Joseph P Lasala κ.α. ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5581/05., 20.2.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5581/
- Μεταξύ:
- Joseph P. Lasala, από την Πολιτεία New Jersey των ΗΠΑ,
- Fred S. Zeidman, από την Πολιτεία Texas των ΗΠΑ ως Συνδιαχειριστές του Εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust, Εναγόντων, - και -
- Λυκούργου Κυπριανού,
- Παύλου Μελετίου,
- King Mazzax Lines Limited,
- Ερμιόνης Κυπριανού,
- Semark Consultancy Services Limited,
- Global Consolidator Limited,
- L. K. Global (Holdings) N.V.,
- Aremis Holdings Limited,
- Aremis Technology Ventures Limited, 10.Sincock Holdings Corporation, 11.Southwood Management Limited, 12.Palantine Asset Management Ltd, Εναγομένων. ---------------------- Αίτηση ημερ. 21.7.05 για προσωρινά διατάγματα 20.2.
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τους Αιτητές-Ενάγοντες : κ. Α. Μαρκίδης με κ. Αλ. Γαβριηλίδη και κ. Μ. Σιδερά. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση-εναγόμενους υπ΄ αρ. 1, 2, 3, 4 και 6 : κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Χριστοδούλου και κα Ραφτοπούλου για κ. Αλ. Ευαγγέλου. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένους υπ΄ αρ. 5 : κ. Μ. Ορφανίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Εισαγωγικά - η έκδοση των διαταγμάτων. Στις 21.7.05 εκδόθηκαν πολυδιάστατα προσωρινά διατάγματα από αδελφή Δικαστή, που ήταν καθήκον κατά τη διάρκεια των θερινών δικαστικών διακοπών, επί τη βάσει μονομερούς αίτησης, καταχωρηθείσας την ίδια μέρα, που ζητούσε 24 βασικά διατάγματα, αρκετά από αυτά υποδιαιρεμένα σε επι μέρους διατάγματα, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του εξ Αμερικής δικηγόρου, Ronald D. Lefton, καταγραμμένης σε 74 σελίδες, με 207 παραγράφους. Συνοδευτικά της αίτησης καταχωρήθηκε πληθώρα τεκμηρίων συνολικής έκτασης 2.276 σελίδων. Τα διατάγματα εκδόθηκαν με τον όρο όπως οι αιτητές υπογράψουν τραπεζική εγγύηση ύψους £50.000, ορίστηκαν δε επιστρεπτέα στις 29.7.05 και ώρα 9.00 π.μ. Ανάλογα εκτεταμένη ήταν και η καταχωρηθείσα ένσταση από τους αιτητές υπ΄ αρ. 1, 2, 3, 4 και 6 υποστηριζόμενη από σχετική ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση-εναγομένου 2, Παύλου Μελετίου, συνολικής έκτασης 46 σελίδων, με 118 παραγράφους και αριθμό τεκμηρίων. Οι καθ΄ ων υπ΄ αρ. 5, επίσης καταχώρησαν σχετική ένσταση, μικρότερη σε έκταση, με υποστηρικτική ένορκη δήλωση του δικηγόρου Κυριάκου Ορφανίδη, επισυνάπτουσα σχετικό τεκμήριο. Τα διατάγματα επεδόθησαν σε όλους τους ενδιαφερομένους, καθ΄ ων η αίτηση, έγινε δε και επίδοση σε πλείστα όσα τραπεζικά ιδρύματα, τόσο ημεδαπά όσο και αλλοδαπά, που επηρεάζοντο από αυτά (σύμφωνα με τα επιδοτήρια φαίνεται να επιτεύχθηκαν επιδόσεις σε 35 τέτοια τραπεζικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα), αλλά ως εμφαίνεται από το πρακτικό που τηρήθηκε στις 29.7.05, μόνο οι παρόντες ενιστάμενοι εμφανίστηκαν, παρέμειναν δε προς νέα επίδοση στις 5.9.05 για τους καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένους υπ΄ αρ. 8, 9 και
- Εκ των τραπεζών εμφανίστηκε μόνο η Ελληνική Τράπεζα, εκ μέρους της οποίας δηλώθηκε ότι ο καθ΄ ου 2 διατηρούσε στην Τράπεζα χρεωστικό λογαριασμό επιφυλάσσοντας το δικαίωμα της να επέμβει στη διαδικασία προς διευκρίνιση αν τα διατάγματα κάλυπταν και χρεωστικούς λογαριασμούς. Δεν ακολούθησε οποιαδήποτε νέα εμφάνιση εκ μέρους της Τράπεζας αυτής. Στις 5.9.05 με την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων επίδοσης των διαταγμάτων για τους καθ΄ ων η αίτηση-εναγόμενους 8, 9 και 10 και τη μη εμφάνιση αυτών, τα προσωρινά διατάγματα οριστικοποιήθηκαν. Στο μεταξύ σε παρόμοια αίτηση ημερ. 26.7.05 εξεδόθησαν παρόμοια προσωρινά Διατάγματα για τους καθ΄ ων 7, 11 και 12, τα οποία αφού επιδόθηκαν δεόντως, κατέστησαν επίσης στις 5.9.05 οριστικά, αφού οι καθ΄ ων παρέλειψαν να εμφανισθούν. Η αίτηση για τα προσωρινά διατάγματα προχώρησε εν τέλει σε ακρόαση ακόμη και σε σχέση με όσα εκ των διαταγμάτων ανεστάλη εκ συμφώνου η ισχύς τους (πρόκειται για τις παρ. 5Α-Ε, 6Β και Γ και 8Β και Γ - δέστε σελ. 17 post) και επί τη βάσει αντεξέτασης των Παύλου Μελετίου και Κυριάκου Ορφανίδη που αιτήθηκαν οι αιτητές και ενεκρίθη η αίτηση αυτή από το Δικαστήριο. Οι καθ΄ ων αντίθετα επέλεξαν να μην ζητήσουν αντεξέταση του R. Lefton επί της δικής του ένορκης δήλωσης. Στο τέλος της αντεξέτασης, η οποία για τον Μελετίου παρατάθηκε σε έξι δικάσιμους, οι συνήγοροι σε ιδιαίτερα επιμελείς αλλά και εκτεταμένες αγορεύσεις ανέλυσαν το όλο πλέγμα της υπόθεσης από κάθε δυνατή οπτική γωνία και εισηγήθηκαν στο Δικαστήριο την οριστικοποίηση ή την ακύρωση των διαταγμάτων αντίστοιχα. Για να γίνει αντιληπτό το εύρος του φάσματος που κάλυψαν οι αγορεύσεις, οι οποίες προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου ετοιμάστηκαν γραπτώς και επεξηγήθηκαν προφορικώς, είναι αρκετό να λεχθεί ότι η αγόρευση του κ. Μαρκίδη κατέλαβε 188 σελίδες, η δε αγόρευση του κ. Παπαφιλίππου
- Η κάθε αγόρευση διανθίστηκε από πληθώρα νομικών αυθεντιών, τόσο Κυπριακών όσο και ξένων. Πρόδηλο είναι από τα συνοπτικά πιο πάνω καταγραφέντα ότι το υπόβαθρο των γεγονότων που πλαισιώνουν τη διαφορά των διαδίκων, είναι εξαιρετικά περίπλοκο με γεγονότα που άρχονται στην επικράτεια των Η.Π.Α. και εκτείνονται σε τουλάχιστον πέντε άλλες χώρες και φθάνουν μέχρι την Ινδία. Η περίπλεξη των γεγονότων γίνεται ακόμη πιο εμφανής από την ανάμειξη, διασύνδεση και συσχέτιση πολλών και διαφόρων εταιρειών, άλλων ιθυνόντων και άλλων θυγατρικών στις πέντε αυτές χώρες, με την εμπλοκή ανάλογου αριθμού δικηγορικών, ελεγκτικών και λογιστικών γραφείων. Η παράθεση των γεγονότων στην πλήρη τους έκταση θα καθιστούσε την παρούσα απόφαση αχρείαστα και έτι περισσότερο μακροσκελή και θα σύγχυζε τον αναγνώστη παρά να τον βοηθήσει στην κατανόηση των επιδίκων διαφορών. Επομένως, για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, κρίνεται ότι είναι αρκετό να αναφερθούν πολύ συνοπτικά τα όσα ακολουθούν σε σχέση με τα καίρια γεγονότα δίνοντας έτσι το στίγμα του προβλήματος που αναδύεται προς επίλυση από το Δικαστήριο. Β. Ουσιώδη συνοπτικά γεγονότα. Η AremisSoft είναι εταιρεία που ενεγράφη στις Η.Π.Α., στην πολιτεία Delaware, από τον εναγόμενο
- Η AremisSoft (εφεξής «η εταιρεία»), σε κάποιο στάδιο ζήτησε την προστασία της πτωχευτικής διαδικασίας λόγω οικονομικών προβλημάτων. Στην πτωχευτική διαδικασία που ακολούθησε στις Η.Π.Α. δημιουργήθηκε και ενεκρίθη από το Αμερικανικό Δικαστήριο το AremisSoft Corporation Liquidating Trust (εφεξής «το καταπίστευμα» ή «εμπίστευμα»), προς όφελος των καθ΄ υπολογισμό 6.000 επενδυτών που αγόρασαν μετοχές της εταιρείας στην ανοικτή αγορά, αλλά και μέσω ιδιωτικών συναλλαγών. Οι αιτητές διορίστηκαν ως συνδιαχειριστές του καταπιστεύματος από το Δικαστήριο, με εξουσίες σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταπιστεύματος, να εγείρουν μεταξύ άλλων αγωγές όπου δει, προς ανάκτηση $500.000.000, τα οποία ο εναγόμενος 1, κατ΄ ισχυρισμόν των αιτητών, στα πλαίσια ενός εκτεταμένου και τεραστίων διαστάσεων δόλου, απεκόμισε από την εταιρεία ως ο ιθύνων νους αυτής διοχετεύοντας τα προς όφελος του, σε δικούς του λογαριασμούς απευθείας ή μέσω τρίτων προσώπων και εταιρειών που ενεργούν ως alter ego αυτού. Οι έρευνες που ακολούθησαν τις υποψίες περί του εκτεταμένου δόλου που ασκήθηκε κατ΄ ισχυρισμόν από τον εναγόμενο 1, επεκτάθηκαν σε πλείστα όσα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όχι μόνο στις Η.Π.Α. αλλά και σε επτά χώρες του εξωτερικού. Λήφθηκαν καταθέσεις από τον ενόρκως δηλούντα R. Lefton, ο οποίος είχε αναλάβει τη βασική διερεύνηση, τα πρακτικά των οποίων επισυνάφθηκαν σε φωτοτυπημένη βέβαια μορφή στην ένορκη του δήλωση. Πολλές πληροφορίες για την ανάμειξη και ρόλο του εναγομένου 1 δόθηκαν από τον Ρόη Πογιατζιή, σε κάποιο στάδιο συνυπεύθυνο στις εταιρικές αποφάσεις με τον εναγόμενο 1, όταν αγωγή που ασκήθηκε εναντίον του Πογιατζιή στις Η.Π.Α. κατέληξε σε συμβιβαστική λύση με την οποία αποδόθηκαν από τον τελευταίο πίσω στην εταιρεία πέραν των €151.000.000 ή το αντίστοιχο περίπου των $200.000.000, τα οποία αποτελούσαν κέρδη που απεκόμισε ο Πογιατζιής εξαιτίας της συμμετοχής του στο δόλο που ασκήθηκε επί της εταιρείας. Οι πληροφορίες που έδωσε ο Πογιατζιής επέτρεψαν πρόσβαση σε σχετικές πληροφορίες και έγγραφα, ιδιαίτερα από το λεγόμενο Trustees Accounting, στο οποίο εδράζεται εν πολλοίς η ένορκη δήλωση Lefton και το οποίο αφορά μετοχές της εταιρείας που ανήκαν ή κρατούντο προς όφελος του εναγομένου 1 και οι οποίες πωλήθηκαν από κάποιο Roger Meyer, καταπιστευματοδόχο στα Isle of Man Trusts, που ιδρύθηκαν από τον Πογιατζιή. Ηγέρθη στις Η.Π.Α. και ποινική υπόθεση εναντίον του εναγομένου
- Ο εναγόμενος 1 κατηγορείται γενικά ότι λόγω του ουσιαστικού ελέγχου της εταιρείας προέβη κατά την περίοδο 1998 - Ιούλιο 2001 σε ουσιαστική αλλοίωση εγγράφων, έκδοση ψευδών και παραπλανητικών ανακοινωθέντων στον τύπο, λανθασμένη παρουσίαση λογιστικών και άλλων δεδομένων της εταιρείας, κατά τρόπο ώστε η τιμή της εταιρικής μετοχής να διογκωθεί πέραν της πραγματικής της αξίας, με αποτέλεσμα και η εταιρεία, αλλά και οι επενδυτές να απολέσουν τεράστια ποσά χρημάτων. Στα πλαίσια των ψευδών και παραπλανητικών δηλώσεων καταλογίζεται στον εναγόμενο 1 και η εξαπάτηση του κοινού παρουσιάζοντας την εταιρεία ως μία διεθνώς πρωτοπόρο εταιρεία σε θέματα λογισμικού, με έσοδα πέραν των $100.000.000 ετησίως. Το Διοικητικό Συμβούλιο της επίσης παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε από τον εναγόμενο 1, ως Πρόεδρο αυτού, ως προς τη διοχέτευση εταιρικών ευκαιριών, με αποτέλεσμα τη μεταφορά και μεταβίβαση χρημάτων και περιουσίας άνευ επαρκούς ή και καθόλου ανταλλάγματος. Οι υπόλοιποι καθ΄ ων η αίτηση διασυνδέονται με τον εναγόμενο 1 κατά τους τρόπους που λεπτομερώς επεξηγείται στην ένορκη δήλωση Lefton και παρουσιάζονται ως ανήκουσες ή ελεγχόμενες αποκλειστικά από τον εναγόμενο 1, όπως για παράδειγμα η καθ΄ ης εταιρεία αρ. 8 εμφαίνεται ως νομικό πρόσωπο που διαχειριζόταν τις επενδύσεις της εταιρείας με τον εναγόμενο 1 ως τον μόνο διευθυντή και αξιωματούχο αυτής, ενώ η καθ΄ ης αρ. 10 διαχειριζόταν τα δικαιώματα επένδυσης και αγοράς μετοχών του εναγομένου 1, ο οποίος και πάλιν θεωρείτο ως το πρόσωπο που την ήλεγχε. Ο καθ΄ ου 2 και ενόρκως δηλών στην ένσταση, Π. Μελετίου, φέρεται επίσης να είναι άτομο στενά συνδεδεμένο με τον εναγόμενο 1 και εν πολλοίς έμπιστος του με συμμετοχή στο όλο δόλιο σχέδιο εξαπάτησης της εταιρείας. Κατά τον ίδιο τρόπο αναφέρεται στη δήλωση Lefton εκτενώς η συσχέτιση του εναγομένου 1 με τις διάφορες άλλες εναγόμενες εταιρείες, τα ίδια δε επαναλαμβάνονται με πολλή λεπτομέρεια και με αναφορά στα σχετικά τεκμήρια και στο Κεφ. III της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των αιτητών. Οι λεπτομέρειες που παρατίθενται τόσο στην ένορκη δήλωση Lefton όσο και στη γραπτή αγόρευση είναι πολυσύνθετες και θα ήταν αχρείαστο να καταγραφούν σε οποιαδήποτε μορφή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Η διασύνδεση όμως φαίνεται να υπάρχει ενόψει της υποστήριξης των αναφορών από τα διάφορα τεκμήρια τα οποία υποστηρίζουν την αίτηση. Η κύρια βάση της αγωγής είναι ο δόλος, ο οποίος ασκήθηκε από τον εναγόμενο 1 τη συνεργεία των υπολοίπων εναγομένων, είτε φυσικών προσώπων είτε νομικών, χρησιμοποιώντας νομικές οντότητες ώστε να μην είναι εμφανής η σύνδεση του εναγομένου 1 με αυτές. Και πάλιν τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες είναι εξαιρετικά περίπλοκα, αναφέρονται δε με επάρκεια τόσο στην αίτηση με τη δήλωση Lefton όσο και στη γραπτή αγόρευση του κ. Μαρκίδη στο Κεφ. IV και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω καταγραφή για σκοπούς της απόφασης αυτής. Το μόνο που θα μπορούσε να αναφερθεί συνοπτικά εδώ είναι ότι μέρος του τρόπου με τον οποίο ο εναγόμενος 1 φέρεται να εξαπάτησε την εταιρεία και τους μετόχους της διογκώνοντας την τιμή των μετοχών της και παρουσιάζοντας την εταιρεία ως ανθούσα, είναι και η εξαγορά διαφόρων άλλων εταιρειών ασχολουμένων με λογισμικά συστήματα, κυρίως Ινδικών εταιρειών, σε τιμές που παρουσιάστηκαν σε έγγραφα να είναι κατά πολύ υψηλότερες από την πραγματικότητα με βάση τα στοιχεία που συλλέχθηκαν αργότερα, όταν ήρθε στην επιφάνεια η φερόμενη απάτη. Για παράδειγμα, η απόκτηση της e-nnovations.com, η οποία αφορούσε πέντε Ινδικές εταιρείες, και οι οποίες παρουσιάστηκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας να εξαγοράστηκαν για το συνολικό αντάλλαγμα των $14.939.000, ενώ η τιμή αγοράς, κατ΄ ισχυρισμόν, ανακαλύφθηκε εκ των υστέρων να ήταν συνολικά $301.709, πλέον ορισμένα δικαιώματα αγοράς μετοχών προς διανομή στους εννέα διευθυντές των πέντε εταιρειών. Άλλη περίπτωση αφορά την απόκτηση της Denon Ιnternational Ltd έναντι ποσού $7.34 εκατομμ., ενώ και πάλιν εκ των στοιχείων που εκ των υστέρων περιήλθαν σε γνώση των αρμοδίων αρχών των Η.Π.Α. και με βάση σχετική μαρτυρία το συνολικό ποσό ήταν τελικά μόλις $250.
- Αναφέρεται περαιτέρω η απόκτηση της e-CHaRM προς $10.9 εκατομμ., αλλά η πραγματική τιμή ήταν £310.000, που περιελάμβανε και ποσό υπό τύπο προμήθειας στον άνθρωπο στην Ινδία που βοήθησε στην εξαγορά. Άλλη άξιας λόγου αναφοράς συναλλαγή είναι η λεγόμενη Βουλγαρική σύμβαση που αφορούσε τη συμφωνία της εταιρείας με το Βουλγαρικό Υπουργείο Υγείας για συνεργασία ύψους $37.5 εκατομμ. για παροχή εξειδικευμένων λογισμικών προγραμμάτων στον τομέα της εθνικής υγείας της Βουλγαρίας, η οποία όμως φαίνεται να αφορούσε στην πραγματικότητα μόνο $3.9 εκατομμ. Περαιτέρω, ενώ η εταιρεία παρουσιάστηκε να είχε κάμει εργασία $7.1 εκατομμ. έναντι της σύμβασης, τα πραγματικά έσοδα που φαίνονταν να υποστηρίζονται από αποδεικτικές εισπράξεις από το Βουλγαρικό Υπουργείο Υγείας ήταν μόλις $1.7 εκατομμ. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, οι αιτητές υπέβαλαν και τον Μελετίου και τον Ορφανίδη σε σχετική αντεξέταση. Ο ίδιος ο εναγόμενος 1 δεν προέβη σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, αλλά αντ΄ αυτού την ένορκη δήλωση ορκίστηκε και υπέγραψε ο Μελετίου κατ΄ εντολή και εκ μέρους των εναγομένων 1, 3, 4 και
- Παρόλο που ήταν δικαίωμα του εναγομένου 1 να μην προβεί σε οποιαδήποτε προσωπική ένορκη δήλωση, εντούτοις, ο εξουσιοδοτημένος απ΄ αυτόν ενόρκως δηλών σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να δώσει σαφείς επεξηγήσεις για αρκετά θέματα αρνούμενος ακόμη και αναφορές στον ίδιο τον εναγόμενο 1 ως πραγματικές ή ότι οι υπογραφές του τελευταίου ήταν όντως δικές του. Ανέφερε ότι τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης του τα γνώριζε προσωπικά, εκτός όπου ανέφερε το αντίθετο, στα δε γεγονότα που προέρχονταν από πληροφορίες, παρέθετε την πηγή των πληροφοριών του. (παρ. 1 της ένορκης δήλωσης). Είναι γεγονός ότι κατά την αντεξέταση του Μελετίου αυτός δήλωσε ενόρκως ότι είναι φίλος με τον εναγόμενο 1, τον οποίο γνωρίζει από το 1990, αλλά κατά τα υπόλοιπα, σε πλείστες όσες περιπτώσεις, που δεν είναι εδώ αναγκαίο να παρατεθούν με οποιαδήποτε λεπτομέρεια, δήλωνε ότι δεν είχε γνώση των θεμάτων που του θέτονταν στην αντεξέταση, είτε διότι δεν τα είχε συζητήσει με τον εναγόμενο 1, ή γιατί δεν αναγνώριζε είτε διάφορα έγγραφα είτε την υπογραφή του εναγομένου 1, για τον οποίο ορκίστηκε, αμφισβητώντας σε διάφορα σημεία ακόμη και την αυθεντικότητα εγγράφων ή υπογραφών. Εργάστηκε ως λογιστής στο γραφείο Σαββίδη & Συνεργάτες, από το οποίο έφυγε το 2003, αρνούμενος ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στο λογιστικό και ελεγκτικό έλεγχο των εργασιών της εταιρείας. Ένα μήνα μετά την αποχώρηση του εργοδοτήθηκε στην εναγομένη 6, δεχόμενος ότι το γραφείο Σαββίδης & Συνεργάτες ήταν οι ελεγκτές αυτής πριν αναλάβει ο ίδιος ως Οικονομικός Διευθυντής. Αρνήθηκε ή δήλωσε ότι δεν γνώριζε τι ήταν οι εταιρείες που αναφέρονταν στο Τεκμ. «24Α», για παράδειγμα, ότι δεν είδε τους λογαριασμούς τους και δεν γνώριζε ποιος είχε ετοιμάσει τα σχετικά πρακτικά. Αρνήθηκε ή δεν αναγνώρισε διάφορα τεκμήρια, όπως το Τεκμ. «28», το Τεκμ. 31 που παρουσιαζόταν να είναι έντυπο που κατατέθηκε στο Securities and Exchange Commission των Η.Π.Α., μη γνωρίζοντας αν ο εναγόμενος 1 κατέθεσε το έντυπο αυτό, παρόλο που στη σελ. 3 αναγραφόταν το όνομα του, αρνούμενος τις μονογραφές ή σε ποιον ανήκαν οι υπογραφές, όπως σε άλλα τεκμήρια, όπως τα Τεκμ. «27», «30», «35», κλπ. Αρνήθηκε επίσης ότι είχε σχέση με τις λογιστικές εργασίες της εταιρείας e-nnovations.com, ούτε γνώριζε τις δραστηριότητες της. Ο Μελετίου δήλωσε στην ένορκη δήλωση του ότι ο εναγόμενος 1 είχε υπογράψει πράγματι κάποια έγγραφα, χωρίς να θυμόταν ποια ήταν αυτά, αλλά κατά την αντεξέταση δεν θυμόταν αν υπεγράφησαν και από ποιον ορισμένα σημαντικά έγγραφα που είχαν σχέση με επίσημες αιτήσεις προς τις Αμερικάνικες Αρχές. Γενικά, σε πλείστα όσα σημεία ο Μελετίου ήταν ασαφής στις απαντήσεις του ή δεν θυμόταν, εκτός από ορισμένα θέματα, όπως ζήτημα που αφορά τη μεταφορά του ποσού των $10.9 εκατομ. στην εναγομένη 6 από μια εταιρεία Oracle Capital Corporation σε σχέση με εργασίες αντιπροσώπευσης και χρηματοδότησης για θέματα λογισμικών προγραμμάτων στη Νότια Αφρική. Επίσης, ήταν θετικός στην τοποθέτηση του ότι υπήρξε συνομωσία σε βάρος του εναγομένου 1 και των υπολοίπων από τον Πογιατζιή, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο μόνος αξιωματούχος της εταιρείας στην Αμερική, και μπορούσε να μεθοδεύσει οτιδήποτε μαζί με ορισμένους ελεγκτές και δικηγόρους και να καταγράφει ό,τι τον συνέφερε σε διάφορα πρακτικά της εταιρείας ή συνδεδεμένων εταιρειών. Ο Κ. Ορφανίδης στη δική του αντεξέταση ανέφερε ότι πήρε οδηγίες από τη Διευθύντρια της εναγομένης 5, Andiana Sedlmayer, από την Αυστρία, χωρίς όμως να είχαν συναντηθεί εφόσον η επικοινωνία τους έγινε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Δεν γνώριζε να υπήρχε σχέση μεταξύ της εναγομένης 5 με τον εναγόμενο 1, παρά μόνο ότι οι εναγόμενοι 1 και 4 ήταν εντολοδόχοι - nominees μέτοχοι κατόπιν αδείας της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν γνώριζε κατά πόσον μεταξύ του 1999-2001 η εναγόμενη 5 έλαβε από την εταιρεία γύρω στα $10 εκατομ. ούτε γνώριζε εάν ο εναγόμενος 1 υπέγραφε για την εναγόμενη
- Ουδέποτε του ανέφεραν η Andriana ή ο Kurt Sedlmayer, ιδρυτής και μέτοχος της εναγομένης 5, αν υπήρχε οποιαδήποτε σχέση με τον εναγόμενο
- Αρνήθηκε ότι ήταν τυπική η ένορκη δήλωση που κατέθεσε εκ μέρους της εναγομένης
- Γ. Νομική πτυχή. Κύρια βάση της αίτησης με την οποία εκδόθηκαν τα διατάγματα είναι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, η δε κλασσική τώρα υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ 557, έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστόν είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ΄ αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32. (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-70). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έτσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσίαν με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγή επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 A.A.Δ 1121). Τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί είναι τύπου mareva και η νομολογία έχει καθορίσει ότι πέρα από τα συνήθη κριτήρια του άρθρου 32, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι (α) υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία μέσα στη δικαιοδοσία, και (β) υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης τους με σκοπό την παρεμπόδιση του ενάγοντα να δυνηθεί να αποταθεί δικαστικά για επιτυχή εκτέλεση ενδεχόμενης απόφασης. Σε σχέση ιδιαίτερα με τα προαπαιτούμενα για διατάγματα τύπου mareva, θα γίνει επι μέρους αναφορά σε διάφορα σημεία του σκεπτικού, όπου χρειάζεται. Επισκόπηση της όλης νομολογίας σχετικά με τα διατάγματα mareva έγινε μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited
(2001)1 A.A.Δ. 1301. Πέραν του άρθρου 32, η αίτηση βασίστηκε και στον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμο αρ. 14
(1)/93, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο αρ. 31
(1)/92, καθώς και στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6. Αυτά θα τύχουν της ανάλογης εξέτασης σε μεταγενέστερο στάδιο. Δ. Οι ενστάσεις. Έχουν εγερθεί από πλευράς των καθ΄ ων 17 συνολικά ενστάσεις που στο τέλος παρέμειναν 16 μετά την απόσυρση μίας εξ αυτών λόγω της τροποποίησης του άρθρου 11 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, και που σχετιζόταν με τον συμβιβασμό της υπόθεσης από τον Ρόη Πογιατζιή ώστε να απαλλάσσεται κατ΄ ισχυρισμόν ο εναγόμενος 1 ως συναδικοπραγών. Κατά τα υπόλοιπα, αρκετές από τις εντάσεις εμπίπτουν κατ΄ ουσίαν στο πλαίσιο εξέτασης των τριών κριτηρίων και θα αποφασιστούν κατά την ανάλυση των κριτηρίων αυτών. Ορισμένες άλλες θέτουν γενικότερα θέματα που μπορούν να εξεταστούν προκαταρκτικά πριν την σε βάθος ανάλυση των τριών κριτηρίων. Αυτή η προκαταρκτική εξέταση κάποιων θέσεων των καθ΄ ων πρέπει να γίνει πριν την ανάλυση των ενστάσεων επί των ζητημάτων εκείνων που με την καθιερωθείσα νομολογία πρέπει να τυγχάνουν εξέτασης πριν την ουσία της αίτησης, διότι αν αποφασιστούν υπέρ των καθ΄ ων, τότε δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να υπεισέλθει να εξετάσει την ουσία της διαφοράς. Τέτοια θέματα βέβαια είναι κατ΄ εξοχήν ο ισχυρισμός περί απόκρυψης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο και η εξέταση του θέματος του κατ΄ επείγοντος. ΣΤ. Επίλυση προκαταρκτικών θεμάτων. (i) Ως ένα τέτοιο προκαταρκτικό σημείο γενικής φύσεως, ο κ. Παπαφιλίππου αναφέρθηκε στο λεγόμενο βάρος απόδειξης που έχουν οι αιτητές, ιδιαίτερα μετά την καταχώριση ενστάσεως από πλευράς των καθ΄ ων και της καταγραφής ενόρκως ισχυρισμών που επέτειναν το βάρος στους ώμους των αιτητών να τους αντικρούσουν. Έγινε εισήγηση ότι αυτό προκύπτει από διάφορες θέσεις της ένορκης δήλωσης Μελετίου, όπως το θέμα του λογιστικού ελέγχου και τη μεταφορά αυτού στους P.K.F Aγγλίας και διάφορα άλλα θέματα που απορρέουν από σειρά τεκμηρίων, όπως τα Τεκμ. «19», «33», «68», «69», «70» και «71». Κρίνεται ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε «αυξημένο» βάρος απόδειξης, όπως ισχυρίστηκε ο συνήγορος των καθ΄ ων, με μόνη την καταχώριση ένστασης όπου παρουσιάζονται αντίθετες θέσεις από αυτές των αιτητών. Πρόκειται για την παρουσίαση διαφορετικών εκδοχών που χρήζουν τελεσίδικης αξιολόγησης στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Όπως αναφέρθηκε και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24.10.05 στα πλαίσια της εξέτασης του ερωτήματος που τέθηκε από τον κ. Μαρκίδη ως προς το τυχόν δικαίωμα των αιτητών να προσφέρουν πρόσθετη προφορική μαρτυρία, η ποιότητα της μαρτυρίας που θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την κατάδειξη των τριών κριτηρίων, σχετίζεται με τη γενική αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας της υπόθεσης που προωθεί η πλευρά των αιτητών. Εκείνο το οποίο ισχύει είναι ότι μετά την καταχώριση της ένστασης τα τρία κριτήρια (και κατ΄ αναλογία τα κριτήρια που θέτουν άλλα άρθρα άλλων Νόμων), επανεξετάζονται υπό το φως πλέον των αντιθέτων ισχυριζόμενων γεγονότων. Εάν κατά την εξέταση σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο φανεί στο Δικαστήριο ότι, είτε από ορισμένα γεγονότα που γίνονται παραδεκτά, είτε από γεγονότα που παραμένουν αναντίλεκτα, αφαιρείται το πραγματικό υπόβαθρο μιας ουσιαστικής βάσης αγωγής ή τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται αναχαιτίζουν ή εξασθενούν καίρια τις προβαλλόμενες αξιώσεις του ενάγοντα, τότε το διάταγμα θα ακυρωθεί. Όπως έχει λεχθεί στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd - supra - σελ. 569-70, το επίπεδο που απαιτείται από τον ενάγοντα να υπερπηδήσει σ΄ αυτό το στάδιο από πλευράς αποδεικτικής δύναμης, δεν είναι πολύ μεγάλο. Αναμένεται από αυτόν να δείξει «...... a probability of success». Αυτό πρέπει να συνδυαστεί και με τα όσα λέχθηκαν στην Jonitexo - supra - σελ. 267, ότι οι διάδικοι θα πρέπει να περιορίσουν τους εαυτούς τους στο ερώτημα κατά πόσο υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32
(1), το παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει ή όχι να δοθεί. Συνεχίζοντας, το Εφετείο ανέφερε ότι «...... this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect». Δεν υπάρχει συνεπώς οποιοδήποτε αυξημένο βάρος στους ώμους των αιτητών πέραν των όσων έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω μέσα στο πλαίσιο επανεξέτασης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων μετά την καταχώριση της ένστασης. Αποδοχή της εισήγησης του κ. Παπαφιλίππου (ορισμένες από τις θέσεις του αποτελούν και λόγο για απόκρυψη γεγονότων που θα εξεταστούν πιο κάτω), θα σήμαινε τη σε βάθος εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών από αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, με κίνδυνο να γίνει τελεσίδικη αξιολόγηση, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με τη νομολογία και θα αποτελούσε επέμβαση στο έργο του Δικαστηρίου επί της ουσίας. (
- ii)Άλλο θέμα που θα μπορούσε να εξεταστεί προκαταρκτικά είναι και η εισήγηση ότι τα διατάγματα δόθηκαν ανεπίτρεπτα ως τελεσίδικα υπό τον μανδύα των προσωρινών διαταγμάτων. Αυτή η εισήγηση καλύπτει τα διατάγματα που ζητήθηκαν με τις παρ. 5(Α)-(Ε), 6(Α)-(Γ) και 8(Β) και (Γ). Γι΄ αυτά τα διατάγματα η εισήγηση ήταν ότι χορηγήθηκαν με άμεση και οριστική ισχύ επειδή επέβαλλαν υποχρέωση στους καθ΄ ων να διενεργήσουν τις πράξεις που αναφέρονται σ΄ αυτά υποχρεώνοντας τους καθ΄ ων σε άμεση συμμόρφωση, χωρίς να δινόταν χρόνος για καταχώριση ένστασης. Η απάντηση σ΄ αυτό είναι ότι το εκδώσαν τα διατάγματα Δικαστήριο καθόρισε ημερομηνία επιστροφής των διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των πιο πάνω παραγράφων, σε σύντομο χρόνο, δηλαδή σε οκτώ ημέρες μετέπειτα, ώστε οι επηρεαζόμενοι «..... να δείξουν λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην συνεχίσει να ισχύει». Επομένως, σε αντίθεση με την εισήγηση του κ. Παπαφιλίππου, το επιστρεπτέο των διαταγμάτων κάλυπτε το σύνολο αυτών και όχι μόνο ορισμένα από τα διατάγματα, έστω και αν οριζόταν χρόνος 10 ημερών προς συμμόρφωση. Η υποχρέωση συμμόρφωσης με τη διαταγή που εξέδωσε το Δικαστήριο και εμπεριέχεται στις πιο πάνω παραγράφους, δεν είναι διαφορετική από ό,τι εάν εκδίδονταν προστακτικά διατάγματα. Και σ΄ αυτή την περίπτωση, όπως και στην παρούσα, οι καθ΄ ων μπορούν να ενστούν, οπότε και δεν ενεργοποιείται η ανάγκη για συμμόρφωση προτού ακουστεί η ένσταση. Εν πάση περιπτώσει, εδώ οι καθ΄ ων με μονομερή αίτηση τους ημερ. 28.7.05, που καταχωρήθηκε και ορίστηκε την ίδια ημέρα, ζήτησαν και πέτυχαν από το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε τα διατάγματα, την αναστολή των πιο πάνω παραγράφων των διαταγμάτων μέχρι τις 29.8.05, για 30 δηλαδή μέρες. Ως περαιτέρω αποκαλύπτεται από τον φάκελο, η μονομερής αυτή αίτηση ημερ. 28.7.05 έτυχε εξέτασης την επομένη, στις 29.7.05, όταν δηλαδή ήταν επιστρεπτέα τα διατάγματα στο σύνολο τους, και με τη σύμφωνη γνώμη του κ. Μαρκίδη και υπό κάποιες επιφυλάξεις που δεν είναι του παρόντος, η ισχύς των πιο πάνω παραγράφων (πλην της παρ. 6Α που έγινε δεκτό ότι είχε εκ παραδρομής περιληφθεί κατά τη σύνταξη του Διατάγματος) ανεστάλη για το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα των 16 ημερών μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης επί των αρχικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν με την αίτηση ημερ. 21.7.05. Η μονομερής αίτηση, ημερ. 28.7.05 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Συνάγεται ότι οι καθ΄ ων δεν επηρεάσθηκαν με κανένα τρόπο από την έκδοση των διαταγμάτων αυτών και συνεπώς δεν υπόκεινται σε ακύρωση για τους λόγους που προώθησε η πλευρά τους. (iii) Έγινε λόγος και δόθηκε αρκετή σημασία από τον κ. Παπαφιλίππου στο ότι η Δικαστής που εξέδωσε τα προσωρινά διατάγματα δεν θα μπορούσε να το είχε πράξει ασκώντας ορθά τη διακριτική της ευχέρεια στο χρόνο που είχε στη διάθεση της ενόψει του τεράστιου όγκου εγγράφων που συνόδευαν την επίδικη αίτηση, αλλά και το περίπλοκο των ίδιων των προτεινομένων προς έκδοση διαταγμάτων. Ο συνήγορος προέβαλε μάλιστα το χειρόγραφο πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερ. 21.7.05, στο οποίο απλά καταγράφηκε ότι: "Έχω αναγνώσει την αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ικανοποιούμαι ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.", για να εισηγηθεί ότι δεν έγινε η δέουσα εξέταση της αιτήσεως, ιδιαίτερα ενόψει των σαρωτικών προνοιών των διαταγμάτων που ζητούντο, που κατά τον συνήγορο, μέσα στο "πολυδιάταγμα", όπως το χαρακτήρισε, που εκδόθηκε, να εμπεριέχονται, σύμφωνα με έρευνα δικηγόρου του γραφείου του, 1.370 επι μέρους διατάγματα. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι η Δικαστής δεν συγκεκριμενοποίησε πάνω σε ποια ένορκη δήλωση βασίστηκε, την πρωτότυπη Αγγλική ή τη μεταφρασμένη Ελληνική, και δεν ήταν δυνατό να εκδώσει σε πέντε λεπτά ένα τέτοιας φύσεως πολυδιάταγμα, το οποίο, μεταξύ άλλων, καλύπτει και διατάγματα πρωτόγνωρα στο Κυπριακό Δίκαιο, όπως ο ίδιος ο Lefton αναφέρει στην παρ. 144 της ένορκης δήλωσης του. Επομένως, το τι συνέβηκε κατά τον κ. Παπαφιλίππου, ήταν η απλή προσυπογραφή από τη Δικαστή μιας καθ´όλα "τρομερής" αίτησης, με καταλυτικά αποτελέσματα για τους καθ΄ ων, χρησιμοποιούμενη έτσι η δικαιοσύνη κατά ανεπίτρεπτο τρόπο. Σε σχετική ερώτηση, ο κ. Παπαφιλίππου πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι όντως είχε καταχωρηθεί αίτηση για Certiorari στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο όμως απεσύρθη όταν στις 28.7.05 συγκατατέθηκε ο κ. Μαρκίδης να ανασταλεί η ισχύς των «σοβαρότερων» σε επίπτωση διαταγμάτων (δέστε στοιχείο (
- ii)πιο πάνω). Κρίνεται ότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να τύχει εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο θα ενεργούσε ως Εφετείο, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό. Ο ορθός τρόπος ελέγχου της κατ΄ ισχυρισμόν υπέρβασης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή λάθους εμφανούς επί του πρακτικού του πρωτόδικου Δικαστηρίου, διότι γι΄ αυτό πρόκειται, ήταν με αίτημα Certiorari στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εάν οι δικηγόροι των καθ΄ ων επέλεξαν να μην επιμένουν στο αίτημα certiorari που υπέβαλαν στο Ανώτατο Δικαστήριο (άγνωστο αν εμπεριέχετο και ο προτεινόμενος λόγος), ήταν θέμα αποκλειστικά δικό τους και δεν μπορούν τώρα στα πλαίσια της επανεξέτασης των προσωρινών διαταγμάτων με την καθιερωμένη διαδικασία προς οριστικοποίηση ή ακύρωση τους να εγείρεται τέτοιο ζήτημα. Το Δικαστήριο αυτό έχει το δικαίωμα να επανεξετάσει σύμφωνα με τη νομολογία και όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ένα προσωρινό διάταγμα μετά την καταχώριση της ένστασης διότι παραμένει στους ώμους του αιτητή να υποστηρίξει τη συνέχιση και οριστικοποίηση του προσωρινού μέτρου και μετά την εμφάνιση της άλλης πλευράς. Η εξέταση αυτή γίνεται επί τη βάσει των στοιχείων που παρατίθενται στην ένσταση. Θέματα όμως κατ΄ ισχυρισμόν αναρμοδιότητας ή υπέρβασης δικαιοδοσίας κατά το χρονικό σημείο της έκδοσης ενός μονομερούς διατάγματος, υπόκεινται σε έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστήριο και μόνο. Στην υπόθεση In re Argyrides
(1987)1 C.L.R. 30, υπόθεση certiorari, αποφασίστηκε ότι το certiorari είναι διαθέσιμο ακριβώς για λόγους απουσίας ή υπέρβασης δικαιοδοσίας ή λάθους εμφανούς επί του Δικαστικού πρακτικού («error on the face of the record»). Tα ίδια επαναβεβαιώθηκαν και εντελώς πρόσφατα στην Αίτηση Certiorari της Vodafone Group plc, αρ. 127/05, ημερ. 5.1.06. Στην υπόθεση Argyrides προβλήθηκε ισχυρισμός ότι το παραπέμψαν υπόθεση σε Κακουργιοδικείο πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να το είχε πράξει με ορθή Δικαστική απόφαση εφόσον είχε διακόψει για να αναγνώσει το σύνολο της μαρτυρίας μόνο για 15-20 λεπτά. Το αίτημα για certiorari απερρίφθη τελικώς διότι δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί η θέση ότι πρωτοδίκως το Δικαστήριο είχε αναγνώσει επαρκές τμήμα του μαρτυρικού υλικού ώστε να καταλήξει στην απόφαση για παραπομπή. Σχετική απόφαση επίσης ως προς το πότε είναι επιτρεπτό να γίνεται επίκληση του προνομιακού εντάλματος certiorari είναι και η Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, σελ. 952. Ακόμη όμως και αν το Δικαστήριο αυτό μπορούσε να αποφασίσει επί του εγερθέντος ζητήματος, παρατηρείται ότι υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας ως προς τον χρόνο που χρειάστηκε η Δικαστής να αναγνώσει ή να μελετήσει ή να ικανοποιηθεί ως προς την έκδοση των Διαταγμάτων. Αναφορά ως προς τα γεγονότα πέριξ αυτού, έγινε μόνο με τις αγορεύσεις των συνηγόρων που δεν αποτελούν βέβαια μαρτυρία. Ενώ είναι και ανεπίτρεπτο, όπως υπέδειξε η υπόθεση In re Argyrides, σελ. 37, να «διορθώνεται» ή «συμπληρώνεται» το «record» του Δικαστηρίου μ΄ αυτό τον τρόπο. Το ίδιο το πρακτικό που έχει τηρηθεί για το σκοπό πρέπει να αντανακλά το κατ΄ ισχυρισμό λάθος. Ο κ. Μαρκίδης, άλλωστε, ανέφερε ότι η Δικαστής είχε ζητήσει από τους συνηγόρους των Αιτητών κάποιες διευκρινίσεις μετά από κάποια πάροδο χρόνου. Επομένως, είναι αδύνατο να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς το ζήτημα αυτό. (iv) Άλλο προκαταρκτικό θέμα που τέθηκε είναι και η πλήρης παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των καθ΄ ων χωρίς να είχε γίνει πρόνοια για έξοδα διαβίωσης, συντήρησης και κάλυψης αναγκών που σχετίζονται με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των νομικών προσώπων. Δεν υπάρχει αμφιβολία σύμφωνα με την καθιερωμένη νομολογιακή πρακτική ότι σε υποθέσεις του είδους, και ιδιαίτερα τύπου mareva, επιβάλλεται ταυτόχρονα με την έκδοση των απαγορευτικών ή άλλων διαταγμάτων και για προστασία των εναγομένων να γίνει πρόνοια από το Δικαστήριο για την απόσυρση από τους λογαριασμούς, είτε των φυσικών προσώπων είτε των νομικών προσώπων, επαρκών ποσών ώστε να είναι δυνατή η επιβίωση, συντήρηση και επιχειρηματική λειτουργικότητα τους, διότι είναι αντίθετο προς τη νομολογία αλλά και τη λογική, με την έκδοση διαταγμάτων να αποτελματώνονται οι εργασίες των εταιρειών ή η καθημερινή διαβίωση των φυσικών προσώπων. Τέτοιοι όροι έχουν τεθεί σε υποθέσεις όπως τις Galaxia Maritime v. Mineralimportexport
(1982)1 W.L.R. 539, Z Ltd v. A-Z and AA-LL
(1982)2 Lloyd´s Rep. 240, ενώ σχετικά είναι και τα συγγράμματα Richard N. Ough: Mareva Injunction & Anton Pillar Orders - Practice & Precedents, David Capper: Mareva Injunctions, σελ. 69-70 και Hetherington: Mareva Injunctions, σελ. 58 και 82-83. Ακόμη, είναι ορθό να δεσμεύεται ο αιτητής να καλύψει ("indemnify") τα λειτουργικά έξοδα, όπως έρευνας, αλλά και τα δικαστικά, για την τυχόν παρέμβαση τους, των τρίτων προσώπων που επηρεάζονται από την έκδοση του Διατάγματος, όπως Τράπεζες, κλπ. Ακόμη, ορθό είναι, στην κατάλληλη περίπτωση, για να μην θεωρείται ο εναγόμενος ότι παραβιάζει το διάταγμα του Δικαστηρίου να μην αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία, να γίνεται και πρόνοια για την καταβολή των δικηγορικών εξόδων του εναγομένου (United Mizrahi Bank Ltd v. Doherty
(1998)1 W.L.R. 435, όπου γίνεται σχετική ανάλυση της νομολογίας αρχίζοντας από την υπόθεση PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon
(1983)2 All E.R. 158). Η ολική παγοποίηση σε βαθμό που δυσχεραίνει και/ή αφαιρεί το υπόβαθρο εργασίας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει λόγο ακύρωσης του διατάγματος σε αίτηση certiorari. Εδώ όμως, όπως έχει προαναφερθεί, η αίτηση για certiorari αρ. 53/05, που καταχωρήθηκε, απεσύρθη, ενώ μεταγενέστερα έγινε αίτηση από τους καθ΄ 1, 2, 3, 4 και 6 ων για τροποποίηση (όπως και είχαν δικαίωμα - Capper, πιο πάνω, σελ. 69), με την οποία, κατόπιν μερικής ακρόασης, επετεύχθη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ώστε να επιτρέπεται στους καθ΄ ων 1, 2 και 4 να αποσύρουν και/ή εισπράττουν από διάφορους λογαριασμούς ή/και από τις εταιρείες, διάφορα ποσά που να τους επιτρέπει να διαβιούν κατάλληλα και/ή να εργάζονται όσον το δυνατό απρόσκοπτα. Η διευθέτηση αυτή έγινε στις 2.9.05, όπως έχει καταγραφεί στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αίτησης των καθ΄ ων ημερ. 5.8.05. Να συμπληρωθεί εδώ ότι τα επίδικα Διατάγματα αναφέρονται και στην εναγόμενη 6, σε συσχέτιση όμως με τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον εναγόμενο 1 μέχρι ύψους $500 εκατομμ. (πρόκειται για την παρ. 8 των Διαταγμάτων), αλλά υπάρχει και η ρήτρα της παρ. «Δ» ότι οι παρ. 5Α, 5Δ και 8Α δεν θα ερμηνεύονται ότι επεμβαίνουν ή επηρεάζουν τη νόμιμη συνήθη πορεία της επιχείρησης και διαχείρισης της εναγομένης 6. Αυτό συνάδει με την ευρύτερη νομολογιακή αρχή που διατυπώθηκε και στην Customs and Excise Commissioners v. Anchor Foods Ltd
(1999)1 W.L.R. 1139, σελ. 1148, ότι: «Α mareva Injunction, like any other injunction, can be granted if the court considers it "just and convenient" to do so; see section 37
(1)of the Supreme Court Act 1981. I see no reason, whether in terms of legal principle, logic or commercial common sense to fetter that jurisdiction .......... The purpose of a mareva injunction is to afford protection to a person with a claim which can be described at least good and arguable. However, the Mareva Injunction is not to be used so as to impede or interfere with a defendant´s ordinary bona fide business transactions.» Συνάγεται ότι ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί για την εκ των υστέρων ακύρωση των διαταγμάτων, ιδιαίτερα δε δεν νοείται να προβάλλεται αυτός ο λόγος στα πλαίσια της εκδίκασης της παρούσας επίδικης αίτησης καθ΄ ην στιγμή το όλο ζήτημα διευθετήθηκε με τη σύμφωνο γνώμη των επηρεαζόμενων καθ΄ ων, τουλάχιστον από την ομάδα των καθ΄ ων 1, 2, 3, 4 και 6. Είναι γεγονός ότι δεν έγινε ανάλογη αίτηση από την καθ΄ ης 5 σε σχέση με τη δυνατότητα πληρωμής ποσών για λειτουργικά έξοδα και έξοδα τρεχούσης φύσεως. Ο κ. Ορφανίδης το ήγειρε στην αγόρευση του, παρά το ότι είχε η καθ΄ ης 5 τη δυνατότητα να καταχωρήσει σχετική αίτηση. Παρά την παράλειψη αυτή, είναι ορθό να προστεθεί όρος που να επιτρέπει στην καθ΄ ης 5 να προβαίνει από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της στην πληρωμή των λειτουργικών της εξόδων ως εταιρεία. Ο όρος αυτός θα τύχει αναφοράς στο τέλος του όλου σκεπτικού στην κατάληξη. (
- v)΄Ενα άλλο ζήτημα που απασχόλησε είναι το θέμα της μετάφρασης της ογκώδους ένορκης δήλωσης Lefton στην Ελληνική γλώσσα από το πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο. Σύμφωνα με τον κ. Παπαφιλίππου, υπάρχουν πολλά και σοβαρά λάθη στη μετάφραση σε βαθμό που αναιρείται η βάση πάνω στην οποία εκδόθηκαν τα διατάγματα, δεδομένου ότι αρκετά σημεία κατά τη μετάφραση έχουν είτε παραληφθεί εντελώς ή δίνουν άλλη διάσταση από το Αγγλικό κείμενο παραπλανώντας έτσι τον αναγνώστη. Οι λανθασμένες αυτές μεταφράσεις παρουσίασαν στο τέλος μια ψευδή κατ΄ ουσίαν εικόνα όσον αφορά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα πάνω στα οποία βασίστηκαν οι αιτητές για να παρουσιάσουν μονομερώς την αίτηση τους στο Δικαστήριο και το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε, θεωρώντας κατά τεκμήριο ότι είναι το Ελληνικό κείμενο που ανέγνωσε κατά την παρουσίαση της μονομερούς αιτήσεως ενώπιον του ως κείμενο σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, σε λανθασμένη και παραπλανητική εικόνα που προδιέθεσε αρνητικά το Δικαστήριο εναντίον των καθ΄ ων. Το παράπονο του κ. Παπαφιλίππου επεκτείνεται συνεπώς στο ότι το Δικαστήριο εν τέλει παραπλανήθηκε διότι δεν παρέθεσαν οι αιτητές όλα τα γεγονότα με πλήρη ειλικρίνεια. Στη δική του αγόρευση ο κ. Μαρκίδης απάντησε ένα προς ένα τα σημεία που ηγέρθησαν από την άλλη πλευρά ως λανθασμένη μετάφραση που έφθασε σε σημείο ηθελημένης παραπλάνησης και απόκρυψης γεγονότων, δεχόμενος ότι όντως σε κάποια σημεία έγινε πλημμελής μετάφραση είτε με χρησιμοποίηση λανθασμένων αριθμών, ημερομηνιών ή λέξεων και φράσεων, κάτι που ήταν αναμενόμενο σε μια μετάφραση μιας εκτεταμένης και περίπλοκης ένορκης δήλωσης, ενώ σε άλλα σημεία που όντως υπάρχουν φαινομενικά προσθήκες στο Ελληνικό κείμενο ή εμφανείς διαφορές, αυτές σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αναιρέσουν την καλή πίστη που οι αιτητές επέδειξαν στην ετοιμασία και παρουσίαση της αίτησης τους. Όντως, η αντιπαραβολή του πρωτότυπου Αγγλικού κειμένου με την Ελληνική μετάφραση παρουσιάζει διαφορές. Πολλές απ΄ αυτές είναι, όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Μαρκίδης, ασήμαντα ορθογραφικά ή τυπογραφικά λάθη, που σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζουν είτε την ουσία είτε την όλη δομή της εικόνας που ήθελαν να παρουσιάσουν οι αιτητές. Οι πιο σοβαρές λανθασμένες μεταφράσεις κρίνεται ότι δεν έχουν την επίπτωση εκείνη που ο κ. Παπαφιλίππου προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, αγγίζοντας δηλαδή τα όρια της εσκεμμένης παραπληροφόρησης του Δικαστηρίου, ή της απόκρυψης γεγονότων ώστε να αφαιρείται η βάση πάνω στην οποία ασκήθηκε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εκδίδοντας τα διατάγματα. Σύμφωνα με τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος αρ. 67/88, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο αρ. 154/90, είναι δυνατό και αποδεκτό να εισαχθεί σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ως αποδεικτικό μέσο οποιοδήποτε έγγραφο, περιλαμβανομένης και ένορκης δήλωσης, συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, το οποίο μπορεί και να παραμείνει ενώπιον του Δικαστηρίου στη ξένη εκείνη γλώσσα, εκτός εάν το Δικαστήριο, αν κρίνει ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση του εγγράφου σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας. Επομένως, από μια άποψη η μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα της ένορκης δήλωσης Lefton δεν ήταν καν αναγκαία, όπως ορθά δέχεται και ο κ. Παπαφιλίππου, ενώ είναι αδύνατο να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο εκδίδοντας τα διατάγματα βασίστηκε αποκλειστικά στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο ή στην Ελληνική του μετάφραση ή ότι δεν προέβη σε εκείνο το στάδιο σε κάποια αντιπαραβολή των κειμένων, αλλά δεν θεώρησε τις τυχόν διαφορές που εντόπισε ουσιώδεις σε βαθμό που να δημιουργηθούν απορίες ή να ζητήσει από τους αιτητές να διευκρινίσουν ζητήματα που προέκυπταν από τη μετάφραση. Η ουσία παραμένει, κατά το παρόν Δικαστήριο, ότι οι καθ΄ ων δεν έχουν απολέσει οποιοδήποτε δικαίωμα από τη μετάφραση που έχει γίνει ούτε και αυτό, όπως φάνηκε από την τελική αγόρευση του κ. Παπαφιλίππου, επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την κατανόηση της ουσίας της επίδικης διαφοράς, διότι ακριβώς αυτή η ουσία της διαφοράς είναι που απασχολεί στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Περαιτέρω, εάν οι καθ΄ ων ήθελαν να προωθήσουν τον ισχυρισμό τους περί παραπλάνησης δημιουργηθείσας εκ της κακής μετάφρασης, θα μπορούσαν να ζητήσουν άδεια από το Δικαστήριο να αντεξετάσουν τους μεταφραστές Ε. Μαρκίδου και Ν. Μακρίδη, οι οποίοι καταχώρησαν σχετική ένορκη δήλωση περί της μετάφρασης και στην οποία ένορκη δήλωση επίσης βασίστηκε η μονομερής αίτηση. Δεν το έπραξαν όμως και είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα ότι η μετάφραση, στο βαθμό που είναι λανθασμένη, ήταν προϊόν υστερόβουλης σκέψης με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή την απόκρυψη γεγονότων από αυτό. Άλλωστε, και πρέπει να λεχθεί, η θέση της λανθασμένης μετάφρασης σε βαθμό παραπλάνησης του Δικαστηρίου, έρχεται σε κάποιο βαθμό σε αντίθεση με την ταυτόχρονη εισήγηση ότι η Δικαστής που εξέδωσε τα διατάγματα δεν είχε τον χρόνο ή δεν μελέτησε επαρκώς την αίτηση. Αν πράγματι δεν είχε τον χρόνο σημαίνει ότι δεν θα είχε προσέξει και τα λάθη τα οποία είχαν γίνει στη μετάφραση και τα οποία ανέπτυξε ο συνήγορος των καθ΄ ων στη δική του αγόρευση και άρα δεν θα την είχαν επηρεάσει έτσι κι΄ αλλιώς. (
- vi)Ένα άλλο ζήτημα που μπορεί να θεωρηθεί προκαταρκτικό είναι το παράπονο των καθ΄ ων σε ό,τι αφορά την κατ΄ ισχυρισμόν ασάφεια και γενικότητα των καταγραμμένων θεμάτων στη δήλωση Lefton. Αναφέρεται ότι ο Lefton, εκτός του ότι δεν βεβαιώνει σε αρκετά σημεία της δήλωσης του την πηγή των πληροφοριών του ή τη γνησιότητα των εγγράφων που παραθέτει, καταγράφει και δικές του προσωπικές απόψεις με αντίστοιχα σχόλια και χαρακτηρισμούς. Ως παραδείγματα τέτοιων χαρακτηρισμών ο κ. Παπαφιλίππου κατέγραψε 13 φράσεις ή λέξεις στη σελ. 63 της γραπτής του αγόρευσης. Απορρέει, κατά τον συνήγορο, από αυτή τη σύμπλεξη γεγονότων, χαρακτηρισμών και ισχυρισμών, μια γενικότερη ασάφεια που συγχύζει και παραπλανεί. Όπως είναι γνωστό, σε ενδιάμεσες αιτήσεις μία ένορκη δήλωση δύναται να περιέχει δηλώσεις πληροφοριών, αλλά και γνώμης ή πεποίθησης («information and belief»), μαζί με την πηγή και τους λόγους που υποστηρίζουν τις δηλώσεις αυτές. Αυτό, σε αντίθεση με την υποχρέωση που απορρέει από το γενικότερο κανόνα οι ένορκες δηλώσεις να περιορίζονται σε εκείνα τα γεγονότα που ο ενόρκως δηλών ως μάρτυρας είναι ικανός εξ ιδίας γνώσεως του να αποδείξει. (Δ.39 θ.2). Όπως εξηγείται στο Annual Practice 1982, Τόμος 1, σελ. 703, στην αντίστοιχη μεταγενέστερη μεν, αλλά ουσιαστικά παρόμοια Αγγλική Διάταξη O.41 r.5, η αναγκαιότητα αυτή εξισώνει τη μαρτυρία που δίνεται δια ενόρκου δηλώσεως με τη ζώσα προφορική μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου. Συνήθως, όπως εξηγείται περαιτέρω, στην πράξη, οι λόγοι που στηρίζουν την πηγή της πληροφόρησης και πεποίθησης του δηλούντος δεν καταγράφονται, αλλά ο αντίδικος μπορεί να υποβάλει τη σχετική του ένσταση σε αυτό, αν δε η ένσταση του είναι ουσιαστική, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να τη λάβει υπόψη (Bidder v. Bridges 26 Ch. D. 1). Στην παρούσα υπόθεση κρίνεται ότι η ένορκη δήλωση Lefton όχι μόνο συνάδει με τα προαπαιτούμενα της Δ.39 θ.2, αλλά και είναι ιδιαιτέρως ενδελεχής, λεπτομερής, και προσεκτική στη διατύπωση της, ούτως ώστε να επισυνάπτονται πλείστα όσα τεκμήρια, στα οποία γίνεται αναφορά σε διάφορες παραγράφους της δήλωσης (σε συμφωνία με τη Δ.39 θ.21), γεγονός που κατέστησε τη δήλωση τόσο μακροσκελή ώστε να εγείρεται σε άλλο σημείο της αγόρευσης του κ. Παπαφιλίππου το προαποφασισθέν ήδη ζήτημα σε σχέση με την πληθώρα των εγγράφων και τον όγκο του υλικού που έπρεπε το Δικαστήριο να μελετήσει κατά την εξέταση της μονομερούς αιτήσεως. Στην παρ. 1 της δήλωσης Lefton αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ο σκοπός της όρκισης από τον Lefton της επίδικης ένορκης δήλωσης, εξουσιοδοτημένου προς τούτο από τους ίδιους τους ενάγοντες, όπως προκύπτει από το Τεκμ. «Α» στη δήλωση Lefton, που είναι με τη σειρά του ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 και η οποία αναφέρεται στην παρ. 203 της δήλωσης Lefton. Επίσης, στις παρ. 146, 181 και 204 γίνεται αποκάλυψη της πηγής των πληροφοριών του δηλούντος ότι σε ό,τι αφορά το Κυπριακό Δίκαιο, λήφθηκε σχετική συμβουλή και πληροφόρηση από τον δικηγόρο των αιτητών στην Κύπρο, στη δε παρ. 202 αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης σε ότι αφορά τη μετοχική δομή διαφόρων εταιρειών και τη συμμετοχή των εναγομένων 1 και 4 σε αυτές, αλλά και σε σχέση με άλλα ευρύτερα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου 1. Η δήλωση Lefton γενικότερα, όπως είναι εμφανέστατο από την ανάγνωση της, αποκαλύπτει πλήρως την πηγή των πληροφοριών του με βάση τις έρευνες τις οποίες ο ίδιος διεξήγαγε από τον Μάρτιο του 2004 και με βάση τη συλλογή εγγράφων, δεδομένων και στοιχείων που ο ίδιος παρέλαβε ως αποτέλεσμα των εκτεταμένων ερευνών, συνεντεύξεων και της μελέτης χιλιάδων εγγράφων που είδε. Αυτά αναφέρονται στην παρ. 4 της δήλωσης του. Η δήλωση Lefton βασίζεται επίσης στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αναλύεται στις παρ. 5 και 6, με την επισύναψη των ανάλογων τεκμηρίων, καθώς και στα διάφορα άλλα έγγραφα τα οποία έλαβε, και τα οποία όπου χρειαζόταν τα παρέθεσε. Δεν χρησιμοποιήθηκε από τον Lefton η συνήθης φρασεολογία ότι ομνύει την ένορκη δήλωση του με βάση τη δική του γνώση επί γεγονότων, όπου δε βασίζεται σε πληροφορίες τρίτων αναφέρει την πηγή των πληροφοριών, ούτως ώστε να θεωρείται εκ προοιμίου ότι μέρος των δηλώσεων στην ένορκη δήλωση προέρχεται από επιτρεπτή εξ ακοής μαρτυρία στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Η θέση όμως αυτή περιέχεται διάσπαρτα στην ένορκη δήλωση Lefton και επομένως κρίνεται ότι δεν υπάρχει παραβίαση της Δ.39 θ.2. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει πρόβλημα στη χρήση και καταγραφή προσωπικών απόψεων ή σχετικών επιθέτων και ούτε κάτι τέτοιο απαγορεύεται από τους θεσμούς, οι οποίοι άλλωστε επιτρέπουν την καταγραφή πίστης και απόψεων («belief»), σε μια ένορκη δήλωση. Επίσης, κρίνεται ότι δεν υπάρχει δικονομικό πρόβλημα με την παρουσίαση ως τεκμηρίων εγγράφων που προήλθαν από αλλοδαπές αρχές, όπως το Securities and Exchange Commission των Η.Π.Α., έστω και αν αυτά τα έγγραφα ή ορισμένα εξ αυτών μπορεί να εκτυπώθηκαν και από το διαδίκτυο. Σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο είναι επιτρεπτή η παρουσίαση φωτοαντιγράφων, τα οποία δεν είναι ανάγκη να είναι δεόντως πιστοποιημένα ή σφραγισμένα, με δεδομένο ότι η παρουσίαση τους και η αποδεικτική τους αξία σε πρωτότυπη ή άλλη μορφή θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. (vii) Συναφές με το πιο πάνω θέμα είναι και το παράπονο ότι υπήρξαν ένορκες δηλώσεις ή έγγραφα που καταχωρήθηκαν και ετοιμάστηκαν πριν την καταχώριση της αγωγής και της επίδικης αίτησης. Ως τέτοια αναφέρονται η ένορκη δήλωση της Courtney Wilson, Τεκμ. «81» στη δήλωση Lefton, καθώς και το Τεκμ. «Α», που είναι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, η οποία επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση Lefton προς υποστήριξη της μονομερούς αιτήσεως. Η δήλωση της Wilson έγινε στις 18.7.05 και η δήλωση του ενάγοντα 1 στις 19.7.05, αμφότερες γενόμενες ενώπιον συμβολαιογράφου στη Νέα Υόρκη. Μέρος του παραπόνου των καθ΄ ων σ΄ αυτό το σημείο είναι επίσης ότι δεν συμπεριλήφθηκε αναφορά στις προαναφερθείσες ένορκες δηλώσεις των Wilson και Lasala ως υποστηρίζουσες τη μονομερή αίτηση, αποστερώντας έτσι και το δικαίωμα των καθ΄ ων να ζητήσουν την αντεξέταση, αν το επιθυμούσαν, και αυτών των ενόρκως δηλούντων. Αποτελεί νομολογημένη θέση ότι μια ένορκη δήλωση που υποστηρίζει αίτηση που καταχωρείται στα πλαίσια αγωγής δεν μπορεί να προϋπάρχει της καταχώρισης της αγωγής. Στην Αίτηση για Certiorari Stavros Hotels Apartments Ltd (αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, συναρτήθηκε η όρκιση ένορκης δήλωσης, που είχε γίνει ένα μήνα πριν την καταχώριση του κλητήριου, με την παροχή λεπτομερειών επί γεγονότων σε ανύπαρκτη ακόμη αγωγή, εφόσον με τη Δ.39 θ.3 είναι απαραίτητη η καταγραφή του τίτλου της αγωγής ή του θέματος στο οποίο καταχωρείται η ένορκη δήλωση. Στην εκδίκαση του Certiorari inter partes στην Stavros Hotels Apartments Ltd (αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, αναφέρθηκε περικοπή από το σύγγραμμα Halsbury´s Law of England, 4η Έκδ., Τόμος 24, παρ. 1059, ότι σε εξαιρετικές περιστάσεις ένα Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα, έστω και αν ο όρκος έγινε πριν την έκδοση του κλητήριου, με την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο «.... απαιτεί ανάληψη υποχρέωσης για επανόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης». Στη μεταγενέστερη και πάλι Αίτηση Certiorari Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, υιοθετήθηκε η πιο πάνω θέση, αλλά κρίθηκε ότι η εκεί υπόθεση διαφοροποιείτο στα γεγονότα της, με δεδομένο ότι είχε ακολουθήσει νέα ένορκη δήλωση, με την οποία ο ενόρκων δηλών είχε υιοθετήσει και επαναλάβει το περιεχόμενο προηγούμενης ένορκης δήλωσης του που είχε γίνει πριν την καταχώριση της αγωγής. Κρίνεται ότι οι πιο πάνω υποθέσεις δεν βοηθούν τη θέση των καθ΄ ων, με δεδομένο ότι ο Lefton ορκίστηκε και κατέθεσε την ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της μονομερούς αιτήσεως ενώπιον του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 21.7.05, ταυτόχρονα δηλαδή με την καταχώριση της αγωγής και επομένως ορθά η ένορκη δήλωση του έφερε τον αριθμό και τίτλο της ήδη καταχωρηθείσας αγωγής. Πέραν τούτου, είναι φανερό ότι η δήλωση της Courtney Wilson, η οποία κατατέθηκε, όπως λέχθηκε, ως Τεκμ. «81», απετέλεσε μέρος του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάσθηκε και προωθήθηκε εκ μέρους του Lefton προς υποστήριξη της μονομερούς αιτήσεως, και είναι φανερό από το λεκτικό που χρησιμοποιήθηκε στην παρ. 140 της δήλωσης Lefton, ότι στην ουσία αυτός υιοθετεί τις θέσεις Wilson όπως περιέχονται σε ό,τι αφορά την παρούσα επίδικη αίτηση, στις πληροφορίες και γεγονότα που συνέλεξε η Wilson. Αυτό είναι σύμφωνο με τη Δ.39 θ.2. Με άλλα λόγια ο Lefton αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του, αλλά και τη στήριξη της αίτησης και επ΄ αυτών των γεγονότων και η ένορκη δήλωση Wilson δεν αποτελεί αυτόνομη ένορκη δήλωση επί της οποίας βασιζόταν η μονομερής αίτηση, ώστε να είναι αναγκαία και η εξειδικευμένη αναφορά της στα γεγονότα που βασίζουν την αίτηση. Τα γεγονότα, όπως ορθά αναφέρεται στην ίδια την αίτηση, περιέχονται στην ένορκη δήλωση Lefton, αδιάφορα με το εάν τα γεγονότα αυτά είναι περίπλοκα και εν πολλοίς αντλούνται από διάφορες πηγές. Όσον αφορά τη δήλωση Lasala, αυτή, κατά το Δικαστήριο, δεν ήταν καν αναγκαίο να επισυναφθεί, με δεδομένο ότι δεν χρειάζεται κατ΄ ανάγκη η επιβεβαίωση ότι το περιεχόμενο μιας ένορκης δήλωσης έχει εξεταστεί και έχει γίνει αποδεκτή από τον ενάγοντα. Θεωρείται ότι μια ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει μια αίτηση γίνεται εκ μέρους του αιτητή-ενάγοντα, έστω και αν προωθείται από άλλο άτομο και συνήθως γίνεται αυτή η συσχέτιση. Εδώ ο Lefton αναφέρει στο καταληκτικό μέρος της παρ. 1 της δήλωσης του, ότι ορκίστηκε τη δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως αφού προηγουμένως κάμνει αναφορά στην ιδιότητα των εναγόντων, περαιτέρω δε αναφέρεται στην καταληκτική παρ. 207 ότι η ένορκη δήλωση του καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγόντων. Επομένως, το γεγονός ότι στην παρ. 203 καταγράφει ταυτόχρονα και τη θέση ότι οι ενάγοντες (και οι δύο) είχαν εξετάσει το κείμενο της ένορκης δήλωσης του και τον εξουσιοδότησαν να ορκιστεί αυτήν προς υποστήριξη της μονομερούς αιτήσεως, είναι απλώς ενδεικτικό της προσπάθειας των εναγόντων να παρουσιάσουν την υπόθεση με τον πλέον σχολαστικό και δικονομικά ενδεδειγμένο τρόπο, ενώ αναμφίβολα η δήλωση Lasala δεν είναι εκείνη που στηρίζει τη μονομερή αίτηση για να αναφέρεται στο σώμα αυτής. Όσον αφορά το παράπονο για την αποστέρηση της δυνατότητας αντεξέτασης των Wilson και Lasala, κρίνεται ότι ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί διότι, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, η δήλωση Lefton εμπεριέχει τις άλλες ένορκες δηλώσεις ως μέρος της ολότητας των γεγονότων που προωθήθηκαν προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης και σε καμιά περίπτωση δεν ήταν αυτόνομες ώστε να τίθεται ζήτημα πιθανής αντεξέτασης. Η απόφαση A. Panayides Contracting Ltd v. Nicou Charalambous
(2004)1 A.A.Δ 416 δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δεν υπάρχει εδώ αποστέρηση συνταγματικών δικαιωμάτων με την αποδοχή ανεπίτρεπτης, σ΄ αυτό το στάδιο πάντοτε, μαρτυρίας. Αλλά και περαιτέρω, δεν μπορούν βάσιμα οι καθ΄ ων να παραπονούνται για αποστέρηση της δυνατότητας αντεξέτασης των Wilson και Lasala, όταν οι ίδιοι δεν ζήτησαν καν την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος R. Lefton για να του θέσουν, αν ήθελαν, και θέματα που απέρρεαν από τις δύο πιο πάνω δηλώσεις, και ιδιαίτερα αυτή της Wilson. (viii) Αποτέλεσε παράπονο επίσης ότι ελλείπει άδεια για επίδοση εκτός Κύπρου για τους εναγόμενους 7-12. Κατά τον ισχυρισμό, οι αιτητές πρόσθεσαν στις διευθύνσεις των εναγομένων αυτών που παρουσιάζονται να είναι στην αλλοδαπή και διευθύνσεις στην Κύπρο χωρίς να έχει καταχωρηθεί συνεπώς αίτηση εκ μέρους των αιτητών για άδεια επίδοσης εκτός Κύπρου ή για υποκατάστατο επίδοση. Κατά την εισήγηση, η όποια επίδοση στις αλλοδαπές εταιρείες είναι άκυρη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί σε απάντηση του επιχειρήματος αυτού είναι ότι οι καθ΄ ων δεν μπορούν να ομιλούν για τους πιο πάνω εναγόμενους εφόσον δεν τους αντιπροσωπεύουν και ούτε έχουν διορίσει τους δικηγόρους των καθ΄ ων ως δικηγόρους τους για να καταχωρηθεί οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους τους. Επομένως, είναι απαράδεκτη η εισαγωγή αυτού του λόγου για να ζητηθεί ακύρωση των επιδόσεων. Ο ορθός διάδικος που πρέπει να αιτηθεί οτιδήποτε από το Δικαστήριο είναι ο διάδικος που επηρεάζεται από την οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα συμπληρώνεται, ότι από τον σχετικό φάκελο παρουσιάζεται ότι για τους εναγόμενους 8, 9 και 10 υπάρχει καταχωρημένη σχετική ειδοποίηση του επιδότη, ημερ. 25.7.05, ότι ο εναγόμενος 1 δεν είναι διευθυντής στις πιο πάνω εναγόμενες εταιρείες, ως ο ίδιος δήλωσε, αρνούμενος να παραλάβει τις επιδόσεις. Δεύτερο, η πιο πάνω θέση δεν είναι απόλυτα ορθή δεδομένου ότι έγινε αίτηση που αφορά τις εναγόμενες 7, 11 και 12, με την οποία λήφθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό στις αντίστοιχες διευθύνσεις του εξωτερικού που φαίνονται στο κλητήριο ένταλμα, ενώ για τις εναγόμενες 8, 9 και 10 έγινε αίτηση για υποκατάστατο επίδοση κατά τον τρόπο που φαίνεται στη σχετική αίτηση, ημερ. 28.7.05, μετά την άρνηση του εναγομένου 1 να αποδεχθεί επίδοση στη φερόμενη διεύθυνση των εταιρειών αυτών, όπου διεξάγουν, κατ΄ ισχυρισμόν, τις εμπορικές δραστηριότητες τους. Επομένως, η υπόθεση Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1765, την οποία επικαλέστηκε ο κ. Παπαφιλίππου δεν έχει καμία εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας αγωγής και ούτε έχει δικαίωμα να προωθεί επιχειρήματα εκ μέρους τους εφόσον δεν εμφανίζεται γι΄ αυτές. Z. Απόκρυψη γεγονότων - παραπλάνηση. Καταλογίζεται από τους καθ΄ ων ότι οι αιτητές απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα κατά το στάδιο της μονομερούς αιτήσεως. Αυτό με βάση την πάγια νομολογία ότι αν υπήρξε ουσιαστική απόκρυψη γεγονότων, τότε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε υπόκειται σε άμεση ακύρωση χωρίς το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας του. Ως είναι γνωστό, ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται από τον αιτητή θεωρείται υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), έτσι ώστε αν αποκαλυφθεί εκ των υστέρων ότι ουσιώδη γεγονότα δεν απεκαλύφθησαν, το δε Δικαστήριο αν τα γνώριζε θα μπορούσε να είχε κατευθύνει διαφορετικά τη σκέψη του, το διάταγμα θα ακυρωθεί άνευ ετέρου. Το νομολογιακό αυτό αξίωμα έχει με περισσή σαφήνεια καταγραφεί στις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, που υιοθετήθηκε, μεταξύ άλλων, και στην Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα, που δυνατόν να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει και η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία. Στην παρ. 8 του σώματος της ενστάσεως Μελετίου καταγράφεται με γενικότητα ότι οι αιτητές απέκρυψαν και/ή παραποίησαν ουσιώδη γεγονότα που ήσαν εναντίον τους. Ορθά ο κ. Μαρκίδης επεσήμανε κατά την αγόρευση του ότι σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4 είναι αναγκαία η καταγραφή και εξειδίκευση των συγκεκριμένων λόγων ένστασης στην ίδια την ειδοποίηση ενστάσεως, σύμφωνα με τον τύπο 47 που εισήχθηκε στους θεσμούς με την τροποποίηση αυτών με τον Διαδικαστικό Κανονισμό αρ. 5/99, ημερ. 23.12.99. Η αναγκαιότητα αυτή έχει ουσιαστική σημασία, δεδομένου ότι οι αιτητές εισάγουν βεβαίως πρώτοι την υπόθεση τους και αγορεύουν κατά προτεραιότητα και έτσι είναι επάναγκες γι΄ αυτούς να γνωρίζουν με ακρίβεια εκ των προτέρων τι θα θέσουν σε τυχόν αντεξέταση στους ενιστάμενους και ποια σημεία θα απαντήσουν κατά την αγόρευση. Ούτε όμως στην ένορκη δήλωση Μελετίου συγκεκριμενοποιούνται σε ξεχωριστό κεφάλαιο γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμόν αποκρύβησαν από το Δικαστήριο ή παραποιήθηκαν, στοιχείο που δυσκολεύει την παρακολούθηση του ισχυρισμού και επιβεβαιώνει την προηγούμενη θέση και την ανάγκη αυστηρής συμμόρφωσης με τους δικονομικούς θεσμούς, ιδιαίτερα σε μια περίπλοκη υπόθεση όπως η παρούσα. Τα κατ΄ ισχυρισμόν γεγονότα που αποκρύβησαν ή παραποιήθηκαν είναι διάσπαρτα στην ένορκη δήλωση και επισημαίνονται μόνο στην αγόρευση του κ. Παπαφιλίππου, όπου στις σελ. 44-48 υποδεικνύονται πέντε διαφορετικές παράγραφοι ως φέρουσες στην επιφάνεια αποκρυβέντα ή παραποιηθέντα γεγονότα. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που ο κ. Μαρκίδης στην αγόρευση του δεν αναφέρθηκε σ΄ όλα τα σημεία που κατ΄ ισχυρισμόν αποτελούν απόκρυψη, ενώ εξέλαβε άλλα ως τέτοια που τελικώς δεν έθιξαν οι καθ΄ ων με τη δική τους αγόρευση. Η γενική παρατήρηση μετά τη σχετική μελέτη των παραγράφων 10(e), 28, 34, 75 και 79 της ένορκης δήλωσης Μελετίου, που κατ΄ ισχυρισμόν αναδεικνύουν την απόκρυψη, είναι ότι στην ουσία πρόκειται για καταγραφή διαφορετικών θέσεων και όχι απόκρυψη γεγονότων και μάλιστα ουσιωδών. Οι ενιστάμενοι παραθέτουν τη δική τους εκδοχή, η οποία πρέπει βέβαια να παραμείνει να εξεταστεί πλήρως και τελεσιδίκως κατά το στάδιο της ακρόασης της αγωγής. Η καταγραφή διισταμένων απόψεων, που επιτάθηκε και από την αντεξέταση του Μελετίου, δείχνει πράγματι ότι η αποκρυστάλλωση των αληθών γεγονότων πρέπει να γίνει μέσα από την πλήρη αντιπαραβολή της μαρτυρίας και την αξιολόγηση της στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας. Παρόμοια προσέγγιση είχε το παρόν Δικαστήριο πρωτοδίκως, η οποία υιοθετήθηκε κατ΄ έφεση στην υπόθεση Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκου Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209. Πιο συγκεκριμένα, μπορούν να καταγραφούν τα ακόλουθα: (
- i)παρ. 10(
- e)της ένορκης δήλωσης Μελετίου: Καταγράφεται ως ισχυρισμός ότι οι αιτητές παρέλειψαν εσκεμμένα να παρουσιάσουν ως τεκμήριο το «Co-ordination Agreement», παρόλο που γίνεται αναφορά σε αυτό στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης Lefton. Η παράλειψη αυτή, κατά τους καθ΄ ων, έγινε επί σκοπώ, διαστρεβλώνοντας έτσι τα πραγματικά γεγονότα. Ως μοναδικό όμως γεγονός που καταγράφεται στην ένσταση, αναφέρεται ότι δεν ήταν ο εναγόμενος 1 που εσκεμμένα και παραπλανητικά αναφέρεται στην παρ. 78 της δήλωσης Lefton ως το άτομο που αντιδρούσε στη μεταβίβαση του λογιστικού ελέγχου της εταιρείας στην Κύπρο και Ινδία από την PKF Αγγλίας, αλλά, ως αναφέρεται στην παρ. 26 του «Co-ordination Agreement», ήταν ο Πογιατζιής που αντιδρούσε σε αυτή τη μεταφορά του λογιστικού ελέγχου. Επ΄ αυτού, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η διαφορά που υπάρχει στη δήλωση Lefton με αυτήν του Τεκμ. «1» της ακροαματικής διαδικασίας, το οποίο κατέθεσε μετά από δισταγμό και συνεχόμενες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση ο Μελετίου στο πλήρες του κείμενο (κατετέθη στην ένσταση ως Τεκμ. «Δ» μόνο μία σελίδα), αποτελεί θέμα αξιολόγησης και αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων ως προς τα ορθά γεγονότα και χωρίς, όπως υπέδειξε και ο κ. Μαρκίδης στην αγόρευση του, να σημαίνει ότι ο εναγόμενος 1 δεν ενίστατο και ο ίδιος στη μεταφορά αυτή. Άλλωστε, αυτή η διαφορά θα πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση και με τα πρακτικά που κρατήθηκαν στη Λευκωσία κατά τη συνάντηση με τον Mead, στην οποία παρουσιάζεται να είναι ο εναγόμενος 1 που είχε φέρει τη σχετική ένσταση. Περαιτέρω, ο Πογιατζιής με τον εναγόμενο 1 ήταν σε στενή συνεργασία πριν τη διαφοροποίηση του Πογιατζιή. Η θέση αυτή καταγράφεται στη σελ. 10 της γραπτής αγόρευσης του κ. Μαρκίδη. Όπως έχει λεχθεί και στην έκτη από τις επτά προτάσεις που διατύπωσε ο Ralph Gibson, L.J., στην Brink´s Mat Ltd - supra - θα πρέπει να συσχετισθεί το μη αποκαλυπτόμενο γεγονός με το ουσιώδες αυτού στην όλη εικόνα των επιδίκων θεμάτων που έπρεπε το Δικαστήριο κατά τη μονομερή αίτηση να λάβει υπόψη του. Εδώ αναμφίβολα δεν θα αποτελούσε αυτή η διαφορά (διότι δεν πρόκειται περί απόκρυψης), λόγο για τη μη έκδοση των διαταγμάτων στο σύνολο των πολύπλοκων γεγονότων που είχαν παρουσιαστεί με την ένορκη δήλωση Lefton. Η ύπαρξη του «Co-ordination Agreement» απεκαλύφθη στην παρ. 7 της δήλωσης Lefton, η δε μη παρουσίαση αυτού ως τεκμηρίου δεν είχε καμία επίπτωση στο σύνολο των παρουσιασθέντων γεγονότων και την πληθώρα των τεκμηρίων που ορθά παρουσίασαν οι αιτητές, η δε φαινομενική διαφορά που εντοπίστηκε από τους καθ΄ ων αποτελούσε ένα ασήμαντο γεγονός, στην ολότητα των γεγονότων, που δεν είναι καν ουσιώδες. Αυτή η θεώρηση των πραγμάτων ισχύει και για τις υπόλοιπες αιτιάσεις των καθ΄ ων σε σχέση με την ισχυριζόμενη απόκρυψη ή παραπλάνηση. (
- ii)παρ. 28 της δήλωσης Μελετίου: Αυτή αντιπαρατίθεται με την παρ. 26 της δήλωσης Lefton και σχετίζεται με παραπλανητική δήλωση των αιτητών στην πιο πάνω παρ. 26 σε σχέση με τη συμμετοχή του εναγομένου 1 στην εναγομένη 6. Προς αυτή την κατεύθυνση ο Μελετίου παρουσίασε ως Τεκμ. «Δ» τη σελ. 32 του ενημερωτικού δελτίου που κατατέθηκε τότε στο Χ.Α.Κ. για την εισαγωγή των τίτλων της εναγομένης 6. Εκεί αναφέρεται ότι η συμμετοχή του εναγομένου 1 ήταν σε ποσοστό 8.53% έναντι 36% που αναφέρει ο Lefton στη δική του ένορκη δήλωση. Δεν είναι όμως αναληθής ή παραπλανητική η δήλωση Lefton, διότι ρητώς αναφέρεται για κατοχή μετοχών από τον εναγόμενο 1 άμεσα ή έμμεσα και μάλιστα μέσω nominees, αναφέρεται δε στη σελ. 32 του ενημερωτικού δελτίου ότι ο εναγόμενος 1 κατείχε αριθμό μετοχών σε ποσοστό πολύ μεγαλύτερο των υπολοίπων κατονομαζομένων Διοικητικών Συμβούλων, και μάλιστα διαφορετικής τάξεως Α, Β και Γ, με δικαίωμα ψήφου. Στην υποσημείωση 1 αναφέρεται ο συνυπολογισμός αυτής της έμμεσης συμμετοχής μέσω του ποσοστού που κατέχει η συνδεδεμένη με τον εναγόμενο 1 εταιρεία (δηλαδή η AremisSoft), που κατέχει μετοχές στην εταιρεία της εναγομένης 6, η σύζυγος του, εναγόμενη 4, και άλλα συγγενικά του πρόσωπα. Άρα, δεν υπάρχει παραπλάνηση ή απόκρυψη και αν το ποσοστό του 36% που αναφέρεται στη δήλωση Lefton είναι ή όχι ορθό μπορεί να παραμείνει να εξεταστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Υπενθυμίζεται ότι το ποσοστό αυτό συσχετίζεται και με τον έλεγχο από τον εναγόμενο 1 διαφόρων nominee companies, όπως η εναγόμενη 12. Και βέβαια, ο ισχυρισμός της διοχέτευσης $10.9 εκατομ. λόγω δολίων πράξεων είναι ένα από τα επίμαχα επίδικα ζητήματα που καταλογίζεται στον εναγόμενο 1 και θα τύχει ενδελεχούς εξέτασης στο τέλος της ημέρας. (iii) παρ. 34 της ένορκης δήλωσης Μελετίου: Εδώ καταλογίζεται στους αιτητές ότι παράνομα και αυθαίρετα κατέσχαν μετοχές που ανήκαν στις εναγόμενες 8 και 9, αξίας $10 εκατομ., γεγονός που απεκρύβη κατά το μονομερές στάδιο. Αυτό αναφέρεται στη δήλωση Μελετίου ως μέρος του γενικότερου ισχυρισμού στην παρ. 34, με τον οποίο υπάρχει άρνηση των ισχυριζόμενων αποζημιώσεων που διεκδικούν οι αιτητές. Όσον αφορά αυτή την άρνηση, αυτό αποτελεί μια διαφορετική άποψη και όχι ισχυρισμό για απόκρυψη οποιουδήποτε γεγονότος. Όσον αφορά την κατάσχεση των μετοχών, είναι αξιοπερίεργο γιατί ο Μελετίου στην ένσταση του να καταγράφει ισχυρισμούς για τις εναγόμενες 8 και 9, για τις οποίες δεν έχει ορκιστεί την ένορκη δήλωση, ούτε και η ένσταση κατεχωρήθη εκ μέρους τους και συνεπώς δεν τις αντιπροσωπεύει. Ο ισχυρισμός περαιτέρω ότι οι εναγόμενες 8 και 9 δυνατόν να εγείρουν και ανταπαίτηση για την κατάσχεση των μετοχών, στερείται τουλάχιστον αληθοφάνειας σε αυτό το στάδιο, δεδομένου ότι κατά την αντεξέταση του στο Δικαστήριο δήλωσε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο οι εναγόμενες 8 και 9 ανήκαν ή ανήκουν στον εναγόμενο 1 άμεσα ή έμμεσα (και επομένως σίγουρα δεν μπορεί να ομιλεί γι΄ αυτές), ούτε αν εμφανίστηκαν στη διαδικασία, τα δε περί κατασχέσεως και περί πιθανής ανταπαίτησης, δεν γνώριζε από πού τα έμαθε ή απλά τα άκουσε, για να καταλήξει να δηλώσει ενόρκως ότι ό,τι ήθελε έγραφε στην ένορκη δήλωση των καθ΄ ων η αίτηση. (
- iv)παρ. 75 της δήλωσης Μελετίου: Αυτή σχετίζεται με την παρ. 112 της δήλωσης Lefton, που αναφέρεται στη χαριστική προσφορά μετοχών έναντι της «πολύτιμης διαγωγής» του εναγομένου 1 στην εταιρεία. Διατυπώνεται κατ΄ αντίθεση, ότι η εταιρεία εκείνο που πρόσφερε δεν ήταν χαριστικές μετοχές, αλλά δικαιώματα αγοράς μετοχών με την πληρωμή της αξίας της κάθε μετοχής εάν και εφόσον ασκείτο αυτό το δικαίωμα αγοράς. Αυτό το ζήτημα αποτελεί κλασσική θέση αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων και των ισχυριζόμενων γεγονότων και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόκρυψη ή παραπλάνηση. (
- v)παρ. 79 της δήλωσης Μελετίου: Αυτή η παράγραφος αντιπαρατίθεται με την παρ. 115 της δήλωσης Lefton σε συνάρτηση με το Τεκ. «65», που κατέθεσαν οι αιτητές. Το σημείο που προώθησαν εδώ οι καθ΄ ων είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας. Η οποιαδήποτε διαφορά εντοπίζεται και πάλιν σε σχέση με τη μετοχική συμμετοχή του εναγομένου 1 στην εναγομένη 6 σε συνάρτηση με την Info-quest. Η οποιαδήποτε ανακολουθία, όπως ισχυρίζονται οι καθ΄ ων, της σελ. 22 του Τεκμ. «65» με τη δήλωση Lefton είναι θέμα που θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Άλλωστε, το Τεκμ. 65 φαίνεται να είχε κατατεθεί από την ίδια την εταιρεία στο Securities and Exchange Commission των Η.Π.Α., όπως φανερώνεται από το ίδιο το τεκμήριο, και η ερμηνεία αυτού θα πρέπει να αφεθεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν μπορεί όμως να μην έχει αποδεικτική αξία, όπως υπάρχει ισχυρισμός στην παρ. 79, εφόσον αποτελεί έγγραφο που κατατέθηκε από και εκ μέρους της εταιρείας. Είναι φανερό από όλα τα πιο πάνω, ότι δεν υπάρχει ούτε απόκρυψη ούτε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6η Έκδ., σελ. 661, είναι αρκετό στα πλαίσια μιας αίτησης για προσωρινό διάταγμα να αναφέρονται από τον αιτητή συνοπτικά τα γεγονότα και αν τυχόν δεν αναφέρθηκαν όλα τα γεγονότα, δεν σημαίνει και τέτοια απόκρυψη που εκθεμελιώνει το υπόβαθρο της ίδιας της αίτησης. Στην υπό κρίση αίτηση οι αιτητές προέβησαν σε μια εκτεταμένη και ιδιαίτερα λεπτομερή ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους (δικαιολογημένα βέβαια εφόσον το αντικείμενο αυτής είχε υπόβαθρο ιδιαίτερα περίπλοκα γεγονότα) και παρέθεσαν, όπως είναι φανερό από την πληθώρα των τεκμηρίων, ό,τι ήταν δυνατό προς πληροφόρηση του Δικαστηρίου σχετικά με το εύρος της όλης διαφοράς. Συνεπώς δεν μπορεί να καταλογίζεται σ΄ αυτή την υπεράνθρωπη προσπάθεια των αιτητών να παρουσιάσουν όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι τυχόν μικρές διαφορές ή παράλειψη παρουσίασης κάποιου εγγράφου, το οποίο εν πάση περιπτώσει, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, ισοδυναμούν με ουσιώδη απόκρυψη γεγονότων ή τέτοια παράλειψη που πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ακύρωση των δοθέντων διαταγμάτων. Θέμα απόκρυψης ουσιώδους, κατ΄ ισχυρισμόν, γεγονότος έθεσε και η καθ΄ ης 5 στη δική της ένσταση, όπου με την παρ. 13 της ένορκης δήλωσης Κ. Ορφανίδη γίνεται εισήγηση ότι δεν απεκαλύφθη στο Δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι 1 και 4, το ζεύγος Κυπριανού δηλαδή, ενεργούσαν ως εντολοδόχοι ("nominees") της εναγομένης 5, η οποία ως παρουσιάζεται στην παρ. 23 της ίδιας ένορκης δήλωσης ενεγράφη ως υπεράκτια εταιρεία με μετοχές που εκδόθηκαν μετά από άδεια της Κεντρικής Τράπεζας, οι δε εμφανιζόμενοι εκεί ως μέτοχοι ενεργούσαν ως nominees των πραγματικών ιδιοκτητών. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού κατετέθη ως Τεκμ. "A", που αναφέρεται και στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσης, η σχετική άδεια της Κεντρικής Τράπεζας, ημερ. 3.8.95. Ούτε και αυτός ο ισχυρισμός της εναγομένης-καθ΄ ης η αίτηση 5 μπορεί να αποτελέσει λόγο για ακύρωση των διαταγμάτων σε σχέση με αυτή, ενόψει του ότι δεν πρόκειται περί απόκρυψης σημαντικού γεγονότος. Το Τεκμ. "A" της ένορκης δήλωσης Κ. Ορφανίδη απευθύνεται στον Οίκο Savvides & Partners, στη Λεμεσό, με κοινοποίηση στον Έφορο Εταιρειών. Ο κ. Μαρκίδης στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η έρευνα που είχε γίνει στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με την καθ΄ ης 5 δεν απεκάλυψε το στοιχείο της αντιπροσώπευσης, κάτι όμως που από την κοινοποίηση του τεκμηρίου στον Έφορο θα έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί με εύλογη τουλάχιστον επιμέλεια. Απεκαλύφθη όμως ότι οι εναγόμενοι 1 και 4 φαίνονται μέτοχοι της καθ΄ ης 5 και πιο σημαντικό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και Διοικητικοί Σύμβουλοι αυτής. Κατά την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος Κ. Ορφανίδη, ο τελευταίος δέχθηκε ότι ο Kurt Sedlmayer, εάν δεν έκανε λάθος, όπως το έθεσε, ήταν ο ιδρυτής και μέτοχος της καθ΄ ης 5 και σύζυγος της Andreana Sedlmayer, ετέρου μετόχου, της οποίας τη cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο