Μιχάλη Λυσάνδρου ν. C T Tobacco Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 571/05, 31 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 571/05 Μεταξύ: Μιχάλη Λυσάνδρου, εκ Λευκωσίας Ενάγοντας - και -
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Οι αγορεύσεις των μερών επικεντρωθήκαν στο αξιόπιστο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και στη βαρύτητα που θα πρέπει να τής προσδοθεί σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες ή αναλόγως, για τη στοιχειοθέτηση αντίστοιχων υπερασπίσεων. Η απόφαση θα κριθεί, κατά κυριότερο λόγο, επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Πέραν τούτου, υπάρχει και μια άλλη παράμετρος, θεωρητική όπως θα γίνει συντόμως καταληπτό, την οποία θα εξετάσει το Δικαστήριο για σκοπούς ολοκληρωμένης αντίκρισης των πραγμάτων και η οποία αφορά στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Αυτά όμως, μετά. Σε ό,τι αφορά, τώρα, στο ζήτημα της αξιοπιστίας πρέπει να πω ότι ο ενάγοντας και η μητέρα τού δε μου δημιούργησαν θετική εντύπωση, υπό την έννοια της σταθερότητας της εκδοχής και του τρόπου εκφοράς της μαρτυρίας. Δε λέγω ότι οι μάρτυρες αυτοί ήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν σκοπίμως ψέματα και να παραπλανήσουν, όμως, για τους οποιουσδήποτε λόγους, η μαρτυρία τους ήταν αόριστη, ασαφής και σε κάποιο βαθμό - ιδιαίτερα αυτή του ενάγοντα - σε σύγκρουση με έγγραφη μαρτυρία και δη το τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί, όπως προλέχθηκε, γεγονός αναντίρρητο. Σε ό,τι αφορά στον ενάγοντα, η αρχική του εκδοχή, η οποία εκφράστηκε με βεβαιότητα, ήταν ότι η συμφωνία που έγινε για την αγορά των μετοχών, έγινε με τον εναγόμενο 2 προσωπικώς και την εναγόμενη 3 ως εγγυήτρια. Εκεί που άρχισαν να κλονίζονται τα πράγματα, ήταν όταν άρχισε να έρχεται στο προσκήνιο η εμπλοκή Χριστόφορου Τορναρίτη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά σε αυτά που ο ενάγοντας τού απέδωσε περί ανάληψης υποχρέωσης αποπληρωμής των καταβληθέντων ποσών και μετατροπής του, κατ' ουσίαν, σε συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία. Οι τοποθετήσεις του ήσαν ασταθείς, άλλοτε ισχυριζόμενος εμπλοκή του Τορναρίτη, ως πραγματικό γεγονός και άλλοτε, συμπερασματικώς, ως λογικό επακόλουθο δηλαδή, της διευθυντικής του σχέσης με την εναγόμενη
- Δεν έχω πεισθεί ότι αυτή ήταν η αλήθεια των πραγμάτων. Η συνολική του μαρτυρία όπως και της Λυσάνδρου (αλλά και του Χαραλάμπους), ήταν σχετικώς σύντομη και τούτο προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, στο βαθμό ασφαλώς που αυτή εδράζεται στη συνολική συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Είχα την ευκαιρία, για να είμαι απόλυτα βέβαιος, να διεξέλθω τα πρακτικά στο διάλειμμα. Αιωρούνταν μια σύγχυση σε ό,τι αφορά στο χρόνο και περιεχόμενο των συναντήσεων της Λυσάνδρου με τον Τορναρίτη. Η σύγχυση επιβεβαιώθηκε - και πηγάζει από την αδυναμία της μάρτυρος να τοποθετηθεί στα του θέματος με ενάργεια και σταθερότητα. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του ενάγοντα και της Λυσάνδρου ως αναξιόπιστη. Η μαρτυρία του Χαραλάμπους, δε μπορώ να πω ότι υπέχει οποιασδήποτε ουσιώδους βαρύτητας. Δε μού δημιούργησε, εν πάση περιπτώσει, την καλυτέρα των εντυπώσεων. Απέφευγε να απαντά με σταθερότητα και φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Φαίνεται ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο με διάθεση παράθεσης όλων όσων πραγματικά γνώριζε. Απορρίπτω και αυτού τη μαρτυρία ως αναξιόπιστη, χωρίς αυτό να ενισχύει ασφαλώς την υπόθεση ή την εκδοχή του ενάγοντα ή, με την ίδια λογική, να αποδυναμώνει, στην ουσία της, την εκδοχή της υπεράσπισης. Ο Χριστόφορος Τορναρίτης δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο απ' οποιαδήποτε πλευρά για να δώσει μαρτυρία. Η μαρτυρία του ήταν ουσιώδης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων υποστήριξε ότι αυτά που καταλογίζονται στον Τορναρίτη παραμένουν, κατ' ουσίαν, αναντίρρητα και ως εκ τούτου θα πρέπει να θεωρηθούν ως επαρκής μαρτυρία για απόδειξή τους και ότι είναι η υπεράσπιση που θα έπρεπε να είχε το βάρος ή την υποχρέωση προσκόμισής του στο Δικαστήριο για τα περαιτέρω. Δε συγκλίνω με την άποψη αυτή. Θεωρώ ότι το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους του ενάγοντα να αποδείξει ότι, όχι μόνο ο εναγόμενος 2 ενεργούσε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ως αντιπρόσωπος ή άλλως πως των εναγομένων 1, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4 της απαίτησης, αλλά και ότι, με παραπομπή στις παραγράφους 9 και 10, στις οποίες δεν έγινε αναφορά από τον ενάγοντα στις αγορεύσεις, ανέλαβε ο Χριστόφορος Τορναρίτης την επιστροφή του απαιτούμενου ποσού. Βεβαίως, δε διαφεύγει την προσοχή ότι θα καλείτο ο Τορναρίτης να έδιδε, ενδεχομένως, μαρτυρία εναντίον των δικών του ευρύτερων συμφερόντων, τούτο όμως δεν αποτελεί, κατά την άποψή μου, δικαιολογία μη κλήσης του στο Δικαστήριο ως μάρτυρα. Είναι γεγονός ότι κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 γραπτή σημείωση στην οποία καταγράφονται διάφορα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν προς τον ενάγοντα, μεταγενέστερα της συμφωνίας και τα οποία φαίνονται, σε κάποιο βαθμό, να συνδέονται με το περιεχόμενο της παραγράφου 13 της απαίτησης, η οποία έγινε υπό αίρεση παραδεχτή στην υπεράσπιση. Εξηγήθηκε τούτο στη μαρτυρία με αναφορά μάλιστα στη καταγραφή στο τεκμήριο 3 της διατύπωσης "χρέος G. Stavrou και Χριστ. Τορναρίτη". Σύμφωνα με αυτή την οπτική, ο ενάγοντας πληρώθηκε ποσό Λ.Κ.6.000, το οποίο αποτελεί, κατ' ουσίαν, επιστροφή χρημάτων από το συνολικό ποσό των Λ.Κ.80.000, που είχε καταβάλει δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Τούτο προκύπτει ως κοινώς παραδεχτό, όμως δε μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, θετικού για τον ενάγοντα. Ούτως ή άλλως, η μαρτυρία (έστω ότι ήταν αξιόπιστη), σε αντίθεση με το δικογραφημένο ισχυρισμό ότι το ποσό επιστράφηκε από την εναγόμενη 1, καταδεικνύει ότι το ποσό των Λ.Κ.6.000 πληρώθηκε από το Χριστόφορο Τορναρίτη, ο οποίος δεν αποτελεί διάδικο μέρος στην αγωγή. Αυτή η προσέγγιση των πραγμάτων, τονίζει ακόμη περισσότερο την αδυναμία της υπόθεσης του ενάγοντα. Ακόμη και αν, πάλιν, η εκδοχή του ενάγοντα και της μητέρας του γινόταν πλήρως αποδεχτή, και πάλι η αξίωση, όπως έχει δικογραφηθεί, δε θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επιτύχει. Είναι αυτό που ονόμασα πριν από λίγο ως "θεωρητική παράμετρο" και άπτεται του κατά πόσον η συνδιαλλαγή μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης 1 έγινε μέσα στα συνήθη και προβλεπόμενα πλαίσια των καθηκόντων του εναγόμενου
- Ομολογουμένως, το βάρος του ενάγοντα για απόδειξη της θέσης αυτής είναι δύσκολο να ικανοποιηθεί. Εν προκειμένω, με κανένα τρόπο δε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 2, άφησε να νοηθεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι ήταν ή παρουσιαζόταν ότι ήταν ως εξουσιοδοτημένο άτομο από την εναγόμενη 1 να προσφέρει ή να πωλεί με ιδιωτική τοποθέτηση μετοχές της εναγόμενης 1 με την εντολή ή τη συγκατάθεσή της. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία ότι ο Χριστόφορος Τορναρίτης εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να πωλήσει μετοχές της εναγόμενης 1 με ιδιωτική τοποθέτηση με τη συγκατάθεση της εναγόμενης 1 ή υπό περιστάσεις που θα μπορούσαν να καταστήσουν την εναγόμενη 1 νομικώς υπόλογη για τις ενέργειες του Τορναρίτη ως διευθυντού της. Στο σύγγραμμα Palmer's, Company Law, στη σελίδα 231, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία και σας διαβάζω: "An outsider having dealings with the company cannot assume that an officer has authority which legitimately can be delegated to him unless the company, by a course of dealing or otherwise, has held out the officer as having such authority, or, possibly, unless such authority would be in the ordinary scope of his duties. However, reliance cannot be placed with safety upon the latter proposition because the onus is on the outsider to show that the dealings in question were within the ordinary scope of the officer's duties, which may be no easy task. If, however, the person dealing with the officer can show that the company held out that officer as having such authority, or that such authority was in the ordinary scope of his duties, the company will be bound even if the officer had been expressly forbidden to do such acts. Moreover, an act by the directors or an officer in excess of their or his authority may be ratified by the competent body". Επίσης, στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract & Specific Relief Acts, 10η Έκδ., στη σελ. 995, την οποία και πάλι θα σας διαβάσω, αναφέρεται ότι: "A contract by a person with the promoters of a company to take a certain number of shares of the company when formed is not a "contract for the purposes of the company" within the meaning of this clause, and allotment of shares to such a person by the company, if nothing is done by him amounting to an acceptance of the allotment, will not make him a shareholder or entitle to company to sue him for the unpaid calls on those shares. The suit, moreover, in such a case is not one for specific performance. See s. 19 cl. (e), aw to the company's liability to be sued. In England the company's right to sue in such cases is said to be deduced, on the principle of mutuality, from its liability. Cl. (h) makes it clear that the contract of promoters is enforceable by the company, when it has accepted the contract and communicated the acceptance to the other party to the contract". Με αυτά υπόψη, δεν έχει αποδειχθεί εδώ οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να καταστήσει υπόλογο την εναγόμενη 1, ως εκ των πράξεων του εναγόμενου 2 ή ακόμη και του Χριστόφορου Τορναρίτη. Έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αξίωση εναντίον της εναγόμενης 1 δε μπορεί να επιτύχει εναντίον, με αποτέλεσμα η αγωγή να χρήζει απόρριψης και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............................................. Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο