Joseph P Lasala κ.α. ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5581/05., 28.2.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5581/
- Μεταξύ:
- Joseph P. Lasala, από την Πολιτεία New Jersey των ΗΠΑ,
- Fred S. Zeidman, από την Πολιτεία Texas των ΗΠΑ ως Συνδιαχειριστές του Εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust, Εναγόντων, - και -
- Λυκούργου Κυπριανού,
- Παύλου Μελετίου,
- King Mazzax Lines Limited,
- Ερμιόνης Κυπριανού,
- Semark Consultancy Services Limited,
- Global Consolidator Limited,
- L. K. Global (Holdings) N.V.,
- Aremis Holdings Limited,
- Aremis Technology Ventures Limited, 10.Sincock Holdings Corporation, 11.Southwood Management Limited, 12.Palantine Asset Management Ltd, Εναγομένων. ---------------------- Αίτηση ημερ. 10.11.05 για διαγραφή εναγόντων 28.2.
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τους Αιτητές-Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 & 6: κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Α. Χαβιαρά, κ. Γ. Χριστοδούλου και κα Ραφτοπούλου για κ. Α. Ευαγγέλου. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση-Ενάγοντες : κ. Α. Μαρκίδης με κ. Α. Γαβριηλίδη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελεί αίτημα των εναγομένων-αιτητών όπως διαγραφούν τα ονόματα των εναγόντων και/ή απορριφθεί και παραμερισθεί η αγωγή ως εγερθείσα από πρόσωπα που δεν νομιμοποιούνται και/ή ως επιπόλαια και ενοχλητική. Η αίτηση εδράζεται επί των γεγονότων που φαίνονται στο φάκελο της δικογραφίας και ειδικότερα, ως αναφέρεται, στην παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης και στα τεκμήρια 1, 2 και 3 της ένορκης δήλωσης του Ronald D. Lefton, ημερ. 21.7.05, που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης για έκδοση διαφόρων προσωρινών διαταγμάτων. Δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ιδιαίτερη ένορκη δήλωση. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.27 θ.3, η Δ.9 θ.1 και 2 και διάφοροι νόμοι, καθώς και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αγορεύοντας ο κ. Παπαφιλίππου προς θεμελίωση της αιτήσεως παρέθεσε αριθμό αυθεντιών και χώρισε την εισήγηση του σε τρεις θεματικές ενότητες. Η πρώτη αφορά τη θέση ότι οι ενάγοντες ήγειραν την αγωγή στην Κύπρο χωρίς να επιδιώξουν την προηγούμενη εγγραφή της δικαστικής απόφασης των Η.Π.Α., με βάση την οποία διορίστηκαν ως καταπιστευματοδόχοι, ως τα Τεκμ. «1», «2» και «3» της ένορκης δήλωσης Lefton. Αντλώντας τα επιχειρήματα του από διάφορες παραγράφους του Τεκμ. «1», πρόβαλε τη θέση ότι δεν είναι δεκτική νομιμοποίησης η εγερθείσα αγωγή διότι ο διορισμός των εναγόντων ως καταπιστευματοδόχων αφορά μόνο και εξαντλείται στην επικράτεια των Η.Π.Α. Από τους διάφορους τρόπους που οι ενάγοντες είχαν για να εγγράψουν την απόφαση των Η.Π.Α. στην Κύπρο, ουδέν χρησιμοποίησαν. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η εισήγηση περί εξουσιοδότησης των εναγόντων να εγείρουν την αγωγή, με δεδομένο ότι ο διορισμός τους ως καταπιστευματοδόχοι βασίζεται πάνω σε αλλοδαπή απόφαση, που δεν μπορεί να αναγνωρισθεί στην Κύπρο και ούτε μπορεί να τύχει εγγραφής και/ή αναγνώρισης ούτε και μέσο αγωγής με διάφορες διεθνείς συνθήκες, τις οποίες ανέλυσε. Τέλος, κατά τον ίδιο τρόπο οι ενάγοντες ως αντιπροσωπεύοντες ένα αριθμό ατόμων, πέραν των 6.000, έπρεπε να ακολουθήσουν τη διαδικασία που καθορίζει η Κυπριακή Δικονομική Πρακτική και συγκεκριμένα, η Δ.9, θ.9
(1)και
(2). Ο θεσμός αυτός έπρεπε να ακολουθηθεί τόσο διότι το ίδιο το Τεκμ. «1» ομιλεί για «Class action», όσο και διότι ισχύει το lex fori για θέματα δικαστικής πρακτικής. Αντίθετα ο κ. Μαρκίδης, στη δική του αγόρευση, υιοθέτησε τα όσα καταγράφηκαν στην ένσταση, η οποία υποστηρίχθηκε από σχετική ένορκης δήλωση του R. Lefton, ημερ. 2.10.05, και τα επισυνημμένα σε αυτήν έγγραφα. Έρεισμα της εισήγησης του κ. Μαρκίδη περί νομιμοποίησης των εναγόντων προς έγερση της αγωγής αποτέλεσε σχεδόν αποκλειστικά το ισχύον στην Κύπρο Κοινοδίκαιο με βάση το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60 ενόψει του ότι οι ενάγοντες ως επίτροποι πτώχευσης («trustees in bankruptcy») δεν χρειάζονται προηγούμενης δικαστικής αναγνώρισης στην Κυπριακή επικράτεια. Η αγωγή δεν επιζητεί την εκτέλεση οποιασδήποτε αλλοδαπής απόφασης και επομένως τα αναφερθέντα από τον κ. Παπαφιλίππου δεν είναι σχετικά, διότι θέμα εκτέλεσης θα ακολουθήσει με βάση το δίκαιο της χώρας στην οποία θα ζητηθεί τυχόν εκτέλεση, το δε διάταγμα του Δικαστηρίου των Η.Π.Α. είναι απλώς επικυρωτικό της συμφωνίας που επετεύχθη για την προσπάθεια είσπραξης των ποσών που εξανεμίσθηκαν συνεπεία του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου των παρόντων αιτητών-εναγομένων. Περαιτέρω, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής, η οποία δεν είναι ενοχλητική, διότι ήγειραν την αγωγή με το συγκεκριμένο status, με το οποίο ήδη ενδύθηκαν από τις Η.Π.Α. δυνάμει των εκεί αποφάσεων. Τέλος, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η παρούσα αγωγή δεν αποτελεί class action, αλλά γίνεται από τους ενάγοντες ως Επίτροποι Πτώχευσης, που ήδη διορίστηκαν να αντιπροσωπεύουν τα θύματα της κατ΄ ισχυρισμόν απάτης. Και ο κ. Μαρκίδης διάνθισε την αγόρευση του με αριθμό αυθεντιών. Από νομοτυπικής άποψης η αίτηση ορθά εδράζεται επί της Δ.27 θ.3, η οποία και προνοεί για τη διαγραφή δικογράφων επί τω λόγω ότι δεν αποκαλύπτουν λογική βάση αγωγής ή η αγωγή είναι επιπόλαια και καταχρηστική. Όπως είναι γνωστό, η Δ.27 θ.3 στοχεύει στη διαγραφή της ίδιας της αγωγής ή της έκθεσης απαίτησης ή υπεράσπισης ανάλογα, όπου δεν φαίνεται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα ή όπου τα δικόγραφα είναι τόσο κρυστάλλινα επιπόλαια και ενοχλητικά που η κατάθεση τους αποτελεί στην ουσία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να δύναται να τερματίσει ή να αναστείλει την αγωγή ή να δώσει απόφαση ως είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Αυτή είναι και η έννοια των λέξεων "frivolous and vexatious" (δέστε το αντίστοιχο O.24 r.5 των Αγγλικών Θεσμών και την υπόθεση Whitworth v. Darbishire 68 L.T. 216). Αναμφίβολα η εξουσία προς διαγραφή in limine είναι πολύ δραστική και ασκείται με περισσή φειδώ χωρίς ταυτόχρονα να παραγνωρίζεται ότι αποτελεί χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών θεμάτων (Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094). Ιδιαίτερα είναι δυνατή η διαγραφή της αγωγής ή τα ονόματα των εναγόντων όταν υπάρχει αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να εγείρουν τη συγκεκριμένη αγωγή. Όπως υποδεικνύει η νομολογία, το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για διαγραφή της αγωγής διότι η ύπαρξη των εναγόντων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Και μάλιστα η αίτηση για τη διαγραφή θα πρέπει να γίνεται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας ώστε να τερματίζεται το ενωρίτερο δυνατό η διαδικασία. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Lioufis and Co. Ltd. v. Aνδρονίκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 773, στη σελ. 780, ο ενάγων υποχρεώνεται να παραθέσει ως προς την ταυτότητα του στον τίτλο της αγωγής τα προβλεπόμενα από τη Δ.2 θ.3, που σκοπούν στον προσδιορισμό της ταυτότητας και οντότητας του. Με αυτά τα στοιχεία δίνεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να ελέγξει και εν ανάγκη να αμφισβητήσει την ύπαρξη, την ιδιότητα και την οντότητα του ενάγοντα. Σχετική είναι επίσης και η Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως
(2001)1 A.A.Δ. 1058, σελ. 1072-
- Εν πολλοίς τα θέματα που έχουν εγερθεί στην υπό κρίση αίτηση έχουν ήδη επιλυθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 20.2.06, επί της αιτήσεως ημερ. 21.7.05 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η απόφαση εκείνη, η οποία υιοθετείται πλήρως για τους παρόντες σκοπούς, ανέλυσε τα θέματα τα οποία ήγειραν εδώ οι αιτητές και συγκεκριμένα, τη δυνατότητα τους να εγείρουν την αγωγή χωρίς την προηγούμενη εγγραφή της δικαστικής απόφασης των Η.Π.Α. στην Κύπρο, τη νομιμοποίηση των εναγόντων να εγείρουν την αγωγή, αλλά και τη χρήση του δικονομικού μέτρου που προνοεί η Δ.9 θ.
- Είναι αναγκαίο να τεθεί ένα συνοπτικό περίγραμμα της ιδιότητας των εναγόντων, οι οποίοι περιγράφονται στην αγωγή ως "συνδιαχειριστές του εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust". Το εμπίστευμα αυτό δημιουργήθηκε στις Η.Π.Α. με βάση το γεγονός ότι η AremisSoft, εταιρεία ιδρυθείσα στην πολιτεία Delaware των Η.Π.Α. από τον εναγόμενο 1-αιτητή, ζήτησε την προστασία της πτωχευτικής διαδικασίας κατά τους νόμους των Η.Π.Α. λόγω πολλαπλών οικονομικών προβλημάτων. Τα προβλήματα αυτά προέκυψαν, κατ΄ ισχυρισμόν, από τον εκτεταμένο δόλο που ασκήθηκε επί της εταιρείας και των μετόχων της από τον εναγόμενο 1, τη συνδρομή άλλων φυσικών και νομικών προσώπων. Το εμπίστευμα δημιουργήθηκε προς όφελος των καθ΄ υπολογισμόν 6.000 επενδυτών που είχαν αγοράσει μετοχές της AremisSoft, αλλά και προς όφελος της ίδιας της εταιρείας. Το Δικαστήριο των Η.Π.Α. με διάταγμα ημερ. 1.7.02, το λεγόμενο "Confirmation Order", ενέκρινε το Πρώτο Τροποποιημένο Κοινό Σχέδιο Ανασυγκρότησης της AremisSoft. Στα πλαίσια αυτά ενεκρίθη η σύσταση του εμπιστεύματος με διάφορα Δικαστικά διατάγματα, στο οποίο εμπίστευμα και μεταφέρθηκαν όλες οι αξιώσεις των εξαπατηθέντων επενδυτών και όλα τα αγώγιμα δικαιώματα της ίδιας της AremisSoft που είχαν δημιουργηθεί προ της πτωχευτικής προστασίας και για τα οποία η εταιρεία αυτή είχε καταστεί υπεύθυνη λόγω των αδικοπραξιών του εναγομένου
- Όπως προκύπτει από τα Τεκμ. "1", "2" και "3" της ένορκης δήλωσης Lefton, που υποστηρίζει την ένσταση στην επίδικη αίτηση, oι ενάγοντες, οι οποίοι διορίσθηκαν ως trustees, θα πρέπει να προωθήσουν τις διαδικασίες είσπραξης χρημάτων προς όφελος του εμπιστεύματος σε διάφορες χώρες του εξωτερικού ζητώντας από τα Δικαστήρια των χωρών αυτών να αναγνωρίσουν αφενός τους ενάγοντες ως εμπιστευματοδόχους, και αφετέρου, να παραχωρήσουν αναγνώριση στο κείμενο και στους όρους του δικαστικού διατάγματος των Η.Π.Α. Είναι γεγονός ότι το Τεκμ. «1», το οποίο έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο των Η.Π.Α. στην πολιτεία της New Jersey και που τιτλοφορείται «Order confirming first amended joint plan of re-organization under chapter 11 of the Βankruptcy Code proposed by the debtor and Softbrands, Inc.» προνοεί με την παρ. 30 (που τιτλοφορείται «Ιnstructions to trustee and legal representative»), στην υποπαρ. (b), ότι όπου είναι αναγκαίο οι εμπιστευματοδόχοι θα ενεργούν εκ μέρους των «class plaintiffs and the debtor´s post - confirmation estate», σε αλλοδαπές διαδικασίες αντιπροσωπεύοντας αυτούς τους διαδίκους στα Δικαστήρια της αλλοδαπής, δίνοντας μαρτυρία, ορκιζόμενοι σχετικές ένορκες δηλώσεις κλπ, ενώ κατά την υποπαρ. (c) θα ενεργούν ως αποσταλμένοι του Δικαστηρίου των Η.Π.Α. ενώπιον των Δικαστηρίων όπου σχετικές διαδικασίες εκκρεμούν «.... in order to convey to such courts the orders entered by this court and any request that this court may wish to direct to such courts». Επίσης, με την παρ. 32, η οποία τιτλοφορείται «Recognition of trustee in overseas actions», προνοείται ότι το Δικαστήριο των Η.Π.Α. ζητά από τα Δικαστήρια άλλων δικαιοδοσιών, συμπεριλαμβανομένων των Δικαστηρίων του «Isle of Man, Cyprus, Monaco, Switzerland and any other jurisdiction to which proceeds of sales by Poyiadjis and Kyprianou may have been transferred» να αναγνωρίσουν τον εμπιστευματοδόχο ως τον αντιπρόσωπο του καταπιστεύματος και να αναγνωρίσουν και να εφαρμόσουν πλήρως τους όρους του καταπιστεύματος. Ορθό είναι να λεχθεί σ΄ αυτό το στάδιο ότι η προαναφερόμενη Softbrands Inc. είναι η εταιρεία στην οποία μεταφέρθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της AremisSoft ώστε να είναι ελεύθερη από τον δόλο που ασκήθηκε κατ΄ ισχυρισμόν από τον εναγόμενο 1 και τους υπόλοιπους και μαζί με τον χρεώστη ζήτησαν την επικύρωση της αναδιάρθρωσης κάτω από τον Αμερικάνικο Πτωχευτικό Κώδικα, oδηγώντας έτσι στην έκδοση του διατάγματος Τεκμ. «1». Χρεώστης («debtor») είναι η εταιρεία, δηλαδή η AremisSoft Corporation, το δε Τεκμ. «1» τιτλοφορείται «In re: AremisSoft Corporation, a Delaware corporation». Συναφές με το πιο πάνω είναι και η δημιουργία του ίδιου του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από το Τεκμ. «2», το οποίο εμπεριέχει ως Παράρτημα Α το σχετικό «Τrust Agreement», στη σελ. 5 του οποίου ρητώς αναφέρεται στο «Section 1.3 - Purpose of Trust», ότι προς επίτευξη του σκοπού του καταπιστεύματος, μεταξύ άλλων, «..... the trustee may pursue claims against persons and seek the recovery of assets ... shall have authority and standing to bring and prosecute the Trust Claims in such foreign jurisdictions», ως τέτοιες δε δικαιοδοσίες αναφέρονται, inter alia, το Isle of Man, η Κύπρος, το Μονακό και η Ελβετία. Στο ίδιο Trust Agreement, στη σελ. 10, στο Section 4.2, που τιτλοφορείται «Legal Title» προσδιορίζεται ότι «The Trustee shall hold legal title to all trust assets ..». Περαιτέρω, το Τεκμ. «3» αποτελείται από το «Order and Final Judgment», ημερ. 31.7.02, που δόθηκε από το ίδιο Δικαστήριο των Η.Π.Α., το δε Τεκμ. «4», ημερ. 16.8.02, αποτελείται από το «Corrected Order and Final Judgment Entered Nunc Pro Tunc To August 1, 2002», διορθώνοντας την απόφαση της 1.8.2002 με την οποία είχε εγκριθεί το «Class Action Settlement» με την AremisSoft. Από τα πιο πάνω απορρέει ότι το διαδικαστικό θέμα ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στην Κύπρο ως το lex fori ο μηχανισμός της Δ.9 θ.9
(1)και
(2), επιλύεται υπέρ των καθ΄ ων, ενόψει του γεγονότος ότι οι ενάγοντες δεν ενάγουν υπό την ιδιότητα τους ως μέλη του "class action". Η Δ.9 θ.9 προνοεί ότι όπου υπάρχει πληθώρα ατόμων που έχουν το ίδιο συμφέρον σε επίδικο ζήτημα, το Δικαστήριο μπορεί να εξουσιοδοτήσει ένα ή περισσότερα από αυτά τα άτομα να ενάγουν ή να υπερασπίσουν το επίδικο εκείνο θέμα εκ μέρους και για λογαριασμό όλων των ατόμων που έχουν το ίδιο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τον Θ.2, της Δ.9, θα πρέπει πριν την έκδοση του διατάγματος αυτού να προϋπάρξει πληρεξούσιο υπογραμμένο από όλα τα άτομα που θα τύχουν αντιπροσώπευσης πιστοποιημένο από Πρωτοκολλητή εξουσιοδοτώντας τα άτομα να αντιπροσωπεύσουν όλη την ομάδα. Στα σχόλια που γίνονται στο Annual Practice 1982, Tόμος 1, σελ. 236-37, κάτω από την αντίστοιχη Αγγλική Διαταγή Ο.15 r.12, που αντικατέστησε το προηγούμενο Ο.16, r.9, αλλά που για τους σκοπούς της παρούσας συζήτησης η έννοια παραμένει η ίδια, η διαταγή αυτή εφαρμόζεται όταν τα άτομα που θα αντιπροσωπεύσουν και τα άτομα που αντιπροσωπεύονται θα πρέπει να έχουν το ίδιο συμφέρον στην ίδια διαδικασία. Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα: «It is an essential condition of a representative action that the persons who are to be represented and the person or persons representing them should have the same interest in the same proceedings. (Mark & Co., Ltd. v. Knight S. S. Co., Ltd.,
(1910)2 K.B. 1021, C. A.). In order that this Rule should apply, the necessary qualifications to be satisfied are that all the members of the alleged class should have a common interest, that all should have a common grievance and that the relief is in its nature beneficial to all (Smith and Others v. Cardiff Corporation,
(1954)1 Q. B. 210, C. A.).» Κρίνεται ότι η πιο πάνω δικονομική διάταξη δεν έχει εφαρμογή στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ενόψει του γεγονότος ότι οι δύο ενάγοντες δεν αποτελούν μέρος της όλης ομάδας των 6.000 μετόχων και της εταιρείας, διότι δεν έχουν κοινό συμφέρον με αυτούς, ούτε και έχουν να λαμβάνουν χρήματα ή να δικαιούνται σε οποιαδήποτε άλλης μορφής θεραπεία από τους εναγόμενους. Με άλλα λόγια, δεν ανήκουν στο λεγόμενο «class action», αλλά εγείρουν την αγωγή υπό την ιδιότητα τους ως trustees, με υποχρέωση να προωθήσουν και να διαχειριστούν ορθά τις αξιώσεις της ομάδας των μετόχων και της ίδιας της εταιρείας, ώστε να επανακτηθούν προς όφελος της ομάδας και της εταιρείας τα χρήματα που κατ΄ ισχυρισμόν διασπάθισαν οι εναγόμενοι. Ως είναι γνωστό από το Δίκαιο της Επιείκειας, που σχετίζεται με τους καταπιστευματοδόχους, ο διορισμός ενός trustee επενεργεί ως μεταφέρων εις αυτόν τον νομικό τίτλο ή ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία και πρέπει να απονέμει στο κατάλληλο στάδιο στους δικαιούχους του εμπιστεύματος («beneficiaries»). Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τον Σύνδικο Πτώχευσης («Trustees in Bankruptcy»). Αυτό καθορίζεται άλλωστε και από το ίδιο το Trust Agreement (Exhibit A - μέρος Τεκμ. «2» της δήλωσης Lefton), όπου στο Section 4.2, σελ. 10, καθορίζεται ότι ο καταπιστευματοδόχος «.... shall hold legal title to all trust assets ...», στο δε Section 1.2, σελ. 4, αναφέρεται αφενός ότι ο χρεώστης, δηλαδή η εταιρεία, «.... hereby irrevocably transfers to the trustee .. all the right, title and interests of the debtor in and to the AremisSoft causes of action», αφετέρου δε μεταφέρονται εκ μέρους των class members, και πάλι «..... all the right, title and interests of the class members in and to the class claims». Να σημειωθεί επίσης ότι τα ίδια αναφέρονται και στη σελ. 26, στο Article 6 του Τεκμ. «2», στο Section 6.2, που τιτλοφορείται «Τransfer of causes of action». Κρίνεται ότι ορθή είναι η εισήγηση του κ. Μαρκίδη ότι η εφαρμοστέα διάταξη είναι αυτή της Δ.9 θ.8, που προνοεί ότι «Trustees, executors and administrators may sue and be sued on behalf of or as representing the property or estate of which they are trustees or representatives, without joining any of the persons beneficially interested in a trust or estate, and shall be considered as representing such persons; .». Η αντίστοιχη Αγγλική Δικονομική Διάταξη είναι το Ο.15 r.14 (Αnnual Practice - supra - σελ. 247, που επιτρέπει ακριβώς στους καταπιστευματοδόχους να ενεργήσουν και να εναγάγουν χωρίς τη συνένωση των δικαιούχων. Αυτό είναι λογική απόρροια του γεγονότος ότι ο trustee κατέχει τον νομικό τίτλο και θεωρείται στο Δίκαιο της Επιείκειας ότι επενεργεί για το συμφέρον του δικαιούχου και μόνο. Όπως αναφέρεται και στο Trustees Law, Κεφ. 193, στο εφαρμοστέο δίκαιο, άρθρο 2, οι εξουσίες που παρέχονται στους καταπιστευματοδόχους και που καθορίζονται στον Νόμο είναι επιπρόσθετες των εξουσιών που παρέχονται από έγγραφο το οποίο δημιουργεί το εμπίστευμα και καθορίζει τους καταπιστευματοδόχους. Αυτό έχει γίνει με τα σχετικά Τεκμ. «1»-«4» που αναφέρονται στη δήλωση Lefton, όπως έχει εξηγηθεί ήδη πιο πάνω. Όσον αφορά τα ουσιαστικά ζητήματα που ηγέρθησαν, όλη η πιο πάνω συλλογιστική των καθ΄ ων περί της προηγούμενης αναγκαιότητας εγγραφής και αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων των Η.Π.Α., δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Αυτό διότι κρίνεται ότι οι Nόμοι, στους οποίους στήριξε την εισήγηση του ο κ. Παπαφιλίππου, δηλαδή το Κεφ. 10, ο περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις Νόμος αρ. 11/76 και ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος αρ. 121
(1)/2000, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη διαδικασία που προωθούν εδώ οι ενάγοντες. Ορθά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο κ. Μαρκίδης υπέδειξε ότι δεν υπάρχει κανένα ζητούμενο να αναγνωρισθεί και εγγραφεί η Αμερικάνικη δικαστική απόφαση, ούτε και η αγωγή έχει βάση αυτή τη δικαστική απόφαση. Αυτό είναι ορθό διότι τα όποια δικαιώματα των εναγόντων αρύονται από την ιδιότητα που τους προσέδωσε η δικαστική αλλοδαπή απόφαση ακριβώς για να μπορέσουν να προωθήσουν αγωγές και στο εξωτερικό για ανεύρεση και συλλογή των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που εξανεμίσθηκαν. Δεν υπάρχει δηλαδή, με άλλα λόγια, σ΄ αυτό το στάδιο τελεσίδικη απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου η οποία να πρέπει να εγγραφεί και αναγνωρισθεί στην Κύπρο με σκοπό να προωθηθούν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης στην Κυπριακή επικράτεια. Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός όλων των πιο πάνω νομοθετημάτων που επικαλέσθηκε ο κ. Παπαφιλίππου, όπως φαίνεται και από τα εισαγωγικά μέρη αυτών. Για παράδειγμα, το Κεφ. 10 αναφέρεται σε «a law to make provision for the enforcement in the Colony of judgments given in foreign countries ..», το ίδιο δε επιδιώκεται και με τον Νόμο 121
(1)/00 και τον Νόμο 11/
- Είναι πρόδηλο ότι στην παρούσα υπόθεση με την καταχώριση της αγωγής οι ενάγοντες τώρα προωθούν τις αξιώσεις τους για να εκδώσουν σε κάποιο μελλοντικό στάδιο ενδεχομένως απόφαση υπέρ τους. Έπεται ότι τα όποια δικαιώματα των εναγόντων δεν έχουν ακόμα αποκρυσταλλωθεί τελεσιδίκως με δικαστική απόφαση για να τίθεται θέμα εγγραφής και αναγνώρισης της στην Κύπρο. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε σε αντινομία βάζοντας πρώτα την άμαξα και μετά το άλογο. Τα όσα αναφέρονται προς τους καταπιστευματοδόχους ενάγοντες και τα όσα εντέλλονται αυτοί με βάση τη φρασεολογία που χρησιμοποίησε το Αμερικάνικο Δικαστήριο, καθώς και οι προτροπές του Δικαστηρίου εκείνου προς χώρες και Δικαστήρια του εξωτερικού να αποδεχθούν την ιδιότητα των εναγόντων ως καταπιστευματοδόχων, δεν σημαίνουν τίποτε άλλο πέρα της δήλωσης του Αμερικανικού Δικαστηρίου προς κάθε τρίτο ότι έγινε στις Η.Π.Α. μια καθ΄ όλα νόμιμη διαδικασία με βάση τους εκεί νόμους, με συνακόλουθο νομότυπο διορισμό των εναγόντων ως καταπιστευματοδόχων για τα περαιτέρω. Δεν έχουν λιγότερο δικαίωμα οι ενάγοντες να εγείρουν την παρούσα και άλλες αγωγές στην Κύπρο απ΄ ότι θα είχε, για παράδειγμα, μια αλλοδαπή εταιρεία δεόντως συσταθείσα και εγγραφείσα στο εξωτερικό, η οποία εγείρει αγωγή εναντίον Κύπριου πολίτη ή εταιρείας που βρίσκεται στην Κύπρο. Σε περίπτωση αμφισβήτησης της ουσιαστικής νομικής υπόστασης μιας τέτοιας νομικής οντότητας, σίγουρα θα απαιτείτο στο στάδιο της ακρόασης της ουσίας της αγωγής να αποδειχθεί η εγγραφή και σύσταση της αλλοδαπής εταιρείας με βάση τον αλλοδαπό νόμο. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Οι ενάγοντες απέκτησαν την ιδιότητα των συνδιαχειριστών ή συνδίκων πτώχευσης με βάση κατ΄ αρχήν νομότυπες διαδικασίες που έγιναν στο εξωτερικό. Το ίδιο αποτέλεσμα, κατά το Δικαστήριο, και την ίδια ιδιότητα θα έφεραν οι ενάγοντες εάν διορίζονταν ως καταπιστευματοδόχοι με βάση ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο που καταρτίσθηκε στο εξωτερικό. Εφόσον θα αποδεικνυόταν η νομότυπη, κατά τους νόμους της χώρας στην αλλοδαπή, όπου συστάθηκε το καταπίστευμα, σύσταση αυτού, τότε δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί και η ιδιότητα των κατονομαζομένων στο συμφωνητικό ως καταπιστευματοδόχων. Η πιο πάνω θεώρηση επιλύει και την αμφισβήτηση των καθ΄ ων για την ιδιότητα των εναγόντων. Αναφέρεται στο σύγγραμμα των Dicey & Morris: The Conflict of Laws, 10η Έκδ., Τόμος 2, σελ. 725, ότι η ύπαρξη ή διάλυση μιας αλλοδαπής εταιρικής οντότητας που έχει συσταθεί ή διαλυθεί κάτω από τον νόμο της χώρας του εξωτερικού αναγνωρίζεται στην Αγγλία και κατ΄ επέκταση και κατ΄ αναλογία στην Κύπρο, κάτω από τις αρχές του Διεθνούς Ιδιωτικού Δικαίου. Επίσης, αναφέρεται στη σελ. 715 ότι η εκχώρηση της περιουσίας ενός πτωχεύσαντα στους αντιπροσώπους των πιστωτών κάτω από την πτωχευτική διαδικασία μιας ξένης χώρας θεωρείται ως εκχώρηση της κινητής περιουσίας του πτωχεύσαντα που βρίσκεται στην Αγγλία. Στο σχετικό σχόλιο στη σελ. 716 αναφέρεται ότι η γενική αρχή του Αγγλικού νόμου είναι ότι η πτώχευση ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία πτωχευτικής φύσεως σε μια ξένη χώρα τα Δικαστήρια της οποίας έχουν δικαιοδοσία επί του πτωχεύσαντα, λειτουργεί ως εκχώρηση στον «.... trustee, assignees, curators, syndics or others ...» και αναγνωρίζεται στην Αγγλία. Στη σελ. 717 σχολιάζεται επίσης ότι: «It was at one time disputed whether a foreign trustee in bankruptcy could sue in that capacity in England to recover a debt due to the bankrupt. However, on proof that the foreign trustee has in his own name to recover such debts, an English court will now clearly recognize his right thus to sue in England.» Συνάγεται ότι οι δύο ενάγοντες οι οποίοι έχουν διορισθεί ως trustees in bankruptcy με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου των Η.Π.Α. ημερ. 29.7.01, δικαιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία αναγνώρισης στην Κυπριακή επικράτεια ή κατόπιν έγκρισης της έγερσης της αγωγής από Κυπριακό Δικαστήριο. Το άρθρο 29(γ) του Νόμου 14/60 αναγνωρίζει το κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας ως ισχύουσες στην Κύπρο και δίνει αναγνώριση στις αρχές του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου και οποιαδήποτε σχετική αξίωση μπορεί να ενταχθεί σ΄ αυτό. Όπως έχει επανειλημμένα εξηγηθεί, το κοινοδίκαιο και οι κανόνες της επιείκειας είναι σε διαρκή εξέλιξη και είναι εύπλαστοι κανόνες ακριβώς για να μπορούν να τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε αναγκαία περίσταση. Το θέμα πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, το σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική: «Το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο, οι Κανόνες της Επιείκειας και η εφαρμογή τους στην Κύπρο», ειδικά στο Μέρος Δεύτερο, Κεφ.
- Το κοινοδίκαιο επιτρέπει, άλλωστε, και την έγερση αγωγής βασισμένης σε αλλοδαπή απόφαση ως αιτία αγωγής (που δεν είναι βέβαια η περίπτωση εδώ), εάν κατά τα άλλα αυτή δεν είναι εγγράψιμη, κατά το Κεφ. 10, ή άλλα νομοθετήματα (Κωνσταντίνου ν. Εκδοτικής Εταιρείας Δημόκριτος Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ 206, σελ. 217-8). Η απόφαση Kamouh v. Associated Electrical Industries International Ltd, The Times 6.10.78, στην οποία βασίσθηκε ο κ. Παπαφιλίππου για να δείξει ότι θα έπρεπε να προηγηθεί δικαστική αναγνώριση στην Κύπρο της ιδιότητας των εναγόντων, δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η υπόθεση Kamouh αφορούσε το δικαίωμα Λιβάνιου πολίτη, ο οποίος κάτω από τον Λιβανέζικο Νόμο διορίσθηκε ως διαχειριστής του άφαντος αδελφού του, να εγείρει αγωγή στην Αγγλία με βάση τον τίτλο που έλαβε από τον Λίβανο. Αποφασίστηκε ότι δεν μπορούσε να εγερθεί αγωγή στην Αγγλία στο όνομα του διαχειριστή για την ανάκτηση χρεών του άφαντος προσώπου, εκτός και αν προηγουμένως λαμβανόταν άδεια για να πιστοποιηθεί ο θάνατος και να ληφθεί στην Αγγλία το σχετικό παραχωρητήριο. Όμως, όπως λέχθηκε στην ίδια απόφαση, στην περίπτωση ατόμων που εγείρουν αγωγή ως σύνδικοι πτώχευσης, τότε δεν χρειάζεται η προηγούμενη αναγνώριση στην Αγγλία, εδώ στην Κύπρο, της ιδιότητας αυτής. Αυτό επιβεβαιώνεται, ως έχει αναλυθεί και στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20.2.06, και με βάση τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Dicey and Morris: The Conflict of Laws, 13η Έκδ., σελ. 1185, ότι ενώ παλαιότερα αμφισβητείτο κατά πόσο ένας αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης θα μπορούσε να εγείρει αγωγή υπό την ιδιότητα του εκείνη στην Αγγλία για την ανάκτηση χρέους που οφείλετο στον πτωχεύσαντα, εντούτοις, αναγνωρίζεται πλέον το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του συνδίκου πτώχευσης, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ότι ο αλλοδαπός σύνδικος πτώχευσης ή εμπιστευματοδόχος έχει δεόντως διορισθεί στην αλλοδαπή και έχει δικαίωμα να εγείρει την αγωγή στο όνομα του. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδ., Τόμος 8
(1), στη σελ. 769, παρ. 1069, αναφέρεται ότι το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να εναγάγει ή να εναχθεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα είναι ζήτημα που αφορά κάποτε το lex causae και κάποτε το lex fori. Το πρώτο καθορίζει πότε ένας εμπιστευματοδόχος ή σύνδικος πτώχευσης μπορεί να εγείρει αγωγή και αν μπορεί με τον Νόμο που λαμβάνεται στη χώρα του διορισμού του, τότε το δεύτερο, δηλαδή το lex fori, θα αναγνωρίσει τον τίτλο αυτό. Πρόδηλο είναι από όλα τα πιο πάνω ότι εδώ οι ενάγοντες παρουσιάζονται να έχουν δεόντως διορισθεί ως εμπιστευματοδόχοι-σύνδικοι πτώχευσης μετά από διαδικασία που έγινε στις Η.Π.Α. και έτυχε δικαστικής αναγνώρισης και επομένως δεν είναι ούτε ανύπαρκτα πρόσωπα, ούτε και είναι άτομα χωρίς νομιμοποίηση. Όπως έχει λεχθεί και στην απόφαση ημερ. 20.2.06, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να είχαν διορισθεί και με ιδιωτική συμφωνία δημιουργίας εμπιστεύματος, οπότε και θα είχαν κάθε δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή νομιμοποιούμενοι προς τούτο από το ίδιο το συμφωνητικό έγγραφο. Δεν διαφέρει όμως εδώ η περίπτωση διότι οι ενάγοντες διορίσθηκαν με βάση δικαστικές αποφάσεις αναγνώρισης της ιδιότητας τους να ενεργούν ως εμπιστευματοδόχοι της υπό πτώχευση AremisSoft στην προσπάθεια τους να συλλέξουν ό,τι είναι δυνατό προς αποκατάσταση της ζημιάς την οποία υπέστησαν και οι μέτοχοι και η εταιρεία. Σε καμία περίπτωση η ιδιότητα αυτή δεν εδράζεται σε προηγούμενη αναγνώριση της δικαστικής απόφασης των Η.Π.Α. στην Κύπρο. Με κανένα τρόπο δεν σκοπείται η αναγνώριση της απόφασης των Η.Π.Α. για σκοπούς εκτέλεσης, που όπως προαναφέρθηκε είναι και ο σκοπός των διαφόρων νομοθετημάτων που επικαλέστηκε ο συνήγορος των αιτητών. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί και το εξής. Η Δ.27 θ.3, στην οποία στηρίζεται κατά κύριο λόγο η αίτηση, δίνει το δικαίωμα να καταχωρηθεί σχετική αίτηση χωρίς την υποστήριξη συνοδευτικής ένορκης δήλωσης. Αυτό, διότι όπως προδιαγράφει η Δ.48 θ.9(ο), το δικαίωμα αντλείται ".. where the pleadings show the action or defence to be frivolous or vexatious". Kατά συνέπεια, η αίτηση πρέπει να στηρίζεται επί των ιδίων των γεγονότων που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης. Εδώ οι αιτητές στήριξαν την αίτηση στο φάκελο της δικογραφίας, την παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης και στα Τεκμ. "1", "2" και "3" της ένορκης δήλωσης R. Lefton, ημερ. 21.7.05, που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης των εναγόντων για προσωρινά διατάγματα. Τα ίδια επανέλαβε ο κ. Παπαφιλίππου αγορεύοντας, αποδεχόμενος "για σκοπούς αίτησης" ότι ισχύει το Τεκμ. "1" της δήλωσης Lefton, από πλευράς γεγονότων. Εντοπίζεται όμως μια αντινομία σ΄ αυτή τη θέση με τη θέση που είχαν οι ίδιοι οι αιτητές στα πλαίσια της ένστασης τους στα Προσωρινά Διατάγματα, όπου αμφισβήτησαν τη δήλωση Lefton και τα σχετικά τεκμήρια, ειδικά τα Τεκμ. "1", "2" και "3" (δέστε, μεταξύ άλλων, παρ. 9 της δήλωσης Μελετίου στην ένσταση). Δεν δύνανται οι εναγόμενοι αλλού να επικαλούνται άρνηση των γεγονότων και αλλού να τα αποδέχονται. Μια διαφορά, όπως ενσωματώνεται στο φάκελο της αγωγής, είναι ενιαία και οι θέσεις των διαδίκων πρέπει να κρυσταλλώνονται με σαφήνεια και να διέπουν κατά τον ίδιο τρόπο κάθε πτυχή της υπόθεσης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των αιτητών-εναγομένων και υπέρ των καθ΄ ων-εναγόντων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο