← Κύπρος

Joseph P Lasala κ.α. ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5581/05., 19.4.2006

Joseph P Lasala κ.α. ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5581/05., 19.4.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5581/

  1. Μεταξύ:
  2. Joseph P. Lasala, από την Πολιτεία New Jersey των ΗΠΑ,
  3. Fred S. Zeidman, από την Πολιτεία Texas των ΗΠΑ ως Συνδιαχειριστές του Εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust, Εναγόντων, - και -
  4. Λυκούργου Κυπριανού,
  5. Παύλου Μελετίου,
  6. King Mazzax Lines Limited,
  7. Ερμιόνης Κυπριανού,
  8. Semark Consultancy Services Limited,
  9. Global Consolidator Limited,
  10. L. K. Global (Holdings) N.V.,
  11. Aremis Holdings Limited,
  12. Aremis Technology Ventures Limited,
  13. Sincock Holdings Corporation,
  14. Southwood Management Limited,
  15. Palantine Asset Management Ltd, Εναγομένων. ---------------------- Αίτηση ημερ. 9.3.06 από την εναγομένη 6 προς έκδοση δηλωτικών Διαταγμάτων 19.4.2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη 6: κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Γ. Χριστοδούλου. Για τους Καθ΄ ων-Ενάγοντες : κ. Α. Μαρκίδης με κ. Αλ. Γαβριηλίδη. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιδιώκονται από την εναγομένη 6-αιτήτρια η έκδοση δύο διαταγμάτων ή δηλώσεων του Δικαστηρίου ότι συγκεκριμένη πώληση δύο ακινήτων, περιουσία της αιτήτριας, η μεταβίβαση αυτών στους αγοραστές και η είσπραξη και διάθεση του προϊόντος πωλήσεως στις διάφορες υποχρεώσεις της αιτήτριας εμπίπτει στη συνήθη πορεία της επιχείρησης της αιτήτριας και δεν εμπίπτει στην παρ. 8 του ενδιάμεσου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 20.2.06 (εφεξής «το Διάταγμα»), και ότι η αιτήτρια είναι ελεύθερη να μεταβιβάσει και να εγγράψει τα ακίνητα στο όνομα των αγοραστών. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γιάννη Παναγιώτου, Διοικητικού Συμβούλου της αιτήτριας από τον Δεκέμβριο του
  16. Η ουσία της ένορκης δήλωσης του είναι ότι η αιτήτρια, δημόσια εταιρεία από 8.12.99, και εισηγμένη στο Χ.Α.Κ. από 20.4.00, αγόρασε τα ακίνητα την 1.3.00 έναντι £2.400.
  17. Η προκαταβολή των £100.000 πληρώθηκε με επιταγή της αιτήτριας, το δε υπόλοιπο εξοφλήθη με έκδοση άλλων επιταγών σε υποδειχθέντα από τον τότε πωλητή πρόσωπα. Σε έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας στις 22.7.05, με ειδικό ψήφισμα εξουσιοδοτήθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής να πωλεί στοιχεία του ενεργητικού με σκοπό την επένδυση στον τομέα ανάπτυξης γης κατά ποσοστό 75% και το υπόλοιπο σε ενίσχυση άλλων δραστηριοτήτων της. Στις 11.10.05 η αιτήτρια συνήψε συμφωνία πώλησης των δύο ακινήτων σε δύο πωλητές στη συνολική τιμή των £2.800.
  18. Η συμφωνία πώλησης ανακοινώθηκε από την αιτήτρια και τις αγοράστριες εταιρείες στο Χ.Α.Κ. και στο διαδίκτυο, ενώ τα σχετικά πωλητήρια έγγραφα κατατέθηκαν και στο Κτηματολόγιο. Στις 30.11.05 καταρτίστηκε συμπληρωματική συμφωνία με βάση την οποία η μεταβίβαση των ακινήτων θα γινόταν εντός 30 ημερών με την καταβολή συνολικού ποσού £1.900.000 και την ταυτόχρονη παράδοση τραπεζικής εγγύησης για το συνολικό ποσό των £800.000 εξαργυρωτέα μόλις η αιτήτρια θα είναι σε θέση να παραδώσει στους αγοραστές επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως που να βεβαιώνει την ελεύθερη χρήση και τρόπο ανάπτυξης των κτημάτων. Στις 28.12.05 η αιτήτρια δια των αντιπροσώπων της μαζί με τους αγοραστές συνάντησαν κατά την παρουσίαση τους στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την άρνηση του τελευταίου να επιτρέψει μεταβίβαση των ακινήτων ενόψει της παρ. 8 του Διατάγματος. Στις 3.1.06 οι αγοραστές ζήτησαν από την αιτήτρια να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο στις 5.1.06 για μεταβίβαση των ακινήτων, ενώ στις 2.3.06 οι αγοραστές επέδωσαν αγωγή στην αιτήτρια αξιώνοντας την ειδική εκτέλεση των πωλητηρίων εγγράφων, καθώς και της συμπληρωματικής συμφωνίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της αιτήτριας έκρινε ορθό όπως αναμένει την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην εκκρεμούσα τότε αίτηση ημερ. 21.7.05 για προσωρινά διατάγματα, η οποία εκδόθηκε στις 20.2.06, χωρίς να αλλοιωθεί η παρ. 8 του προσωρινού διατάγματος. Η αιτήτρια έλαβε ήδη έναντι του τιμήματος πώλησης των ακινήτων £300.000, που χρησιμοποιήθηκαν για πληρωμή οφειλόμενου Φ.Π.Α., μισθούς υπαλλήλων και άλλων πιστωτών. Η αιτήτρια έχει άμεση ανάγκη είσπραξης του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης για να αντιμετωπίσει αριθμό υποχρεώσεων (λεπτομέρειες των οποίων καταγράφονται στην παρ. 23 της δήλωσης), και οι οποίες υποχρεώσεις συμποσούνται στα £2.646.049,
  19. Επιπλέον, η αιτήτρια έχει να αντιμετωπίσει και άλλες υποχρεώσεις, αλλά και να προωθήσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Μη πληρωμή των πιο πάνω υποχρεώσεων θα οδηγήσει στην οικονομική καταστροφή της αιτήτριας, με αποτέλεσμα τη διάλυση της, με όλες τις συνέπειες. Κατά την άποψη του δηλούντος, η είσπραξη του τιμήματος και η εξόφληση των πιο πάνω υποχρεώσεων εμπίπτουν στη συνήθη πορεία της επιχείρησης της αιτήτριας, ενώ δεν υπάρχει καμία πρόθεση μεταβίβασης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στον ή προς όφελος του εναγομένου
  20. Η ένορκη δήλωση διανθίστηκε από σωρεία τεκμηρίων προς υποστήριξη των εκεί αναφερομένων. Υπήρξε, ως ήταν αναμενόμενο, ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του εκτιμητή Αντώνη Λοίζου, ο οποίος εκτίμησε τα ακίνητα σε τιμές Μαρτίου 2000 στο £1.950.000 και σε τιμές Οκτωβρίου 2005 στα £3.300.
  21. Η ένσταση υποστηρίχθηκε και από ένορκη δήλωση του Νίκου Μακρίδη, δικηγόρου, εξουσιοδοτημένου από τους καθ΄ ων να προβεί στη δήλωση, στην οποία αρνήθηκε τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε διάφορες παραγράφους της δήλωσης των αιτητών, περιλαμβανομένης και της αξίας αγοραπωλησίας των ακινήτων. Οι πιο πάνω αρνήσεις μαζί με την εκτίμηση οδήγησαν, με την άδεια του Δικαστηρίου, στην καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Γιάννη Παναγιώτου, στην οποία προβάλλονται απαντήσεις στα διάφορα θέματα, με έμφαση στο ότι η αιτήτρια νόμιμα άντλησε τα κεφάλαια της από ιδιωτική τοποθέτηση και από την αρχική δημόσια προσφορά, τα ποσά δε που εισπράττονταν κατά τη χρονική εκείνη περίοδο κατατίθονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς της αιτήτριας. Η τιμή αγοράς των ακινήτων ήταν πραγματική, έγινε δεκτή και από το Κτηματολόγιο και έγιναν όλες γενικά οι νόμιμες διαδικασίες και λογιστικές πράξεις. Ο αρχικός σκοπός της αγοράς των ακινήτων ήταν η ανέγερση γραφείων της αιτήτριας, αλλά λόγω έλλειψης ρευστότητας αυτή αναγκάστηκε να πωλήσει τα κτήματα για να αντιμετωπίσει τις άμεσες υποχρεώσεις της. Από την προκαταβολή που έλαβε η αιτήτρια έναντι του τιμήματος πώλησης πληρώθηκαν έναντι αποδείξεων ο Φ.Π.Α και διάφοροι μισθοί. Όσον αφορά την αξία των ακινήτων, πριν την πώληση τους η αιτήτρια έλαβε εκτίμηση από ειδικό προσοντούχο εκτιμητή, ο οποίος καθόρισε την αξία στις £2.850.
  22. Η εκτίμηση Λοίζου δεν έλαβε υπόψη τα πολεοδομικά στοιχεία της περιοχής των ακινήτων, παραθέτει δε προς τούτο σε σχετικό τεκμήριο σχόλια του δικού της εκτιμητή σε αντίκρουση της εκτίμησης Λοίζου. Κατά την άποψη του η πώληση και μεταβίβαση των ακινήτων δεν συνιστά παράβαση του διατάγματος του Δικαστηρίου, η δε απόκτηση και πώληση ή μεταβίβαση αυτών εμπίπτει στη συνήθη πορεία των επιχειρήσεων της αιτήτριας. Και αυτή η συμπληρωματική δήλωση επισυνάπτει πολυσέλιδα τεκμήρια προς υποστήριξη των γραφομένων ισχυρισμών. Έγινε σχετική αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων με την άδεια του Δικαστηρίου, οι θέσεις των οποίων δεν κρίνεται αναγκαίο να καταγραφούν. Η βασική θέση που ο κ. Παπαφιλίππου πρόβαλε στην αγόρευση του ήταν ότι η παρ. 8 του διατάγματος εμπεριέχει τις λέξεις κλειδιά ότι η περιουσία κατέχεται ή ανήκει άμεσα ή έμμεσα προς όφελος του εναγόμενου 1 ή και άλλου προσώπου, ενώ στην αντεξέταση του Παναγιώτου δεν τέθηκε καν ζήτημα ότι τα ακίνητα αυτά ανήκουν με οποιοδήποτε τρόπο στον εναγόμενο 1 ή ότι η αιτήτρια τα κατέχει για λογαριασμό του. Επομένως, από τη στιγμή που κανένας δεν ισχυρίζεται ότι τα ακίνητα αυτά σχετίζονται ή κατέχονται προς όφελος του εναγόμενου 1 ή ότι αυτός πλήρωσε για τα ακίνητα, ενώ η μαρτυρία έδειξε ότι είναι η αιτήτρια που πλήρωσε για την αγορά των ακινήτων, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει τροποποιητικό διάταγμα με βάση το άρθρο 32

(2)του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο θα μπορούσε ακόμη να αποφασίσει ότι η περιουσία αυτή δεν καλύπτεται από το Διάταγμα και να απορρίψει την αίτηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με την εκδοχή των καθ΄ ων, οποιαδήποτε χρήματα μετεφέρθησαν παρανόμως, κατ΄ ισχυρισμόν, στην αιτήτρια από τον εναγόμενο 1, διοχετεύθησαν ένα χρόνο μετά την αγορά των επιδίκων ακινήτων. Εάν το Δικαστήριο δεν εγκρίνει την αίτηση και εκδώσει τα δηλωτικά διατάγματα, τότε η αιτήτρια θα καταρρεύσει ως επιχείρηση, με αποτέλεσμα την άμεση χρεοκοπία της. Από την άλλη, ο κ. Μαρκίδης εισηγήθηκε ότι η αίτηση δεν αφορά τροποποίηση διατάγματος, αλλά στην ουσία επιζητεί συμβουλή από το Δικαστήριο για κάλυψη δικαιοπραξιών της αιτήτριας. Οι καθ΄ ων δεν έχουν κανένα βάρος να αποσείσουν, η δε μαρτυρία κατέδειξε ότι η τυχόν πώληση και πληρωμή του τιμήματος προς την εταιρεία θα ωφελέσει και τον εναγόμενο 1, ο οποίος έχει να λαμβάνει μισθούς, αλλά και να πληρώσει φόρους ως φυσικό πρόσωπο. Περαιτέρω, η μαρτυρία έδειξε ότι δεν είναι μόνο η αιτήτρια που χρωστά και έχει υποχρεώσεις ως η σχετική παρ. 23 της αρχικής ένορκης δήλωσης, αλλά και θυγατρικές εταιρείες και επομένως οποιαδήποτε χρήματα εισπραχθούν δεν θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για την αιτήτρια. Πρόσθετα, αυτή η συγκεκριμένη δικαιοπραξία δεν μπορεί να θεωρηθεί συνήθης πράξη της εταιρείας, τη δραστηριότητα της οποίας το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει ως σύνολο και η κατοχή και πώληση ακινήτων δεν είναι στη συνήθη πορεία της αιτήτριας με βάση το ιδρυτικό έγγραφο της. Ακόμη, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η οικονομική στενότητα της αιτήτριας οφείλεται στο Διάταγμα, ενώ η αιτήτρια μέσα από τους λογαριασμούς της και το ενημερωτικό δελτίο φαίνεται να κατέβαλλε υπέρογκα ποσά σε διάφορους μισθούς, ενώ αγόραζε ακριβά για να πωλεί φθηνά. Η εξέταση της ιδιότυπης αυτής αίτησης αναγκαστικά πρέπει να λάβει υπόψη τη νομική βάση της. Αναγκαίο επίσης είναι να υπομνησθεί ο λόγος της καταχώρισης της αίτησης, που είναι η άρνηση του Κτηματολογίου να αποδεχθεί τη μεταβίβαση των ακινήτων επικαλούμενο την παρ. 8 του Διατάγματος. Η παρ. 8 στο ουσιώδες μέρος της απαγορεύει στην αιτήτρια να πωλεί, μεταβιβάζει, επιβαρύνει, υποθηκεύει, κτλ, χρηματικά ποσά και περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στον εναγόμενο 1 ή που η αιτήτρια κατέχει προς όφελος του ή από κοινού με άλλο πρόσωπο μέχρι ποσού $500.000.000, εκτός αν η αιτήτρια "ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή χρήματα κατέχονται κατά τη συνήθη πορεία της επιχείρησης της εναγομένης 6 και δεν πρόκειται να μεταβιβαστούν, άμεσα ή έμμεσα στον ή προς ή προς όφελος του εναγομένου 1". Εκείνο που κατά την άποψη του Δικαστηρίου προκύπτει αβίαστα είναι ότι η επίδικη αίτηση δεν αφορά τροποποίηση του διατάγματος. Κανένα από τα επιδιωκόμενα διατάγματα ή δηλώσεις δεν σχετίζονται με τροποποίηση του διατάγματος, τροποποίηση που είναι δυνατή, εν πάση περιπτώσει, είτε στα πλαίσια των προνοιών του άρθρου 32
(2)του Νόμου 14/60, είτε στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, ενώ από δικονομικής πλευράς ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.48 θ.8
(4). Σχετικά συγγράμματα όπως του David Capper "Mareva Injunctions", Steven Gee & Geraldine Andrews "Mareva Injunctions:- Law & Practice" και Richard Ough "The Mareva Instructions and Anton Piller Orders: Practice and Precedents" αναφέρονται στην ίδια δυνατότητα. Ορισμένα μάλιστα, όπως του Capper, αναφέρονται και στην πιθανότητα να γίνει αίτηση από τρίτο πρόσωπο για διευκρίνιση ενός διατάγματος. Η συσχέτιση του δικαιώματος διαφοροποίησης από τη μια και διευκρίνισης από την άλλη έγκειται στη διπλή αδήριτη αναγκαιότητα, αφενός τα δικαστικά διατάγματα να είναι όσο το δυνατό ευκρινώς διατυπωμένα για να παρέχονται σαφώς τα πλαίσια λειτουργίας τους (δέστε την Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική 1991 σελ. 499 παράγραφος 29/1/6 και Video Arts Ltd v. Paget Industries Ltd
(1986)FRS 623) και αφετέρου να μην επηρεάζονται τρίτα πρόσωπα ή εάν επηρεάζονται εξ ανάγκης, ο επηρεασμός αυτός να είναι ο ελάχιστος δυνατός. Συγκαταλέγεται στο διπλό αυτό στόχο και η προξένηση της μικρότερης δυνατής ταλαιπωρίας στον ίδιο τον εναγόμενο, του οποίου τα περιουσιακά στοιχεία έχουν δεσμευθεί με το διάταγμα. Η δέσμευση πρέπει να αφήνει πάντοτε περιθώρια εύλογης διακίνησης τόσο της εμπορικής όσο και της προσωπικής δραστηριότητας του διάδικου. Σκοπός δεν είναι βέβαια ο στραγγαλισμός μιας επιχείρησης ή ο εγκλωβισμός των επιχειρηματικών ενεργειών του εναγομένου. Όπως όμως έχει λεχθεί προηγουμένως, δεν επιδιώκεται τροποποίηση του διατάγματος, αλλά αντίθετα επιδιώκεται δηλωτικό διάταγμα το οποίο να καλύπτει ως εμπίπτον στην παρ. 8 του διατάγματος τη σκοπούμενη μεταβίβαση των ακινήτων. Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί όμως να δοθεί. Όχι μόνο γιατί δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε γνωστή ουσιαστική ή δικονομική διάταξη εφόσον δεν πρόκειται για αίτηση τροποποίησης, αλλά και γιατί στην ουσία είναι ως να ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ή να αποφασίσει την εμβέλεια του δικού του διατάγματος που έχει οριστικοποιήσει με τη σχετική απόφαση του. Το λεκτικό του διατάγματος είναι καθαρό και οποιαδήποτε «επέμβαση» από το παρόν Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο στο λεκτικό του διατάγματος ή στην έννοια του θα ήταν λανθασμένη, δεδομένου ότι το Διάταγμα υπόκειται σε έφεση, η οποία έχει ήδη καταχωρηθεί, το δε Ανώτατο Δικαστήριο είναι πλέον το μόνο αρμόδιο όργανο να κρίνει την ορθότητα ή μη ολόκληρου ή μέρους του σκεπτικού της απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, περιλαμβανομένου και του λεκτικού το οποίο το Δικαστήριο θεώρησε ορθό να αφήσει ανέπαφο, αφού εξέτασε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί προηγουμένως. Διευκρίνιση θα σήμαινε εκ των υστέρων διαφοροποίηση ενός λεκτικού που το Δικαστήριο θεώρησε ορθό για τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. Σημειώνεται ότι η αναφορά στα συγγράμματα για αίτηση διευκρίνισης γίνεται από τρίτα πρόσωπα που επηρεάζονται από το διάταγμα με σκοπό τον καθορισμό των παραμέτρων επηρεασμού τους από το διάταγμα, έτσι που να μην υπόκεινται σε κυρώσεις για καταστρατήγηση ή παρακοή του διατάγματος. Αυτός ήταν και ο σκοπός της παρέμβασης της Τράπεζας στην υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA-LL
(1982)Q. B.
  1. Εδώ όμως η αιτήτρια δεν είναι ένα τρίτο επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο, αλλά η ίδια είναι διάδικος και επομένως όφειλε έγκαιρα να γνωστοποιούσε στο Δικαστήριο και τους αντιδίκους της την ύπαρξη της αγοραπωλησίας των ακινήτων, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω. Μετέπειτα, τα δηλωτικά διατάγματα που επιδιώκονται ισοδυναμούν στην ουσία με εκμαίευση γνωμάτευσης από το Δικαστήριο ή παροχής νομικής συμβουλής στην αιτήτρια για την απόφαση που είχε λάβει για την αγορά των ακινήτων και κυρίως για την πώληση τους αργότερα. Εδώ, κάλλιστα μπορούσε η αιτήτρια συναντώντας την άρνηση του Κτηματολογίου να δεχθεί τη μεταβίβαση των ακινήτων να λάβει τα δέοντα ένδικα μέτρα εναντίον της απόφασης αυτής ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Δεν το έχει πράξει (ή τουλάχιστον δεν ανεφέρθη τίποτε σχετικό στην αίτηση ή τη μαρτυρία), και επομένως οποιαδήποτε δηλωτική απόφαση σε αυτό το στάδιο από το Δικαστήριο θα ήταν ως να υποκαθιστούσε την ήδη γενόμενη κρίση του Κτηματολογίου και κατ΄ επέκταση της Νομικής Υπηρεσίας του κράτους, η οποία σύμφωνα με την παρ. 18 της αρχικής ένορκης δήλωσης Παναγιώτου γνωμάτευσε ότι ορθά έκρινε το Κτηματολόγιο. Ούτε το Κτηματολόγιο αποτάθηκε στο Δικαστήριο, αν είχε τέτοιο δικαίωμα, για διευκρινίσεις, ούτε και έγινε οποιαδήποτε αίτηση από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο προς αυτό το σκοπό. Ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί είναι διότι ένα αίτημα τροποποίησης παραμένει ένα ένδικο μέτρο στα πλαίσια της επίκλησης του δικαιώματος της επιείκειας, όπως ακριβώς και η έκδοση του ιδίου του διατάγματος. Συνεπώς, το μέτρο αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται κατ΄ εξοχήν όταν έχουν προκύψει νέα στοιχεία, μεταγενέστερα της έκδοσης ή οριστικοποίησης του διατάγματος και όχι για να καλύψει ήδη υφιστάμενα γεγονότα που έγιναν μάλιστα τη αγνοία του αντιδίκου και ουδέποτε προηγουμένως για άγνωστους λόγους δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο. Το αυτό κατά μείζονα λόγο ισχύει και για μια αίτηση όπως την παρούσα, όπου ζητούνται δηλωτικά διατάγματα ότι ορισμένες ενέργειες των αιτητών καλύπτονται από το λεκτικό του διατάγματος. Εφόσον η αγορά των ακινήτων είχε γίνει το 2000, αυτό το σημαντικό στοιχείο θα έπρεπε ή θα μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την πολυήμερη εκδίκαση του προσωρινού διατάγματος ζητώντας σε εκείνο το στάδιο, εάν δεν ακυρωνόταν εξ ολοκλήρου το διάταγμα, τη διαφοροποίηση είτε του λεκτικού ή την εξαίρεση ορισμένων σημαντικών δικαιοπραξιών της αιτήτριας (όπως την επίδικη) από τη γενικότερη παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων. Εκείνο το στάδιο ήταν το καταλληλότερο για να εξεταστούν τέτοια θέματα μέσα στην έννοια της συνήθους πορείας της επιχείρησης της αιτήτριας. Η μη παρουσίαση αυτών των στοιχείων στο στάδιο της εκδίκασης του προσωρινού διατάγματος είναι αδικαιολόγητη και μπορεί να λεχθεί ότι ισοδυναμεί με καθυστέρηση («laches») και θα μπορούσε ταυτόχρονα να υποστηριχθεί ότι στο βαθμό αυτό η παρούσα αίτηση αποκαλύπτει ότι η αιτήτρια δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ιδιαίτερα όταν αναλογιστεί κανείς ότι η πώληση των ακινήτων έγινε μετά την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος. Όταν στις 11.10.05 η αιτήτρια συνήψε πωλητήριο έγγραφο για πώληση των επιδίκων, αυτή ήταν ήδη δεσμευμένη με το διάταγμα που απαγόρευε σχετικές δικαιοπραξίες. Αναμενόταν επομένως από την αιτήτρια να απεκάλυπτε αυτό το ουσιαστικό στοιχείο της πώλησης και της πρόθεσης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων σημαντικότατης αξίας κατά το στάδιο εκδίκασης του προσωρινού διατάγματος. Η αιτήτρια μπορούσε και αυτό ήταν, κατά το Δικαστήριο, το ορθό να έπραττε, να ζητούσε την εξαίρεση της προτιθέμενης αυτής πώλησης από το προσωρινό διάταγμα ή τη διαφοροποίηση της εμβέλειας του διατάγματος ώστε να μην καλύπτεται η συγκεκριμένη δικαιοπραξία. Εκτός των πιο πάνω, το ίδιο το λεκτικό του προσωρινού διατάγματος (το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την απόφαση ημερ. 20.2.06), επέβαλλε στην αιτήτρια στα πλαίσια της εκδίκασης του διατάγματος και μέσα στους διάφορους άλλους λόγους της ένστασης να προωθήσει και την εισήγηση ότι τα περιουσιακά στοιχεία των ακινήτων αυτών κατέχονταν αφενός στη συνήθη πορεία της επιχείρησης της και αφετέρου ότι δεν επρόκειτο να μεταβιβαστούν αμέσως ή εμμέσως στον ή προς όφελος του εναγόμενου
  2. Δεν είναι νοητό σήμερα να ζητείται κάλυψη της μεταβίβασης, ιδιαίτερα τη στιγμή που τα γεγονότα που περιβάλλουν την όλη αγοραπωλησία των ακινήτων αμφισβητούνται. Εάν το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και μεταβιβάζονταν τα ακίνητα, αναμφίβολα θα υπήρχε αλλοίωση, με τη συγκατάθεση πλέον του Δικαστηρίου, του status quo ante, στο οποίο στόχευε βεβαίως η αρχική έκδοση του Διατάγματος και η μετέπειτα διατήρηση του σε ισχύ. Ενόψει όλων των πιο πάνω παρέλκει η εξέταση των επί μέρους στοιχείων και δεδομένου που κατατέθηκαν είτε με την αίτηση και ένσταση είτε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων. Αυτά θα είχαν σημασία και θα εξετάζονταν σε μια νομότυπη και ορθά διατυπωμένη αίτηση. Τα διάφορα δοθέντα στοιχεία είναι άνευ σημασίας εφόσον κρίνεται ότι η αίτηση πάσχει θεμελιακά ως προς τα ζητούμενα αυτής και τη νομική θεμελίωση της. Διαφορετικά, τα δεδομένα που περιβάλλουν την αγορά και την προτεινόμενη πώληση-μεταβίβαση θα μπορούσαν να εξετάζονταν σε μια αίτηση καταφρόνησης του Διατάγματος του Δικαστηρίου που θα καταχωρούσαν οι καθ΄ ων σε περίπτωση που το Κτηματολόγιο, για παράδειγμα, αποδεχόταν τη μεταβίβαση. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων και εναντίον της αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.