← Κύπρος

Αναστάσιου Παναγιώτου ν. Αβραάμ Μουλαζίμη, Αρ. Αγωγής: 389/2005, 30 Ιουνίου 2005

Αναστάσιου Παναγιώτου ν. Αβραάμ Μουλαζίμη, Αρ. Αγωγής: 389/2005, 30 Ιουνίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2005:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 389/2005 Μεταξύ: Αναστάσιου Παναγιώτου Ενάγοντα -και- Αβραάμ Μουλαζίμη Εναγόμενου ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9.5.2005 30 Ιουνίου 2005 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Ευθ. Φλουρέντζου με κα Τ. Θεοφάνους Για εναγόμενο: κ. Γ. Πιττάτζης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος είναι δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Παραλιμνίου και στις 3.5.2005 απέστειλε επιστολή στον αντιδήμαρχο του εν λόγω δήμου Ανδρέα Ευαγγέλου με θέμα «Παρανομίες Χριστάκη Τζιοβάνη.» Με την πιο πάνω επιστολή ο εναγόμενος καταγγέλλει ότι ο εν λόγω Χριστάκης Τζιοβάνη έχει προβεί παράνομα στην ανέγερση δυο συγκροτημάτων κατοικιών πρόσθετα με τις ήδη αποκαλυφθείσες παρανομίες παρόμοιας φύσεως τις οποίες φέρεται να έχει επίσης διαρπάξει, και καλεί την εκτελεστική επιτροπή του προαναφερόμενου Δήμου και τον Υπουργό Εσωτερικών να προβούν στην εξέταση τους. Στη συνέχεια αναφέρει και τα εξής: «Καλώ επίσης το Γενικό Εισαγγελέα να αναθεωρήσει την απόφαση του για τον Χριστάκη Τζιοβάνη, τον λεγόμενο «δεκάζων» στην υπόθεση Ανδρέα Κακουλλή και ταυτόχρονα να εξετάσει την περίπτωση αγοράς κατοικίας από τον Αρχηγό Αστυνομίας, αμέσως μετά το κατ΄ ισχυρισμό σκάνδαλο Κακουλλή. Επίσης καλώ τον Γενικό Εισαγγελέα όπως εξετάσει και δημοσιοποιήσει όλες τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης πράξης, μετά και τη δημόσια παραδοχή του κ. Χριστάκη Τζιοβάνη στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» για πώληση κατοικίας με εκπτώσεις προς όφελος του Αρχηγού». Η πιο πάνω επιστολή αναφέρει στο τέλος της ότι θα εκοινοποιείτο και σε δυο συγκεκριμένες επιτροπές της Βουλής των Αντιπροσώπων, στα κοινοβουλευτικά κόμματα και στα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δίδοντας την εντύπωση ότι θα εκοινοποιείτο σε όλα. Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι σε ένα από αυτά είχε όντως κοινοποιηθεί και την επόμενη ημέρα, 4.5.2005, κάποιος δημοσιογράφος έλαβε συνέντευξη από τον εναγόμενο κατά την οποία ελέχθησαν και τα εξής: «Δημοσιογράφος: Με το θέμα του Αρχηγού έχετε στείλει μια επιστολή στον Υπουργό Εσωτερικών. Α. Μουλαζίμης: Ναι, τον καιρό που ο Δήμαρχος εκαταπολεμήτουν ε... από στρατηγές Αστυνομίες, από την ε, την εξόντωση την πολιτική του Δημάρχου, ο Αρχηγός της Αστυνομίας επαραδέχθηκε ο κύριος Τζοβάνης στην εφημερίδα Φιλελεύθερος ότι του επούλησε διαμέρισμα με έκπτωση 5%. Εζήτησα να διερευνηθεί κατά πόσο ήταν 5%. Τούτο έγινε μετά τις καταγγελίες του Δημάρχου Παραλιμνίου. Δημοσιογράφος: Εσείς υποστηρίζεται εκτός που τα δημοσιεύματα έχεις κάποιο στοιχείο ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας να πήρε συγκεκριμένη κατοικία; Α. Μουλαζίμης: Ζητούμε, ζητώ έρευνα, έρευνα και θα δω και τον κύριο Υπουργό τον κύριο Χρίστου. Θα δει το θέμα ξεχωριστά. Δημοσιογράφος: Η επιστολή σου τούτη κατατέθηκε στη συνεδρία ενώπιον ... Α. Μουλαζίμης: Ναι εκατατέθηκε, εστάληκε στον Υπουργό Εσωτερικών, Γενικό Εισαγγελέα και σε διάφορους, Επίτροπο Διοίκησης, πάντως θέλω να, θέλω διαφάνεια, που κάποιοι δεν ξέρω για πιο λόγο, φοβούνται τη διαφάνεια. Ο Δήμαρχος Παραλιμνίου εκατηγορήτουν ότι ο γαμπρός του με την πεθερά του εκάμαν δουλειά και τώρα έρχονται η Εκτελεστική Επιτροπή, προεδρεύον της Εκτελεστικής Επιτροπής, να παραδέχεται developer ότι παίρνει πισίνες από τον ίδιο. Η Εκτελεστική Επιτροπή που εγώ ήμουν, έθελα να ήμουν παρακαθούμενος στην Εκτελεστική επιτροπή και με γνωμάτευση, μου απαγόρευσαν να είμαι παρακαθούμενος. Δημοσιογράφος: Με το θέμα του Αρχηγού. Επαναλαμβάνω εκτός από δημοσιεύματα, έχεις κάποιες άλλες πληροφορίες; Α. Μουλαζίμης: Ε, δεν μπορώ αυτή την στιγμή, καταλάβετε ότι είμαι ο μόνος που υποστήριζα τον Δήμαρχο και θα τον υποστηρίζω, είμαι περήφανος ε... που όλοι είναι .....ξέρετε ζούμε στην Κύπρο, είμαστε εις το κράτος δικαίου που περιμένουμε διαφάνεια τουλάχιστο που κάποια πράγματα.» Η πιο πάνω επιστολή και η συνέντευξη ήρθαν κατά κάποιο τρόπο στη γνώση του Αρχηγού Αστυνομίας κ. Αναστάσιου Παναγιώτου ο οποίος μερικές ημέρες αργότερα ήτοι στις 9.5.2005 κίνησε εναντίον του εναγόμενου την παρούσα αγωγή. Καταχωρήθηκε σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και με αυτή ζητείται διάταγμα το οποίο να απαγορεύει γενικά στον εναγόμενο να προβαίνει στη δημοσίευση δυσφημιστικών δηλώσεων εναντίον του καθώς και αποζημιώσεις για λίβελο ο οποίος κατ΄ ισχυρισμό προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 3.5.2005 και της συνέντευξης της 4.5.2005. Να σημειωθεί ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενο των πιο πάνω δημοσιευμάτων στη γενική οπισθογράφηση και ούτε καθορίζεται σε τι συνίσταται η ισχυριζόμενη δυσφήμιση. Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αγωγή ο ενάγοντας επεδίωξε και επέτυχε την έκδοση μονομερώς παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο απαγορεύει κατ΄ ουσία στον εναγόμενο να δημοσιεύει επιστολές με περιεχόμενο όπως αυτή της 3.5.2005 και να προβαίνει σε δηλώσεις προς οποιονδήποτε όπως αυτές της συνέντευξης της 4.5.2005 σε σχέση με το πρόσωπο του. Το διάταγμα απαγορεύει περαιτέρω στον εναγόμενο να αναφέρεται στον ενάγοντα που βεβαίως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του, ήτοι να επιβάλει ένα τόσο ευρύ περιορισμό στον εναγόμενο. Συνεπώς, το μέρος αυτό δεν μπορεί ούτως ή άλλως να συνεχίσει σε ισχύ. Μετά την επίδοση του διατάγματος ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση ενστάσεως. Δια τους διάφορους λόγους οι οποίοι αναφέρονται σ΄ αυτή ζητά την ακύρωση ολόκληρου του διατάγματος. Η μονομερής αίτηση του ενάγοντα υποβλήθηκε στη βάση του άρθρου 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και σύμφωνα με τις πρόνοιες του αλλά και ευρύτερα με βάση τις αρχές της επιείκειας διενεργείται τώρα η αναθεώρηση του απαγορευτικού διατάγματος το οποίο προέκυψε από αυτή. Από την υπόθεση C.T. Tobacco Ltd v. Εταιρείας Εκδόσεως Αρκτίνος Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 853 διαπιστώνεται ότι το δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει του πιο πάνω άρθρου να εκδίδει διατάγματα όπως το παρόν. Η εν λόγω αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα. Σ΄ αυτήν επισυνάπτονται μεταξύ άλλων η προαναφερθείσα επιστολή ημερομηνίας 3.5.2005 και η συνέντευξη την οποία ο εναγόμενος έδωσε σε δημοσιογράφο στις 4.5.2005 αφού προηγουμένως μεταφέρθηκε από μαγνητοταινία όπου φέρεται να είχεν αρχικά καταγραφεί, σε γραπτό κείμενο. Από την άλλη πλευρά η ειδοποίηση ενστάσεως συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου στην οποία επισυνάπτεται επίσης αντίγραφο ενός δημοσιεύματος από την εφημερίδα Φιλελεύθερος της 27.4.2005 μέρος του οποίου φαίνεται ότι σχετίζεται με κάποιες αναφορές που υπάρχουν στην προαναφερθείσα επιστολή και συνέντευξη του εναγόμενου για δηλώσεις του Χριστάκη Τζιοβάνη στην εφημερίδα αυτή. Η γραπτή μαρτυρία και τα τεκμήρια τα οποία κατέθεσαν οι δυο πλευρές ρίχνουν κάποιο φως όσον αφορά το σκηνικό το οποίο περιβάλλει την παρούσα φιλονικία. Ο προαναφερθείς Χριστάκης Τζιοβάνης είναι επιχειρηματίας και είναι δραστηριοποιημένος στον τομέα της ανάπτυξης γης δια της ανέγερσης συγκροτημάτων από διαμερίσματα και κατοικίες τα οποία διαθέτει προς πώληση. Κατά τα έτη 2003, 2004 διαδόθηκε ότι ο εν λόγω Τζιοβάνης σχετίζετο με σοβαρή υπόθεση δεκασμού λειτουργού του Δήμου Παραλιμνίου, κάποιου Κακουλλή, μαζί με άλλο πρόσωπο. Για την ακρίβεια, φέρεται να είναι ο βασικότερος μάρτυρας κατηγορίας της Αστυνομίας στην ποινική υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε εναντίον των πιο πάνω προσώπων. Συγχρόνως, φέρεται να είναι και ένας εκ των βασικών αυτουργών στη διάπραξη του πιο πάνω εγκλήματος αφού αναφέρεται ως το πρόσωπο το οποίο διενήργησε τη δωροδοκία πλην όμως δεν φαίνεται να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του. Η εμπλοκή του Τζιοβάνη ως ανωτέρω προκύπτει από καταθέσεις τις οποίες φέρεται να έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία και αντίγραφα τους κατατέθηκαν μαζί με την ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Η προαναφερθείσα ποινική υπόθεση προφανώς εκκρεμεί ακόμα ενώπιον δικαστηρίου για να δικαστεί. Εκκρεμούσης της πιο πάνω κατάστασης πραγμάτων η σύζυγος του ενάγοντα προέβη στις 9.8.2004 σε συμφωνία ανταλλαγής ακινήτων με την εταιρεία Χριστάκης Τζιοβάνης & Σια Λτδ. Ο ενάγοντας δεν απέκλεισε την άμεση εμπλοκή του στη διενέργεια της πιο πάνω συναλλαγής και η οποία θα πρέπει μάλλον να θεωρείται ως δεδομένη. Επίσης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στο στάδιο αυτό αναφορικά με τη σχέση του Χριστάκη Τζιοβάνη με την πιο πάνω εταιρεία αλλά το συμπέρασμα είναι ότι πρόκειται για την εταιρεία μέσω της οποίας διεξάγει τις πιο πάνω επιχειρηματικές δραστηριότητες του. Την εν λόγω έγγραφη συμφωνία ανταλλαγής γης την κατάθεσε ο ενάγοντας μαζί με την ένορκη δήλωση του προκειμένου να καταδείξει ότι επρόκειτο για μια συνηθισμένη πράξη ανταλλαγής απαλλαγμένης από οποιαδήποτε καχυποψία. Δεν ηγέρθη οτιδήποτε σε σχέση με το περιεχόμενο της. Αυτό που προκάλεσε τον εναγόμενο ήταν η γνωστοποίηση της συμφωνίας αυτής με αποτέλεσμα να λάβει γνώση για την επιμαρτυρούμενη συναλλαγή. Αν και όπως αναφέρει κυκλοφορούσαν κάποιες διαδόσεις σχετικά, στην περιοχή του Δήμου Παραλιμνίου, από προηγουμένως. Η επιβεβαίωσή όμως ήρθε με μια δήλωση του Χριστάκη Τζιοβάνη την οποία έκαμε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος στις 27.4.2005. Το απόσπασμα το οποίο είναι σχετικό αναφέρει τα εξής: «Όσον αφορά πληροφορίες ότι ο Αρχηγός Αστυνομίας με τον οποίο φέρεται να διατηρεί φιλική σχέση, (ο Χριστάκη Τζιοβάνη) αγόρασε οικία από τον κ. Τζιοβάνη, ο τελευταίος μας δήλωσε ότι όντως πώλησε οικία στον κ. Τάσο Παναγιώτου (τον ενάγοντα). Κάναμε μια συμφωνία και ουδέν μεπτόν υπάρχει, είπε ο κ. Τζιοβάνης. Η έκπτωση που έγινε ήταν μόλις 5% όπως κάνουμε στους κτηματομεσίτες των οποίων η προμήθεια κάποτε φτάνει μέχρι και σε ποσοστό 10%, είπε». Τέλος, από τα όσα είναι δυνατό να συναχθούν από τα επίδικα δημοσιεύματα καθώς και από τα όσα ανάφερε ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την ένσταση είναι η πρόθεση του να δώσει συνέχεια στο θέμα της συναλλαγής του ενάγοντα με τον Τζιοβάνη. Όταν η αγωγή καταχωρείται σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τα όσα αποκαλύπτονται στην οπισθογράφηση συνήθως δεν είναι αρκετά ώστε να γνωρίζει ο εναγόμενος ποια θα είναι η υπόθεση την οποία θα έχει να αντιμετωπίσει. Η γενική οπισθογράφηση δίδει μόνο μια γενική σκιαγράφηση της αιτίας αγωγής στην οποία θα στηρίξει ακολούθως την απαίτηση του ο ενάγοντας. Εάν στο στάδιο της επίδοσης του κλητήριου διαπιστωθεί ότι αυτό πάσχει λόγω ανεπάρκειας της οπισθογράφησης υπάρχουν μέτρα τα οποία μπορούν να ληφθούν από την πλευρά του εναγόμενου για τον παραμερισμό του ή και μέτρα διόρθωσης του τα οποία μπορούν να ληφθούν από την πλευρά του ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, η βάση της αγωγής και η απαίτηση θα πρέπει να αποκαλύπτονται στον απαιτούμενο βαθμό ανάλογα και με την περίπτωση στην έκθεση απαιτήσεως η οποία θα πρέπει να ακολουθήσει. Η αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος καταχωρείται πολλές φορές πριν από την καταχώρηση της έκθεσης απαιτήσεως. Συνήθως, υπαγορεύουν την πορεία αυτή λόγοι οι οποίοι επιβάλλουν την εξέταση της αίτησης με τη διαδικασία του κατ΄ επείγοντος. Μια δε από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 για την έκδοση τέτοιου διατάγματος και για τη διατήρηση του ακολούθως σε ισχύ είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Η πιο πάνω προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί να εννοεί συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) η οποία να μπορεί να διαπιστωθεί απλά και μόνο από τη δικογραφία (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 σελ.569). Στην απουσία δικογράφων και ειδικότερα έκθεσης απαιτήσεως, όπως συμβαίνει συνήθως και συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται με αναφορά την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση. Αναζητούνται σ΄ αυτή τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν την αιτία αγωγής και την απαίτηση του αιτητή. Η περαιτέρω εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας, αποφεύγοντος όμως παράλληλα την αξιολόγηση της που θα είχε ως αποτέλεσμα την εύρεση της αλήθειας, διενεργείται για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία. Αυτή είναι η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1). Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success) είναι αρκετή (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd, ανωτέρω). Το άρθρο 32
(1)προβλέπει για την ανάγκη ικανοποίησης και μιας τρίτης προϋπόθεσης προτού καταστεί δυνατή η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος: ότι εκτός εάν αυτό εκδοθεί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην περίπτωση αστικού αδικήματος όπως είναι αυτό της δυσφήμισης, για το οποίο χωρεί αγωγή χωρίς να παρίσταται ανάγκη απόδειξης ζημιάς, η πρόκληση της τεκμαίρεται από το νόμο. (βλ. άρθρο 17, του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148), Η θεραπεία γι΄ αυτή είναι η απονομή γενικών αποζημιώσεων οι οποίες δεν είναι δυνατό να υπολογιστούν με απτά μετρήσιμα κριτήρια. Ως εκ τούτου και μόνο, δύσκολα μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη για μια υπόληψη η οποία ενδεχόμενα να τρωθεί από ένα σοβαρής μορφής λιβελογράφημα. Όταν η βάση αγωγής είναι η δυσφήμιση και μάλιστα δια του γραπτού λόγου οπότε δεν υπάρχει αμφιβολία για το ακριβές περιεχόμενο του δημοσιεύματος τότε τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά από κάθε άλλη βάση αγωγής. Η μαρτυρία από την οποία θα πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η πιθανότητα επιτυχούς προβολής του είναι η ίδια και η αυτή. Είναι το δημοσίευμα το ίδιο. Εν ολίγοις δεν μπορεί να υπάρξει θέμα αντικρουόμενης μαρτυρίας επί του προκειμένου εφόσον δεν τίθεται και θέμα ύπαρξης innuendo. Ενώ συνήθως η δημοσίευση αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Το ζητούμενο δε για το οποίο αποκλειστικός κριτής είναι πάντοτε το δικαστήριο είναι κατά πόσο το περιεχόμενο του δημοσιεύματος είναι ή όχι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Βασιλείου, Πολιτική Έφεση Αρ. 11600/24.5.2005). Συνεπώς, υπό αυτά τα δεδομένα είναι πλασματικό να μιλά κανείς για εκ πρώτης όψεως διαπίστωση όσον αφορά το εάν είναι ή όχι δυσφημιστικού περιεχομένου ένα δημοσίευμα. Στην υπόθεση C.T.Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ
(2003), ανωτέρω, αφού υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Gatley "On Libel and Slander" 9η έκδοση στη σελίδα 634, αποφασίστηκε ότι για την έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί, μεταξύ άλλων, ότι το δημοσίευμα είναι αναμφίβολα δυσφημιστικό (σελίδα 865). Και εφόσον αυτό θα πρέπει κανονικά να αποτελέσει το αντικείμενο της τελικής κρίσης του δικαστηρίου, ορκοτού ή μη, μετά από δίκη επί της ουσίας της αγωγής, η πιο πάνω εξουσία ασκείται με φειδώ και μόνο στις πλέον ξεκάθαρες περιπτώσεις. (βλ. Coulson v. Coulson
(1887)3 T.L.R. 846 από την απόφαση του Λόρδου Esher). Θα πρέπει, συνεπώς, να διαπιστωθεί κατ΄ αρχή στο πλαίσιο της εξέτασης των πρώτων δυο προϋποθέσεων η εφαρμογή των οποίων αναλύεται πιο πάνω, αν το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση η θέση η οποία προβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα κατά την αγόρευση του αλλά και από τον ενάγοντα τον ίδιο στην ένορκη δήλωση του είναι ότι το περιεχόμενο της επιστολής του εναγόμενου ημερομηνίας 3.5.2005 και η συνέντευξη του προς κάποιο δημοσιογράφο στις 4.5.2005 του καταλογίζουν την διάπραξη του ποινικού αδικήματος που αναφέρεται σε δεκασμό δημόσιου λειτουργού ή αφήνουν να νοηθεί ότι ο ενάγοντας διέπραξε το πιο πάνω ποινικό αδίκημα. Μια δήλωση σε δημοσίευμα με την οποία καλείται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας να προβεί σε έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες διενέργειας μιας συγκεκριμένης εμπορικής συναλλαγής από πρόσωπο στη θέση του ενάγοντα με κάποιο άλλο πρόσωπο στη θέση, όπως αναφέρεται πιο πάνω, του Χριστάκη Τζιοβάνη είναι δυνατό να θεωρηθεί στη συνήθη και φυσική της έννοια ότι η συναλλαγή αυτή είναι κατά κάποιο τρόπο μολυσμένη. Όχι όμως με παρανομία και ειδικά με τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος του δεκασμού δημόσιου λειτουργού. Τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση δεν διαφέρουν κατά πολύ από αυτά στην υπόθεση Lewis v. Daily Telegraph Ltd
(1963)2 All ER 157 όπου είχε γίνει η πιο πάνω διάκριση σε σχέση με δήλωση στην εναγόμενη εφημερίδα ότι το τμήμα οικονομικού εγκλήματος της αστυνομίας διερευνούσε τις υποθέσεις συγκεκριμένης εταιρείας της οποίας ο ενάγοντας ήταν πρόεδρος. Κρίθηκε δε ότι η πιο πάνω δήλωση δεν μπορούσε στη συνήθη και φυσική της έννοια να θεωρηθεί ότι καταλόγιζε στον ενάγοντα τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος του δόλου, όπως ήταν η αποδιδόμενη έννοια στην εν λόγω δήλωση με την έκθεση απαιτήσεως. Θα μπορούσε όμως να εκληφθεί με την έννοια ότι κάτι το επιλήψιμο συνέβαινε όσον αφορά τις υποθέσεις της εν λόγω εταιρείας και υπό αυτή την έννοια ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως δυσφημιστική για τον ενάγοντα. Ήταν θέμα δικογράφων, επομένως, το οποίο άπτετο της καθοδήγησης η οποία θα έπρεπε να είχε δοθεί στους ενόρκους κατά την εκδίκαση της υπόθεσης πρωτοδίκως. Εδώ βέβαια το θέμα δεν εγείρεται με την πιο πάνω μορφή εξαιτίας της απουσίας έκθεσης απαιτήσεως στην οποία ο ενάγοντας θα είχε την ευκαιρία να καθορίσει τη θέση του ως προς την δυσφημιστική έννοια που θεωρεί ότι έχουν τα επίδικα δημοσιεύματα. Όμως, και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει αναπόφευκτα να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ή όχι δυσφήμιση με την πιο πάνω έννοια που προτείνει ο ενάγοντας. Όπως δε προκύπτει από την προαναφερθείσα υπόθεση το αποτέλεσμα είναι αρνητικό. Από το περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων δε συνάγεται το νόημα που αυτός εισηγείται αλλά μάλλον του αποδίδει τη διενέργεια εμπορικής συναλλαγής με επιλήψιμο χαρακτήρα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε ικανοποίηση των πρώτων δυο προϋποθέσεων τις οποίες θέτει το άρθρο 32
(1)για την διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις (pre-conditions) είναι περισσότερο τυπικού χαρακτήρα: είτε ικανοποιούνται όλες είτε δεν ικανοποιούνται ή κάποια από αυτές οπότε η εξέταση της αίτησης για έκδοση παρεμπιπτόντως απαγορευτικού διατάγματος δεν μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω και απορρίπτεται. Στην περίπτωση όμως που ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις, κάτι που δεν συμβαίνει εδώ, η έκδοση τέτοιου διατάγματος που αναφέρεται πιο πάνω επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται με γνώμονα τη βασική αρχή του τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις δεδομένες περιστάσεις (άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60). Κάτω από αυτή την αρχή φαίνεται ότι έχει ενταχθεί η εξέταση του θέματος και η σημασία η οποία δίδεται σ΄ αυτό, ότι η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος σε υπόθεση δυσφήμισης ουσιαστικά επενεργεί περιοριστικά στην άσκηση του ανθρώπινου δικαιώματος που αναφέρεται στην ελευθερία του λόγου (βλ. C.T. Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω, στη σελίδα 863 κ.ε.). Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 19 του Συντάγματος αλλά και από το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. κυρωτικό Νόμο 39/62). Στο πλαίσιο αυτό το ενδεχόμενο περιορισμού του προαναφερθέντος δικαιώματος έχει συσχετιστεί με το ότι τα όσα δυσφημιστικά αναφέρονται για τον ενάγοντα μπορεί και να είναι αληθινά. Γι΄ αυτό με δεδομένο το πιο πάνω δικαίωμα και την υποχρέωση για διαφύλαξη του, το δικαστήριο λαμβάνει πάντοτε υπόψη όταν ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως αυτά που είπε ή προτίθεται να πει για τον ενάγοντα είναι αλήθεια. (βλ. Gatley on Libel and Slander 10η έκδοση κεφάλαιο 25 υπό τον τίτλο Interim Injunctions και ειδικά την παράγραφο 25.6, σελίδα 790, Defence of justification). Η εξουσία έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων ήταν από ανέκαθεν προϊόν νομοθετήματος και η πρώτη ουσιαστική αναφορά στα θέματα που αναφέρονται πιο πάνω έγινε στην υπόθεση Bonnard v. Perryman (1891-4) All E.R. Rep.
  1. Η αρχή η οποία έχει καθιερωθεί επί του προκειμένου προκύπτει από την απόφαση του Λόρδου Coleridge C.J. στο απόσπασμα που ακολουθεί από τη σελίδα
  2. Είπε τα εξής: "But it is obvious that the subject-matter of an action for defamation is so special as to require exceptional caution in exercising the jurisdiction to interfere by injunction before the trial of an action to prevent an anticipated wrong. The right of free speech is one which it is for the public interest that individuals should possess, and, indeed, that they should exercise without impediment, so long as no wrongful act is done; and unless an alleged libel is untrue, there is no wrong committed; but, on the contrary, often a very wholesome act is performed in the publication and repetition of an alleged libel. Until it is clear that an alleged libel is untrue, it is not clear that any right at all has been infringed; and the importance of leaving free speech unfettered is a strong reason in cases of libel for dealing most cautiously and warily with the granting of interim injunctions. We entirely approve of, and desire to adopt as our own, the language of Lord Esher, M.R., in William Coulson & Sons v. James Coulson & Co.
(4)(3 T.L.R. at p. 846): "To justify the court in granting an interim injunction, it must come to a decision upon the question of libel or not. Therefore, the jurisdiction was of a delicate nature. It ought only to be exercised in the clearest cases, where any jury would say that the matter complained of was libellous, and where, if the jury did not so find, the court would set aside the verdict as unreasonable." Το πιο πάνω απόσπασμα παρατέθηκε αργότερα με επιδοκιμασία στην υπόθεση Khashoggi v. IPC Magazines Ltd
(1986)3 All E.R. 577. Αποτέλεσε δε τη νομική αρχή επί της οποίας στηρίχτηκε το Αγγλικό Εφετείο για να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, βασιζόμενο προς τούτο στη θέση του εναγόμενου ότι επρόκειτο να προβάλει την υπεράσπιση της αλήθειας δίδοντας σχετικά και κάποιες εξηγήσεις. Την πιο πάνω αρχή την είχε διαπιστώσει και εφαρμόσει προηγουμένως το Αγγλικό Εφετείο και στην υπόθεση Harakas v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd
(1982)2 All E.R. 701. Σχετικό είναι το απόσπασμα στη σελίδα 703 όπου αναφέρονται τα εξής: "This case raises a matter of principle which must be observed. The court never grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them. So also, when an occasion is protected by qualified privilege, this court never grants an injunction to restrain a slander or libel, to prevent a person from exercising that privilege, unless it is shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious. So long as he proposes to say what he honestly believes to be true, no injunction should be granted against him. That was made clear in Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co v Beall
(1882)20 CH D 501." Ενώ αναφορά στην ίδια αρχή είχε κάμει και λίγο πιο πριν ο Λόρδος Denning MR στην υπόθεση Schering Chemicals LTd v. Falkman Ltd
(1981)2 All E.R. 321, εξετάζοντας το ενδεχόμενο απαγόρευσης της δημοσιοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών σε συνάρτηση με τον περιορισμό που θα επέβαλλε το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα στην ελευθερία του λόγου και ειδικά των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Η σχετική αναφορά είναι στις σελίδες 330 έως 331 και είχε γίνει παρεμπιπτόντως. Όχι όμως και στην υπόθεση Harakas, ανωτέρω, όπου η πιο πάνω αρχή κυριάρχησε στην κρίση του δικαστηρίου και οδήγησε στην ακύρωση του απαγορευτικού διατάγματος. Τα σχετικά αποσπάσματα από τις δυο προαναφερθείσες αγγλικές υποθέσεις υιοθέτησε και εφάρμοσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση C.T. Tobacco Limited v. Εταιρεία Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω (βλ. σελίδα 864). Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος με τις δηλώσεις του έχει καλέσει το Γενικό Εισαγγελία να προβεί σε έρευνα αναφορικά με μια συγκεκριμένη εμπορική συναλλαγή στην οποία εμπλέκεται το όνομα του ενάγοντα. Έλαβε αφορμή από ένα δημοσίευμα στην εφημερίδα Φιλελεύθερος όπου γίνεται παραδοχή από το Χριστάκη Τζιοβάνη ότι στο πλαίσιο της πιο πάνω συναλλαγής είχε παραχωρήσει έκπτωση στον ενάγοντα. Αυτά είχαν συμβεί σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία είχαν έρθει στην επιφάνεια σοβαρά εγκλήματα οικονομικής φύσεως στα οποία ο Χριστάκης Τζιοβάνης φέρεται να εμπλέκεται ως αυτουργός ενώ συγχρόνως έτυχε από την Αστυνομία της μεταχείρισης που αναφέρεται πιο πάνω, δεν εκατηγορήθη για τη συμμετοχή του σ΄ αυτά, προφανώς προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Θα μπορούσε, ίσως, ο εναγόμενος ως πολίτης που ενδιαφέρεται για τα κοινά να είχε καυστηριάσει τα όσα αποκαλύπτονται στην προαναφερθείσα επιστολή, μέσω του τύπου. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε και υπό την ιδιότητα του ως δημοτικός σύμβουλος εφόσον η επιστολή του της 3.5.2005 απευθύνεται προς τον αντιδήμαρχο του Δήμου Παραλιμνίου. Από την ένορκη δήλωση δε του εναγόμενου προκύπτει ότι η υπεράσπιση την οποία θα προβάλει είναι αυτή της αλήθειας. Ειδικότερα, ότι εύλογα εγείρεται η υποψία για το μεμπτό της συναλλαγής την οποία έκανε ο ενάγοντας με το Χριστάκη Τζιοβάνη. Μια έκθεση εκτιμητή ακινήτων την οποία καταχώρισε με την ένσταση του αν και σαφώς ελλιπής εντούτοις τείνει να υποστηρίζει την πιο πάνω υπεράσπιση καταδεικνύοντας ότι ο ενάγοντας έχει πάρει δυσανάλογης αξίας περιουσία από αυτή που έδωσε στον Τζιοβάνη και κατά συνέπεια στο στάδιο αυτό δεν μπορεί υπό το φως των πιο πάνω αυθεντιών να αγνοηθεί. Ακόμα πιο σημαντική τείνουσα προς την ίδια κατεύθυνση είναι η δήλωση του ιδίου του Τζιοβάνη στο Φιλελεύθερο ότι παραχώρησε έκπτωση στον ενάγοντα. Εν όψει λοιπόν της θέσης του εναγόμενου ότι θα δικαιολογήσει ως αληθείς τις καταγγελίες του για το επιλήψιμο της συναλλαγής του ενάγοντα με το Χριστάκη Τζιοβάνη και των περιβαλλόντων αυτής περιστάσεων, καταλήγω ότι είναι δίκαιο όπως και για το λόγο αυτό το επίδικο διάταγμα ακυρωθεί. Το δίκαιο του πράγματος έγκειται στην διαφύλαξη που πρέπει να τύχει υπό τις περιστάσεις το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. Στην ίδια συνταγματική βάση καταδεικνύεται ότι η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος δεν αποτελεί πρόσφορο μέτρο για την προστασία της ανθρώπινης υπόληψης όταν το δημοσίευμα αφορά σε θέμα δημοσίου συμφέροντος. Το δικαστήριο πέραν της εφαρμογής της αρχής η οποία προνοείται στο άρθρο 32
(1), κατά την έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος έχει και ευρύτερα διακριτική εξουσία να λάβει υπόψη αρχές που έχουν την πηγή τους στο δίκαιο της επιείκειας. (βλ. Gatley on Libel and Slander 10η έκδοση, παράγραφος 25.22, σελίδα 799). Μια τέτοια αρχή είναι και αυτή που επιβάλλει σε διάδικο ο οποίος επιδιώκει την εξασφάλιση θεραπείας μονομερώς να προβεί στην αποκάλυψη όλων εκείνων των ουσιωδών γεγονότων, ακόμα και αυτών που μπορεί να αποτελέσουν μέρος της υπεράσπισης της άλλης πλευράς, τα οποία δυνατό να επενεργήσουν στην κρίση του δικαστηρίου κατά την άσκηση της εξουσίας του για παροχή της αιτούμενης θεραπείας (βλ. Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597). Όπως επισημαίνεται περαιτέρω στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1 ΑΑΔ 1791, το κριτήριο αναφορικά με τα γεγονότα που θα πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό το δε ηθελημένο ή μη της παράληψης δεν είναι παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι αρκετός λόγος για την ακύρωση της θεραπείας η οποία έχει απονεμηθεί μονομερώς. Στην προκειμένη περίπτωση ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε στην αγόρευση του ότι η μη αποκάλυψη από τον ενάγοντα του δημοσιεύματος στην εφημερίδα Φιλελεύθερος όπου ο Χριστάκης Τζιοβάνης προβαίνει σε δήλωση ότι είχε παραχωρήσει έκπτωση στον ενάγοντα, θα πρέπει να έχει την πιο πάνω επίδραση όσον αφορά την τύχη του υπό εξέταση διατάγματος. Επί του ιδίου θέματος ο ενάγοντας στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης του παραπέμπει στη συμφωνία ανταλλαγής, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει, και δηλώνει ότι η εν λόγω συμφωνία μιλά αφ΄ αυτή. Σαφώς, η πιο πάνω δήλωση δεν είναι ορθή. Η συμφωνία πουθενά δεν αναφέρει ότι η σύζυγος του ενάγοντα έτυχε έκπτωσης από τον Τζιοβάνη και πόση ήταν αυτή. Αντιθέτως, δίδει την εντύπωση ότι επρόκειτο για μια συνηθισμένη συναλλαγή και αποκρύβει το γεγονός ότι είχεν παραχωρηθεί έκπτωση ενώ παρέλειψε να επισυνάψει στην ένορκη δήλωση του και το απόσπασμα από τη δήλωση του Τζιοβάνη στην εφημερίδα. Ασφαλώς, τα πιο πάνω γεγονότα είναι υποβοηθητικά και τείνουν να υποστηρίξουν την υπεράσπιση της αλήθειας που προτίθεται να εγείρει ο εναγόμενος εναντίον της αγωγής του ενάγοντα. Η παράληψη του ενάγοντα να τα αποκαλύψει στο στάδιο κατά το οποίο εξετάζετο η μονομερής αίτηση συνιστά παράβαση του προαναφερθέντος καθήκοντος του. Συνεπώς, το διάταγμα θα πρέπει και για το λόγο αυτό να ακυρωθεί. Πρωτίστως γι΄ αυτόν. Εν όψει των πιο πάνω το διάταγμα ημερομηνίας 9.5.2005 ακυρώνεται και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. (Υπ.): ........ Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.