ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΣΗΣ ν. CYBER GROUP LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1488/01, 29 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1488/01 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΣΗΣ Ενάγοντας και CYBER GROUP LIMITED Εναγομένων 29 Μαρτίου, 2006. Για τον Ενάγοντα: κα Κωνσταντίνου. (Για να ακούσει απόφαση η κα Χριστοδούλου) Για τους Εναγόμενους: κα Καραβιώτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων διεκδικεί: Α. Το ποσό £5.000 οφειλόμενο από τους εναγομένους προς τον ενάγοντα με βάση εγγράφου συμφωνίας ημερ. 18.1.2000 ή και ως αποζημίωση οφειλόμενη από τους εναγομένους προς τον ενάγοντα με βάση ή και για παράβαση συμφωνίας ημερ. 18.1.2000 ή και το αυτό ποσό οφειλόμενο από τους εναγομένους προς τον ενάγοντα με βάση το άρθρο 3
(3)του Ν.42
(1)/2000 ή και με βάση το άρθρο 58Α
(2)(β) των περί Αξιών & Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων του 1993 έως (αρ. 4) του 2000 ή και ως αποζημίωση για τη ζημιά την οποία υπέστη ο ενάγοντας λόγο της από τους εναγομένους παραβάσεως συμφωνίας ημερ. 18.1.2000 ή και άλλως πως. Β. Τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των £5.000 από 18.1.2000 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει συμφωνίας ημερ. 18.1.2000 ή και άλλως πως. Γ. Νόμιμον τόκον. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης οι συνήγοροι των διαδίκων δεν προσκόμισαν προφορική μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους αλλά η υπόθεση τους στηρίχθηκε σε κοινά παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία έχουν ως ακολούθως:
- Ο Ενάγοντας κατά ή περί την 18/1/00 υπόγραψε έγγραφο (του οποίου η νομική υπόσταση παραμένει να εξακριβωθεί) με τίτλο «LETTER OF INTENT» για αγορά μετοχών με την διαδικασία της ιδιωτικής τοποθέτησης, συνολικής αξίας Λ.Κ.5.000 της Εναγόμενης εταιρείας. Κατατέθηκε από κοινού έγγραφο με τίτλο «LETTER OF INTENT» ημερ. 18/1/00 ως Τεκμήριο
- Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι εισέπραξαν προς το σκοπό της αγοράς μετοχών από τον Ενάγοντα με ιδιωτική τοποθέτηση το ποσό των Λ.Κ.5.
- Οι Εναγόμενοι κατέθεσαν αίτηση για εισαγωγή των μετοχών τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 15/6/
- Οι Εναγόμενοι απέστειλαν την 26/9/00 επιστολή στον Ενάγοντα με την οποία αφ' ενός αναγνώριζαν την είσπραξη από αυτόν του ποσού των Λ.Κ.5.000 και αφ' ετέρου τον πληροφορούσαν ότι η αίτηση του για απόκτηση μετοχών είχε γίνει αποδεκτή. Κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της υπό αναφοράς επιστολής ημερ. 26/9/
- Οι Εναγόμενοι εξέδωσαν την 27/9/00 Τίτλο Μετοχών επ' ονόματι του Ενάγοντα για 7142 (επτά χιλιάδες εκατόν σαράντα δύο) μετοχές, ο οποίος αποστάληκε ταχυδρομικώς και παραλήφθηκε από τον Ενάγοντα κατά ή περί τις αρχές Οκτωβρίου
- Ο Ενάγοντας έχει απολέσει τον Τίτλο.
- Ο Ενάγοντας, στις 30/10/00 ζήτησε επιστροφή των χρημάτων του από την Εναγόμενη εταιρεία με επιστολή του, η οποία κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο
- Οι Εναγόμενοι είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα την Λευκωσία.
- Οι Εναγόμενοι είχαν προηγουμένως την ονομασία MIS N TED LTD και μετά ταύτα άλλαξαν την ονομασία τους σε CYBER GROUP LTD.
- Οι Εναγόμενοι δεν επέστρεψαν το αιτούμενο ποσό στον Ενάγοντα.
- Η αίτηση των Εναγομένων για εισαγωγή των μετοχών τους στο ΧΑΚ τελικώς απεσύρθηκε κατά ή περί τον Ιούλιο
- Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα στην αγόρευσή της εισηγήθηκε ότι το έγγραφο ημερομηνίας 18.1.00 (Τεκμήριο 1) συνιστά συμφωνία εν τη εννοία του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.
- Οι εναγόμενοι δεσμεύθηκαν υπό όρους από το εν λόγω έγγραφο εισπράττοντας την ίδια μέρα ποσό £5.000 (ήτοι το αντάλλαγμα) προκειμένου να εκδώσουν μετοχές επ΄ ονόματι του ενάγοντα. Για να είναι έγκυρη και δεσμευτική η σύμβαση έπρεπε να δοθεί η αντιπαροχή από τους εναγομένους προς τον ενάγοντα η οποία κατά το χρόνο υπογραφής τους δεν είχε ακόμα δοθεί και η οποία δεν ήταν παρά η έκδοση τίτλων μετοχών επ΄ ονόματι του ενάγοντα εντός 3 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Με βάση τα πιο πάνω εισηγήθηκε ότι ήταν περίπτωση σύμβασης υπό αίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Περί Συμβάσεως Νόμου, αφού η συμφωνία θα διαλυόταν στην περίπτωση που τρεις μήνες μετά την υπογραφή της η εταιρεία δεν προχωρούσε στην έκδοση τίτλων μετοχών της εταιρείας στον ενάγοντα, σύμφωνα με την παράγραφο D του Τεκμηρίου
- Εισηγήθηκε επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κεφ. 149, σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση της έκδοσης των τίτλων επ΄ ονόματι του ενάγοντος. Από τη στιγμή που η αντιπαροχή για τη σύμβαση μεταξύ των μερών ορίστηκε να δοθεί εντός τριών μηνών από την υπογραφή της, αυτό δηλώνει ότι την 18.4.00 η συμφωνία ημερ. 18.1.00 ήταν νομικά εκτελεστή ή ουδέποτε υφίστατο δεδομένου ότι θα εξέλειπε η αντιπαροχή και η συμφωνία αυτοδικαίως καθίστατο άκυρη με τις πρόνοιες του άρθρου 35 του Κεφ.
- Ήταν επίσης η θέση της ότι 18.4.00 δεν υπήρχε συμφωνία και οι εναγόμενοι όφειλαν να επιστρέψουν τις £5.000 στον ενάγοντα σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 όσο και με βάση τις πρόνοιες του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ήταν επίσης η θέση του ενάγοντα ότι ουδέποτε ο ενάγοντας αποδέχθηκε τη μεταγενέστερη έκδοση μετοχών αλλά αντιθέτως ενημέρωσε άμεσα την εναγόμενη ότι επιθυμούσε την επιστροφή των χρημάτων του παραπέμποντας στην επιστολή του ενάγοντα ημερ. 31.10.
- Το γεγονός της αποστολής των μετοχών στον ενάγοντα δεν μπορούσε να ενεργοποιήσει ανύπαρκτη πλέον συμφωνία και ούτε μπορεί να υποχρεώσει τον ενάγοντα να αποδεχθεί τις μετοχές. Ήταν επίσης εισήγηση του ενάγοντα ότι ουδέποτε έγινε ή έπρεπε να γίνει μέτοχος της εταιρείας και δεν ζητά πίστωση μετοχικού κεφαλαίου αφού δεν ήταν μέτοχος της εταιρείας. Περαιτέρω και εναλλακτικά εισηγήθηκε ότι ακόμη και αν ευρίσκετο σε ισχύ η συμφωνία τότε ενεργοποιούνται οι πρόνοιες των άρθρων 3 και 58 του περί Αξιών και Αξιών Χρηματιστηρίου Νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 42
(1)/00. Ήταν η θέση της ότι έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 58Α
(3)(β) που αφορά την παρούσα υπόθεση και πρέπει να επιστραφούν τα χρήματα που ο ενάγοντα κατέβαλε προς την εναγομένη. Η συνήγορος των εναγομένων στη δική της εμπεριστατωμένη αγόρευση, εισηγήθηκε ότι το Τεκμήριο 1 δεν έχει μορφή συμφωνίας αλλά αίτησης η οποία μετουσιώθηκε σε συμφωνία ημερ. 26.9.00 ότε έγινε αποδοχή της αίτησης. Δεν συνιστά σύμβαση υπό αίρεση με βάση τα άρθρα 31 και 32 του Περί Συμβάσεως Νόμου, ούτε υπάρχει τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός. Ακόμη και αν μπορούσε να εξεταστεί παράβαση σύμβασης θα ετίθετο θέμα απόδειξης ζημιάς και δεν προσκομίστηκε τέτοια μαρτυρία. Ούτε υπάρχει μαρτυρία για ύπαρξη ή παράβαση συμφωνίας. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι ακόμη και αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι υπήρχε έγκυρη συμφωνία, ο ενάγοντας απεμπόλισε και/ή παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του (waived his rights) στη βάση των όσων διαλαμβάνει ο όρος D του Τεκμηρίου 1. Ήταν περαιτέρω εισήγηση της ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να στηριχθεί εναλλακτικά πάνω στο άρθρο 3
(3)και/ή 58Α
(2)(β) του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, Ν.14
(1)/1993 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.42
(1)/2000 αφού δεν γίνεται αναφορά στην επιστολή του ενάγοντα, Τεκμήριο 3. Ήταν τέλος η θέση της επίσης ότι ακόμη και αν το Δικαστήριο αποφάσιζε ότι μπορεί ο ενάγοντας να στηρίξει την απαίτηση του το άρθρο 3
(3)του πιο πάνω νόμου, η απαίτηση πρέπει να πάλι να απορριφθεί αφού στο άρθρο αυτό δεν έχει νομική ισχύ γιατί συγκρούεται με πρόνοιες του Κεφ. 113 και ειδικότερα τη μείωση κεφαλαίου της εταιρείας χωρίς τη διαδικασία που προβλέπεται από το Κεφ. 113. Ο Ν.42
(1)/2000 κατέστη ανενεργός και/ή καταργήθηκε ως αποτέλεσμα των συνδυασμένων προνοιών του Ν.135
(1)/2000, 141
(1)/2000 και 9
(1)2001 καθώς και ως αποτέλεσμα της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 13.12.1976 όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο αυτό είναι αντισυνταγματικό ως αντίθετο με τις πρόνοιες του Άρθρου 25 του Συντάγματος καθώς αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση στο δικαίωμα των Εναγομένων να οργανώνουν ελεύθερα τη διεξαγωγή των εργασιών τους με σκοπό το κέρδος και/ή τους εμποδίζει και/ή περιορίζει ανεπίτρεπτα την ελεύθερη άσκηση της εργασίας και/ή επιχείρησής τους. Παραβιάζει την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 28 του Συντάγματος δημιουργώντας αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των μετόχων της Εταιρείας των Εναγομένων και/ή μεταξύ των πιστωτών τους και/ή μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών. Επίσης προσκρούει στην Συνταγματική αρχή του Διαχωρισμού των εξουσιών αφού παρακάμπτει την δικαστική εξουσία προβλέποντας στην περίπτωση της υπόθεσης αυτής ουσιαστικά μείωση του εκδομένου κεφαλαίου των Εναγομένων χωρίς να προηγηθεί άδεια του δικαστηρίου όπως προβλέπεται στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.
- Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά το πιο πάνω άρθρο καθιστά την διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δέσμια αφού δεν παρέχει δυνατότητα στο δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα για μείωση κεφαλαίου από τους Εναγόμενους προς προστασία των συμφερόντων των πιστωτών και/ή των υπόλοιπων μετόχων των Εναγομένων. Θα προσεγγίσω τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα διαδικασία υπό το φως των κοινά παραδεκτών γεγονότων των νομικών αρχών που σχετίζονται με αυτά και των εισηγήσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών. Εξετάζοντας τη θέση του ενάγοντα ότι το Τεκμήριο 1 συνιστά συμφωνία υπό αίρεση της έκδοσης τίτλων από τους εναγομένους εντός τριών μηνών και αφού αυτοί δεν εκδόθηκαν εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος, η συμφωνία ήταν άκυρη και οι εναγόμενοι θα πρέπει να επιστρέψουν το ποσό των £5.
- Το θέμα θα πρέπει να λυθεί με προσφυγή στις αρχές του δικαίου των Συμβάσεων. Ο τρόπος που λειτουργεί μια συμφωνία υπό αίρεση και το πότε μια συμφωνία θεωρείται ότι είναι υπό αίρεση καλύπτονται από τις πρόνοιες των άρθρων 31 μέχρι 35 του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel "The Law of Contract 8th Edn." Pg. 58-62, μια συμφωνία θεωρείται υπό αίρεση (conditional) εάν η εφαρμογή της εξαρτάται από ένα γεγονός το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι θα επέλθει. Υπόκειται δηλαδή σε ένα αβέβαιο ή ενδεχόμενο γεγονός (contingency). Αυτού του είδους οι όροι μπορεί να είναι προγενέ-στεροι ή μεταγενέστεροι (precedent or subsequent conditions). Ο πρώτος είναι όρος ο οποίος προνοεί ότι η σύμβαση δεν θα είναι δεσμευτική μέχρις ότου το συγκεκριμένο γεγονός επισυμβεί, ενώ ο δεύτερος προνοεί ότι μια ήδη δεσμευτική σύμβαση θα τερματίζεται όταν ή εάν επισυμβεί κάποιο γεγονός. Σε σύμβαση η οποία υπόκειται σε τέτοιου είδους προγενέστερο συμβάν, κανένας των συμβαλλομένων δεν αναλαμβάνει υποχρέωση ότι θα συμβεί το γεγονός εκείνο, πλην όμως μπορεί να εναποτίθεται σε συμβαλλόμενο κάποιου βαθμού υποχρέωση να ασκήσει εύλογες προσπάθειες ώστε να ικανοποιηθεί ο συμφωνηθείς όρος. Αναφέρονται στο σύγγραμμα σαν παραδείγματα περιπτώσεις συμβάσεων με τις οποίες γίνεται αγοραπωλησία αγαθών η οποία όμως υπόκειται π.χ. σε εξασφάλιση άδειας εξαγωγής ή εισαγωγής. Ή ακόμα σε περιπτώσεις όπου καταρτίζεται μια συμφωνία, αλλά υπόκειται στην έγκριση του Δικαστηρίου. Υπό τέτοιες συνθήκες η απαιτούμενη αποδοχή ή έγκριση άλλου προσώπου ή οργάνου πρέπει να επιζητηθεί. Όμως η κυρίως συμφωνία δεν καθίσταται δεσμευτική μέχρις ότου δοθεί έγκριση ή συγκατάθεση. Εάν δεν δοθεί, τότε η κύρια υποχρέωση δεν έχει ισχύ. (Βλ. Treitel (ανωτέρω) σελ. 60.61). Στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης οι διάδικοι μέσω του Τεκμηρίου 1 δεν προέβλεψαν για συνακόλουθο της σύμβασης γεγονός ούτε για επέλευση μελλοντικού ή αβέβαιου γεγονότος αλλά ότι οι μετοχές (δηλαδή η ίδια η αντιπαροχή) θα εκδίδοντο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου
- Με βάση τα πιο πάνω δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί συμφωνία υπό αίρεση. Αλλά ακόμη και αν η διαπίστωση του Δικαστηρίου ήταν ότι ήταν συμφωνία υπό αίρεση αυτή δεν θα μπορούσε να βοηθήσει τον ενάγοντα, έχοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός αφού η Απαίτηση του στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας και όχι σε συμφωνία υπό αίρεση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω το Τεκμήριο
- Από το περιεχόμενο του, είμαι της άποψης ότι, το έγγραφο αυτό, αποτελεί συμφωνία για αγορά από τον εναγόμενο μετοχών της εναγομένης εταιρείας με ιδιωτική τοποθέτηση (private placement). Αν και η συμφωνία αυτή δεν έγινε με το όνομα της εναγομένης εταιρείας αλλά της εταιρείας MIS NTED LTD μέσω του διευθυντή της από την παράγραφο Α του Τεκμηρίου 1 αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι αυτή μετονομάστηκε με το όνομα της εναγομένης εταιρείας και έτσι η εναγομένη εταιρεία δεσμεύεται από αυτή. Όπως επίσης προκύπτει από τον όρο Β της εν λόγω συμφωνίας ο ενάγοντας πρόσφερε το ποσό των £5.000 προς το σκοπό εκδόσεως μετοχών με τη διαδικασία της ιδιωτικής τοποθέτησης. Επιπρόσθετα με τον όρο D της συμφωνίας η εναγομένη εταιρεία ανέλαβε να εκδώσει τις εν λόγω μετοχές εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της συμφωνίας και ταυτόχρονα ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει το πιο πάνω ποσό με τόκο 8% σε περίπτωση που δεν εκδίδοντο οι εν λόγω μετοχές μέσα σε 15 ημέρες από την πάροδο των τριών μηνών που αναφέρθηκε πιο πάνω. Η υπογραφή του πιο πάνω εγγράφου και από τις δύο πλευρές δημιούργησε συμβατική σχέση στις 18.1.00 μεταξύ των μερών. Από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι το ποσό των £5.000 εισπράχθηκε και ήταν κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι εισπράχθηκε στις 18.1.
- Δοθέντος αυτού του γεγονότος και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είχαν εκδοθεί οι τίτλοι τρεις μήνες, από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και ούτε επιστράφηκε το ποσό των £5.000 εντός 15 ημερών ως ο όρος D της συμφωνίας, θα εξετάσω τις συνέπειες που προκύπτουν από την αδράνεια του ενάγοντα μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, έχοντας υπόψη ότι οι εναγόμενοι στις 26.9.00 απέστειλαν επιστολή προς τον ενάγοντα με την οποία αφενός αναγνώριζαν την είσπραξη του εν λόγω ποσού και αφετέρου πληροφορούσαν τον ενάγοντα ότι η απόκτηση μετοχών των εναγομένων έγινε αποδεκτή και ότι στις 27.9.00 εξέδωσαν τίτλο μετοχών προς τον ενάγοντα τις οποίες ο ενάγοντας παρέλαβε περί τις αρχές Οκτωβρίου. Ήταν η θέση των εναγομένων η οποία δικογραφείται στις παραγράφους 4 και 6 της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας απεμπόλησε και/ή παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του (waived his rights) στη βάση των όσων διαλαμβάνει ο όρος D της συμφωνίας, επικαλούμενοι τα πιο πάνω γεγονότα. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της παραίτησης έχουν εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Georghios HadjiYiannis v. Attorney General of the Republic
(1970)1 CLR 32 κρίθηκε ότι η αδράνεια της μιας πλευράς μετέδιδε σαφώς το μήνυμα στην άλλη πως η τήρηση ορισμένων όρων δεν θα αποτελούσε πρόβλημα, η συμπεριφορά αυτή σήμαινε παραίτησή τους και συνιστούσε κώλυμα στη μελλοντική επίκληση των παραβάσεων προς αποφυγή της σύμβασης. Στην υπόθεση Nicos K. Shakolas v. Sofronios Michaelides and Another
(1967)1 CLR 290 κρίθηκε ότι η συμπεριφορά των αγοραστών με διαδοχική αποδοχή καθυστερημένων παραδόσεων, κάτω από τις περιστάσεις, συνιστούσε παραίτησή τους από το δικαίωμα να επικαλεστούν, προς τερματισμό της σύμβασης, την πρόνοια αναφορικά με το χρόνο παράδοσης. (Βλ. επίσης Πελεκάνου κ.α. ν. Πελεκάνου
(2001)1(Γ)ΑΑΔ σελ. 1768). Με βάση τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι ο ενάγων απεμπόλησε και παραιτήθηκε του δικαιώματος του σχετικά με την επιστροφή του ποσού των £5.000 κάτω από την παράγραφο D του Τεκμηρίου 1 αφού με την αγορά μετοχών, έχοντας υπόψη ότι αν και παρήλθαν οι 15 μέρες μετά τις 18.4.00 ότε έπρεπε να επιστραφούν τα χρήματα, αδράνησε αλλά δεν αντέδρασε ούτε όταν στάληκε επιστολή ημερ. 26.9.00 από τους εναγομένους. Επίσης ακόμη και όταν παραδόθηκαν οι τίτλοι σε αυτόν αρχές Οκτωβρίου απέστειλε επιστολή μόλις στις 30 Οκτωβρίου. Με την καταβολή του τιμήματος και την παράδοση των τίτλων ολοκληρώθηκε η σύμβαση η οποία ουδέποτε προηγουμένως τερματίστηκε από τον ενάγοντα (Βλ. Παύλος Στιβαρού ν. Κλειώ Χ" Κώστα, Πολιτική Έφεση 10376 ημερ. 4.4.2002). Επίσης με την εκτέλεση της συμφωνίας δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Συνεπώς η πιο πάνω βάση αγωγής απορρίπτεται. Αλλά ακόμη και αν δεχόμουν ότι δεν υπήρχε παράβασηαίτηση από τον εν λόγω όρο της συμφωνίας από πλευράς ενάγοντααγομένων και πάλι δεν θα δημιουργήτο δικαίωμα αποζημιώσεως αφού δεν αποδείχθηκε με μαρτυρία η ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας. (Βλ. Labertas Fisheries Ltd v. Παναγιώτη Ζαρβού, Πολ. Έφεση 11512 ημερ. 5.7.2004). Η υπό εξέταση υπόθεση αφορά πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω και την εφαρμογή του Νόμου 42
(1)/2000. Ο ενάγοντας στηρίζει την απαίτησή του στα άρθρα 3
(3)και 58Α του πιο πάνω Νόμου. Το άρθρο 58Α δημιουργεί για τον αγοραστή αξίωση επιστροφής του ποσού που κατέβαλε για απόκτηση μετοχών σε περίπτωση που παρέλθουν τρεις μήνες από την ημερομηνία υποβολής για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο αν του έχουν μεν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθείς στο Χρηματιστήριο. Παράλληλα ο Ν.42
(1)/2000 περιέχει μεταβατική διάταξη (άρθρο 3) που ρυθμίζει παρόμοιας φύσεως ζητήματα και καλύπτει περιπτώσεις όπου τα ποσά είχαν ήδη εισπραχθεί πριν την έναρξη της ισχύος του Ν.42/2000, δηλαδή πριν από την 7.4.00. Στην παρούσα περίπτωση αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι το ποσό των £5.000 εισπράχθηκε και ήταν κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι εισπράχθηκε στις 18.1.00 άρα δεν έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 58Α. Το άρθρο 3
(3)(πιο πάνω) προνοεί πως: «Οποιοσδήποτε εκδότης ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή πρόσωπο έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας πριν από την έναρξη ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000, με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, υποχρεούται εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία επιβολής της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, και εφόσον το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά ή αντάλλαγμα σ΄ αυτούς που τα κατέβαλαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ταυτόχρονα με την επιστροφή των σχετικών τίτλων: Νοείται ότι εφόσον το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι δεόντως και επαρκώς στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη σύμφωνα με τους χρηματιστηριακούς κανονισμούς και ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για μη έγκριση της αίτησης και ότι η καθυστέρηση για έγκριση δεν οφείλεται στον αιτητή, δύναται να παρέχει λογική παράταση χρόνου στον αιτητή όσον αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών.» Με βάση τα πιο πάνω θα πρέπει να κριθεί ότι ο ενάγοντας απέδειξε τα εξής: (α) Ήταν ενδιαφερόμενος αγοραστής, (β) κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα (γ) σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο, (δ) για την αγορά μετοχών σύμφωνα με το 3
(1)(ε) ότι παρήλθαν τρεις μήνες από την υποβολή της αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή ότι απερρίφθη η αίτηση για εισαγωγή τους και (στ) ότι μετά πάροδον των τριών μηνών ή μετά την απόρριψη της αίτησης ζήτησε γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή του ανταλλάγματος. Είναι η θέση της υπεράσπισης πως η περίπτωση του ενάγοντα δεν καλύπτεται από το εν λόγω άρθρο. Η θέση εδράζεται στο λεκτικό της επιστολής του ενάγοντα ημερ. 30.10.00 και στο γεγονός ότι στηρίζεται η απαίτησή του σε παράβαση του όρου D του Τεκμηρίου 1 και όχι στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Έχοντας υπόψη ότι το υπό κρίση άρθρο το οποίο δεν καθορίζει τύπο ή λεκτικό ούτε υποχρέωση του αγοραστή να επικαλεσθεί στο αίτημα του το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου αλλά απλώς να ζητήσει γραπτώς τα χρήματά του, βρίσκω ότι η επιστολή του ενάγοντα, Τεκμήριο 3, εμπίπτει στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Όμως η θέση των εναγόντων ότι οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου δεν μπορούν να εφαρμοσθούν βρίσκει έρεισμα σε σχέση με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από το σύνολο της δικογραφίας. Την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση. Η ίδια η δίκη δρομολογείται με βάση τις θέσεις που οριοθετούνται από τη δικογραφία η οποία αποτελεί το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχθεί μαρτυρία εκτός δικογράφων και να ενεργήσει βασιζόμενο σε αυτή. Είναι υποχρέωση του, έστω και αν εισαχθεί μαρτυρία εκτός δικογράφων να την αγνοήσει. Όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης κύρια βάση της υπό εκδίκαση αγωγής αποτελεί η παράβαση συμφωνίας ημερ. 18.1.00. Στις λεπτομέρειες της έκθεσης αυτής εντοπίζονται μόνο τα ακόλουθα με το, υπό εξέταση σ΄ αυτό το στάδιο, ζήτημα: «10. Επειδή και πάλιν, μετά από την επιστολή των Εναγομένων ημερ. 2.11.2000, οι Εναγόμενοι δεν επλήρωσαν ούτε και επέστρεψαν προς τον Ενάγοντα το ρηθέν ποσό των £5.000 πλέον τόκους, ο Ενάγων συνέχισε να ζητά τα χρήματά του σύμφωνα με την ρηθείσαν συμφωνία ημερ. 18.1.2000 ή και σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου 42
(1)/2000 ή και δυνάμει των σχετικών προνοιών των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου νόμων του 1993 έως
(4)του 2000 περιλαμβανομένου και του άρθρου 58Α
(2)(β).» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν έχουν δικογραφηθεί οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου και ειδικότερα δεν γίνεται μνεία αν έγινε αίτηση και πότε από την εναγόμενη εταιρεία για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο ούτε αν παρήλθαν τρεις μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η έκθεση απαίτησης δεν καλύπτει τα πλαίσια της απαιτούμενης δικογράφησης ούτως ώστε ναΩς εκ τούτου δεν δικαιολογείται η εξέταση των ισχυρισμών για πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων του Νόμου έστω και αν τέθηκε μαρτυρία για τα πιο πάνω ενώπιον του Δικαστηρίου. Έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η μαρτυρία που αφορά την υποβολή αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ από την εναγομένη εταιρεία ούτε οτιδήποτε άλλο που δεν καλύπτεται από τη δικογραφία. Εν όψει των πιο πάνω αναπόφευκτα απορρίπτεται η αξίωση του ενάγοντα η οποία στηρίζεται στην εφαρμογή του πιο πάνω νόμου. Με βάση τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο