν συνάδει με εικόνα ενοικιαγοράς όπου κύριο στοιχείο είναι ακριβώς τα εκμισθούμενα αντικείμενα. Το γεγονός ότι η υποτιθέμενη αξία αγοράς καθορίζεται χωρίς αναφορά στην αγοραία αξία αλλά στα μέτρα του αιτουμένου ποσού για χρηματοδότηση, όπως πασιφανώς έγινε εν προκειμένω, είναι στοιχείο που δημιουργεί υπόνοιες περί εικονικής πράξης [βλ. Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 4
(1), παρ. 675]. Αντίθετα ο εναγόμενος απαντούσε χωρίς υπεκφυγές, περιπλέον δε η εκδοχή του υποστηρίζεται, ως άνω, από τις ευρύτερες περιστάσεις που περιβάλλουν την επίδικη ιστορία. Προβαίνοντας σε ευρήματα ως η μαρτυρία του, η διαπίστωση είναι πως οι διάδικοι υπογράφοντας το έγγραφο ενοικιαγοράς δεν είχαν πραγματικά τη βούληση να συνάψουν σύμβαση ενοικιαγοράς. Εν γνώσει και των δύο πλευρών η συμφωνία ήταν πλασματική, όπως ανύπαρκτα ήταν και τα δήθεν αντικείμενα, με κοινό σκοπό να καλύψουν κάτω από το μανδύα της ενοικιαγοράς την πραγματική φύση της συναλλαγής που ήταν η παροχή δανείου. Η διαπίστωση και μόνο ότι τα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα εκθεμελιώνει από τώρα και χωρίς άλλο την απαίτηση για διάταγμα περί επιστροφής τους. Αν και η αναξιοπιστία της εκδοχής των εναγόντων έχει ήδη κριθεί, σημειώνονται τα ακόλουθα για το λόγο που παρακάτω αναφέρεται: Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται ενδεικτικά υπόψη ως κριτήριο για εικονική σύμβαση αναφέρεται από τους Halsbury´s, ανωτέρω, η παράλειψη να κληθεί ως μάρτυρας ένα πρόσωπο που είναι σε θέση να δώσει μαρτυρία για τα γεγονότα. Τέτοιο πρόσωπο ήταν εν προκειμένω η κα Αραβή. Ο κ. Ζαχαρίου εισηγήθηκε πως οι ενάγοντες δεν είχαν τέτοια υποχρέωση. Πρώτο, διότι η κα Αραβή δεν είναι υπάλληλος των εναγόντων αλλά της τράπεζας που είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Δέχθηκε όμως παράλληλα ότι οι δύο εταιρείες ανήκουν στον ίδιο Όμιλο και οι ενάγοντες αντλούν τα κεφάλαια τους από την τράπεζα, όπως ήταν η σχετική μαρτυρία και όπως αποτέλεσε κοινό τόπο. Τα όσα αποδίδει ο εναγόμενος στην κα Αραβή μέσα στο όλο πλαίσιο του ιστορικού που παρέθεσε, συνάδουν με την κατ΄ ουσία οργανική σχέση μεταξύ των δύο εταιρειών και καταδεικνύουν σαφώς πως ο ρόλος της κας Αραβή δεν ήταν στα πλαίσια της νομικής διάστασης του πράγματος περί ξεχωριστών οντοτήτων, αλλά στα πλαίσια μιας πρακτικής κατάστασης πραγμάτων όπου η υπάλληλος της τράπεζας ενεργεί για τους γενικότερους σκοπούς του Ομίλου. Ο κ. Ζαχαρίου εισηγήθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να καλέσουν την κα Αραβή ως μάρτυρα επικαλούμενος τα ακόλουθα που ελέχθησαν στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L (Constructions) Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726. «Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι ήταν υποχρέωση της Τράπεζας να καλέσουν ως μάρτυρες τους προμηθευτές των αντικειμένων των ενοικιαγορών και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των Εναγομένων περί εικονικότητας τους. Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τους Εναγόμενους, έθετε σε αυτούς και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξουν. Η Τράπεζα είχε το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση των ενοικιαγορών σύμφωνα με το νόμο, και αυτό έκανε.» Είναι οι εναγόμενοι, καταλήγει ο κ. Ζαχαρίου, που παρέλειψαν ως εκ των άνω, να καλέσουν την κα Αραβή ως μάρτυρα. Με αυτή μάλιστα την αντίληψη είχε ζητήσει κατά τη διαδικασία, επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, που διέπουν την εξουσία κλήτευσης μαρτύρων για αντεξέταση σε περίπτωση εξ ακοής μαρτυρίας, άδεια του Δικαστηρίου να κλητεύσει την κα Αραβή για αντεξέταση. Για τους λόγους που φαίνονται στη σχετική ενδιάμεση απόφαση το αίτημα απερρίφθη. Το ζήτημα όμως επαναφέρθηκε, ως άνω, από τον κο Ζαχαρίου στην τελική του αγόρευση, για να εισηγηθεί πως η μαρτυρία της κας Αραβή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εφόσον παρέμεινε εξ ακοής και χωρίς ευχέρεια αντεξέτασης. Βέβαια τα όσα είπε η κα Αραβή περί περιορισμών από την Κεντρική Τράπεζα τέθηκαν, ούτως ή άλλως, ενώπιον του Δικαστηρίου με άμεση μαρτυρία. Έτσι, ό,τι θα μπορούσε πλέον να έχει πρακτική σημασία είναι το ζήτημα ποιός διάδικος παρέλειψε να παρουσιάσει ένα αναγκαίο μάρτυρα για τις περιστάσεις που οδήγησαν στην επίδικη συναλλαγή, στα πλαίσια αξιολόγησης της δικής του εκδοχής αναλόγως. Το παραπάνω απόσπασμα από την υπόθεση Balclays Bank PLC αναφέρεται στο βάρος απόδειξης υπό την έννοια του βάρους που έχει ο διάδικος να πείσει, στο τέλος, για τη βασιμότητα της υπόθεσης του (νομικό βάρος απόδειξης, legal burden of proof). Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου η μαρτυρία περί εικονικότητας δημιουργεί τόσο ισχυρά συμπεράσματα περί του ότι όντως επρόκειτο για πλασματική συναλλαγή, ώστε να αναμένεται λογικά από το διάδικο που επιμένει ότι η συναλλαγή ήταν γνήσια να καλέσει εκείνο το πρόσωπο που θα μπορούσε με την μαρτυρία του να δώσει μια εντελώς σαφή και αξιόπιστη εκδοχή που να ανατρέπει τα ισχυρά συμπεράσματα. Τέτοια ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Maas v. Pepper [1904-1907] All E.R. Ext. 1642 την οποία οι Halsbury´s (ανωτέρω) παραθέτουν σε σχέση με τα κριτήρια που μπορούν να ληφθούν υπόψη για το κατά πόσο επρόκειτο για εικονική σύμβαση. Τέτοιο πρόσωπο στην υπόθεση εκείνη ήταν κάποιος Maas. O Lord Chancellor Halsbury είχε πει τα εξής: «I think that everything which has been elicited in the course of the case ... raises a very strong presumption that this was a colourable sale. The only thing that would have brought me to a different conclusion would have been Mr. Maas coming and giving a perfectly clear and credible account of how it was that the original arrangement was completely altered by all the parties, and he was to become the vendee of these goods. I do not think that he ever was that. It was for those who insisted that the sale of the furniture was a real and bona fide one to have proved it.» Ενώ ο Lord Macnaghten είπε σχετικά τα εξής: «..having regard to the fact that Maas was not called, and consequently not subjected to cross-examination, I am not prepared to differ from the learned judge». Η αρχή που διατυπώθηκε στην Barclays Bank PLC με αναφορά στο νομικό βάρος απόδειξης δεν έρχεται σε αντίθεση με την αρχή που προκύπτει από την Maas. Η δεύτερη αρχή συμπληρώνει την πρώτη αναφερόμενη σ΄ εκείνες τις περιπτώσεις όπου από τη μαρτυρία δημιουργείται κατ΄ ουσία ένα πραγματικό τεκμήριο που επαναφέρει το βάρος προσαγωγής μαρτυρίας (evidential burden of proof) στον επικαλούμενο τη γνησιότητα της συναλλαγής με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι πλέον σε θέση να το αποσείσει αποδεικνύοντας και μόνο την έγκυρη κατάρτιση της συναλλαγής. Αυτή ήταν η περίπτωση εν προκειμένω. Το ζήτημα όμως κρίθηκε, ως άνω, χωρίς να ληφθεί υπόψη η μή κλήτευση της κας Αραβή από τους ενάγοντες, εφόσον τα πράγματα βοούν ξεκάθαρα χωρίς να ήταν ανάγκη να ληφθεί υπόψη αυτό το κριτήριο. Η περαιτέρω αυτή αναφορά έγινε ενόψει του επιχειρήματος των εναγόντων ότι η μή κλήτευση της κας Αραβή είναι τους εναγόμενους που αφορά και θα έπρεπε να πλήξει τη δική τους υπόθεση. Για τους λόγους όμως που έχω αναφέρει, αν ελαμβάνετο το ζήτημα αυτό υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα έπρεπε να ήταν προς την αντίθετη κατεύθυνση και θα υπεστήριζε έτι περαιτέρω τη διαπίστωση περί πλασματικής συναλλαγής. Το γεγονός ότι μια σύμβαση είναι εικονική δεν καθιστά, από μόνο του, ατελέσφορη την απαίτηση για δικαστική θεραπεία. Όπως έχει λεχθεί στην Barclays Bank PLC θα πρέπει να προσδιορίζεται η παρανομία η οποία θα μπορούσε να απολήξει σε ακυρότητα της σύμβασης. Οι εναγόμενοι όντως προβάλλουν περαιτέρω τη θέση, ότι σκοπός της πλασματικής συναλλαγής ήταν η καταστρατήγηση της δημόσιας, χρηματοπιστωτικής, πολιτικής όπως εκφραζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από την Κεντρική Τράπεζα. Οπότε το Δικαστήριο θα πρέπει ν΄ αρνηθεί, εισηγούνται, την απόδοση θεραπείας. Πιο συγκεκριμένα στην υπεράσπιση λέγουν ότι η εικονική ενοικιαγορά έγινε πρώτον, «κατά παράβαση της περί τόκου νομοθεσίας» (χρέωση τόκου πέραν του ανωτάτου, τότε, επιτρεπομένου ορίου 9%) και, δεύτερον, «με παράνομο σκοπό ή σκοπό αντίθετο προς τη δημόσια πολιτική». Δεν προβαίνουν σε συγκεκριμενοποίηση, σε σχέση ιδιαίτερα με αυτή τη δεύτερη πτυχή, όπως απαιτείται σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου η σύμβαση δεν είναι ex facie παράνομη. Από την άλλη όμως μεγάλο και ουσιαστικό μέρος της ακροαματικής διαδικασίας είχε ως αντικείμενο την πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας στο θέμα της παροχής πιστώσεων και ειδικότερα πιστώσεων για αγορά μετοχών. Η μαρτυρία ακούστηκε χωρίς ένσταση σε σχέση με την ελλιπή δικογράφηση. Υπό τέτοιες περιστάσεις δεν τίθεται πλέον θέμα αιφνιδιασμού ή δυσμενούς επηρεασμού των εναγόντων και έτσι το ζήτημα που τέθηκε στη γενικότητα του στην έκθεση απαίτησης θα εξεταστεί περαιτέρω επί των συγκεκριμένων περιστάσεων που τέθηκαν με τη μαρτυρία. Σε ό,τι αφορά την πρώτη πτυχή, εφόσον δεν επρόκειτο για ενοικιαγορά, τα συμφωνηθέντα σε σχέση με «δικαιώματα ενοικιαγοράς» ήταν άνευ αντικειμένου. Δικαιώματα για ποιά ενοικιαγορά, εφόσον ενοικιαγορά δεν υπήρξε; Συνεπώς δεν τίθεται καν θέμα χρέωσης τόκου πέραν του 9% κατά παράβαση του ισχύοντος τότε περί Τόκου Νόμου (Ν.2/77)ζήτημα σε σχέση με το οποίο οι εναγόμενοι παρουσίασαν μαρτυρία λογιστών. Η ουσία είναι ότι δεν υπήρξε πραγματική συμφωνία για δικαιώματα που θεωρούμενα τώρα ως τόκοι θα πρέπει να προσαρμοστούν στα όρια του τότε νόμου, στα πλαίσια της αρχής ότι ο τόκος που υπερβαίνει το επιτρεπόμενο επιτόκιο δεν εισπράττεται [Τράπεζα Κύπρου ν. Κουδουνάρης
(1995)1 Α.Α.Δ. 641, Νεοφύτου ν. Κυριακίδης (Αρ. 3)
(1999)1 Α.Α.Δ. 299]. Εν πάση περιπτώσει αν διετάσσετο η επιστροφή του ζητουμένου ποσού, που δεν αμφισβητείται, θα μπορούσε να δοθεί νόμιμος τόκος. Ως προς τη δεύτερη πτυχή σημειώνονται τα ακόλουθα: Ως ζήτημα κοινής λογικής, η προσπάθεια δύο συμβαλλομένων να καλύψουν την πραγματική τους συναλλαγή κάτω από μία πλασματική σχέση δεν αναμένεται ότι γίνεται στο κενό. Εν προκειμένω ο σκοπός ήταν πασιφανώς η προσπάθεια να υπερφαλαγγιστούν οι περιορισμοί της Κεντρικής Τράπεζας που αφορούσαν μεν την τράπεζα, όχι όμως, όπως αποτέλεσε κοινό τόπο, τους ενάγοντες. Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία να καθορίσει όρια δανείων ή, ακόμα, τους σκοπούς για τους οποίους μπορούσαν να δοθούν ή να μην δοθούν δάνεια, δυνάμει των περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 1963 έως (Αρ. 2) του 1999 (άρθρο 38) εξουσίες που διατηρούνται στον ισχύοντα σήμερα Νόμο 138/2002. Παράλληλα, σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Ν.66/97)η Κεντρική Τράπεζα έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει τις τράπεζες προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος (άρθρο 26), και δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου (άρθρο 41). Είναι πρόδηλο ότι οι σχετικές εγκύκλιοι εκδόθηκαν στα πλαίσια των παραπάνω αρμοδιοτήτων της Κεντρικής Τράπεζας. Η εγκύκλιος δε ημερ. 24.11.1999 (Τεκμήριο 13.5), όπως και άλλες, ρητά αναφέρεται στο άρθρο 38 των περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμων. «Δημόσια πολιτική» υπό την συζητούμενη έννοια είναι εκείνη η δικαιϊκή αρχή που διασφαλίζει ότι κανένας πολίτης δεν μπορεί να τελεί εκείνο που έχει την τάση να επηρεάσει δυσμενώς το κοινό ή να είναι αντίθετο στο δημόσιο όφελος [βλ. Glamor Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444, 454]. Ο υπάλληλος της Κεντρικής Τράπεζας κ. Κωνσταντίνος Τρικούπης ανέφερε, ως μάρτυρας των εναγομένων, πως ο σκοπός των περιορισμών είχε να κάμει με την προστασία των καταθετών, με ζητήματα χρηματοοικονομικής σταθερότητας και τους κινδύνους από προβληματική ή επικίνδυνη ανάπτυξη σ΄ ένα κλάδο της οικονομίας. Όμως, όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Glamor, το ζήτημα της δημόσιας πολιτικής καθορίζεται ως νομικό ζήτημα και δεν είναι θέμα για το οποίο δίδεται μαρτυρία. Η νομική επιστήμη έχει κατατάξει, επί τη βάσει των δικαστικών αποφάσεων, περιπτώσεις δημόσιας πολιτικής σε αποκρυσταλλωμένες, κατά το μάλλον ή ήττον, κατηγορίες. Αναγνωρίζεται έτσι κατά πάγιο τρόπο πως τίθεται θέμα δημόσιας πολιτικής όταν παραβλάπτεται λ.χ. η χρηστή διακυβέρνηση, η δέουσα απονομή της δικαιοσύνης, τα δημόσια ήθη και η επαγγελματική ελευθερία (Chitty on Contracts, General Principles, 26η έκδοση, σελ. 683 επόμ.). O Lord Halsbury είχε λάβει κατηγορηματικά τη θέση ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν να επινοούν νέες κατηγορίες δημόσιας πολιτικής (Janson v. Drieforntein Consolidated Mines Ltd [1902] A.C. 484, 491). Τέτοια θέση όμως δεν έγινε καθολικά δεκτή. Αντίθετα, κρατούσα πλέον είναι η άποψη πως ότι στην κατάλληλη περίπτωση τα Δικαστήρια μπορούν να επεκτείνουν ή να τροποποιήσουν τις αρχές που διέπουν το θέμα (Multiservice Bookbinding Ltd v. Mardon [1979] Ch. D. 84, Glamor, σελ. 454-456). Λ.χ. στην Glamor, επιπρόσθετα προς τη παρανομία, διαπιστώθηκε ότι ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής είναι ανεπίτρεπτο για δημόσιο υπάλληλο να αναλάβει ιδιωτική εργασία έναντι ανταλλάγματος χωρίς την απαιτούμενη άδεια, σε βαθμό που να μην δικαιούται ν΄ απαιτήσει το αντάλλαγμα. Γίνεται όμως σαφές πως η σχετική ευχέρεια των Δικαστηρίων πρέπει ν' ασκείται με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου το δημόσιο κακό είναι πασιφανώς αδιαμφισβήτητο. Όπως έχει λεχθεί στην Fender v. Mildmay [1937] 3 All E.R. 402 και υιοθετείται στην Glamor: «The doctrine of "public policy" should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substiantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic inferences of a few judicial minds.» Η επιφυλακτικότητα που αρμόζει, είχε οδηγήσει τον Lord Truro στο να παρομοιάσει τη «δημόσια πολιτική» σαν ένα ατίθασο άλογο, επικίνδυνο να ιππευθεί (Egerton v. Brownlow [1843-60] All E.R. Rep. 970, 995). Βέβαια ο Lord Denning είχε πει επί της ίδιας παρομοίωσης πως με ένα καλό αναβάτη το ατίθασο άλογο μπορεί να ελεγχθεί και να υπερπηδήσει τα εμπόδια (Enderby Town Football Club Ltd v. The Football Association Ltd [1971] Ch. 591, 606). Όμως το πρωταρχικό ζήτημα δεν είναι ο αναβάτης, αλλά κατά πόσο είναι κατάλληλη περίπτωση για ιππασία. Εφόσον δεν πρόκειται για άμεση παρανομία και εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει ρητά την αποστέρηση δικαστικής θεραπείας, το ερώτημα που τελικά τίθεται είναι το κατά πόσο, μέσα από τη συνήθη ερμηνεία του νόμου, υπό τις περιστάσεις που έγινε η σύμβαση και έχοντας κατά νου το κακό που εσκοπείτο ν΄ αποτραπεί, θα αντίκειτο στη δημόσια πολιτική η εκτέλεση της σύμβασης (Shaw v. Groom [1970] 1 All E.R. 702, Glamor σελ. 454). Στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας γίνεται αναφορά στις «γνωστές συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στη χρηματιστηριακή αγορά τις τελευταίες εβδομάδες» και τον κίνδυνο οι πιστωτικές διευθετήσεις να «καταλήξουν σε καθαρά κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στο Χρηματιστήριο.» (εγκύκλιος ημερ. 12.10.1999, τεκμ. 13.4). Σε εγκύκλιο, ημερ. 5.1.2000 (Τεκμ. 13.7), μεταγενέστερη μεν την επίδικης συναλλαγής, πλην αποκαλυπτική του κλίματος της εποχής θεωρούμενου, κατά λογική αναγκαιότητα, κατά τρόπο ενιαίο, γίνεται λόγος για «το απαράδεκτο φαινόμενο της μαζικής χρηματοδότησης αγοράς μετοχών πρώτης έκδοσης όπου εκατοντάδες εκατομμύρια λιρών δάνεια δόθηκαν για αγορά μετοχών αξίας μερικών εκατομμυρίων λιρών». Η Κεντρική Τράπεζα είχε προχωρήσει στη λήψη διοικητικών μέτρων. Με εγκύκλιο ημερ. 23.3.2000 (Τεκ. 13.8) ειδοποίησε τις τράπεζες πως δεν θα καταβάλλει τόκο σε οποιαδήποτε τράπεζα δεν συμμορφώνεται με τις οδηγίες της δυνάμει του άρθρου 38. Αυτό το μέτρο εφαρμόστηκε εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Όπως ανέφερε ο κ. Τρικούπης η τράπεζα υπερέβη τα πιστωτικά όρια κατά 34.8 εκατομμύρια λίρες στις 30.9.99 και κατά 30.6 εκατομμύρια λίρες στις 31.12.99, με αποτέλεσμα να της επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο ύψους £1.978.000,- υπό την έννοια ότι δεν της καταβλήθηκε αντίστοιχο ποσό τόκων επί του αποθέματος που όπως κάθε εμπορική τράπεζα, κατά εκ του νόμου υποχρέωση (άρθρο 37), τηρούσε στην Κεντρική Τράπεζα. Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία να λάβει περαιτέρω και σκληρότερα μέτρα. Εφαρμόζοντας το άρθρο 30 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου αν έκρινε ότι από το ως άνω «απαράδεκτο φαινόμενο» υφίστατο κίνδυνος να ελαττωθεί η ικανότητα μιας τράπεζας για έγκαιρη αντιμετώπιση των υποχρεώσεων της ή, γενικότερα, ότι ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση των συμφερόντων των καταθετών ή πιστωτών, είχε εξουσία, μεταξύ άλλων, να απαγορεύσει τελείως και μέχρι νεότερης ειδοποίησης την αποδοχή από την τράπεζα καταθέσεων ή/και τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, ή, ακόμα μάλιστα, να ανακαλέσει την άδεια της τράπεζας. Η Κεντρική Τράπεζα είναι το πρωταρχικά αρμόδιο όργανο που έταξε η Πολιτεία για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, έχοντας ως κύριο εκ του νόμου σκοπό τη δημιουργία συνθηκών νομισματικής σταθερότητας, πιστωτικών συνθηκών και συνθηκών που αφορούν στο ισοζύγιο πληρωμών που συντελούν στην αρμονική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας (άρθρο 4 του Νόμου). Ο μεν νομοθέτης δεν έχει ρητώς ορίσει ότι παράβαση ή καταστρατήγηση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας για θέματα πιστωτικής πολιτικής θα μπορούσε να απολήξει σε άρνηση δικαστικής θεραπείας, όπως κατ΄ αρχήν θα αναμενόταν ως εκ της δραστικότητας του μέτρου (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου ν. Πετράκη [1998] 1 C.L.R. 941). Η δε Κεντρική Τράπεζα, πρωταρχικός θεματοφύλακας της πιστωτικής πολιτικής, επέλεξε το προαναφερθέν μέτρο μέσα από ένα πολύ ισχυρότερο οπλοστάσιο. Βέβαια είναι τα Δικαστήρια που έχουν τον τελευταίο λόγο να διαγνώσουν την ύπαρξη δημόσιας πολιτικής τέτοιας αναντίλεκτης σπουδαιότητας ώστε να είναι απαράδεκτη η παροχή θεραπείας στον παραβάτη. Όμως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και επί των αρχών που προσπάθησα να παραθέσω, θεωρώ ότι τέτοια πορεία θα ήταν καθ΄ υπέρβαση του δικαστικού ρόλου και προς υποκατάσταση τόσο του νομοθέτη, όσο και του κατεξοχήν αρμοδίου εκ του Συντάγματος (Άρθρο 121, Συντ.) οργάνου, της Κεντρικής Τράπεζας. Προκαλεί θλίψη και ανησυχία η διαπίστωση ότι ένας οργανισμός όπως οι ενάγοντες, κατέφυγαν μαζί με τον επίσης αξιοκατάκριτο εναγόμενο σε αγοραία τεχνάσματα με ευρύτερο σκοπό να υπερφαλαγγιστούν οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Η νομική όμως πτυχή του θέματος δεν εξαρτάται από ζητήματα ιδιοσυγκρασίας ή την υποκειμενική διάθεση μπροστά σε τέτοια κατάσταση. Το θέμα όμως δεν τελειώνει με τη διαπίστωση ότι η εικονικότητα δεν διασυνδέεται με ζητήματα δημόσιας πολιτικής υπό την παραπάνω έννοια. Η εικονικότητα σημαίνει κατά πρώτο λόγο, πως οι ενάγοντες δεν μπορούν να στηρίξουν την απαίτηση τους σε ενοικιαγορά. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο πράγματι έχουν προωθήσει άλλη, διαζευκτική βάση αγωγής. Τέλος δε, κατά πόσο, ούτως ή άλλως, είναι βάσιμες υπό τις περιστάσεις οι αιτίες αγωγής που επικαλούνται στην έκθεση απαίτησης. Οι ενάγοντες εισηγούνται ότι ακόμα και αν η συμφωνία ήταν εικονική, οι εναγόμενοι οφείλουν πάντως να επιστρέψουν τα χρήματα που αποδεδειγμένα έλαβαν, ως ποσό που καταβλήθηκε αχρεωστήτως και χωρίς χαριστική πρόθεση επί τη βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κάμνουν επίσης «διαζευκτικά» λόγο σε «πιστωτικές διευκολύνσεις» που παραχώρησαν στον εναγόμενο με τους όρους και συμφωνίες που αφορούν την κατ΄ αρχή προβαλλόμενη ενοικιαγορά. Ενώ, όμως, ζητούν διαζευκτικές θεραπείες, προώθησαν κατά την ακρόαση και μέχρι τέλους την εκδοχή της γνήσιας ενοικιαγοράς. Είχαν δικαίωμα να επιλέξουν, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, ανάμεσα στις διαζευκτικές θεραπείες μέχρι το τέλος. Ένας ενάγοντας δικαιούται πράγματι να επιλέξει στο τέλος. Εν προκειμένω οι ενάγοντες επέλεξαν. Επέλεξαν την εκδοχή της ενοικιαγοράς. Η εκδοχή τους κατέρρευσε επί των γεγονότων. Είναι τώρα θεμιτό να επικαλούνται τις διαζευκτικές βάσεις που στην αγωγή αναφέρουν; Το ερώτημα απαντάται στην Ανδρέας Κωνσταντίνου. Όπως και εν προκειμένω, στην αγωγή περιελαμβάνετο διαζευκτική βάση αγωγής πέραν της ενοικιαγοράς που αποδείχθηκε εικονική. Και αυτό σημειώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα, από την πρωτόδικη απόφαση (ημερομηνίας 28.9.01, αρ. αγωγής 5582/00) φαίνεται ότι, όπως και εν προκειμένω, στην έκθεση απαίτησης γινόταν διαζευκτικά λόγος για παροχή πιστωτικών και/ή χρηματοδοτικών διευκολύνσεων. Με αυτό το δεδομένο ελέχθησαν τα ακόλουθα από το πρωτόδικο δικαστήριο, τα οποία παρατέθηκαν αργότερα στην κατ΄ έφεση απόφαση με την παρατήρηση πως «η διαπίστωση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.» «Η υπόθεση που προώθησαν τελικά στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία (η υπογράμμιση δική μου) οι ενάγοντες βασίστηκαν αποκλειστικά σε ενοικιαγορά. Η διαπίστωση ότι η πραγματική σχέση ήταν δάνειο αρκεί για να εκθεμελιώσει την απαίτηση η οποία στηρίχθηκε σε ενοικιαγορά και μόνο.» Έχω υπόψη μου την υπόθεση MAISON JENNY LIMITED v. KRASHIAS FOOTWEAR INDUSTRY LIMITED, Πολιτική Έφεση 10881, ημερ. 24.7.2002, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Ζαχαρίου εισηγούμενος ότι επαρκεί η αναφορά σε διαζευκτικές βάσεις αγωγής ώστε το Δικαστήριο να αποδώσει θεραπεία. Σ΄ εκείνη την υπόθεση, οι ενάγοντες απαιτούσαν ανάκτηση ποσού που κατέβαλαν δυνάμει σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε για λόγους που απέδωσαν σε αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων. Το Δικαστήριο όμως έκρινε πως δεν υπήρχε σύμβαση εφόσον η συμφωνία ήταν άκυρη, οπότε δεν ετίθετο ζήτημα ανάκτησης του ποσού ως εκ της παράβασης της, αλλά επιστροφής του ως ποσού που δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα, ζήτημα για το οποίο υπήρχε στην έκθεση απαίτησης διαζευκτική απαίτηση. Οπότε το Ανώτατο Δικαστήριο σημειώνει ότι «εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση.» Όμως, ό,τι έκαμαν οι ενάγοντες ήταν να αποδώσουν την μη πραγμάτωση της συμφωνίας σε αντινομική προς τα συμφωνηθέντα συμπεριφορά των εναγομένων. Αυτό το γεγονός, αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου, «δεν μεταβάλλει τη φύση της αξίωσης». Σειρά υποθέσεων είναι που υποδηλώνουν ότι ο μή προσδιορισμός στην απαίτηση μιας θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα αν η παροχή της δικαιολογείται από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση [βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 530]. Στην υπόθεση Κυπριανού ν. Βασιλείου, Πολ. Έφεση 11463, ημερ. 10.7.2004, ο ενάγοντας επικαλέστηκε διαζευκτικά διάφορους νομικούς χαρακτηρισμούς για το έγγραφο επί του οποίου στήριξε την απαίτηση του. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης ο δικηγόρος του περιορίστηκε στο ότι επρόκειτο για γραμμάτιο συνήθους τύπου. Το πρωτόδικο δικαστήριο διαπιστώνοντας ότι δεν επρόκειτο για γραμμάτιο συνήθους τύπου απέρριψε την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τη διαπίστωση πως δεν επρόκειτο για τέτοιο γραμμάτιο. Έκρινε όμως πως δεν είχε σημασία ο χαρακτηρισμός που ο δικηγόρος έδωσε, εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό που του αποδίδεται. Οπότε διατάχθηκε επανεκδίκαση με αναφορά στις άλλες αιτίες αγωγής που προέκυπταν από την ίδια και μόνη εκδοχή του ενάγοντα επί των γεγονότων. Όπως και στην υπόθεση MAISON JENNY LIMITED έτσι και στην Κυπριανού, το ζήτημα αφορούσε το νομικό πέπλο ή το νομικό χαρακτηρισμό υπό τον οποίο θα μπορούσε να δοθεί δικαστική θεραπεία επί της εκδοχής των εναγόντων. Σ΄ αυτά τα πλαίσια και πασιφανώς σε σχέση με τη νομική αρχή ότι η ερμηνεία της σύμβασης είναι ζήτημα νομικό που δεν εναπόκειται στους διαδίκους ή τους μάρτυρες [Αλεξάνδρου ν. Κωμοδρόμου
(1997)1 Α.Α.Δ. 576] έγινε αναφορά, δίκην αγόρευσης, από τον κ. Μεστιτζιή ότι εφόσον δεν είναι δικηγόρος δεν μπορεί να αποφασίσει νομικά τί θεωρείται το συμβόλαιο που είναι τεκμήριο. Το ζήτημα όμως δεν ήταν ζήτημα ερμηνείας ή νομικού πέπλου ή χαρακτηρισμού. Ούτε είναι νοητό ένας διάδικος να παρουσιάζει ενόρκως ένα έγγραφο, ως έγγραφο ενοικιαγοράς, αλλά να λέει «διαζευκτικά» και παρά τις ένορκες βεβαιώσεις περί ενοικιαγοράς, ότι θα μπορούσε να είναι «παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων» με τους όρους της ενοικιαγοράς που, διαζευκτικά, δεν υπάρχει. Εν προκειμένω οι ενάγοντες επέλεξαν να παρουσιάσουν μια πλαστή εκδοχή περί ενοικιαγοράς σε συνέχεια μιας πλαστής ενοικιαγοράς. Αναμένοντας να δουν κατά πόσο η εκδοχή τους θα γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο ζητούν παράλληλα, όχι μια διαζευκτική θεραπεία υπό άλλο νομικό πέπλο ή χαρακτηρισμό επί της εκδοχής τους για τα γεγονότα, αλλά μια άλλη θεραπεία ασύμφωνη με την εκδοχή που επέλεξαν να παρουσιάσουν στην ακρόαση. Ο Lord Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands and Another
(1981)3 All E.R. 727, 729, σε μια γενική διατύπωση, τονίζοντας ότι δεν θα ήταν σοφό να περιοριστεί το ζήτημα σε καθορισμένες περιπτώσεις, υπέδειξε πως μια μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι εκείνη η συμπεριφορά που θα μπορούσε να περιαγάγει την απονομή της δικαιοσύνης σε ανυποληψία μεταξύ των ορθοφρόνων ανθρώπων («.or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people»). Τέτοια θα ήταν η κατάληξη αν επιτρεπόταν στους διαδίκους να δοκιμάζουν τη δύναμη της αναξιοπιστίας τους και να επιλέγουν αναλόγως με το εάν θα κατορθώσουν ή όχι να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει το ερώτημα απαντάται ευθέως, ως άνω, στην Ανδρέας Κωνσταντίνου ενώ η αρχή που διέπει τις άλλες αναφερόμενες αποφάσεις είναι διαφορετική. Όπως και στην Ανδρέας Κωνσταντίνου εφόσον η υπόθεση που οι ενάγοντες επέλεξαν τελικά να προωθήσουν κατά την ακρόαση βασίστηκε αποκλειστικά σε ενοικιαγορά, ανεξάρτητα από τις άλλες αναφερόμενες θεραπείες, η διαπίστωση πως η πραγματική σχέση δεν ήταν ενοικιαγορά, αρκεί, υπ΄ αυτές τις περιστάσεις, για να εκθεμελιώσει την απαίτηση των εναγόντων είτε επί τη βάσει ενοικιαγοράς είτε επί τη βάσει παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Ως προς τις άλλες θεραπείες σημειώνονται τα ακόλουθα: Στην έκθεση απαίτησης ζητούνται κατ΄ αρχήν (παρ. Δ του παρακλητικού) «σε περίπτωση που η συμφωνία ενοικιαγοράς ήθελε αποδειχθεί άκυρη», ως «αποκατάσταση και/ή ως αποζημίωση για ποσό που ο εναγόμενος έχει προσπορισθεί άνευ χαριστικής αιτίας και/ή ως όφελος που έχει προσπορισθεί από άκυρη σύμβαση και/ή άλλως πως». Αυτή η αναφορά παραπέμπει στις πρόνοιες του άρθρου 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, περί αποκατάστασης οφέλους από άκυρη συμφωνία, στις οποίες παρέπεμψε αγορεύοντας για τις «διαζευκτικές βάσεις αγωγής» ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων. Όμως εν προκειμένω δεν υπήρξε σύμβαση που να έχει αποδειχθεί εξ υπαρχής άκυρη ή που κατέστη άκυρη υπό οποιαδήποτε έννοια που μπορεί να έχει ο όρος (βλ. άρθρα 10-30, Κεφ. 149). Η μή ταύτιση των βουλήσεων των διαδίκων - εννοιολογικό στοιχείο μιας σύμβασης - στα συμφωνηθέντα, ανύπαρκτα όπως ήταν ως εικονικά, σημαίνει ότι δεν υπήρξε καθόλου σύμβαση, ώστε να μην τίθεται θέμα αποκατάστασης από άκυρη σύμβαση με την έννοια των προνοιών του άρθρου 65. Οι ενάγοντες όμως ζητούν περαιτέρω, αποκατάσταση βάσει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όπως το θέτουν, ζητούν (παρ. Ε παρακλητικού) «σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως όφελος το οποίο έχει προσπορισθεί ο εναγόμενος δυνάμει συμφωνίας εις βάρος των εναγόντων και/ή ως money had and received και/ή άλλως πως, το οποίο ποσό έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει και/ή να αποζημιώσεις τους ενάγοντες». Θα εξετάσω και αυτή την πτυχή, αν και στην τελική επιχειρηματολογία η αναφορά περιορίστηκε σε σχέση με αποκατάσταση στα πλαίσια του άρθρου 65. Τα χρήματα δεν δόθηκαν χαριστικά. Αλλά δεν είναι πάντοτε που μπορούν να επιστραφούν στα πλαίσια της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού χρήματα που κατεβλήθησαν αχρεωστήτως. Αυτά αναφέρονται στην Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 όπου εξηγείται σχετικά ότι κατά το Αγγλικό Δίκαιο ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, αν και αποτελεί τον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) δεν αναγνωρίζεται ως αυτοτελής αιτία αγωγής. Θα πρέπει ο πληρώσας να είναι σε θέση να θεμελιώσει την απαίτηση του για επιστροφή των χρημάτων σε ειδικές θεραπείες ή συγκεκριμένες βάσεις που θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως αδικαιολόγητος πλουτισμός. Τέτοιες περιπτώσεις αναγνωρίζονται η περίπτωση που πληρώνονται χρήματα συνεπεία πλάνης ή εξαναγκασμού, για την οποία στην Κύπρο προβλέπει το άρθρο 72 του Κεφ. 149 όπως, γενικότερα, η περίπτωση αποκατάστασης (restitution) και καταστολής αδικαιολόγητου πλουτισμού υπό προϋποθέσεις που στο δικό μας δίκαιο έχουν κωδικοποιηθεί στις πρόνοιες του άρθρου 70 του Κεφ.
  1. Τέτοια προϋπόθεση, όπως εξηγείται στην Minerva (ανωτέρω) είναι η πράξη για την οποία επιδιώκεται αποκατάσταση, που περιλαμβάνει και την πληρωμή χρημάτων, να μην τελείται μετά από ρητή απαίτηση (express request) του εναγομένου (βλ. και Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 10η έκδοση, σελ. 575 επόμ., σελ. 580). Εν προκειμένω δεν τέθηκε ζήτημα πλάνης ή εξαναγκασμού. Όσο δε και αν η σύμβαση ήταν εικονική, πάντως τα χρήματα δόθηκαν στα πλαίσια της κοινής συναλλαγής μετά που ο εναγόμενος ζήτησε ρητά χρηματοδότηση. Πέραν τούτου, ουσιαστική προϋπόθεση του άρθρου 70 είναι η μή χαριστική πράξη να έχει γίνει «νομίμως». Η έννοια αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη μιας νόμιμης σχέσης εκ της οποίας ο πληρώσας να έχει νόμιμο συμφέρον να προβεί στην πληρωμή. Στο σύγγραμμα Pollock and Mulla (ανωτέρω σελ. 583-584) όπου συζητείται αυτή η προϋπόθεση, αναφέρεται η περίπτωση εικονικής πώλησης ακινήτου στα πλαίσια της οποίας ο «αγοραστής» κατέβαλε το ποσό δικαστικής απόφασης που τρίτος είχε εξασφαλίσει εναντίον του «πωλητή» για να αποτραπεί η εκτέλεση δικαστικής απόφασης διά της πωλήσεως του ακινήτου. Αποφασίστηκε ότι δεν επρόκειτο για πληρωμή που έγινε «νομίμως», και άρα ο «αγοραστής» δεν μπορούσε να ανακτήσει το ποσό από τον «πωλητή» εφόσον η πληρωμή είχε πιθανόν γίνει με κάποιο δόλιο, καταχθόνιο (sinister) σκοπό. (Janki Prasad Singh v. Baldeo Prasad [1908] 30 All. 167). Το ζήτημα αυτό είναι ευρύτερο από το ζήτημα μιας παράνομης σύμβασης με την έννοια του άρθρου 23 του Κεφ.
  2. Εν προκειμένω το ζήτημα αφορά σε οιωνεί συμβατική σχέση επί των αρχών της επιείκειας, η οποία τότε μόνο μπορεί να θεμελιωθεί αν αφορά σε κάτι που έγινε «νομίμως» υπό την παραπάνω έννοια. Έτσι ανεξάρτητα από το ζήτημα της παρανομίας ή της καταστρατήγησης δημόσιας πολιτικής το ζητούμενο τώρα είναι το κατά πόσο χρήματα που δόθηκαν με δόλια κεκρυμμένο σκοπό να υπερφαλαγγιστούν οι νόμιμες εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας, έστω και αν δεν στοιχειοθετείται παρανομία ή παράβαση δημόσιας πολιτικής μπορεί να κριθεί ότι δόθηκαν «νομίμως» στα πλαίσια της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Θεωρώ ότι η απάντηση είναι αρνητική, με αναφορά και μόνο στον όρο «νομίμως». Πέραν τούτου η θεραπεία για αδικαιολόγητο πλουτισμό βρίσκει, ως άνω, έρεισμα στους κανόνες της επιείκειας (equity). Βασική αρχή της επιείκειας είναι πως εκείνος που την επικαλείται θα πρέπει να το κάμνει με «καθαρά χέρια» («he who comes into equity must come with clean hands"). Άρα, οφείλει να πείσει ότι η διαγωγή του στα πλαίσια της επίδικης συναλλαγής και στο βαθμό που συναρτάται άμεσα με τη θεραπεία της επιείκειας που ζητά, ήταν καθαρή. (Jones v. Lenthal, [1669] Ch. Cas. 154, Dering v. Earl of Winchelsea [1878] 1 Cox Eq. 318). Η δόλια εν προκειμένω διαγωγή των διαδίκων σε σχέση με αυτή τούτη την επίδικη συναλλαγή, τους αποστερεί το δικαίωμα να επικαλούνται τις δίκαιες αρχές της επιείκειας σε σχέση με τη συναλλαγή. Για τους παραπάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)................................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.