ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 939/03, 27 Οκτωβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2005:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. ΚΑΡΑΚΑΝΝΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 939/03 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ, (Δ.Τ. 0652893), Ευαγόρου 29, Παραλίμνι, 5691 Αμμόχωστος
- ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ άλλως ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΜΙΧΑΗΛ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΟΥΜΟΥΛΛΟΥ άλλως ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΚΟΥΜΟΥΛΛΟΥ, (Δ.Τ. 0672570), Ευαγόρου 29, 5191 Αμμόχωστος Εναγομένων ________________ Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2005 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Η κα Ζίκου. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Τσαρδελλής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου 1 ως πρωτοφειλέτου και των εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών το ποσό των Λ.Κ.35.230,56, το οποίο οφείλετο ως υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ή και δυνάμει εγγυήσεως, πλέον τόκο. Περαιτέρω, αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου 1 διατάγματα διατάττον την πώληση ενεχυριασμένων μετοχών του εναγομένου 1 στην εταιρεία Cyprus Trading Corporation Ltd δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ενεχυριάσεως μετοχών, και το προϊόν της πώλησης να διατεθεί έναντι του χρέους του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες και ανταπαιτούν το ποσό των Λ.Κ.35.230,56, όπως επίσης και δήλωση του Δικαστηρίου ότι τόσο η επίδικη συμφωνία όσο και η εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 και η ισχυριζόμενη ενεχυρίαση των επιδίκων μετοχών ήταν άκυρες και ανεφάρμοστες. Ας σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.5.
- Με την αίτηση αυτή οι αιτητές ζητούν από τους εναγομένους περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες επί της "τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης". Είναι φανερό ότι η φράση "έκθεση απαίτησης" πρόκειται για τυπογραφικό λάθος καθότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να ζητούν λεπτομέρειες σε σχέση με έγγραφο που καταχώρησαν οι ίδιοι. Το μόνο έγγραφο που κατάθεσαν οι εναγόμενοι είναι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν το περιεχόμενο του δικογράφου αυτού και όχι της έκθεσης απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει οι αγορεύσεις και των δύο πλευρών είχαν ως αντικείμενο την τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και όχι την Έκθεση Απαίτησης. Οι ενάγοντες - αιτητές ζητούν καλύτερες και περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τις παραγράφους 2, 5, 6, 9
(3), 9
(4)και 9
(5)του δικογράφου. Η αίτηση βασίζεται στη διάταξη 19, Θ. 6 - 9 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο κανόνας που προκύπτει από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία που διέπει το θέμα, είναι ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες αναφορικά με τα ουσιώδη θέματα για να γνωρίζει η άλλη πλευρά τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσει έτσι ώστε να μην βρεθεί προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Όταν οι ισχυρισμοί στα δικόγραφα είναι διατυπωμένοι ανεπαρκώς παρέχεται στο διάδικο η ευχέρεια να αποταθεί για την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ 1 Α.Α.Δ. 1146, στη σελίδα 1152: "Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται τη διευκρίνιση των επιδίκων θεμάτων όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή, όπως υποστηρίζει η νομολογία, η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά στα δικόγραφα". Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αιτητές ζητούν, μεταξύ άλλων, να πληροφορηθούν κατά πόσο η ισχυριζόμενη παρανομία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είναι ότι "η πράξη αντέβαινε προς τις εγκυκλίους ή αντέβαινε και προς Νόμο. Αν αντέβαινε προς Νόμο ποιο Νόμο." και κατά πόσο η ισχυριζόμενη παρανομία που αναγράφεται στις παραγράφους 5 και 6 της Υπεράσπισης είναι η ίδια με την ισχυριζόμενη παρανομία της παραγράφου
- Στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης διαβάζουμε τα πιο κάτω: "Οι εναγόμενοι με επιφύλαξη των ισχυρισμών ή και της υπεράσπισης τους όπως πιο κάτω θα εκτεθεί, παραδέχονται ότι υπεγράφη η επίδικη συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγομένου αρ. 1, λέγουν όμως ότι η εν λόγω συμφωνία ή και η κατάρτιση της προωθήθηκε από τους ενάγοντες ή και καταρτίστηκε από αυτούς με παράνομο σκοπό ήτοι με σκοπό την παράνομη χρηματοδότηση του εναγομένου αρ. 1 για απόκτηση μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ή και σε υπό ένταξη εταιρείες ή και για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, πράγμα το οποίο ήτο αντίθετο ή και απαγορεύετο κατά τον ουσιώδη χρόνο με βάση τις εγκυκλίους οδηγίες τα Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με βάση τις οποίες απαγορεύετο η χρηματοδότηση για αγορά μετοχών ή και για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Οι εν λόγω εγκύκλιοι είναι η εγκύκλιος ημερ. 12/10/99, 12/07/99, 21/11/99, 29/11/99, 5/1/
- Περαιτέρω οι εναγόμενοι λέγουν ότι εν πάση περιπτώσει ο επίδικος λογαριασμός λειτούργησε κατά τρόπο παράνομο ή και αντίθετο με τις εν λόγω εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ή και με παράνομο σκοπό ή και παράνομα και κατά παράβαση της περί Τραπεζιτικών Εργασιών Νομοθεσίας ή και της περί Κεντρικής Τράπεζας Νομοθεσίας. Οι εναγόμενοι επιφυλάττουν την περαιτέρω υπεράσπιση τους όπως θα εκτεθεί κατωτέρω." Όπως είναι διατυπωμένη η πιο πάνω παράγραφος είναι η άποψή μου ότι δεν χρήζει οποιασδήποτε περαιτέρω διευκρίνισης. Ως εκ τούτου το αίτημα σε σχέση με την παράγραφο αυτή απορρίπτεται. Στις παραγράφους 5 και 6 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης γίνεται μια γενική αναφορά σε "παράνομη και / ή άκυρη συναλλαγή", χωρίς να γίνεται παραπομπή στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης και χωρίς να δίδονται περισσότερα στοιχεία, ήτοι γεγονότα προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης. Ενόψει τούτου, κρίνω ότι το αίτημα των αιτητών σε σχέση με την παράγραφο 5 και 6 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είναι αιτιολογημένο. Οι αιτητές ζητούν περαιτέρω διευκρινίσεις σε σχέση με τις παραγράφους 9
(3),
(4),
(5)του δικογράφου. Η παράγραφος 9, η οποία πρέπει να διαβαστεί στο σύνολό της, προβλέπει τα πιο κάτω: "Οι εναγόμενοι αρνούνται όλους ομού και έναν έκαστο κεχωρισμένως τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην παρ. 9 της εκθέσεως απαιτήσεως και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω δε και χωρίς επηρεασμό της ως άνω γενικής άρνησης τους και της κατά συνέπεια υποχρέωσης των εναγόντων να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, οι εναγόμενοι λέγουν περαιτέρω τα ακόλουθα. - 9.1 Οι ενάγοντες ετηρούσαν αποκλειστικά τον εν λόγω λογαριασμό και εχρεωπίστωναν τούτο μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών τους χωρίς οποιανδήποτε πρόσβαση από πλευράς εναγομένων. 9.2 Οι ενάγοντες δυνάμει τηρών ή και εξυπακουόμενων όρων της επίδικης συμφωνίας, όφειλαν να χρεοπιστώνουν τον εν λόγω λογαριασμό με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας αλλά και της περί Τόκου Νομοθεσίας και της νόμιμης τραπεζιτικής πρακτικής. 9.3 Οι εναγόμενοι λέγουν ότι εάν οι ενάγοντες εχρεωπίστωναν τον εν λόγω λογαριασμό ως ανωτέρω, τούτος δεν θα έπρεπε να έχει οποιονδήποτε ή και το αξιούμενο υπόλοιπο. 9.4 Τέλος οι εναγόμενοι λέγουν ότι οι ενάγοντες εχρεωπίστωναν τον εν λόγω λογαριασμό παράνομα ή και κατά παράβαση της περί Τόκου Νομοθεσίας ή και της νόμιμης τραπεζιτικής πρακτικής ήτοι μεταξύ άλλων εκεφαλαιοποιούσαν επανειλημμένα μέσα σε κάθε χρόνο τους τόκους και ετόκιζαν τούτους ή και εχρέωναν τον εν λόγω λογαριασμό παράνομα με δικαιώματα μελέτης ή και άλλα δικαιώματα και χρεώσεις που ουσιαστικά αποτελούσαν χρέωση τόκων και ετόκιζαν τις εν λόγω χρεώσεις παράνομα. 9.5 Με βάση τα ανωτέρω οι εναγόμενοι λέγουν ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν θα έπρεπε να έχει οποιονδήποτε υπόλοιπο ή και ότι δεν οφείλουν στους ενάγοντες οποιονδήποτε ποσό. Τέλος οι εναγόμενοι λέγουν ότι οποιοσδήποτε όρος στην επίδικη συμφωνία που επιτρέπει στους ενάγοντες να κεφαλαιοποιούν τους τόκους κάθε χρόνο ή και να τοκίζουν τους τόκους ή και να χρεώνουν δικαιώματα μελέτης ή και άλλες χρεώσεις που άμεσα ή έμμεσα συνιστούν χρέωση τόκων ή και να χρεώνουν τόκους επί τέτοιων χρεώσεων είναι όροι παράνομοι και ανεφάρμοστοι." Με την αίτηση τους οι αιτητές ζητούν να ενημερωθούν σε σχέση με την παράγραφο 9
(3)πώς εχρεωπίστωναν οι ενάγοντες τον εναγόμενο ενώ σε σχέση με την παράγραφο 9
(4)ποια ήταν η ισχυριζόμενη παρανομία, κατά πόσο η κεφαλαιοποίηση εγίνετο στο τέλος του έτους ή και σε άλλες ημερομηνίες και ποια διάταξη αντέβαινε. Τέλος, ζητούν να ενημερωθούν σε σχέση με την παράγραφο 9
(5)ποια είναι η σχετική διάταξη την οποία αντέβαινε η συμφωνία. Διαβάζοντας τη παράγραφο 9, συμπεριλαμβανομένων και των υποπαραγράφων, στο σύνολό της είμαι της άποψης ότι αναφέρεται ρητά ποια ήταν η ισχυριζόμενη παρανομία και πώς εχρεωπιστώνετο ο λογαριασμός του εναγόμενου. Πέραν των πιο πάνω, θα ήθελα να επισημάνω ότι τα δικόγραφα δεν πρέπει να περιλαμβάνουν τον Νόμο αλλά πρέπει να περιορίζονται στα ουσιώδη γεγονότα και να μην γίνεται αναφορά στο Νόμο ή στη μαρτυρία που θα προσκομιστεί για να αποδειχθούν τα γεγονότα. Τα δικόγραφα πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα, στην περίπτωση παράνομης και ή άκυρης συμφωνίας πρέπει να παρατίθονται τα γεγονότα που καθιστούν αυτή τη συμφωνία παράνομη και ή άκυρη. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Annual Practice του 1952: "Pleadings now are to be merely concise statements of the facts which the party pleading deems material to his case" (per Brett, J., in Lord Hammer v. Flight
(1876), 24 W.R., at p. 347), not law, nor evidence to prove the facts (N.W. Salt Co., Ltd. v. Electrolytic Alkali Co., Ltd.,
(1913)3 K. B. 425). The inferences of law to be drawn from those facts need not be stated in the pleading. A plaintiff should not merely aver that he is entitled to certain property, or that it was the duty of the defendant to do so and so ; for these are conclusions of mixed fact and law. He must set out in his pleading the facts which in his opinion give him that title, or which impose on the defendant that liability or that duty (see the judgment of Willes, J., in Gautret v. Egerton
(1967)L.R. 2 C. P. 371, cited with approval by Lord Alverstone, C. J., in West Rand Central Gold Mining Co. v. Rex,
(1905), 2 K. B. p. 400, and see Odgers on Pleading, 9th ed., pp. 86 - 92). Similarly a defendant must allege the facts upon which he relies as a defence (O. 21, rr. 1, 2, 3), and deal explicitly with the facts alleged by the plaintiff." Με βάση τα πιο πάνω, το αίτημα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 9 υποπαραγράφους 3, 4 και 5 απορρίπτεται. Εκδίδεται διάταγμα μόνο σε σχέση με τις παραγράφους 5 και 6 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ήτοι κατά πόσο η ισχυριζόμενη παρανομία που αναγράφεται στις παραγράφους αυτές είναι η ίδια με την ισχυριζόμενη παρανομία που αναφέρεται στην παράγραφο 2. Ενόψει του γεγονός ότι μέρος της αίτησης έγινε αποδεκτό και το υπόλοιπο απορρίφθηκε κρίνω δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. Οι λεπτομέρειες σε σχέση με τις παραγράφους 5 και 6 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης να δοθούν εντός 7 ημερών από σήμερα, η Απάντηση να καταχωρηθεί 7 μέρες μετέπειτα επίδοσης των. (Υπ.) ........... Τ. Καρακάννα, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο