Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεωργία Παντελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 654/2005, 18 Νοεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2005:A24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 654/2005 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες- Αιτητές -και-
- Γεωργία Παντελή
- Παντελής Παντελή
- Χρυσταλλένη Πιερή Καπετάνιου
- Πιερής Καπετάνιος Εναγομένων-Καθ΄ών η Αίτηση Αίτηση με ημερομηνία 9.09.2005 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου, 2005 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές : κ. Παυλήμπεης για Αντώνη Ανδρέου & Σία Για εναγόμενους - Καθ΄ών η Αίτηση: κ. Χ¨Στερκώτης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη παρούσα αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν εναντίον των Εναγομένων - Καθ΄ών η Αίτηση την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως η αξίωση τους επί του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.07.2005 με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διαταγή 2 Θεσμός 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ακολούθησε η εκ μέρους των εναγομένων καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως στις 30.08.
- Αμέσως μετά ακολούθησε η παρούσα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 9.09.2005 και στη συνέχεια στις 10.11.2005 η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18 Θ. 1-4 & 9(α), Δ.48 Θ.Θ.1-4,8 και
- Συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Μάκη Μπύρρου υπαλλήλου των εναγόντων, γνώστη των γεγονότων της υπόθεσης και εξουσιοδοτημένου να προβεί στην ένορκο δήλωση. Σε αυτή υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο της εκθέσεως απαιτήσεως είναι ορθό και ότι οι εναγόμενοι ως εγγυητές της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας P.C.G.Projects (PARALIMNI) Ltd εξακολουθούν να οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.22.873,42σ. πλέον τόκο 9% επί ποσού Λ.Κ.22.873,42 από 1.01.2005 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου τη 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εξηγεί ακόμα στην ένορκο δήλωση του ότι οι ενάγοντες δεν προχώρησαν εναντίον της ανωτέρω εταιρείας καθ΄ότι αυτή διαγράφηκε σύμφωνα με το άρθρο 327 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 στις 6.08.1999 εναντίον των οποίων επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Επισυνάπτει στην ένορκο δήλωση του σειρά εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την σύναψη της συμφωνίας δανείου και εγγυήσεως και τη σχετική με αυτές αλληλογραφία καθώς επίσης κατάσταση λογαριασμού την οποία προσυπογράφει. Περαιτέρω, όπως πιστεύει και τυγχάνει συμβουλής, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση και αιτείται απόφασης όπως η αίτηση του. Η ένσταση των Καθ΄ών η Αίτηση η οποία εδράζεται επί της ίδιας νομικής βάσης υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση την οποία υπέγραψε ο εκ των εναγομένων κ. Παντελής Παντελή ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε δεόντως και από τους υπόλοιπους εναγόμενους. Ως λόγοι ενστάσεως προβάλλονται οι ακόλουθοι:
(1)Η αίτηση είναι ουσία και Νόμω αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης,
(2)Οι καθ΄ών η αίτηση έχουν καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας η οποία είναι καλόπιστη όπως αποκαλύπτεται στην ένορκο δήλωση και δεν αποσκοπεί στην καθυστέρηση της υπόθεσης,
(3)Ο ενόρκως δηλών δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην σχετική ένορκο δήλωση. Επί της ουσίας πλην της άρνησης των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος στην αίτηση, προκύπτει από την ένορκη δήλωση ότι αμφισβητείται η θετική γνώση του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους των εναγόντων - αιτητών καθ΄ ότι δεν είχε εμπλακεί στις επίδικες συμβάσεις όταν αυτές συνάπτονταν. Ότι η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 4.01.1996 δεν καλύπτει την επίδικη συμφωνία δανείου ούτε τον επίδικο λογαριασμό δανείου καθώς αυτή καλύπτει προγενέστερο χρέος. Προβάλλονται διάφοροι άλλοι ισχυρισμοί σχετικά με τα γεγονότα σύναψης της συμφωνίας δανείου και εγγύησης τα οποία καθιστούν τη συμφωνία εγγύησης, κατά την άποψη του, άκυρη. Προβάλλει διαζευκτικά τον ισχυρισμό ότι το χρέος για το οποίο έχει δοθεί η επίδικη σύμβαση εγγύησης έχει εξοφληθεί ή ότι εάν δεν έχει εξοφληθεί αυτό είναι πολύ μικρότερο από όσο υποστηρίζεται από του ενάγοντες καθ΄ότι έχουν προστεθεί και χρεωθεί παράνομοι τόκοι. Για όλους αυτούς τους λόγους υποστηρίζει ότι έχει καλή υπεράσπιση τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεναγόμενοι του και δεν αποσκοπούν με την εμφάνιση και ένσταση τους να καθυστερήσουν τη διαδικασία. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους με αγορεύσεις στις οποίες επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της η κάθε πλευρά. Έδωσαν έμφαση σε κάποια από τα επιχειρήματα τους και παρέπεμψαν σε νομολογία. Μελέτησα όλα τα σχετικά έγγραφα, τις θέσεις των δύο πλευρών όπως παρουσιάζονται στις ενόρκους δηλώσεις τους και την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν κατά τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και με γνώμονα την υπάρχουσα νομολογία καταλήγω στα ακόλουθα: Οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για να έχει το Δικαστήριο σύμφωνα με τη Δ.18
(1)(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση πληρούνται. Αυτές είναι (α) το κλητήριο ένταλμα είναι εδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της διαταγής Δ.2 Θ. 6, (β) οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) την αίτηση συνοδεύει ένορκος δήλωσης. Εφόσον πρόκειται για ενάγοντα νομικό πρόσωπο αυτή γίνεται υπό προσώπου που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και σε αυτή δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ) δηλαδή της επάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides V. Geskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R. 130, Symont & Co v. Palmer's Stores
(1903)Ltd
(1912)1 C.L.R. 259, Aθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 και The Gulf Traders Ltd κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168 από τις οποίες προκύπτει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο στις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ. 1 (α) της Δ.18. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 124 παρ. 14-2-5 στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14). Αναγνωρίζεται στη περίπτωση που ο ενάγων - αιτητής, είναι εταιρεία, όπως η περίπτωση μας, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 Θ. 1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ενόρκως δηλών, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει την ιδιότητα του και την προσωπική γνώση των γεγονότων που έχει ως εκ της ιδιότητας του αυτής και την εξουσιοδότηση που έχει να προβεί στην ένορκο δήλωση. Προκύπτει από τα όσα αυτός λέγει στην ένορκο δήλωση του ότι είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18 Θ. 1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και κάμνει, παραθέτοντας ως τεκμήρια τις σχετικές συμφωνίες δανείου και εγγυήσεως και την αλληλογραφία που προηγήθηκε αυτών αλλά και μετά τη σύναψη τους. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους των εναγομένων οι οποίοι θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να τους δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστούν την υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, CYMS co Ltd v. Central Co- Operative Industries co Ltd.
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 33). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (βλ. Jacobs v. Booth΄s Distillery Co. 85 L.T.R. 269. Η νομολογία καθορίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides (ανωτέρω). Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (
- i)Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και /ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια και (
- ii)η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18, Θ. 1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγομένου ("condescend upon particulars"). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Νέστωρα Χ¨Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή Αρτέμη που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: ¨Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co- operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο¨. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance (ανωτέρω), ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (βλ. N. V. Caterchef Ltd v. P.C. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) σελ. 1912). Τονίζεται ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπερασπίσεως και κατ΄ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών (βλ. Melita Manufactures Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1966)1 Α.Α.Δ.). Δεν αξιολογεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης (βλ. Jacobs v. Booth's Distillery Co. L.T.R. 262 " it is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all" ). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. (Β) σελ. 817 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: ¨Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (βλ. Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p.174,para 14.09.99). Όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Η αρχή αυτή έχει τεθεί στην Nichimen Corporation v. Gtoil Overseas Inc (C.A.)
(1987)2 Loyd's Rep. 4651 ως πιο κάτω: ¨Εάν η υπόθεση αφορά σε νομικά ζητήματα ή σε άλλο υλικό τα οποία καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι Εναγόμενοι έχουν μια συζητήσιμη υπόθεση¨. Στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ. (Α) σελ. 418 με αναφορά στην CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις λέχθηκαν τα ακόλουθα:, ¨Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης...... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18¨. Ποιοι είναι βασικά οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί των εναγομένων στη παρούσα υπόθεση τους έχω καταγράψει πιο πάνω. Ο ισχυρισμός για την εξόφληση του χρέους για το οποίο δόθηκε η εγγύηση και η προβολή διαζευκτικά του ισχυρισμού ότι εάν δεν έχει εξοφληθεί αυτό θα είναι πολύ μικρότερο από όσο αξιώνεται, σίγουρα με τον τρόπο που προβάλλεται δεν μπορεί να έχει επιτυχία εφόσον η διαζευκτική παράθεση δύο εκδοχών δεν προσθέτουν πειστικότητα σε οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς (βλ. Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. v. Liberty Life Insurance Ltd Πολ. Έφεση Αρ. 11123 ημερ. 11.07.2004 στη σελ. 7). Επιπρόσθετα δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες όπως αποδείξεις περί της εξόφλησης του ποσού του δανείου ή τέτοιες που να αποκαλύπτουν πως προκύπτει, κατά την άποψη τους, το μικρότερο ποσό, γεγονότα τα οποία θα καταδείκνυαν αναμφισβήτητα την ύπαρξη υπεράσπισης (βλ. Κυπριανίδης v. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265 και Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 C.L.R. 239). Κατά την άποψη μου δύο είναι οι καθοριστικοί λόγοι τους οποίους προβάλλει η πλευρά των εναγομένων και έχουν σημασία ως προς την έκβαση της αίτησης. Θα αναφερθώ σε αυτούς καθώς έτυχαν και ιδιαίτερη έμφασης και διευκρίνησης εκ μέρους του συνηγόρου των εναγομένων στο στάδιο των αγορεύσεων. Πρώτον, ο αριθμό του λογαριασμού του δανείου σύμφωνα με τα Τεκμήρια ¨Δ¨,¨Ε¨ και ¨ΣΤ¨ είναι διαφοροποιημένος από αυτόν που δεικνύει η κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο ¨Η¨. Δεν διευκρινίζεται οπουδήποτε η διαφοροποίηση του αριθμού του λογαριασμού και ο λόγος που επέβαλε αυτή την διαφοροποίηση σε αυτόν (βλ. λόγους ένστασης στις παρ.8,9 και 10 της ενόρκους δηλώσεως). Δεύτερον, το Τεκμήριο ¨Η¨ που είναι η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν οι ενάγοντες και που κατ΄ ισχυρισμό τους είναι ο λογαριασμός του δανείου που εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι ξεκινά την ανάλυση του από τις 13.09.1999 και δεν δίδεται ολόκληρη η εικόνα του από τότε που ανοίχθηκε δηλαδή την 4.01.1996 έτσι που να μπορούν οι εναγόμενοι να ελέγξουν όλες τις δοσοληψίες και τις χρεοπιστώσεις που έγιναν σε αυτόν τον λογαριασμό πριν από αυτή την ημερομηνία, από του ανοίγματος του λογαριασμού. Στην ένσταση προβλήθηκε εκ μέρους των εναγομένων ισχυρισμός για χρέωση παράνομων τόκων και άλλων αντικανονικών χρεώσεων. Θα έπρεπε κατά συνέπεια να αποδειχθεί εκ μέρους των εναγόντων ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με την παρουσίαση του λογαριασμού από του ανοίγματος του μέχρι και του τερματισμού του που θα μπορούσε να γίνει είτε διά ζώσης με την κατάθεση του ενόρκως δηλούντος είτε με συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Πιστεύω ότι με βάση όλα τα πιο πάνω, που αποτελούν θέσεις και ισχυρισμούς των εναγομένων, προκύπτει δικάσιμο θέμα χωρίς να εξετάζονται οι πιθανότητες επιτυχίας τους στο τέλος, διευκρινίζω ότι δεν αξιολογούνται αυτοί οι ισχυρισμοί στο στάδιο αυτό. Οι εναγόμενοι είμαι της άποψης ότι έχουν αποσείσει με την παράθεση λόγων στην ένσταση τους και με ικανοποιητική ευκρίνεια κατά το στάδιο της αγόρευσης το βάρος που είχαν για το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο των ισχυρισμών τους. Η παράθεση όλης της κίνησης του λογαριασμού που ανοίχθηκε για το ως άνω δάνειο, εν΄ όψη των λόγων ένστασης, κρίνω ότι ήταν εκ των ων ουκ άνευ αναγκαία για τους εναγόμενους για να έχουν την δυνατότητα ελέγχου έτσι που να μη παραμένει οποιαδήποτε πιθανότητα αμφισβήτησης επιπρόσθετα και για τον λόγο ότι πρόκειται για εγγυητές και αυτό ανεξάρτητα του ποια ήταν η σχέση του κάθε ενός με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, όπως άφησε να νοηθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων κατά την αγόρευση του. Το Δικαστήριο δεν είναι διατεθειμένο εν όψη των πιο πάνω να στερήσει από τους εναγόμενους του δικαιώματος των να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους εναγόμενους - Καθ'΄ών η αίτηση όπως καταχωρήσουν υπεράσπιση εντός 21 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών και υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ών η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο