← Κύπρος

Πόλυ Νεοκλέους ν. INTERFUND INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 4064/01, 14 Απριλίου, 2006

Πόλυ Νεοκλέους ν. INTERFUND INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 4064/01, 14 Απριλίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4064/01 Μεταξύ: Πόλυ Νεοκλέους, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και INTERFUND INVESTMENTS LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων 14 Απριλίου,

  1. Για την Ενάγουσα: κ. Ταμάσιος. Για την Εναγόμενη εταιρεία: κ. Κολοκασίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα διεκδικεί: Α. Το ποσό £6.000 καταβληθέν από την ενάγουσα έναντι αγοράς τίτλων και/ή μετοχών των εναγομένων και/ή δυνάμει των προνοιών του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Τροποποιητικού (άρθρο 4) Νόμου του
  2. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη κατακρατεί το ποσό των £6.000 που κατέβαλε η ενάγουσα κατά ή/περί την 21.2.00 έναντι της αγοράς τίτλων και/ή μετοχών της εταιρείας. Γ. Τόκο προς 6% από 28.3.
  3. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης οι συνήγοροι των διαδίκων δεν προσκόμισαν προφορική μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους αλλά η υπόθεση τους στηρίχθηκε σε κοινά παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία έχουν ως ακολούθως:
  4. Στις 21.2.2000 η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στην εναγομένη για αγορά 20.000 μετοχών καταβάλλοντας ποσό ΛΚ6.000 με επιταγή η οποία εισπράχθηκε στις 25.2.00 από την εναγομένη. Η αίτηση έγινε λαμβάνοντας υπόψη την προοπτική εισαγωγής των μετοχών της εναγομένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
  5. Με επιστολή ημερ. 27.9.00 και στις 19.10.00 η ενάγουσα, διά των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολές προς την εναγομένη αξιώνοντας επιστροφή των χρημάτων της δηλαδή των ΛΚ6.000 (Τεκμήριο Α).
  6. Κατά τις 19.10.2000 η εναγόμενη απέστειλε αρνητική απάντηση αρνούμενη να επιστρέψει τα πιο πάνω χρήματα αναφέροντας τους λόγους (Τεκμήριο Β).
  7. Οι τίτλοι των εν λόγω μετοχών εκδόθηκαν στις 30.8.2000 (Τεκμήριο Γ). Αυτά ελήφθησαν από την ενάγουσα στις 13.9.00 και είχαν επιστραφεί με την επιστολή της ενάγουσας ημερ. 27.9.
  8. Οι μετοχές βρίσκονται ακόμη επ΄ ονόματι της ενάγουσας.
  9. Στις 23.3.2000 σε έκτακτη Γενική Συνέλευση, η εναγόμενη αποφάσισε να αποδεχθεί τις αιτήσεις αμετακλήτων αιτήσεων στις οποίες περιλαμβανόταν και η ενάγουσα και να προχωρήσει στην έκδοση του αναγκαίου αριθμού μετοχών της εναγόμενης για να δοθούν στους αιτητές (Τεκμήριο Δ). Περί αυτού εστάλη σχετική επιστολή στους ενάγοντες με ημερ. 14.4.
  10. Τα χρήματα που κατατέθηκαν από τους ενδιαφερόμενους επενδυτές διατηρήθηκαν παγοποιημένα και μετά την πιο πάνω απόφαση της Γενικής Συνέλευσης η εναγόμενη σταδιακά άρχισε τη χρήση και επένδυσή τους.
  11. Στις 27.9.2000 το ΧΑΚ πληροφόρησε την εναγόμενη ότι εγκρίθηκε η αίτηση της για εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ υπό αίρεση που αναφέρεται στην επιστολή (Τεκμήριο Ε).
  12. Στις 29.9.2000 το Συμβούλιο του ΧΑΚ ενημέρωσε την εναγόμενη ότι εξέταση το Ενημερωτικό Δελτίο της και αποφάσισε να παραχωρήσει άδεια δημοσίευσης του (Τεκμήριο Ζ).
  13. Το Ενημερωτικό Δελτίο της εναγόμενης διατέθηκε στο κοινό μετά τις 29.9.
  14. Το αίτημα της εναγόμενης για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ εγκρίθηκε στις 19.10.2000 και εξεδόθη από το ΧΑΚ σχετική ανακοίνωση (Τεκμήριο Η).
  15. Οι τίτλοι της εναγόμενης εισήχθησαν στο ΧΑΚ στις 25.10.
  16. Στην εναγόμενη παραχωρήθηκαν από το Συμβούλιο του ΧΑΚ δυνάμει του άρθρου 3 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικός (Αρ. 4) Νόμου του 2000 και κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης εταιρείας δύο παραστάσεις τριών μηνών έκαστη. Η πρώτη παράταση εδόθη με επιστολή ημερ. 26.7.2000 και η δεύτερη εδόθη με επιστολή 28.9.2000 όπου αναφέρεται και η έγκριση της αίτησης. Οι επιστολές αυτές αναγράφουν τη φράση «... σύμφωνα με το άρθρο 3

(3)του Τροποποιητικού Νόμου 42
(1)/2000... το ΧΑΚ αποφάσισε να σας παραχωρήσει παράταση τριών μηνών, περίοδος η οποία θεωρείται λογική υπό τις περιστάσεις της αίτησης σας.» Οι παρατάσεις δόθηκαν κατόπιν επιστολών εκ μέρους της εναγόμενης ημερομηνιών 5.7.2000 και 18.9.2000. (Οι δύο επιστολές αιτήσεων παράτασης και οι απαντήσεις του Συμβουλίου του ΧΑΚ επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο Θ). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας στην τελική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3
(3)του Ν.42
(1)/00 και πρέπει να επιστραφούν τα χρήματα που η ενάγουσα κατέβαλε προς την εναγομένη. Εξειδικεύοντας τα πιο πάνω ανέφερε ότι η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των ΛΚ6.000 με προοπτική εισαγωγής των τίτλων της στο Χρηματιστήριο στις 21.2.00 και είναι παραδεκτό γεγονός ότι η εναγομένη πήρε τα λεφτά αυτά στις 25.2.
  1. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι 28.3.00 η εναγομένη υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ., ότι δεν εντάχθηκε στο Χ.Α.Κ. μετά την πάροδο των τριών μηνών και επίσης ότι η εναγομένη απέστειλε επιστολή ημερ. 27.9.00 με την οποία ζητούσε την επιστροφή του εν λόγω ποσού και ότι η εναγομένη παρέλειψε να επιστρέψει το εν λόγω ποσό στην ενάγουσα. Ήταν περαιτέρω εισήγησή του, με αναφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και στη νομολογία, ότι η Υπεράσπιση της εναγομένης δεν ευσταθεί ούτε γιατί η εναγομένη έλαβε παράταση για εισαγωγή των τίτλων της από την αρμόδια αρχή, ούτε για τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που θέτει, παραπέμποντας το Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 11192 Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου ημερ. 26.11.
  2. Ο κ. Κολοκασίδης στη δική του εμπεριστατωμένη αγόρευση, εισηγήθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία δεν είναι υπόχρεα να επιστρέψει το ποσό των ΛΚ6.000 αφού καλύπτεται από την επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)του Ν.42
(1)/00 και ειδικότερα εν όψει του ότι είχε πάρει δύο παρατάσεις από την αρμόδια αρχή και έτσι δεν ενεργοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3
(3). Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι δεν έχει ζητηθεί να επιστραφεί το ποσό από την ενάγουσα έχοντας υπόψη ότι στην επιστολή του δικηγόρου της αιτήτριας ημερ. 19.10.00 ζητείται η επιστροφή με βάση το άρθρο 58(Α), το οποίο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση και όχι με βάση το άρθρο 3
(3)του Ν.42
(1)/00. Υποστήριξε επίσης ότι στην παρούσα αγωγή επιζητείται θεραπεία σε σχέση με παράβαση του Ν.42
(1)/00 και το νομικό πλαίσιο που πρέπει να εφαρμοσθεί είναι η παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος και πρέπει να αποδειχθεί η συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων. Τόνισε ότι κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η αστική προσφυγή όταν προβλέπονται ποινικές κυρώσεις και ότι η ποινική διαδικασία είναι αποκλειστική. Ήταν επίσης εισήγησή του ότι πρέπει να υπάρξει σε αυτή την περίπτωση απόδειξη ζημιάς σε περιπτώσεις επίκλησης παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος εκτός αν ο νόμος καθορίζει την έκδοση διατάγματος. Η ζημιά σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να ισοδυναμεί με τη διαφορά της αξίας. Θα προσεγγίσω τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα διαδικασία υπό το φως των κοινά παραδεκτών γεγονότων των νομικών αρχών που σχετίζονται με αυτά και των εισηγήσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών. Η ενάγουσα στηρίζει την απαίτησή της στo άρθρo 3
(3)του Ν.42
(1)/00. Το άρθρο 58Α του πιο πάνω Νόμου δημιουργεί για τον αγοραστή αξίωση επιστροφής του ποσού που κατέβαλε για απόκτηση μετοχών σε περίπτωση που παρέλθουν τρεις μήνες από την ημερομηνία υποβολής για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο αν του έχουν μεν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο. Παράλληλα ο Ν.42
(1)/2000 περιέχει μεταβατική διάταξη (άρθρο 3) που ρυθμίζει παρόμοιας φύσεως ζητήματα και καλύπτει περιπτώσεις όπου τα ποσά είχαν ήδη εισπραχθεί πριν την έναρξη της ισχύος του Ν.42/2000, δηλαδή πριν από την 7.4.
  1. (Βλ. Δημήτρης Χριστοδουλίδης κ.α. ν. Χ.Α.Κ. αρ. προσφυγής 603/01 ημερ. 31.5.02). Στην παρούσα περίπτωση αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι το ποσό των ΛΚ6.000 εισπράχθηκε και ήταν κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι εισπράχθηκε στις 25.2.00 άρα έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου
  2. Το άρθρο 3
(3)προνοεί πως: «Οποιοσδήποτε εκδότης ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή πρόσωπο έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας πριν από την έναρξη ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000, με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, υποχρεούται εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία επιβολής της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, και εφόσον το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά ή αντάλλαγμα σ΄ αυτούς που τα κατέβαλαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ταυτόχρονα με την επιστροφή των σχετικών τίτλων: Νοείται ότι εφόσον το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι δεόντως και επαρκώς στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη σύμφωνα με τους χρηματιστηριακούς κανονισμούς και ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για μη έγκριση της αίτησης και ότι η καθυστέρηση για έγκριση δεν οφείλεται στον αιτητή, δύναται να παρέχει λογική παράταση χρόνου στον αιτητή όσον αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών.» Με βάση τα πιο πάνω θα πρέπει να κριθεί ότι η ενάγουσα απέδειξε τα εξής: (α) Ήταν ενδιαφερόμενη αγοραστής, (β) κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα (γ) σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο, (δ) για την αγορά μετοχών σύμφωνα με το 3
(1)(ε) ότι παρήλθαν τρεις μήνες από την υποβολή της αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή ότι απερρίφθη η αίτηση για εισαγωγή τους και (στ) ότι μετά πάροδον των τριών μηνών ή μετά την απόρριψη της αίτησης ζήτησε γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή του ανταλλάγματος. Εξετάζοντας κατ΄ αρχήν τη θέση της Υπεράσπισης, ότι η περίπτωση της ενάγουσας δεν καλύπτεται από το εν λόγω άρθρο, θέση η οποία εδράζεται στο λεκτικό της επιστολής του δικηγόρου της, ημερ. 10.10.00, στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 58Α του πιο πάνω Νόμου, που δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνω ότι το υπό κρίση άρθρο δεν καθορίζει τύπο ή λεκτικό ούτε υποχρέωση του αγοραστού να επικαλεσθεί στο αίτημα της το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου αλλά απλώς να ζητήσει γραπτώς τα χρήματά της. Εν όψει των ανωτέρω βρίσκω ότι η επιστολή του δικηγόρου, Τεκμήριο 1, εμπίπτει στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Εν πάση περιπτώσει η ενάγουσα απέστειλε επίσης επιστολή για επιστροφή των χρημάτων της στις 27.9.00 (βλ. Τεκμήριο Α) οπότε η πιο πάνω προϋπόθεση που θέτει ο Νόμος πληρείται. Σε σχέση με τις άλλες προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο η ενάγουσα από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι ήταν «ενδιαφερόμενος αγοραστής». Τα χρήματα τα κατέβαλε στις 21.2.00 με επιταγή τα οποία εισπράχθηκαν από την εναγομένη 25.2.00 πριν τη θέσπιση του πιο πάνω Νόμου και ο λόγος αγοράς των μετοχών από αυτήν ήταν η προοπτική εισαγωγής των τίτλων της εναγομένης στο ΧΑΚ. Σχετική αίτηση από την εναγομένη κατετέθη με βάση τα παραδεκτά γεγονότα στις 28.3.00 (βλ. Τεκμήριο Θ). Η ενάγουσα μετά την πάροδο των τριών μηνών από την ημερομηνία της αίτησης της εναγομένης για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο ζήτησε ως αναφέρεται πιο πάνω γραπτώς την επιστροφή του πιο πάνω ποσού αφού δεν είχαν εισαχθεί μέχρι τότε οι τίτλοι της εναγομένης στο Χρηματιστήριο. Με βάση τα πιο πάνω βρίσκω ότι η απαίτηση της ενάγουσας εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 3
(3)του Νόμου 42
(1)/00 και πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε στην εναγομένη δηλαδή του ποσού των ΛΚ6.
  1. Θα εξετάσω τώρα την επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγομένης που αφορά την εφαρμογή της επιφύλαξης του πιο πάνω άρθρου και τις επιπτώσεις στην παρούσα υπόθεση με δεδομένο ότι η εναγόμενη εταιρεία πήρε δύο τρίμηνες παρατάσεις από την αρμόδια αρχή για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο, ημερομηνίας 26.7.00 και ημερομηνίας 28.9.00 και οι τίτλοι της εισήχθηκαν τελικά στο Χρηματιστήριο στις 25.10.
  2. Στην υπόθεση Δημήτρης Ι. Χριστοδουλίδης κ.α. ν. ΧΑΚ προσφ. 603/01 ημερ. 31.5.02 η οποία επιβεβαιώθηκε κατ΄ έφεση (Βλ. Αν. Έφεση 3457 ημερ. 1.3.2005) κρίθηκε ότι με την πάροδο τριών μηνών που καθορίζει το άρθρο 3
(3)γεννάται δικαίωμα του ενδιαφερομένου αγοραστή και συνάμα υποχρέωση στην εταιρεία για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν. Η προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται αρκεί η μη εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. Η επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου δεν παρέχει εξουσία παράτασης της προθεσμίας των τριών μηνών με την οποία γεννάται το δικαίωμα του ενδιαφερομένου αγοραστή για επιστροφή των πιο πάνω ποσών ούτε της υποχρέωσης της εταιρείας η οποία επέρχεται εντός 10 ημερών από την υποβολή της απαίτησης από το ενδιαφερόμενο αγοραστή. Η παράταση αφορά μόνο στην επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών κατά το χρόνο που αυτή εδόθηκε. (Βλ. επίσης Harvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου
(2003)1(Γ) AAΔ 1683.) Όπως προκύπτει από την πιο πάνω ερμηνεία, οι παρατάσεις που δόθηκαν στην εναγομένη δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την αναίρεση του δικαιώματος της ενάγουσας να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων της αφού η οποιαδήποτε παράταση αφορούσε το χρόνο επιστροφής των χρημάτων. Ούτε η εισαγωγή τελικά των τίτλων της εναγομένης εταιρείας στο Χ.Α.Κ. έχει οποιαδήποτε επίδραση στο εν λόγω δικαίωμα που έχει γεννηθεί κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 3
(3). Επίσης η θέση του κ. Κολοκασίδη ότι ο Ν.42
(1)/00 καλύπτει αιτήσεις εταιρειών για εισαγωγή τους στο Χ.Α.Κ. που έγιναν μετά τις 7.4.00 και όχι την αίτηση της εναγομένης, αφού αυτή έγινε πριν την εφαρμογή του Ν.42
(1)/00, δηλαδή στις 28.3.00, δεν βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό και ερμηνεία του άρθρου 3
(3). Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση ο χρόνος υποβολής της αίτησης αλλά η είσπραξη του ποσού ή ανταλλάγματος από πώληση μετοχών υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας με προοπτική εισδοχής της στο Χ.Α.Κ. Εν όψει επίσης ότι γίνεται σαφής αναφορά για είσπραξη ποσού πριν τις 7.4.00 οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση υποβολής αίτησης από την εταιρεία πριν την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου δηλαδή πριν τις 7.4.00. Ως εκ τούτου ούτε ο λόγος αυτός ευσταθεί. Ένα άλλο ζήτημα που έθιξε η Υπεράσπιση ήταν ότι η υπόθεση αυτή αφορά παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος που επιβάλλεται από τον εν λόγω Νόμο και ότι δεν επιτρέπεται αστική προσφυγή, όταν προβλέπονται ποινικές ευθύνες και κυρώσεις όπως προνοεί το εδάφιο 4 του άρθρου
(3)του πιο πάνω νόμου. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι, ακόμη και αν δικαιούτο η ενάγουσα θεραπεία, από την παράβαση του εν λόγω θεσμοθετημένου καθήκοντος, θα έπρεπε να αποδείξει τη ζημιά που υπέστη αφού δικαιούται μόνο αποζημιώσεις για την παράβαση του εν λόγω καθήκοντος. Έχει νομολογηθεί ότι όπου νομοθέτημα ή οι Κανονισμοί που εκδίδονται βάσει αυτού δημιουργούν δημόσια υποχρέωση ή ευθύνη, αλλά προνοούν και για τη θεραπεία σε περίπτωση διάρρηξης, όπως κάποιο ποινικό μέτρο, τότε δεν δημιουργεί σε μέλος του κοινού δικαίωμα υπαλλακτικής θεραπείας, όπως αξίωση για αποζημιώσεις σε αστική αγωγή εκτός αν από το λεκτικό και το σκοπό του εν λόγω νόμου εξάγεται ότι η υποχρέωση που δημιουργήθηκε ήταν προς όφελος συγκεκριμένης ομάδας ατόμων, (βλ. Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 CLR 791) πρόσωπο που ανήκει σε αυτή έχει αγώγιμο δικαίωμα. Ο Ν.42
(1)/2000 ξεκάθαρα θεσπίστηκε για να προστατεύσει τους επενδυτές παρέχοντας τους τη δυνατότητα υπό τις προϋποθέσεις που τέθηκαν να πάρουν πίσω τα χρήματα που επένδυσαν σε μετοχές οι τίτλοι των οποίων είτε δεν εκδόθηκαν είτε για οποιοδήποτε λόγο δεν εισήχθηκαν στο Χρηματηστήριο. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Harvest (πιο πάνω): «Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές απ΄όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας, η προοπτική εισδοχής των μετοχών της εφεσείουσας εταιρείας στο Χρηματιστήριο ήταν ο ουσιαστικός παράγοντας που ώθησε τον εφεσίβλητο-ενάγοντα να επενδύσει σε μετοχές της εταιρείας. Ήταν δε λογικό, υπό τις περιστάσεις, να αναμένεται η εισδοχή των μετοχών στο Χρηματιστήριο εντός εύλογου χρόνου. Το τι καθόρισε η νομοθετική εξουσία, εν όψει των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν γενικά, ήταν να καθορίσει ποιος ήταν αυτός ο εύλογος χρόνος και περαιτέρω να δώσει το δικαίωμα στον επενδυτή να μπορεί να θεωρήσει την ουσία ως τερματισθείσα τη σύμβασή του με την εταιρεία και να απαιτήσει επιστροφή των πληρωθέντων χρημάτων του, όπου υπάρχει υπέρβαση του εύλογου αυτού χρόνου, δίδοντας και δικαίωμα στην εταιρεία να επιτύχει παράταση του χρόνου επιστροφής των χρημάτων, αναλόγως με τις περιβάλλουσες συνθήκες.» Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd, Πολ. Έφ. 11503 ημερ. 23.1.04 από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έντιμο κ. Πική, σε σχέση με το Ν. 168
(1)/2002 η επιστροφή των χρημάτων «αποτελεί υποχρέωση που πηγάζει από το Νόμο.» Με βάση τα πιο πάνω, ο ίδιος ο Νόμος δημιουργεί συγκεκριμένο δικαίωμα σε συγκεκριμένη τάξη ανθρώπων και συγκεκριμενοποιεί τις προϋποθέσεις που αυτό μπορεί να ασκηθεί. Δεν πρόκειται για επιβολή ενός γενικού καθήκοντος ή υποχρέωσης το οποίο ποινικοποιείται μόνο, ώστε να εγείρεται θέμα κατά πόσο δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα. Το ότι δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εξάγεται από το ίδιο το λεκτικό του εν λόγω άρθρου. Με βάση τα πιο πάνω δεν εφαρμόζονται οι γενικές αρχές αναφορικά με δημιουργία θεσμοθετημένου καθήκοντος και ούτε οι αρχές παράβασής του. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η υπόθεση αυτή αποτελεί παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος και ότι θα έπρεπε να αποδειχθεί ζημιά δεν ευσταθεί. Ως εκ τούτου και αφού όπως προκύπτει πιο πάνω η ενάγουσα έχει αποδείξει τις προϋποθέσεις του άρθρου 3
(3)του Ν.42
(1)/00 για επιστροφή του ποσού το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη εταιρεία για αγορά μετοχών, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης εταιρείας για το ποσό των £6.000 με τόκο 6% από 28.3.2000 (όπως το περιορίζει στην Έκθεση Απαίτησης). Επίσης η ενάγουσα να προβεί σε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, ούτως ώστε οι επίδικες μετοχές μεταβιβασθούν επ΄ ονόματι της εναγόμενης εταιρείας κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 3
(3)του πιο πάνω Νόμου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης εταιρείας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.