Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Στέλιος Μαρκίδης, Αρ. Αγωγής: 5635/04, 13 Απριλίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5635/04 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγοντες - και - Στέλιος Μαρκίδης Εναγόμενος Ημερομηνία: 13 Απριλίου, 2006. Αίτηση ημερομηνίας 4/4/06 για Τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: Ο κ. Α. Παπαντωνίου. Για τους καθ' ων η αίτηση: Η κ. Χρ. Κότσαπα. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Extempore) Πριν ενάμιση περίπου χρόνο και δη στις 8.10.04, καταχωρίσθηκε η έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου - αιτητή. Σήμερα, ζητείται η τροποποίηση της. Οι λόγοι αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αναπτύχθηκαν δε σήμερα από το δικηγόρο του αιτητή στην αγόρευση του. Είναι η θέση του ότι, ως εκ της αλλαγής δικηγόρου που έγινε στις 22.3.06 και τη μελέτη της υφιστάμενης υπεράσπισης, αυτής δηλαδή που είχε καταχωρισθεί από τον προηγούμενο δικηγόρο, αλλά και από τις λεπτομέρειες που τούς έδωσε ο αιτητής, προέκυψε άμεση ανάγκη για τροποποίηση της. Οι λόγοι ένστασης διατυπώνονται στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και διευκρινίζονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, έτυχαν δε επέκτασης, προ ολίγου, από την κ. Κότσαπα, κατά την αγόρευση της. Οι λόγοι αυτοί, θα μπορούσαν να συνοψιστούν, στη κυριότερη τους έκφανση, στο ότι το αίτημα για τροποποίηση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο και ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του. Τόσον το περιεχόμενο της αίτησης όσον και αυτό της ένστασης, βρίσκεται διατυπωμένο στα αντίστοιχα δικόγραφα, στο φάκελο του Δικαστηρίου και δε χρειάζεται να επαναληφθεί. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Σημασία έχει ότι όλα όσα διατυπώνονται εκεί έχουν προσηκόντως αξιολογηθεί. Το ίδιο και οι αγορεύσεις των δικηγόρων, οι οποίες ήσαν γραπτές και έτυχαν προφορικών διευκρινίσεων κατά το στάδιο ακρόασης της αίτησης. Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας στις νομικές διαδικασίες. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση ενδέχεται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δε μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα ενώ επιτρέπεται, κατά κανόνα, εκεί όπου δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δε θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δε θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραιτήτως, αποφασιστικός. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως, σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας, της τροποποίησης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε περίπτωση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου όπως αυτά διαγράφονται, μεταξύ άλλων, από τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με υπόψη όμως, ότι η δικαιότητα της δίκης πρέπει να αποφασίζεται στο τέλος της και όχι ενδιαμέσως. Απαύγασμα όλων αυτών, είναι ότι η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δε διέπεται από ανελαστικά κριτήρια και δε περιορίζεται μέσα σε στεγανά. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής δεν αιτιολογεί επαρκώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, είτε πριν είτε μετά την αλλαγή δικηγόρου. Το περισσότερο που θα μπορούσε να λεχθεί επί τούτου είναι ότι, από τα συμφραζόμενα της ένορκης δήλωσης, θα μπορούσαν να εξαχθούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί επί του θέματος οι οποίοι, ούτως ή άλλως, δε θα μπορούσαν, με κανέναν τρόπο, να θεωρηθούν ως ικανοποιητικοί προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Κάποιες επισημάνσεις στις οποίες προέβηκε ο δικηγόρος του αιτητή στην αγόρευσή του, δε συμπληρώνουν το κενό, στην απουσία συγκεκριμένων ισχυρισμών. Όλα τα γεγονότα που άπτονται του αιτήματος και όλα όσα επιθυμεί ο αιτητής να προσθέσει στην υπεράσπιση του, ανταπαιτώντας μάλιστα διάφορα, από τους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση, είχαν τεθεί ενώπιον των προηγούμενων δικηγόρων, εκ παραδρομής όμως, δεν είχαν αναφερθεί ή συμπεριληφθεί στην αρχική υπεράσπιση. Αυτός ο ισχυρισμός, πέραν της γενικότητας που τον διακρίνει, είναι ανεπαρκής. Πάνω σ΄ αυτό, γίνεται παραπομπή ως, κατ΄ αναλογίαν σχετικής, στη Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223. Παρενθετικά, αναφέρω ότι το περιεχόμενο της ένστασης είναι λεπτομερές και συγκεκριμένο, σε αντίθεση με εισήγηση που προέβαλε ο κ. Παπαντωνίου. Το περιεχόμενο της μιλά από μόνο του. Η μακρά λοιπόν - για να επανέλθω - και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης ή έστω, της απάντησης στην υπεράσπιση, στις 30.12.04, αναδύει, εν προκειμένω, απουσία καλής πίστης εκ πλευράς αιτητή στην υποβολή του αιτήματος. Ως εκ τούτου η αίτηση, χρήζει απόρριψης. Πέρα απ' αυτά, απουσιάζει ο προσδιορισμός εκείνων των στοιχείων που, κατ' ισχυρισμόν, επιβάλλουν την τροποποίηση και τη διαφαινόμενη μεταβολή, θα πρέπει να πω, του πλαισίου της δίκης, μια και δεν εξειδικεύονται και δεν αναφέρονται με λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση ή στην αίτηση, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης τους, στον απαιτούμενο βαθμό. Κάτι παρόμοιο έγινε και στη περίπτωση με την οποία καταπιάστηκε η Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11. Είναι γεγονός, ότι στο σώμα της αίτησης, παρατίθεται η προτεινόμενη «Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης». Δε συγκεκριμενοποιείται όμως, με οποιονδήποτε τρόπο η συνάρτηση του περιεχομένου της με την υφιστάμενη έκθεση υπεράσπισης, ούτε και το ποια γεγονότα μεσολάβησαν από την καταχώρηση της, έτσι ώστε να δικαιολογείται το επίδικο διάβημα, αλλά ούτε και πώς αυτά παίρνουν, πλέον, πιο συγκεκριμένη μορφή μέσω της προτιθέμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Δεν είναι επαρκές να προσδιορίζεται, απλώς, η προτιθέμενη τροποποίηση χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο. Αυτή η πτυχή των πραγμάτων άπτεται της αιτιολόγησης του αιτήματος που ο αιτητής είχε υποχρέωση να παραθέσει. Το δικαίωμα τροποποίησης δικογράφου δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε και απεριόριστο. Ως θέμα γενικότερης αρχής, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να ερευνήσει το φάκελο της υπόθεση και να αντιπαραβάλει και συγκρίνει τα δικόγραφα, ιδιαίτερα, στη σημαντική έκταση και λεπτομέρεια που απαιτείται εδώ, χωρίς εξειδικευμένη αναφορά και καθοδήγηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση με σκοπό να καταλήξει στο τι πράγματι είναι που επιδιώκεται να τροποποιηθεί, δεν αποτελεί επαρκές έρεισμα για υιοθέτηση τέτοιας πρακτικής. Θα έλεγα μάλιστα ότι εμπεριέχει σύμφυτους κινδύνους για όλους τους ευνόητους λόγους. Συνεπώς, η αίτηση χρήζει απόρριψης και για αυτό το λόγο. Καταλήγοντας, θα πρέπει να πω ότι - και συμφωνώ με τη συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, με αναφορά στην απόφαση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 - ότι η αλλαγή δικηγόρου, αυτή καθ΄ αυτή, δεν αποτελεί, από μόνη της, καταλυτικό λόγο για αποδοχή αιτήματος τροποποίησης. Βεβαίως, η απόφαση Στρίντζη, διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα της, με αυτά που μας ενδιαφέρουν εδώ, αφού εκεί, σε αντίθεση με εδώ, είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Τούτο όμως αν και αξιολογήθηκε, δε μεταβάλλει τα πράγματα ως εκ της συνολικής εικόνας που προέκυψε από τους χειρισμούς του αιτητή. Το γεγονός ότι «η υπόθεση είναι τού 2004», όπως με γλαφυρότητα υπερτόνισε ο κ. Παπαντωνίου, εννοώντας, σαφώς, ότι η υπόθεση θα μπορούσε να θεωρηθεί πολύ πρόσφατη και ότι η περαιτέρω καθυστέρηση εκδίκασης της, νοουμένου ότι εγκρινόταν το αίτημα του, δε θα δημιουργούσε οποιονδήποτε πρόβλημα στους καθ΄ ων η αίτηση, δε με βρίσκει συγκλίνοντα. Δε θεωρώ ότι μια υπόθεση όπως η παρούσα που καταχωρίσθηκε πριν δύο σχεδόν χρόνια, θα πρέπει να θεωρείται πρόσφατη, ούτε και θα πρέπει κάποιος να προβαίνει, με κάθε σεβασμό, σε τέτοιου είδους χρονικές συγκρίσεις και αντιπαραβολές. Είναι γεγονός, ότι η απονομή της δικαιοσύνης στη Κύπρο, σε ό,τι αφορά στην ταχύτητα διεκπεραίωσης των υποθέσεων, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, για πολλούς και διάφορους λόγους. Στόχος όμως πρέπει να είναι η βελτίωση του συστήματος και όχι η διαιώνιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει με αντικρίσεις - ανάμεσα σ΄ άλλα - αυτού τού είδους. Η υπόθεση είναι καθυστερημένη και θα πρέπει να εκδικαστεί αυθωρεί. Αυτό πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Κάθε άλλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση, χωρίς η επιδίκαση εξόδων να θεωρείται επαρκής θεραπεία. Αντιθέτως, ο αιτητής είχε κάθε ευκαιρία να θέσει την υπόθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης, εκτός και αν υπάρξει στο μεταξύ διαφορετική διαταγή του Δικαστηρίου. Η αγωγή θα οριστεί για οδηγίες έτσι ώστε να μπορέσουν οι συνήγοροι, ιδιαίτερα ο νέος συνήγορος του εναγόμενου, να μελετήσουν την υπόθεση και το ενδεχόμενο υποβολής άλλων ενδιάμεσων αιτήσεων στο δικαστήριο ή άλλων αιτημάτων προς την αντίδικη πλευρά, έτσι ώστε να ετοιμασθεί η υπόθεση για ακρόαση, χωρίς προσκόμματα. Οι δικηγόροι θα πρέπει επίσης να είναι έτοιμοι κατά την επόμενη δικάσιμο να δηλώσουν οποιαδήποτε παραδεκτά γεγονότα, να προσδιορίσουν τον αριθμό των μαρτύρων που θα προσκομίσουν, να αναφερθούν στην έκταση της μαρτυρίας που θα χρειαστεί ο κάθε μάρτυρας καθώς και να συγκεκριμενοποιήσουν ή να περιορίσουν τα πραγματικώς επίδικα ζητήματα στην υπόθεση έτσι ώστε η ακροαματική διαδικασία να διεξαχθεί με την πραγματική προοπτική επίλυσης των ανυπερβλήτως υφιστάμενων διαφορών και μόνον και όχι με την προοπτική έναρξης μιας γενικότερης αντιδικίας επί παντός θέματος, χωρίς αρχή και τέλος, χάριν και μόνον διεξαγωγής της ακρόασης. Όλα τούτα θα πρέπει να δηλωθούν και να αποφασιστούν στο στάδιο των οδηγιών. Δε θα καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση μέχρι την ημερομηνία των οδηγιών χωρίς την προγενέστερη έγκριση του Δικαστηρίου. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 20.4.06 και ώρα 9:00π.μ. (Υπ.) ............................................ Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο