Joseph P Lasala κ.α. ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5581/05., 13.4.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5581/
- Μεταξύ:
- Joseph P. Lasala, από την Πολιτεία New Jersey των ΗΠΑ,
- Fred S. Zeidman, από την Πολιτεία Texas των ΗΠΑ ως Συνδιαχειριστές του Εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust, Εναγόντων, - και -
- Λυκούργου Κυπριανού,
- Παύλου Μελετίου,
- King Mazzax Lines Limited,
- Ερμιόνης Κυπριανού,
- Semark Consultancy Services Limited,
- Global Consolidator Limited,
- L. K. Global (Holdings) N.V.,
- Aremis Holdings Limited,
- Aremis Technology Ventures Limited,
- Sincock Holdings Corporation,
- Southwood Management Limited,
- Palantine Asset Management Ltd, Εναγομένων. ---------------------- Αίτηση ημερ. 26.7.05 για προσωρινó διάταγμα. 13.4.
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τους Αιτητές-Ενάγοντες : κ. Α. Μαρκίδης με κ. Αλ. Γαβριηλίδη. Για την καθ΄ ης-Εναγόμενη υπ΄αρ. 4: κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Γ. Χριστοδούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.7.05, μετά από μονομερή αίτηση, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο επιβαρύνονταν 100 μετοχές ονομαστικής αξίας £1 εκάστη της καθ΄ ης-εναγομένης 4 στην εταιρεία Ακίνητα Λ & Ν Κυπριανού Λτδ (εφεξής "η εταιρεία"). Το διάταγμα απαγόρευε τη μεταβίβαση, ενεχυρίαση, πώληση, πληρωμή ή άλλες συναλλαγές σχετικά με τις μετοχές αυτές, καθώς και την απαγόρευση της πληρωμής μερισμάτων στην καθ΄ ης. Τυχόν μερίσματα τα οποία θα πληρώνονταν θα κατακρατούνταν σε χωριστό λογαριασμό και θα αποτελούσαν μέρος της αξίας των επίδικων μετοχών. Η επίδικη αίτηση βασίστηκε όσον αφορά τα γεγονότα αυτής στις ενόρκους δηλώσεις του Νίκου Μακρίδη και της Νίκης Ανθής Τεουλίδου. Στην πρώτη, ο ενόρκως δηλών, ασκούμενος δικηγόρος, κατέγραψε ότι ασχολήθηκε μαζί με την Ερμιόνη Μαρκίδου, δικηγόρο, για τη μετάφραση της ένορκης δήλωσης του Ronald D. Lefton, ημερ. 21.7.05, η οποία είχε υποστηρίξει την μονομερή αίτηση των ιδίων αιτητών-εναγόντων, ημερ. 21.7.05, για την έκδοση άλλου προσωρινού διατάγματος σε σχέση με τους εναγόμενους 1-10, περιλαμβανομένης και της παρούσας καθ΄ ης, και ως εκ τούτου, απέκτησε καλή γνώση των γεγονότων που στηρίζουν την υπόθεση των αιτητών. Περαιτέρω, ως αναφέρεται επί λέξει στην παρ. 3 της δήλωσης καταγράφηκε ότι: "Τιμίως πιστεύω ότι το περιεχόμενο της εν λόγω Eνόρκου Δηλώσεως του Ronald D. Lefton είναι αληθές". Συμπληρώνεται ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στην άλλη ήδη καταχωρηθείσα αίτηση ημερ. 21.7.05, διότι η έρευνα στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την εταιρεία δεν είχε ακόμη τελειώσει. Ο ενόρκως δηλών προχωρεί να εισηγηθεί ότι τα θέματα τα οποία ".... εκτίθενται λεπτομερώς στην Ένορκη Δήλωση του Ronald D. Lefton .. είναι εξόχως σοβαρά" και ότι λόγω της ίδιας ένορκης δήλωσης Lefton υπάρχει καλή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή εναντίον όλων των εναγομένων (παρ. 5(α) και (β) της δήλωσης). Στην υποπαρ. (γ) της παρ. 5 της δήλωσης καταγράφεται επίσης ότι "ενόψει των γεγονότων, που εκτίθενται λεπτομερώς στην παρούσα ένορκη δήλωση και ενόψει των ποσών που αξιούνται στην παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων, είναι πιστεύω βέβαιο ότι αν το αιτούμενο διάταγμα δεν δοθεί, θα είναι αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μετέπειτα στάδιο". Στη δεύτερη, η ενόρκως δηλούσα προσφέρει πληροφορία που λήφθηκε από ασκούμενη δικηγόρο του γραφείου τους ότι η έρευνα στο φάκελο της εταιρείας καθυστέρησε λόγω του ότι αυτός δεν μπορούσε να βρεθεί στις 18.7.05, αλλά ούτε και μέχρι τις 21.7.
- Την ημέρα εκείνη, λίγο πριν την καταχώριση της επίδικης αγωγής, το γραφείο τους έτυχε ειδοποίησης ότι ο φάκελος είχε βρεθεί, και αμέσως η ίδια η ενόρκως δηλούσα μετέβη στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, η δε έρευνα της τελείωσε γύρω στις 11.15 π.μ. της ίδιας μέρας. H ίδια η καθ΄ ης στην ένορκη δήλωση της προς υποστήριξη της ένστασης, αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της δημιουργίας της εταιρείας και την εμπορική της δραστηριότητα, ισχυριζόμενη ότι τα οποιαδήποτε κεφάλαια της εταιρείας για την αγορά συγκεκριμένων κτημάτων που παραθέτει δεν προήλθαν από οποιεσδήποτε ενέργειες που είχαν σχέση με την AremisSoft, προσθέτει ότι η επίδικη αίτηση πάσχει λόγω του ότι δεν συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις που να εκθέτουν ουσιώδη γεγονότα, αλλά βασίζονται σε ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια άλλης αίτησης (αυτή ημερ. 21.7.05), χωρίς μάλιστα να επισυναφθεί εκείνη η ένορκη δήλωση στην παρούσα. Περαιτέρω, το εκδοθέν διάταγμα επηρεάζει περιουσία που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής και δεν σχετίζεται με την αξίωση του εντοπισμού περιουσίας που κατ΄ ισχυρισμόν ανήκει στους ενάγοντες ή την AremisSoft, ενώ δεν υπήρχαν, εν πάση περιπτώσει, επείγουσες ή άλλες ιδιάζουσες συνθήκες που να δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος, ούτε προσφέρθηκε μαρτυρία ότι η ίδια είτε είχε πρόθεση είτε θα προέβαινε σε ενέργειες για αποξένωση των επιδίκων μετοχών. Περαιτέρω, ενώ η αγωγή και η αίτηση αναφέρεται σε γεγονότα και πράξεις που έγιναν μεταξύ 22.4.99-27.7.01 και παρόλο που οι ενάγοντες έλαβαν δικαστικά μέτρα για την ίδια υπόθεση εναντίον του εναγομένου 1 σε άλλες δικαιοδοσίες, πολύ καθυστερημένα εισήξαν την επίδικη αίτηση, η οποία καταχωρημένη στα πλαίσια της ίδιας αγωγής συνιστά παράλληλη διαδικασία και κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντος, οι δε συνήγοροι προχώρησαν στις αντίστοιχες αγορεύσεις τους επικαλούμενοι, κυρίως ο κ. Μαρκίδης, το σκεπτικό της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου στην αίτηση ημερ. 21.7.05 που εκδόθηκε στις 20.2.
- Η βασική επιχειρηματολογία του επικεντρώθηκε, αφού εξήγησε την καθυστέρηση στην εισαγωγή της παρούσας αίτησης, στο ότι η αίτηση δεν είναι παράτυπη, ούτε λείπει το υπόβαθρο των γεγονότων από αυτήν, δεδομένου ότι η ένορκη δήλωση Lefton απεκάλυψε όλα τα ουσιώδη θέματα τα οποία μπορούσαν να στηρίξουν την έκδοση διατάγματος με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και άλλων εξειδικευμένων νομοθεσιών. Η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερ. 20.2.06, επέλυσε αριθμό παρομοίων εγερθέντων ενστάσεων μεταξύ των οποίων και θέματα επάρκειας ενόρκων δηλώσεων, της δυνατότητας επιβάρυνσης ή παγοποίησης περιουσίας που δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής, την κατ΄ ισχυρισμό καθυστέρηση στην εισαγωγή της αγωγής και της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και τη δικαιοδοσία όσον αφορά πράξεις που συνέβησαν στο εξωτερικό. Όσον αφορά τη θέση ότι δεν υπήρχε πρόθεση από πλευράς της καθ΄ ης να αποξενώσει τις επίδικες μετοχές, ο κ. Μαρκίδης εισηγήθηκε ότι αυτή η ένσταση καλύπτεται από σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από την άλλη, ο κ. Παπαφιλίππου εισηγήθηκε ότι η αίτηση είναι καθυστερημένη διότι όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά από τις 21.7.05, και άρα αφέθηκε αδικαιολόγητος χρόνος να παρέλθει μέχρι τις 26.7.05, ενώ οι αιτητές μπορούσαν, εάν ήθελαν, να προχωρήσουν σε τροποποίηση του εκδοθέντος τότε προσωρινού διατάγματος ημερ. 21.7.05 και όχι να καταχωρίσουν νέα αίτηση για έκδοση άλλου διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση ως αυτοτελής διαδικασία, τότε έπρεπε να υποστηριχθεί κατάλληλα από τη σχετική μαρτυρία, η οποία παντελώς ελλείπει, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν γεγονότα που να συνδέουν την καθ΄ ης με οποιοδήποτε αστικό αδίκημα ή παράβαση νόμου. Ούτε και υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει την εταιρεία, και κατ΄ επέκταση την καθ΄ ης, με οποιοδήποτε αστικό αδίκημα ή εμπλοκή στην κατ΄ ισχυρισμόν παράνομη αποξένωση περιουσίας που ανήκε στην AremisSoft. Tο Δικαστήριο έχει με προσοχή εξετάσει όλα τα θέματα τα οποία έχουν εγερθεί από τους συνηγόρους. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί είναι τα όσα έχουν καταγραφεί στις ένορκες δηλώσεις, και ιδιαίτερα της Νίκης Ανθής Τεουλίδου, τα οποία παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση, δικαιολογούν επαρκώς την εκ των υστέρων καταχώριση της επίδικης αίτησης, δηλαδή σε χρόνο διάφορο από την αίτηση ημερ. 21.7.05, η οποία και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η βασική αίτηση των εναγόντων και στην οποία ζητήθηκαν πλείστα όσα διατάγματα. Περαιτέρω, η σπουδή των αιτητών στην καταχώριση της παρούσας αίτησης φαίνεται και από το ελάχιστο χρονικό διάστημα το οποίο διέρρευσε μεταξύ της καταχώρισης της αίτησης ημερ. 21.7.05 και της παρούσας. Κατά τα υπόλοιπα όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι όντως η θεμελίωση της αίτησης πάσχει ουσιαστικά, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν τα απτά εκείνα γεγονότα που να την στηρίζουν και συνακόλουθα τη θεραπεία που έχει δοθεί. Από τα καταγραφέντα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα ότι ο Νίκος Μακρίδης δεν γνωρίζει και δεν επικαλείται γεγονότα που είναι στη δική του γνώση για να θεμελιώσουν την αίτηση. Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.2, στις ενδιάμεσες αιτήσεις είναι μεν δυνατό η ένορκη δήλωση να περιλαμβάνει δηλώσεις πληροφοριών, αλλά και γνώμης ή πεποίθησης μαζί με την πηγή και τους λόγους που υποστηρίζουν τις δηλώσεις αυτές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μια ένορκη δήλωση θα πρέπει να είναι ουσιαστικά απογυμνωμένη από γεγονότα με μοναδική αναφορά σε γεγονότα που καταγράφονται σε ένορκη δήλωση άλλου προσώπου και την οποία ένορκη δήλωση μάλιστα ο ενόρκως δηλών ούτε καν υιοθετεί. Η αναφορά της ενασχόλησης του με την ένορκη δήλωση Lefton στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 21.7.05, ενασχόληση που περιορίσθηκε στη μετάφραση της δήλωσης στην Ελληνική γλώσσα, δεν επαρκεί για να στηρίξει την παρούσα διαδικασία για προσωρινό διάταγμα. Ούτε επαρκεί η δήλωση της παρ. 3, που παρατέθηκε πιο πάνω αυτούσια, ότι το περιεχόμενο της δήλωσης Lefton είναι αληθές. Όπως προδιαγράφει η Δ.48 θ.1, εκτός του γεγονότος ότι μια αίτηση πρέπει να εδράζεται επί συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας ή διαδικαστικού κανονισμού, θα πρέπει να υποστηρίζεται και από οποιαδήποτε γεγονότα που δεν εμφανίζονται στο δικαστικό φάκελο. (Το εάν υπήρχαν επαρκή γεγονότα στο φάκελο θα εξεταστεί κατωτέρω). Το ίδιο προδιαγράφει και ο θ.2
(3)της Δ.48, ο οποίος προβλέπει ότι επαρκεί να υπάρχει αναφορά στην ένορκη δήλωση των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση, όπου τέτοια ένορκη δήλωση χρειάζεται. Ο Νίκος Μακρίδης είχε κατά την άποψη του Δικαστηρίου δύο επιλογές: είτε να υιοθετήσει και να επισυνάψει ταυτόχρονα την ένορκη δήλωση Lefton στη δική του, εξηγώντας το λόγο που ο ίδιος ο Lefton δεν μπορούσε να ορκιστεί ο ίδιος, είτε να την υιοθετήσει και να προβεί σε καταγραφή εκείνων των αποσπασμάτων της που σχετίζονταν με την υπό κρίση αίτηση προς θεμελίωση της αξιούμενης θεραπείας. Δεν είναι αυτό όμως που έπραξε και ο απλός ισχυρισμός του ότι απέκτησε καλή γνώση των γεγονότων από τη δήλωση Lefton λόγω της μετάφρασης που έκαμε, από τη μια, και της πίστης του ότι η δήλωση Lefton είναι αληθής, από την άλλη, δεν γνωστοποιεί στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα τα οποία έπρεπε το Δικαστήριο να εξετάσει για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά πόσο ήταν ορθό και πρέπον να εκδώσει το ζητούμενο απαγορευτικό διάταγμα. Ιδιαίτερα, σε μια υπόθεση όπως την παρούσα, όπου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης Lefton στην αίτηση ημερ. 21.7.05 ανερχόταν σε 74 σελίδες, 207 παραγράφους και υποστηριζόταν από πληθώρα τεκμηρίων έκτασης άνω των 2.000 σελίδων. Ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαφιλίππου ότι η παρούσα αίτηση είναι αυτοτελής και δεν μπορεί βέβαια να θεωρηθεί ως συνέχεια της αίτησης ημερ. 21.7.05. Γι΄ αυτό, ενώ εκδικάστηκε η αίτηση ημερ. 21.7.05, και εκδόθηκε επ΄ αυτής απόφαση στις 20.2.06, ήταν ανάγκη να εκδικαστεί και η επίδικη αίτηση ως εκ των υστέρων καταχωρηθείσα και με διαφορετικό σκεπτικό και επιδιωκόμενη θεραπεία. Αν από την άλλη, τα προσωρινά διατάγματα που είχαν εκδοθεί στην αίτηση ημερ. 21.7.05 ακυρώνονταν, αυτό δεν θα σήμαινε κατ΄ ανάγκη ότι θα ακυρωνόταν και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα στην επίδικη αίτηση χωρίς περαιτέρω εκδίκαση και απόφαση. Περαιτέρω, είναι άδικο για την καθ΄ ης να πρέπει να ανατρέξει σε όλη την ένορκη δήλωση Lefton με την πληθώρα των περίπλοκων γεγονότων που εκεί καταγράφονται, για να εντοπίσει το σημείο ή σημεία που αφορούν την εμπλοκή και ανάμειξη της καθ΄ ης με γεγονότα που υποστηρίζουν την έκδοση του παρόντος προσωρινού διατάγματος. Και είναι άδικο επίσης, εφόσον δεν καταγράφονται τα επακριβή γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση, να αναμένεται από την καθ΄ ης να τοποθετηθεί ορθά στην ένσταση της, είτε όσον αφορά ισχυρισμούς περί απόκρυψης γεγονότων, είτε οποιαδήποτε άλλη νόμιμη αιτιολογία για ακύρωση του διατάγματος, αν ήθελε προβάλει τέτοιους λόγους. Όλα τα πιο πάνω συνάδουν με την καλά γνωστή αρχή της θεμελίωσης μιας αίτησης επί των αναγκαίων και όπου χρειάζεται ακόμη και με λεπτομέρεια, γεγονότων. Στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 αποφασίστηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ακυρώσει προσωρινό διάταγμα στη βάση του ότι δεν είχε προσφερθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη ικανοποιητική μαρτυρία για να θεμελιώσει την αξίωση. Όπως αναφέρθηκε στη σελ. 257, με αναφορά και επιδοκιμασία στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504: "Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας ..... διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας". Και στη σελ. 258 αναφέρθηκε πρόσθετα σε σχέση με την ερμηνεία της έννοιας "καλής αιτίας αγωγής" στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 (που επίσης στηρίζει την παρούσα αίτηση) ότι: "Eίναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διαπιστώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας, συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή η ποιότητα, μόνο από μαρτυρία μπορεί να διαγνωσθεί." Είναι φανερό ότι ελλείπει αυτή η παράθεση ικανοποιητικής, έστω σε αυτό το στάδιο, μαρτυρίας. Αναμφίβολα η δήλωση Μακρίδη είναι ελλιπής για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η δε άλλη δήλωση της Νίκης Ανθής Τεουλίδου σχετίζεται στην ουσία μόνο με τους λόγους της καθυστέρησης καταχώρησης της επίδικης αίτησης και της μη συμπερίληψης της στην αίτηση ημερ. 21.7.05, καθώς και στα αποτελέσματα της έρευνας που η ενόρκως δηλούσα είχε κάμει στο φάκελο της εταιρείας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Εξετάζοντας τώρα κατά πόσο η δήλωση Lefton μπορούσε να θεωρηθεί ως υλικό που μπορούσε να αντληθεί από τον φάκελο, το Δικαστήριο φρονεί ότι η υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Μαρκίδης, δεν βοηθά τη θέση του. Τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης αφορούσαν αίτηση παραμερισμού της απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην του εναγομένου που καταχωρήθηκε μετά και καθ΄ ον χρόνο εκκρεμούσε διαδικασία εξέτασης αίτησης για μηνιαίες δόσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο απλά ανάφερε ότι δεν ήταν λανθασμένη η άντληση πληροφοριών από το πρωτόδικο Δικαστήριο στοιχείων από άλλη αίτηση και από έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του φακέλου της όλης υπόθεσης. Είναι πολύ διαφορετική όμως η παρούσα περίπτωση, όπου η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πάνω σε περιουσιακά στοιχεία αποτελεί μια καίρια απόφαση στα δικαιώματα των διαδίκων και γι΄ αυτό πρέπει να υποστηρίζεται μια τέτοια αίτηση με τα ανάλογα γεγονότα. Το ότι σε δεδομένη και κατάλληλη περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει πληροφορίες από τον φάκελο υποστηρίζεται και από το ότι όταν γίνεται επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου (όπως γίνεται και στην επίδικη αίτηση), τότε σύμφωνα με το Annual Practice 1982, στα σχόλια του Ο.18 r.19, κάτω από τον υπότιτλο "Inherent jurisdiction", στη σελ. 355, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει όλα τα γεγονότα. Όμως για να γίνει αυτό, θα πρέπει τουλάχιστον να υπάρχει ταυτόχρονη υιοθέτηση μιας ένορκης δήλωσης, που είναι καταχωρημένη μεν στον φάκελο αλλά αφορά άλλη αίτηση, αυτοτελή της εξεταζόμενης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα έφερε τον ενιστάμενο προ των προβλημάτων που κατεγράφησαν προηγουμένως. Ταυτόχρονα όμως θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει μέσα από μια τεράστια ένορκη δήλωση που αφορά άλλη αίτηση, να εντοπίσει από μόνο του τα σημεία εκείνα που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση, κάτι το οποίο είναι απαράδεκτο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6η Έκδ., σελ. 637: "Every application for an injunction must be supported by affidavits, so as to show that on the face of the evidence the application is well founded. If the application be ex parte, the affidavits must fully and fairly state the case within the knowledge of the plaintiff, so that the Court may see that prima facie the thing is fair in the aspect in which it is presented to the Court." Ο κ. Μαρκίδης εισηγήθηκε ότι η καθ΄ ης δεν ζήτησε ούτε υπέβαλε τον κ. Ν. Μακρίδη σ΄ αντεξέταση προς αμφισβήτηση των εκεί γεγονότων. Η απάντηση σ΄ αυτό είναι ότι δεν καταγράφηκαν γεγονότα ώστε να τεθεί η καθ΄ ης προ του διλήμματος να αιτηθεί την αντεξέταση του. Και αυτό είναι ένα άλλο πρόβλημα, πρόσθετο στα όσα ήδη καταγράφηκαν. Αν η καθ΄ ης ήθελε πράγματι να αντεξετάσει, σε τι θα αντεξέταζε; Στην ουσία θα ήταν έμμεση αντεξέταση του Lefton, ο οποίος όμως δεν είχε ορκιστεί ένορκη δήλωση για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτηση εφόσον, όπως ανέφερε ο κ. Μαρκίδης, είχε αναχωρήσει μετά τις 21.7.05 για το εξωτερικό. Αντεξέταση επομένως του κ. Ν. Μακρίδη θα ήταν ενάντια στην κοινή λογική διότι ο τελευταίος θα αναπαρήγαγε τη δήλωση Lefton, χωρίς να είχε προσωπική γνώση όπως ο Lefton και χωρίς να μπορεί να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις. Σίγουρα δεν είναι αυτός ο σκοπός της Δ.39 θ.2, ούτε αυτό είναι το νόημα της αποκάλυψης της πηγής γνώσης ενός ενόρκως δηλούντος. Εντελώς διάφορα ήταν τα γεγονότα όσον αφορά την ένορκο δήλωση Lefton στην αίτηση ημερ. 21.7.05 και την υιοθέτηση άλλων ενόρκων δηλώσεων όπως του Lasala και της Courtney Wilson. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην απόφαση του ημερ. 20.2.06 δεν βοηθά εδώ τους Αιτητές. Εκεί ο Lefton ήταν ο ίδιος γνώστης όλων των γεγονότων, είχε αναμειχθεί ενεργά για μεγάλο χρονικό διάστημα στην όλη έρευνα της υπόθεσης, είχε λάβει συνεντεύξεις, είχε μελετήσει υλικό και είχε διεξέλθει επισταμένα χιλιάδες έγγραφα. Ό,τι κατέγραψε στην ένορκη δήλωση του προερχόταν από δική του γνώση ως άμεσα υπεύθυνος και διορισμένος από τους ενάγοντες. Ο κ. Παπαφιλίππου αναφέρθηκε περαιτέρω όσον αφορά τη διασύνδεση της καθ΄ ης με την αξίωση των αιτητών και στην καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης εισηγούμενος ότι από αυτήν απορρέει ότι η μοναδική σχέση της καθ΄ ης με την όλη υπόθεση και ο λόγος που έχει συνενωθεί στην αγωγή είναι η θεραπεία του εντοπισμού ("tracing") το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν επαρκεί για να δώσει βάση αγωγής, ιδιαίτερα τη στιγμή που δεν υπάρχει ισχυρισμός στην υπό κρίση αίτηση ότι η περιουσία της εταιρείας αποκτήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε για οποιαδήποτε δόλια μεταβίβαση ή απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην AremisSoft. To θέμα όμως δεν εγείρεται διότι η αίτηση για προσωρινό διάταγμα αποφασίζεται αυστηρά και μόνο στη βάση των γεγονότων που περιέχονται στη μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση σε εκείνο το στάδιο, δηλαδή στη σχετική ή σχετικές ένορκες δηλώσεις. Το αιτηθέν και εγκριθέν από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα δυνατόν στο στάδιο inter partes να ακυρωθεί επί τη βάση των γνωστών αρχών και όχι επί τη βάση ότι μετέπειτα καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης, η οποία δυνατόν να διαφοροποιεί τα πράγματα. Εκείνο το οποίο είναι ορθό, όπως αναφέρεται στον Kerr πιο πάνω, σελ. 641-42, είναι ότι όπου η έκθεση απαίτησης έχει καταχωρηθεί, η αξίωση όπως έχει διατυπωθεί στην ένορκη δήλωση στο στάδιο της αίτησης πρέπει να συνάδει και να αντιστοιχεί με τους ισχυρισμούς της απαίτησης. Εδώ δεν υπάρχει ζήτημα αναντιστοιχίας, αλλά έλλειψης επαρκών γεγονότων που να στοιχειοθετούν το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω. Η Έκθεση Απαίτηση άλλωστε καταχωρήθηκε πολύ μεταγενέστερα της επίδικης αίτησης, στις 31.10.05. Το πρόβλημα της ανυπαρξίας γεγονότων επί των ενόρκων δηλώσεων που στοιχειοθετούν την αίτηση επηρεάζει καίρια την αίτηση διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιούνται τα κριτήρια της καλής βάσης αγωγής ή της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ιδιαίτερα όμως, το ελλιπές υπόβαθρο των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης προσκρούει και στην ανυπαρξία οποιουδήποτε ισχυρισμού σε σχέση με το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32, αλλά και του άρθρου 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου αρ. 31
(1)/
- Πρέπει να σημειωθεί βεβαίως ότι ούτε το άρθρο 4 ούτε το άρθρο 5 του Κεφ. 6, στα οποία επίσης εδράζεται η αίτηση είναι σχετικά, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες μετοχές δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής (δέστε τη σχετική αίτηση, αλλά και την Έκθεση Απαίτησης), ούτε και η επίδικη αίτηση έχει σχέση με ακίνητη περιουσία. Από την άλλη, όπως είναι γνωστό, το τρίτο κριτήριο, δηλαδή η δυσκολία ή αδυναμία για πλήρη απονομή δικαιοσύνης, εκτός εάν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, πρέπει να ικανοποιηθεί στον ίδιο βαθμό που πρέπει να ικανοποιηθούν και τα δύο πρώτα κριτήρια του άρθρου
- Τα κριτήρια του άρθρου 32 είναι σε ένα μεγάλο βαθμό παρόμοια με τα κριτήρια του άρθρου 5 του Κεφ. 6 (δέστε Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 120, Τσιολάκκης ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Το τρίτο όμως κριτήριο, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, όπως έχουν υποδείξει οι υποθέσεις Κυρίσαββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741. Εδώ όμως οι αιτητές δεν επικαλούνται την ύπαρξη κάποιου άλλου τέτοιου μεταβλητού κριτηρίου προς ικανοποίηση της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής της δικαιοσύνης. Έχουν παραμείνει μόνο στη θέση ότι θα είναι αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μετέπειτα στάδιο και ότι οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν το διάταγμα δεν εκδοθεί. (παρ. 5(γ) και (δ) της ένορκης δήλωσης Μακρίδη), επικαλούμενοι συνεπώς αυστηρά και μόνο οικονομικά κριτήρια. Ακόμη και αυτή η θέση όμως έχει τεθεί με τέτοια γενικότητα που της αποστερεί οποιοδήποτε υπόβαθρο προς περαιτέρω εξέταση. Το άρθρο 9 του Νόμου αρ. 31
(1)/92, το οποίο κατ΄ εξοχήν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένης της φύσης του εκδοθέντος διατάγματος, ρητά αναφέρει στο εδάφιο 2 ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα "..... μόνο αφού ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων ...... με τη μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων ..... δυνατόν να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου". O κίνδυνος αυτός, να μείνει δηλαδή ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση, ουδόλως επεξηγείται με αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα στις ένορκες δηλώσεις. Δεν υπάρχει καμία απολύτως διασύνδεση του αιτούμενου διατάγματος με οποιαδήποτε φερεγγυότητα της καθ΄ ης ή της εταιρείας στην οποία κατέχει τις δεσμευθείσες μετοχές ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει παράγοντες που να οδηγούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, της ικανοποίησης δηλαδή ή μη της δικαστικής απόφασης σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος. Το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της Νίκης Ανθής Τεουλίδου καταγράφηκε στην παρ. 5 ότι αριθμός ακινήτων της εταιρείας είναι υποθηκευμένα σε τράπεζες για διάφορα ποσά δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη και οικονομική αφερεγγυότητα (ούτε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στις ένορκες δηλώσεις ούτε και εισηγήθηκε κάτι τέτοιο ο κ. Μαρκίδης), δεδομένου ότι χωρίς την παράθεση επιπρόσθετων οικονομικών στοιχείων της εταιρείας, όπως π.χ. την ύπαρξη ή μη και άλλων ακινήτων, την ύπαρξη λογαριασμών και γενικά άλλου ενεργητικού, δεν μπορεί να αναδυθεί η πλήρης οικονομική φυσιογνωμία της εταιρείας. Δεν αναφέρεται καν στις ένορκες δηλώσεις η αγοραία αξία αυτών των 100 δεσμευμένων μετοχών και αν αυτή η αξία διαφέρει από την ονομαστική αξία που καταγράφεται στην παρ. 5 της δήλωσης Τεουλίδου. Το αυτό κατ΄ εξοχήν ισχύει βέβαια και για την καθ΄ ης-εναγόμενη 4 εναντίον της οποίας είχε εκδοθεί το διάταγμα. Τίποτε δεν αναφέρεται για την οικονομική της κατάσταση. Επομένως, ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η τυχόν δικαστική απόφαση, εκτός και αν επιβαρύνονταν οι μετοχές της καθ΄ ης δεν έχει καταδειχθεί. (C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιεία "Λεωνίκ" Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Δεν χρειάζεται μεν να προσαχθεί ειδική μαρτυρία για την ύπαρξη πρόθεσης του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας του, αλλά στην εξέταση του κριτηρίου περί της πιθανότητας να παραμείνει ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση, το στοιχείο της πρόθεσης φυσιολογικά έπεται της αποκάλυψης ύπαρξης περιουσίας του εναγομένου. Ο κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης δεν μπορεί να μετρηθεί με οποιοδήποτε αντικειμενικό τρόπο χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία περί της περιουσίας ενός εναγομένου. Εδώ, όπως εξηγήθηκε, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική μαρτυρία για την περιουσία της καθ΄ ης - εναγομένης 4, η οποία επηρεάζεται από το διάταγμα, ούτως ώστε να καταδειχθεί και ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η τυχόν απόφαση. Το όλο θέμα επομένως έχει παραμείνει μετέωρο. Ακριβώς σε ό,τι αφορά τον κίνδυνο μεταβίβασης, έχει λεχθεί στην Κιτρομηλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Εφ. αρ. 11927-11928, ημερ. 22.9.05, στις σελ. 5 και 6, ότι η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου (εκεί όπως και εδώ μετοχών), είναι ανεπαρκής για να θεμελιώσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία που να παρέχουν ένδειξη ότι ένας εναγόμενος, εδώ η καθ΄ ης, επείγεται να μεταβιβάσει τις μετοχές μιας οικογενειακής εταιρείας, όπως είναι και η περίπτωση της εταιρείας μοναδικός μέτοχος της οποίας είναι η καθ΄ ης. Πρόσθετα, δεν αποτελεί βέβαια λόγο για έκδοση ή διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος η αποκάλυψη από την ίδια την καθ΄ ης ότι οι μετοχές αυτές είναι δεσμευμένες με ιδιωτικό καταπίστευμα προς όφελος των τέκνων της ιδίας υπό διάφορους όρους που δεν αφορούν την επίδικη αίτηση. Ενόψει των πιο πάνω, παρέλκει οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί κατά τις αγορεύσεις των δικηγόρων. Προστίθεται μόνο ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα δεν καθόρισε το πρόσωπο ή πρόσωπα προς τα οποία το εν λόγω διάταγμα έπρεπε να επιδοθεί, όπως προδιαγράφει το άρθρο 9
(3)του Νόμου 31
(1)/92 (θα ήταν ορθό να επιδιδόταν το διάταγμα και στην ίδια την εταιρεία), ούτε καθόρισε ποιος θα ήταν ο χωριστός λογαριασμός στον οποίο θα κατατίθονταν τα μερίσματα των μετοχών, ποιος θα άνοιγε τον λογαριασμό αυτό και με ποιους όρους. Αυτή η πτυχή ήταν μία από τις συνέπειες του διατάγματος επιβάρυνσης και θα έπρεπε να καθορισθεί από το Δικαστήριο κατά το άρθρο 9
(1)του πιο πάνω Νόμου. Το προσωρινό διάταγμα, ως εκ τούτου, ακυρώνεται, με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης-εναγομένης 4, και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο