Ανδρέα Πεδίου ν. Γιώργου (Κόκου) Κυπριανού Μιχαηλίδη, Αγ. Αρ. 8468/01, 10 Ιανουαρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αγ. Αρ. 8468/01 ΜΕΤΑΞΥ:- Ανδρέα Πεδίου ΕΝΑΓΟΝΤΑ - και - Γιώργου (Κόκου) Κυπριανού Μιχαηλίδη ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ---------------------------- Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2006 Για τον Ενάγοντα: κα Λειβαδιώτου Για τον Εναγόμενο: κ. Ματθαίου ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιώνει από τον εναγόμενο ποσό £1.308 ως εύλογη προμήθεια και/ή συμφωνηθείσα αμοιβή και διαζευκτικά ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Είναι ισχυρισμός του στην Έκθεση Απαίτησης ότι τον Απρίλιο του 2000 ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εξεύρεση αγοραστή έτοιμου και πρόθυμου να αγοράσει συγκεκριμένο ακίνητο και ότι ρητώς συμφωνήθηκε και/ή ήτο κοινώς αντιληπτό ότι, σε τέτοια περίπτωση, ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στον ενάγοντα εύλογη και/ή συμφωνηθείσα προμήθεια εκ ποσοστού 3% επί της τιμής πώλησης. Είναι, περαιτέρω, ισχυρισμός του ότι προέβη σε ενέργειες για εξεύρεση αγοραστή και τελικώς ηύρε αγοραστές τους οποίους σύστησε στον εναγόμενο και τους πήρε να επισκεφθούν το υπό πώληση κτήμα. Είναι, τέλος, ισχυρισμός του ότι μετά πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος ο εναγόμενος συμφώνησε και πώλησε και μεταβίβασε το ακίνητο στους πελάτες του ενάγοντα αλλά δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα. Στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ο ενάγοντας συστήθηκε στον εναγόμενο ως κτηματομεσίτης και, συνεπώς, ουδέποτε τον εξουσιοδότησε να του βρει αγοραστή, ούτε συμφώνησε μαζί του για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι για το ακίνητο του ενδιαφέρθηκαν προσωπικά να το αγοράσουν τα άτομα που κατονομάζονται στην Έκθεση Απαίτησης και υπέγραψαν μετά του εναγομένου πωλητήριο έγγραφο χωρίς τη βοήθεια και/ή παρουσία του ενάγοντα και ότι ο ενάγοντας καμία σχετική ενέργεια έκανε και έτσι δεν του οφείλει ο εναγόμενος οποιοδήποτε ποσό. Μ Α Ρ Τ Υ Ρ Ι Α Κατά την ακρόαση της υπόθεσης η πλευρά του ενάγοντα για να αποδείξει την απαίτηση της κάλεσε δύο μάρτυρες ως εξής:- - Ενάγων (Μ.Ε.1) - Νικηφόρος Παναγή (Μ.Ε.2) Από πλευράς Υπεράσπισης κατάθεσαν: - Δήμητρα Μιχαηλίδου, σύζυγος του εναγομένου (Μ.Υ.1) - Εναγόμενος (Μ.Υ. 2) Ο ενάγων είναι εγγεγραμμένος Κτηματομεσίτης από το
- Περί τα τέλη Μαρτίου 2000 έλαβε τηλεφώνημα από κάποια ονόματι Μιχαηλίδου ότι είχε κάποια οικόπεδα για πώληση στον Αρχάγγελο κοντά στο ΛΟΓΟ. Διευθετήθηκε ραντεβού με το σύζυγο της αφού ο ενάγων της είπε ότι είχε πελάτες που ενδιαφέρονταν. Πράγματι, ο ενάγων συναντήθηκε με το σύζυγο της ο οποίος επρόκειτο για τον εναγόμενο. Στη συνάντηση ο ενάγων του έδωσε την επαγγελματική του κάρτα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) και του είπε ότι είναι κτηματομεσίτης. Στη συνέχεια ο εναγόμενος του έδειξε τα οικόπεδα και του έστειλε και τοπογραφικό σχέδιο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Στη συνάντηση αυτή ο εναγόμενος ανάφερε στον ενάγοντα ότι είχε κάτι διαμερίσματα για πώληση στην οδό Καππαδοκίας 30 στη Δασούπολη. Τον πληροφόρησε ότι είχε άτομα που ενδιαφέρονταν σοβαρά να αγοράσουν διαμέρισμα σ΄ εκείνη την περιοχή. Στη συνέχεια ο ενάγων ήλθε σε επαφή με πελάτες τους και την επομένη διευθέτησε ραντεβού για να τους δείξει το διαμέρισμα. Ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο αντίγραφο των τίτλων ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων και ο εναγόμενος του τα απέστειλε. Έγινε λοιπόν συνάντηση στην οποία προσήλθαν και οι προτιθέμενοι αγοραστές. Έγινε συζήτηση και διαπραγμάτευση αναφορικά με το θέμα της τιμής αγοράς, χωρίς, ωστόσο, να καταλήξουν σε ολοκλήρωση της πράξης. Μετά πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι οι αγοραστές που είχε φέρει στο διαμέρισμα του εναγομένου αγόρασαν το διαμέρισμα και υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο με τον εναγόμενο. Μετά από αυτό το γεγονός έλαβε δικαστικά μέτρα. Ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε να αγοράσει διαμέρισμα. Από το 1993 διαμένει σε διαμέρισμα δικό του κοντά στο Hilton και διαθέτει ακόμα ένα που ενοικιάζει. Έχει και οικόπεδα και διαμερίσματα δικά του. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι τον εναγόμενο τον γνώριζε εξ όψεως πριν να φύγει από την Κύπρο το
- Δεν τηλεφώνησε στον εναγόμενο μετά που είδε αναρτημένη ταμπέλα έξω από το προς πώληση διαμέρισμα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι, ο εναγόμενος δεν του έδωσε εξουσιοδότηση να πωλήσει διαμέρισμα του και πρόσθεσε ότι αν δεν είχε αντιληφθεί κάτι τέτοιο, δεν θα έφερνε στο διαμέρισμα τους αγοραστές. Στην υποβολή ότι σε καμία πράξη προέβη αναφορικά με την πώληση του συγκεκριμένου διαμερίσματος, απάντησε ότι το γεγονός ότι έφερε δύο προτιθέμενους αγοραστές αυτό ήταν πράξη κτηματομεσιτική. Επανέλαβε ότι είχε λάβει τηλεφώνημα από τη γυναίκα του εναγόμενου την οποία ο ίδιος δεν γνώριζε και ότι το τηλέφωνο του το είχε δώσει σ' αυτήν ο κουμπάρος του ονόματι Ανθούλης Κυπρή. Δεν πήρε γραπτή εντολή από τον εναγόμενο. Το δε θέμα της προμήθειας εξυπακούετο. Ο Μ.Ε. 2 γνωρίζει τον ενάγοντα. Έψαχνε διαμέρισμα εντός της Λευκωσίας από το 1989 και του είχε τηλεφωνήσει ο ενάγοντας ότι είχε κάτι να του δείξει. Του έδειξε το διαμέρισμα του εναγόμενου όπου τον πήρε. Εκεί ήταν και ο εναγόμενος. Λόγω του δεν είχε χώρο στάθμευσης στον τίτλο δεν έγινε η πράξη εκείνη τη στιγμή. Μετά παρέλευση τεσσάρων-πέντε μηνών πήρε τηλέφωνο τον ενάγοντα και τον ρώτησε αν θα τον πείραζε να πάει απευθείας στον εναγόμενο και ο τελευταίος του απάντησε αρνητικά. Συνεχίστηκε η διαπραγμάτευση, ο χώρος στάθμευσης προστέθη στον τίτλο και αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα. Αντεξεταζόμενος σ' ερώτηση αν την πρώτη φορά λέχθηκε οτιδήποτε για προμήθεια προς τον ενάγοντα είπε ότι την πρώτη φορά κάτι συζητούσε ο ενάγων με τον εναγόμενο αλλά δεν τον ενδιέφερε τον ίδιο. Τη δεύτερη φορά προηγήθηκε τηλεφώνημα προς τον ενάγοντα και τον ρώτησε αν είχε ένσταση να προσεγγίσει τον εναγόμενο και ο ενάγοντας του απάντησε αρνητικά. Η Μ.Υ.1 είναι σύζυγος του εναγόμενου. Δεν τηλεφώνησε στον ενάγοντα ούτε ενδιαφέρθηκε να του πει ότι έχει προς πώληση διαμέρισμα και ακίνητα. Δεν τον γνώριζε και καμία φορά μίλησε μαζί του. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δε μίλησε με τον Κλεάνθη Κυπρή, ο οποίος εργαζόταν στο Φόρο Εισοδήματος, ότι ενδιαφερόταν να πωλήσει κτήματα. Δεν είχε οικόπεδα στο όνομα της το
- Τα δύο τεμάχια στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 ανήκουν στην κόρη της. Δεν έστειλε η ίδια το τοπογραφικό τους σχέδιο. Δεν εξουσιοδότησε τον άνδρα της ή οποιονδήποτε άλλο να βρει αγοραστές. Η ίδια δεν έστειλε με φαξ το τοπογραφικό σχέδιο. Ίσως ο Κλεάνθης να γνώριζε τον ενάγοντα. Η ίδια, πάντως, δεν τον γνώριζε. Δεν ξέρει πώς στάληκε φαξ από το γραφείο του Φόρου Εισοδήματος. Ο εναγόμενος (Μ.Υ. 2) στην κατάθεση του είπε ότι γνωρίζει τον ενάγοντα από τα παιδικά του χρόνια και από τον καιρό που ο ενάγοντας εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου πριν το
- Τον είδε μετά το 1974 για πρώτη φορά το 2000 όταν πήρε τηλεφώνημα από τον ενάγοντα που τον ρωτούσε αν είχε προς πώληση διαμέρισμα στην οδό Καππαδοκίας 30 όπου ο εναγόμενος είχε αναρτήσει πινακίδα ότι πωλείται διαμέρισμα. Μετά το τηλεφώνημα συναντήθηκαν. Στη συνάντηση ο ενάγων του είχε πει ότι ασχολείται με εκτίμηση γης και ακινήτων. Ο εναγόμενος του είπε ότι είχε να πληρώσει φόρους και, επίσης, ότι ήθελε να κτίσει σπίτι της κόρης του και ο ενάγων του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει να πωλήσει το διαμέρισμα και ότι, αν είχε οικόπεδο για την κόρη του, να του το δώσει με αντιπαροχή. Του έδωσε την εντύπωση ότι ασχολείται με γη. Όσον αφορά το διαμέρισμα είπε ότι είναι μικρό και δεν του κάμνει. Ουδέποτε ο ενάγων του συστήθηκε ως κτηματομεσίτης ούτε του έδωσε επαγγελματική κάρτα. Μετά από τρεις-τέσσερις μήνες του τηλεφώνησε ο Μ.Ε.2 λέγοντας του ότι ο ενάγων δεν είχε ένσταση αν υπήρχε τίτλος για το χώρο στάθμευσης να γίνει η πράξη και προχώρησαν και ο εναγόμενος του πώλησε το διαμέρισμα για Λ.Κ. 38.
- Στο θέμα αυτό ο ενάγων ουδεμία απολύτως συμμετοχή είχε. Η πώληση έγινε το Νοέμβριο του
- Για το θέμα της διεκδίκησης προμήθειας από τον ενάγοντα το έμαθε όταν πήρε επιστολή μέσω δικηγόρου. Δεν ανέθεσε στον ενάγοντα ούτε τον εξουσιοδότησε, ούτε συμφώνησε μαζί του για προμήθεια. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ. 2 είπε ότι τον Παναγή τον έφερε ο ενάγων στο διαμέρισμα. Λόγω του ότι ο Παναγή ήταν κάθετος σχετικά με το θέμα του χώρου στάθμευσης δεν ενδιαφέρθηκε. Με τον Παναγή κατάληξε μετά από πάροδο πέντε μηνών. Ο ενάγων ουδέποτε του είπε να του πωλήσει το διαμέρισμα ούτε ο ίδιος ο εναγόμενος του το ανέθεσε. Ο ενάγων ενδιαφερόταν να το αγοράσει γιατί ασχολείτο με πώληση και αγορά γης. Ωστόσο, του είπε ότι είναι μικρό και δεν του έκαμνε. Ο ενάγων εξεμάνει όταν η κόρη του εναγομένου δεν του έδινε αντιπαροχή και τότε κατεχώρησε και την παρούσα αγωγή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της απαίτησης για πληρωμή μεσολαβητικής προμήθειας που αποτελεί το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Η σχέση κτηματομεσίτη-πωλητή αποτελεί σύμβαση αντιπροσωπείας. Η αμοιβή του κτηματομεσίτη δύναται να είναι συμβατική ή και εύλογη, όπως καθορίζεται από το Νόμο. Η εκπλήρωση δε της εντολής που ο πωλητής έδωσε είναι το γεγονός που του παρέχει δικαίωμα αμοιβής. Το πότε δε αυτή η εντολή θεωρείται εκπληρωθείσα ούτως ώστε ο μεσίτης να δικαιούται αμοιβής έχει αναλυθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βασικά εκείνο που προκύπτει είναι ότι ο κτηματομεσίτης δικαιούται αμοιβής όταν η μεσολάβηση του ήταν η κύρια και άμεση αιτία της συναλλαγής. Στην υπόθεση J.F. Aho et Fils and another v. Photo Photiades & Co
(1968)1 C.L.R 477 παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα POLLOCK AND MULLA`S INDIAN CONTRACT AND SPECIFIC RELIEF ACTS, 8η έκδοση σελ. 679: "But in order to establish a claim for commission the agent must show that the transaction in respect of which the claim is made was a direct result of his agency. It is not sufficient to show that the transaction would not have been entered into but for his introduction. He must go further and show that the introduction was the direct cause of the transaction." Η άποψη αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής εισαγωγής του αγοραστή από τον ενάγοντα και της πώλησης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Lella Sofocli Schiza v. Charalambos Pambolos
(1979)1 C.L.R 373 δεν είναι αναγκαίο όπως ο κτηματομεσίτης ολοκληρώσει την πράξη αλλά πρέπει να αποδείξει ότι η πράξη ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της μεσολάβησης του. Και από τη στιγμή που ο κτηματομεσίτης έχει συστήσει τα μέρη ο αντιπροσωπευόμενος δεν θα κάνει οτιδήποτε που θα εμποδίσει τον αντιπρόσωπο του-κτηματομεσίτη από του να λάβει την προμήθεια του εφόσον οι υπηρεσίες του μεσίτη ήταν καθοριστικές για την επίτευξη του αποτελέσματος. Και αυτό ακόμη και αν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών είχαν σταματήσει για κάποιο χρονικό διάστημα αν το αποτέλεσμα της σύστασης παραμένει και είναι ο καθοριστικός παράγων για την πώληση. Παραθέτω πιο κάτω την ακόλουθη περικοπή από τη σελ. 381 της απόφασης:- "Thus, it appears that if the principal enters into a binding contract with the purchaser and the latter is able and willing to complete, a fact which the agent must establish, and the principal refuses to complete, the commission is payable. But, remuneration can be claimed only on transactions which are the direct consequence of the agency. It is not necessary that the agent should actually complete the transaction but he must show that it was brought about as the direct result of his intervention." Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. AMF Christofides Ltd
(1996)1(A) Α.Α.Δ 571, 575 λέχθηκε ότι για την τεκμηρίωση απαίτησης για την πληρωμή μεσολαβητικής προμήθειας πρέπει να αποδειχθεί άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ της μεσολάβησης και της πώλησης και η πρώτη να είναι αποφασιστικός παράγοντας για τη διενέργεια της δεύτερης.[1] Στην υπόθεση Stelios P. Orphanides v. Vyron K. Michaelides
(1967)1 C.L.R 309 αναφέρεται στη σελ. 317 το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Atkinson στην υπόθεση James T. Burchell v. Gowrie and Blockhouse Collieries Ltd
(1910)A.C. 614 Privy Council: "It was admitted that, in the words of Erle C.J in Green v. Bartlett "if there relation of buyer and seller is really brought about by the act of the agent he is entitled to commission although the actual sale has not been effected by him". Or in the words of the later authorities the plaintiff must show that some act of his was the causa causans of the sale (Tribe v. Taylor) or was an efficient cause of the sale (Nillar v. Radford)." ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατάθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα. Αξιολογώντας εν πρώτοις τη μαρτυρία του Μ.Ε. 1 τονίζω από την αρχή ότι χαρακτηριζόταν από σαφήνεια και θετικότητα. Χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία, αλλά αντίθετα με άνεση και φυσικότητα αφηγήθηκε όλα τα σχετικά γεγονότα που αφορούσαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήλθε σ΄ επαφή με τον εναγόμενο και το πώς αναμείχθηκε με το θέμα πώλησης διαμερίσματος του εναγομένου ως, επίσης, και το γεγονός ότι έφερε σ' επαφή με τον εναγόμενο ενδιαφερόμενους αγοραστές, το ζεύγος Παναγή, για το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Ήταν ξεκάθαρος ότι είχε από την αρχή της επαφής του με τον εναγόμενο πει στον τελευταίο ότι ήταν κτηματομεσίτης δίδοντας του, μάλιστα, και την επαγγελματική του κάρτα. Ήταν κατηγορηματικός ότι μόλις ο εναγόμενος τον είχε πληροφορήσει ότι είχε διαμέρισμα προς πώληση του ζήτησε και το είδε και στη συνέχεια, αφού του είπε ότι είχε ενδιαφερόμενους υποψήφιους αγοραστές, διευθέτησε συνάντηση στο διαμέρισμα όπου έφερε τους υποψήφιους αγοραστές για να το δουν. Αναφέρθηκε με σαφήνεια και με κάθε λεπτομέρεια στο πως εξελίχθηκαν τα σχετικά γεγονότα λέγοντας ότι δεν είχε κλείσει η πράξη μεταξύ των δύο πλευρών σ΄ εκείνο το στάδιο αν και υπήρχε ενδιαφέρον εκατέρωθεν, για να συμπληρώσει ότι μετά από πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος είχε πληροφορηθεί ότι το ζεύγος Παναγή είχε, τελικώς, αγοράσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα που ο εναγόμενος πωλούσε και στο οποίο είχε φέρει ο ίδιος ο ενάγων το ζεύγος Παναγή για να το δει για σκοπούς αγοράς γεγονός που τον έκανε να κινηθεί δικαστικώς για σκοπούς διεκδίκησης της προμήθειας του. Στην αντεξέταση του ο ενάγων παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του χωρίς να τη διαφοροποιεί σε οποιοδήποτε σημείο. Έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις σε σωρεία ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν και ήταν κατηγορηματικός στην εκδοχή του για το πώς επεσυνέβησαν τα σχετικά γεγονότα που περιστοιχίζαν το θέμα πώλησης του διαμερίσματος του εναγομένου στο ζεύγος Παναγή. Ήταν κατηγορηματικός στη θέση του ότι το γεγονός ότι έφερε σε επαφή με τον εναγόμενο δύο ενδιαφερόμενους και προτιθέμενους αγοραστές για το διαμέρισμα που επιθυμούσε να πωλήσει αποτελούσε πράξη κτηματομεσιτική. Ο ενάγων αντιμετώπισε όλες τις υποβολές και εισηγήσεις της υπεράσπισης απαντώντας με τον ίδιο σαφή και θετικό τρόπο και στην ουσία επαναλαμβάνοντας την εκδοχή που ξεκάθαρα παρουσίασε στο στάδιο της κύριας εξέτασης του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ενάγοντα στο σύνολο της και σε συνδυασμό με την όλη συμπεριφορά του ενώ κατέθετε δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κατέθεσε πλήρως τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2 αναφέρω από την αρχή ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε με άνεση και φυσικότητα αυτά τα γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε ως αγοραστής τελικά διαμερίσματος που ο εναγόμενος πώλησε και το οποίο είδε κατόπιν μεσολάβησης του ενάγοντα. Εξήγησε με σαφήνεια τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πήγε επιτόπου και είδε το συγκεκριμένο διαμέρισμα αναφέροντας ότι προηγήθηκε τηλεφώνημα του ενάγοντα που τον πληροφορούσε ότι είχε κάτι να του δείξει ενόψει του ότι ο Μ.Ε. 2 έψαχνε για διαμέρισμα στη Λευκωσία. Ήταν απόλυτα σαφής σε σχέση με το λόγο που δεν κατάληξε στην αγορά του εν λόγω διαμερίσματος στο στάδιο που είχε πάει με τον ενάγοντα για να το δει και που αφορούσε το θέμα του χώρου στάθμευσης αλλά και για το τι έγινε σε κατοπινό στάδιο όταν το ζήτημα αυτό με το χώρο στάθμευσης τακτοποιήθηκε οπόταν και έκλεισε η πράξη και αγόρασε το διαμέρισμα από τον εναγόμενο. Η μαρτυρία του Μ.Ε. 2 δεν έχει κατ΄ ουσία αμφισβητηθεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Απλώς έγινε προσπάθεια για να δοθούν κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις επί των όσων ο Μ.Ε.2 είχε καταθέσει στην κύρια εξέταση του. Ο Μ.Ε.2, κατά την κρίση μου, ήταν ένας απόλυτα αξιόπιστος μάρτυρας ο οποίος ήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει και κατάθεσε αυτά τα γεγονότα που γνώριζε και που αφορούσαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε από μέρους του η αγορά διαμερίσματος που ανήκε στον εναγόμενο και το ρόλο και ανάμειξη του ενάγοντα. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Θα προχωρήσω τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσίασε η πλευρά της Υπεράσπισης. Εξετάζοντας εν πρώτοις τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 λέω ότι ήταν εμφανής η προσπάθεια της από την αρχή της εξέτασης της ενώπιον του Δικαστηρίου να υποστηρίξει μια εκδοχή η οποία, κατά τη γνώμη της, θα υποβοηθούσε τις ανάγκες της υπόθεσης του εναγομένου, συζύγου της. Προσπάθησε, συγκεκριμένα, να υποστηρίξει ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στην όλη υπόθεση που αφορούσε τον ενάγοντα και ειδικότερα για το πώς αυτός ήλθε σε επαφή με το σύζυγο της εναγόμενο λέγοντας, αναληθώς, ότι ουδέποτε η ίδια τηλεφώνησε ή μίλησε με τον ενάγοντα σε σχέση με οικόπεδα που είχε προς πώληση σε μια προσπάθεια, προφανώς, να πλήξει την αξιοπιστία του ενάγοντα ο οποίος στη δική του κατάθεση είχε αναφέρει ότι της επαφής που είχε με τον εναγόμενο για να βρει αγοραστές για το διαμέρισμα στη Δασούπολη προηγήθηκε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του η οποία του είχε πει ότι έχει κάποια οικόπεδα προς πώληση στον Αρχάγγελο και διευθετήθηκε συνάντηση στο μέρος όπου ευρίσκοντο τα οικόπεδα όπου παρών ήταν ο σύζυγος της Μ.Υ. 1, εναγόμενος. Στην προσπάθεια της, λοιπόν, να προωθήσει την εκδοχή που αναφέρθηκε ανωτέρω, τόνιζε ότι τα ακίνητα δεν ήταν στον επίδικο χρόνο επ' ονόματι της αλλά επ΄ ονόματι της κόρης της που είναι ενήλικας. Έκδηλη, ωστόσο, ήταν η αμηχανία της όταν της υπεδείχθη ότι στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 φαίνεται το φαξ να είχε αποσταλεί από το γραφείο Φόρου Εισοδήματος (Income Tax) στο οποίο η ίδια είπε ότι εργάζεται χωρίς να μπορεί ταυτόχρονα να δώσει μια πειστική εξήγηση γιατί τοπογραφικό σχέδιο που αφορούσε κτήματα της κόρης της κατά ένα παράδοξο τρόπο να έχουν αποσταλεί μέσω φωτοτηλεμηνύματος στον ενάγοντα από το γραφείο Φόρου Εισοδήματος χωρίς η ίδια να έχει ιδέα για κάτι τέτοιο. Ούτε μπορούσε, βέβαια, να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση για το πώς ήλθε το τοπογραφικό σχέδιο που αφορούσε κτήματα της κόρης της στην κατοχή του ενάγοντα. Ήταν εμφανής η αμηχανία της κυρίως στο στάδιο της αντεξέτασης αλλά, επίσης, και η δυσκολία της να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν. Απαντούσε κατόπιν σκέψης, δισταγμού και, κυρίως, με έλλειψη θετικότητας και πειστικότητας στις αναφορές της. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της στο σύνολο της και σε συνδυασμό με την όλη της συμπεριφορά ως μάρτυρα (ύφος και τρόπο που κατάθετε) δεν έχω κανένα δισταγμό να πω ότι δεν κατέθεσε τα αληθινά της υπόθεσης γεγονότα και, συνεπώς, επί των αμφισβητούμενων της υπόθεσης σημείων δεν αποδέχομαι και απορρίπτω την εκδοχή της ως αναξιόπιστη. Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του εναγομένου αποτελεί διαπίστωση που έκανα από την αρχή της εξέτασης του μάρτυρα ότι έκδηλα προσπάθησε να προωθήσει στο Δικαστήριο μια παντελώς ανυπόστατη και αναληθή εκδοχή η οποία θα τον βοηθούσε για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης. Πέραν τούτου, σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του υπήρξε έλλειψη θετικότητας και ύπαρξη ασάφειας ενώ σε άλλα σημεία η εκδοχή του δεν ήταν ούτε αληθοφανής αλλά ούτε και λογικοφανής. Θα δώσω κάποια ενδεικτικά παραδείγματα. Ενώ από τη μια υποστήριζε ότι ο ενάγων του είχε τηλεφωνήσει μόλις είδε την πινακίδα που ο εναγόμενος είχε αναρτήσει έξω από την πολυκατοικία στην οποία ευρισκόταν το διαμέρισμα που επιθυμούσε να πωλήσει ρωτώντας τον αν το διαμέρισμα πωλείται, στη συνάντηση που ακολούθησε στο χώρο του διαμερίσματος και, αφού ο εναγόμενος του εξήγησε τις οικονομικές του εκκρεμότητες που έπρεπε να διευθετήσει, ο ενάγων υποτίθεται τον συμβούλευσε να μην πωλήσει το διαμέρισμα λόγω της περιοχής του. Στη συνέχεια, ωστόσο, διαφοροποιεί την εκδοχή του για να πει ότι ο ενάγων του είχε υποσχεθεί να τον βοηθήσει να πωλήσει το εν λόγω διαμέρισμα. Σ' άλλο στάδιο της μαρτυρίας του και, αφού του τέθηκε υπόψη ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην Υπεράσπιση του στην παράγρ. 5Α σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων ενδιαφερόταν να αγοράσει διαμέρισμα και γι΄ αυτό ζήτησε από τον εναγόμενο και του έστειλε με τηλέτυπο τοπογραφικό και τίτλο ιδιοκτησίας για το εν λόγω διαμέρισμα, άλλαξε, πάλι, την εκδοχή του για να πει ότι ο ενάγων είχε πει ότι ήθελε να αγοράσει ο ίδιος διαμέρισμα. Ερωτηθείς στην αντεξέταση να εξηγήσει πως προηγουμένως είχε ισχυρισθεί ότι ο ενάγων θα του εύρισκε πελάτη απάντησε ότι θα τον βοηθούσε ο ενάγων επειδή αντελήφθηκε τη θέση του χωρίς, ωστόσο, να μας εξηγεί την προηγούμενη του αναφορά ότι ο ενάγων είχε προθυμοποιηθεί να του βρει πελάτη για να αγοράσει το διαμέρισμα του, προκαλώντας περαιτέρω σύγχυση στην όλη μαρτυρία του και διαφοροποιώντας την εκδοχή κατά το δοκούν χωρίς να είναι σε θέση να δώσει μια ξεκάθαρη εκδοχή για το πώς έλαβαν χώρα τα σχετικά γεγονότα σε μια προσπάθεια, προφανώς, να προωθήσει εκείνη την εκδοχή που το σύμφερε περισσότερο. Είναι εμφανές ότι τελικά η εκδοχή που προσπάθησε ο εναγόμενος να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνάδει με τους ίδιους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Μια απλή ανάγνωση της παραγρ. 5(Α) της Υπεράσπισης καταδεικνύει ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται είναι ότι ο ενάγων ενδιαφέρθηκε ο ίδιος να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα του εναγομένου, ενώ στο Δικαστήριο υποστήριξε ότι ο ενάγων, μετά που άκουσε τα οικονομικά προβλήματα και υποχρεώσεις του εναγόμενου, του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει να το πωλήσει και, μάλιστα μετά την πρώτη συνάντηση που είχαν οι δύο τους, τον ειδοποίησε ότι του βρήκε άτομο για να αγοράσει το διαμέρισμα και μάλιστα τον έφερε να δει το διαμέρισμα επί τόπου. Προσπάθησε, ωστόσο, να υποβαθμίσει, όσο μπορούσε, τη συνάντηση που έγινε στο διαμέρισμα με τον ενδιαφερόμενο αγοραστή, τον κ. Παναγή, που παραδέκτηκε τελικά ο εναγόμενος ότι είχε φέρει ο ενάγων και είναι ενδεικτικό αυτό ότι απέφευγε να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός αυτό κατά τη διάρκεια της εξέτασης του. Μόνο στη διάρκεια της αντεξέτασης αναγκάστηκε να δώσει κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες για τη συνάντηση αυτή και αυτό γιατί ρωτήθηκε ειδικά και επίμονα από τη συνήγορο του ενάγοντα. Και ενώ αναγκάστηκε λοιπόν να δεχθεί ότι τον Παναγή τον έφερε ο ενάγων και του έδειξε το διαμέρισμα του εναγομένου, στη συνέχεια της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε του είπε να του πωλήσει το διαμέρισμα και ούτε ο ίδιος του ανάθεσε κάτι τέτοιο. Επανέρχεται δε σε προηγούμενη του εκδοχή λέγοντας ότι ο ενάγων ενδιαφερόταν να αγοράσει ο ίδιος το διαμέρισμα αλλά δεν του έκαμνε γιατί ήταν μικρό. Διαπίστωσα, ακόμη, ότι αρκετοί ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον εναγόμενο στη διάρκεια της μαρτυρίας του δεν τέθηκαν συγκεκριμένα στην άλλη πλευρά, δηλ. στον ενάγοντα, για να τα σχολιάσει και να εκθέσει τη δική του θέση. Για παράδειγμα ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος του είχε πει ότι θέλει να κτίσει σπίτι της κόρης του και ο ενάγων του ανάφερε ότι αν έχει οικόπεδο θα τον βοηθούσε και ότι θα μπορούσε να το δώσει αντιπαροχή και ότι ήθελε από τον εναγόμενο να πείσει την κόρη του να δώσει το οικόπεδο της αντιπαροχή και ότι, όταν η κόρη του εναγόμενου είπε ότι δεν το πωλούσε, ο ενάγων εξεμάνη και γι΄ αυτό ζήτησε προμήθεια καταχωρώντας την παρούσα αγωγή. Επίσης, σε κάνενα στάδιο στη διάρκεια της αντεξέτασης δεν ετέθη στον ενάγων ο ισχυρισμός του εναγόμενου που προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώ κατάθετε ότι πριν το 74 που ενάγων εργαζόταν στην Τράπεζα τον είχε προσεγγίσει για να τον συστήσει ο εναγόμενος σε κάποιο ονόματι Κωνσταντίνου για προβιβασμό. Εφόσον ο εναγόμενος κατ΄ ουσία στη μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι η παρουσα αγωγή είναι αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας του ενάγοντα με την απόφαση της κόρης του εναγόμενου να πωλήσει το οικόπεδο της και να μην το δώσει αντιπαροχή και όχι γιατί πράγματι ο ίδιος είχε αναθέσει στον ενάγοντα την πώληση του διαμερίσματος του και την εξεύρεση αγοραστή έπρεπε να τεθεί αυτό το ζήτημα στο στάδιο της αντεξέτασης του ενάγοντα για να δώσει ο ενάγων τη δική του θέση επί αυτού. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου Έφεση αρ. 94, ημερ. 21.5.99: ".. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διετυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου". Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v.Acnac In Π.Ε.8266/10.10.02: "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα". Στην πιο πάνω υπόθεση η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθοριστική και σήμαινε το τέλος του ζητήματος. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης και, αφού έχω εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας του εναγόμενου σε συνδυασμό με την όλη του συμπεριφορά από το εδώλιο του μάρτυρα (ύφος και τρόπος που κατάθετε) και έχοντας πιο πάνω παραθέσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που κατάθετε ως και της μη λογικοφανούς ή αληθοφανούς εκδοχής που προσπάθησε να προωθήσει στο Δικαστήριο, είμαι απόλυτα πεπεισμένη ότι δεν κατάθεσε τα αληθινά γεγονότα. Συνεπώς, επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης σημείων δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του και την απορρίπτω. Ε Υ Ρ Η Μ Α Τ Α Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολογησης προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου: - Στον ουσιώδη χρόνο ενάγων ήταν και είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και διατηρούσε κτηματομεσιτικό γραφείο στη Λευκωσία. - Περί τα τέλη Μαρτίου του 2000 ο ενάγων έλαβε τηλεφώνημα από τη σύζυγο του εναγόμενου η οποία τον πληροφορούσε ότι είχε οικόπεδα στον Αρχάγγελο προς πώληση και όταν ο ενάγων της είπε ότι είχε ενδιαφερόμενους πελάτες διευθετήθηκε συνάντηση με το σύζυγο της, τον εναγόμενο, στην περιοχή των οικοπέδων όπου συνάντησε τον ενάγοντα. Στη συνάντηση εκείνη ο ενάγων πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι είναι κτηματομεσίτης και του έδωσε την επαγγελματική του κάρτα. Επίσης στη συνάντηση εκείνη ο εναγόμενος ανάφερε στον ενάγοντα ότι είχε και διαμερίσματα προς πώληση στη Δασούπολη. Αμέσως ο ενάγων του ζήτησε να του τα δείξει γιατί είχε άτομα που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν διαμέρισμα σ' εκείνη την περιοχή. - Εν συνεχεία, αφού ο ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικά σε πελάτες του λέγοντας τους ότι είχε διαμέρισμα προς πώληση στην οδό Καππαδοκίας και ο εναγόμενος συμφώνησε να του φέρει πελάτες για να τους δείξει το διαμέρισμα, διευθετήθηκε συνάντηση στο προς πώληση διαμέρισμα του ζεύγους Νικηφόρου και Άδας Παναγή με τον εναγόμενο όπου ο ενάγων σύστησε τους δύο ενδιαφερόμενους και προτιθέμενους αγοραστές με τον εναγόμενο. Εκεί έγινε κάποια συζήτηση ανάμεσα στο ζεύγος και στον εναγόμενο και, λόγω του ότι οι προτιθέμενοι αγοραστές επιθυμούσαν στον τίτλο του διαμερίσματος να εμφαίνεται ο χώρος στάθμευσης, δεν ολοκληρώθηκε η πράξη και δεν προχώρησε το ζεύγος Παναγή στην αγορά του επίδικου διαμερίσματος. - Μετά παρέλευση τεσσάρων-πέντε μηνών και αφού ο χώρος στάθμευσης στο επίδικο διαμέρισμα προστέθηκε στον τίτλο ιδιοκτησίας του, το ζεύγος Παναγή συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τον εναγόμενο για την αγορά του αφού, προηγουμένως, ο Νικοφόρος Παναγή είχε τηλεφωνήσει στον ενάγοντα ρωτώντας τον αν θα τον πείραζε να πάει απευθείας στον εναγόμενο και ο ενάγων του είχε απαντήσει αρνητικά. Τελικά το ζεύγος Παναγή αγόρασε από τον εναγόμενο το επίδικο διαμέρισμα για ποσό Λ.Κ. 38.000. - Κατά την πρώτη συνάντηση μεταξύ των διαδίκων στα οικόπεδα στην περιοχή Αρχάγγελος δεν έγινε ρητή αναφορά σε θέμα προμήθειας, ούτε συμφωνήθηκε κάποιο καθορισμένο ή συγκεκριμένο ποσοστό προμήθειας. Επίσης δεν δόθηκε οποιαδήποτε γραπτή εντολή από τον εναγόμενο στον ενάγοντα σε σχέση με την εξεύρεση αγοραστή για το επίδικο διαμέρισμα ιδιοκτησίας του εναγόμενου. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων διαπιστώνω ότι ο ενάγων, αν και δεν υπήρξε γραπτή ανάθεση ή εξουσιοδότηση από μέρους του εναγόμενου για να του εξεύρει ενδιαφερόμενο αγοραστή για το διαμέρισμα που είχε προς πώληση στην οδό Καππαδοκίας στη Δασούπολη, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα το γεγονός ότι ο ενάγων ανέλαβε να του φέρει ενδιαφερόμενο αγοραστή να δει το διαμέρισμα και ο εναγόμενος συμφώνησε και συναντήθηκε με τον ενδιαφερόμενο αγοραστή που ο ενάγων έφερε επιτόπου και τον σύστησε προκύπτει ότι ο ενάγων κατέστη αντιπρόσωπος (agent) του εναγομένου με σκοπό την εξεύρεση ενδιαφερόμενου αγοραστή για να αγοράσει το διαμέρισμα του εναγόμενου. Έχουμε, συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση σύμβαση αντιπροσωπείας μεταξύ του ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως κτηματομεσίτη και του εναγόμενου υπό την ιδιότητα του ως πωλητή. Από τα ευρήματα πιο πάνω προέκυψε, επίσης, ότι η πράξη πώλησης και αγοράς από το ζεύγος Παναγή του διαμερίσματος του εναγομένου έλαβε χώρα χωρίς την παρουσία ή τη μεσολάβηση ή ανάμειξη του ενάγοντα. Όμως, όπως πάλι προέκυψε από όλα τα πιο πάνω, ήταν ο ενάγων ο οποίος έφερε σ' επαφή τον εναγόμενο με το ζεύγος Παναγή για το συγκεκριμένο διαμέρισμα και ήταν τελικά με το ίδιο ζεύγος και για το ίδιο διαμέρισμα που έγινε η πράξη της πώλησης από μέρους του εναγομένου και αγοράς από μέρους του ζεύγους Παναγή κάποιους μήνες αργότερα. Όπως είχαμε την ευκαιρία να τονίσουμε στο στάδιο που σκιαγραφήσαμε τη νομική πτυχή δεν είναι αναγκαίο ο κτηματομεσίτης να ολοκληρώσει την πράξη αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι η πράξη ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της μεσολάβησης του. Σημασία έχει, έστω και αν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν διακοπεί, ότι το αποτέλεσμα της σύστασης που ο κτηματομεσίτης έκανε συστήνοντας το ζεύγος Παναγή στον εναγόμενο παραμένει και είναι ο καθοριστικός παράγων για την πώληση που έλαβε χρόνο μεταγενέστερα. Δεν έχει σημασία ότι μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής σύστασης των ενδιαφερομένων αγοραστών από τον ενάγοντα και της πώλησης του ακινήτου. Υπό τις περιστάσεις είναι η κρίση μου ότι η μεσολάβηση του ενάγοντα ήταν αποφασιστικός και καθοριστικός παράγοντας για τη διενέργεια της πράξης πώλησης του επίδικου διαμερίσματος στο ζεύγος Παναγή έστω και αν ο ενάγων δεν είχε ολοκληρώσει την πράξη εφόσον η πώληση έλαβε χώρα χωρίς τη δική του συμμετοχή και παρουσία. Συνεπώς εφόσον η μεσολάβηση του ενάγοντα υπήρξε η κύρια και άμεση αιτία της συναλλαγής που επακολούθησε δικαιούται αμοιβής. Από τα ευρήματα στα οποία κατέληξα προκύπτει ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων οποιαδήποτε αμοιβή. Γι΄ αυτό το λόγο ο ενάγων δικαιούται σε εύλογη αμοιβή όπως καθορίζεται από το Νόμο. Στην νομολογία μας οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό από το Δικαστήριο της ευλόγου αμοιβής καταγράφονται στην υπόθεση Themis Stavrou v. Andrea P. Vasili
(1980)2 J.S.C 494. Παραθέτω τη σχετική περικοπή:- "Compensation quantum meruit is awarded for work done or services rendered when price thereof is not fixed by contract. For work done or services rendered pursuant to the terms of a contract, compensation quantum meruit cannot be awarded when the contract provides for the consideration payable in that behalf. Quantum meruit is a remedy which is alternative to, rather than a form of damages. A quantum meruit claim arises where work is done or services performed by one person for another in circumstances which entitle the person doing the work or performing the services to receive a reasonable remuneration therefor (see Indian Contract and Specific Relief Acts, 9th ed. pp 476-477): "When one person has rendered a service to another in circumstances which indicate an understanding between them that it is to be paid for, although no particular remuneration has been specified, the Law will inter a promise to pay quantum meruit i.e as much as the party doing the services has deserved or, as is generally described a "reasonable sum" (see Anson`s Law of Contract 25th ed. p. 668)" " Έτσι όπου ένα άτομο έχει προσφέρει υπηρεσίες σε άλλο υπό συνθήκες που δείχνουν μια συναντίληψη μεταξύ τους ότι θα πρέπει να πληρωθεί έστω και αν δεν έχει καθορισθεί συγκεκριμένη αμοιβή ο Νόμος θεωρεί ότι εξυπακούεται υπόσχεση να πληρώσει quantum meruit, δηλ. όσα αξίζει να πληρωθεί το άτομο που πρόσφερε τις υπηρεσίες ή, όπως γενικώς περιγράφεται, ένα εύλογο ποσό. Στην προκειμένη περίπτωση στο Άρθρο 8
(2)των περί Κτηματομεσιτών Νόμου του 1987 ως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί διαλαμβάνεται ότι αν σε οποιαδήποτε κτηματική συναλλαγή το μεσολαβούν πρόσωπο είναι εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης, αυτός δικαιούται της καθορισμένης προμήθειας, εκτός αν ήθελε συμφωνηθεί διαφορετικά, η οποία είναι απαιτητή και πληρωτέα με την επίτευξη της κτηματικής συναλλαγής. Περαιτέρω στο παράρτημα ΙΙ των Περί Κτηματομεσιτών Κανονισμών του 1988 η προμήθεια κτηματομεσίτη σε σχέση με την πώληση ακινήτου μπορεί να ανέρχεται μέχρι ποσοστού 3% πάνω στην τιμή πώλησης. Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η τιμή πώλησης του επίδικου ακινήτου ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ. 38.000 με βάση το καθορισμένο στους σχετικούς Κανονισμούς ανώτατο ύψος πληρωτέας προμήθειας δικαιολογείται να του επιδικασθεί ποσό Λ.Κ. 1.140 που αποτελεί το 3% επί του ποσού του τιμήματος πώλησης. Κ Α Τ Α Λ Η Ξ Η Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι ο ενάγων πέτυχε να αποδείξει την απαίτηση στο βαθμό που απαιτείται σε τέτοιους είδους υποθέσεις. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για ποσό Λ.Κ. 1.140 πλέον νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αγωγής δεν βρίσκω κανένα λόγο γιατί να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Τα έξοδα λοιπόν επιδικάζονται σε βάρος του εναγόμενου και υπέρ του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ [1] Δέστε επίσης X"Κυριάκος ν. Σεβέρης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ 92, Orphanides v. Michaelides
(1967)1 C.L.R 309 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο