← Κύπρος

Ανδρέα Μαλά ν. Nicolaou Konnides QS Joint Office Ltd, Αρ. Αγωγής: 186/06, 29 Ιουλίου, 2006

Ανδρέα Μαλά ν. Nicolaou Konnides QS Joint Office Ltd, Αρ. Αγωγής: 186/06, 29 Ιουλίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.10.2008. Αρ. Αγωγής: 186/06 Μεταξύ: Ανδρέα Μαλά Ενάγοντα και Nicolaou & Konnides Q.S. Joint Office Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2006 Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Μηχανικός Για την Εναγόμενη Εταιρεία: κα Δ. Αμερικάνου με τον κ. Σ. Κώστα ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων ποσό Λ.Κ.32.450,85 πλέον τόκους και έξοδα. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως, κατά ή περί την 1.12.2003 υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εργοδότησης με ισχύ τουλάχιστον μέχρι την 31.12.2007, βάσει της οποίας αυτός θα προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Εναγόμενους ως λογιστής έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής. Κατά ή περί την 31.5.2005 οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή αναίτια και/ή άνευ νόμιμης ή εύλογης αιτίας και/ή αντισυμβατικά τερμάτισαν την προαναφερόμενη συμφωνία, και έπαυσαν να καταβάλλουν στον Ενάγοντα τα ποσά που είχαν συμφωνηθεί. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι κατά τον τερματισμό και μέχρι την 31.12.2007 αυτός εδικαιούτο να λάβει το αξιούμενο ποσό, ενώ δεν μπόρεσε να εξεύρει άλλη εργασία με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η σταδιοδρομία του. Μετά την έκδοση σχετικού Διατάγματος Τροποποίησης, οι Εναγόμενοι την 30.10.2008 καταχώρησαν τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, με την οποία αρνούνται την απαίτηση του Ενάγοντα. Πέραν της προδικαστικής ένστασης, η οποία δεν προωθήθηκε, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία εργοδότησης μεταξύ των διαδίκων, αλλά απλά την 20.11.2003 ο Ενάγοντας υπέγραψε επιστολή με την οποία αποδεχόταν την πρόσληψη του υπό συγκεκριμένους όρους. Είναι η θέση τους ότι νόμιμα και/ή συμβατικά και/ή εύλογα τερμάτισαν κατά την 30.5.2005 την συνεργασία τους με τον Ενάγοντα, αφού αυτός δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του κατ' ικανοποιητικό τρόπο, και προέβαινε σε σοβαρή και επαναλαμβανόμενη παραγνώριση και παραβίαση των κανόνων εργασίας, λεπτομέρειες των οποίων και παρατίθενται. Ανταπαιτούν δε ποσό Λ.Κ.13.000,00 το οποίο αναγκάστηκαν να δανειστούν από εμπορική τράπεζα για κάλυψη της κακής οικονομικής κατάστασης που προκλήθηκε συνεπεία του πλημμελούς τρόπου άσκησης των καθηκόντων του Ενάγοντα, ποσό Λ.Κ. 2.000,00 για επαναδιοργάνωση και λειτουργία του λογισμικού τους προγράμματος, και ποσό Λ.Κ.33.258,00 για ζημιές ή απώλεια εργατικού χρόνου που επέφερε στους Εναγόμενους ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας καταχώρησε την 18.11.2008 Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που περιέχονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, και εμμένει στους δικούς του ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Ισχυρίζεται ότι είχε κάνει ρητή συμφωνία με τους Εναγόμενους ότι στον ελεύθερο του χρόνο θα μπορούσε να εκτελεί προσωπικές του εργασίες, και ότι πάντα εκτελούσε τα καθήκοντα του με ικανοποιητικό τρόπο. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας την 2.2.2011 η ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους δήλωσε ότι είναι παραδεκτό γεγονός το ότι οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Κατά την ακρόαση, προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος, ενώ εκ μέρους των Εναγομένων οι κ.κ. Κυριάκος Νικολάου και Νίκος Παλλαρής. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είναι λογιστής, και την 3.12.2003 σύνηψε συμφωνία με τους Εναγόμενους βάσει της οποίας θα προσέφερε σε αυτούς τις υπηρεσίες του ως λογιστής τουλάχιστον μέχρι την 31.12.2007, και με την αμοιβή που προβλέπεται στο Παράρτημα Β του Τεκμηρίου 1. Την 31.5.2005, όμως, με επιστολή τους ημερομηνίας 18.5.2005, οι Εναγόμενοι παράνομα και άνευ νόμιμης και εύλογης αιτίας αντισυμβατικά τερμάτισαν την Συμφωνία. Οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι ο Ενάγοντας εκτέλεσε πλημμελώς την εργασία του και διεξήγαγε ανταγωνιστικές τους εργασίες εν αγνοία τους. Θέση του ιδίου ήταν ότι είχε γίνει ρητή συμφωνία με τους Εναγόμενους ότι στον ελεύθερο του χρόνο θα δικαιούτο να διεκπεραιώνει προσωπικές του εργασίες, ποτέ, όμως, δεν εργάστηκε για προσωπικό του όφελος κατά τις ώρες εργασίας του στους Εναγόμενους. Εκτελούσε δε όλα τα καθήκοντα του με ζήλο και προσοχή, τηρούσε τα ωράρια και παρουσίαζε σωστές αναφορές στον σωστό χρόνο της οικονομικής κατάστασης των Εναγομένων. Ουδέποτε οι Εναγόμενοι του έκαναν οποιαδήποτε παρατήρηση, προφορική ή γραπτή. Την 11.5.2005 οι Εναγόμενοι του πρότειναν διαφοροποίηση ωραρίου και μισθού λόγω οικονομικών προβλημάτων τους, αλλά ο Ενάγοντας δεν αποδέχτηκε. Πέραν τούτου, την 10.5.2005 ο κ. Νικολάου του είχε προτείνει να παραιτηθεί για οικονομικούς λόγους, πράγμα το οποίο επίσης είχε απορρίψει. Προτού φύγει από την εργασία του, παρέδωσε τα πάντα υπό την ευθύνη του, ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν αποτελούσε ευθύνη του να υποβάλλει λογαριασμούς στον Έφορο Ταμείου Προνοίας. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο Ενάγοντας, κατά τον τερματισμό της Συμφωνίας δικαιούτο να λάβει το ποσό των Λ.Κ.32.450,85 μέχρι την 31.12.2007, και επιπλέον παρά τις προσπάθειες του δεν κατάφερε να εξεύρει άλλη εργασία μέχρι και την 1.1.2008 με τα ίδια εισοδήματα. Για την περίοδο 1.1.2006 μέχρι και 1.1.2008 που προσελήφθη στην εταιρεία Demstar, εκτελούσε εργασίες με μειωμένα, όμως, εισοδήματα. Ως αποτέλεσμα από την 1.6.2005 μέχρι και την 31.12.2007 απώλεσε το ποσό των Λ.Κ.32.450,85, αλλά οι Εναγόμενοι δεν του το έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα. Ο κ. Κυριάκος Νικολάου ανέφερε ότι είναι διευθυντής των Εναγομένων η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και παρέχει υπηρεσίες επιμετρητών ποσοτήτων. Κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 1.11.2003 και συνέντευξης που έλαβε χώρα την 14.11.2003, ο Ενάγοντας προσελήφθη στην Εναγόμενη εταιρεία στην θέση λογιστή. Την 20.11.2003 ο Ενάγοντας υπέγραψε την επιστολή πρόθεσης Τεκμήριο 1 αποδεχόμενος και τους όρους αυτής. Ουδέποτε συμφωνήθηκε, ισχυρίστηκε, ότι ο Ενάγοντας θα είχε το δικαίωμα να ασκεί οποιαδήποτε άλλη εργασία. Η εργοδότηση του Ενάγοντα ήταν αορίστου χρόνου και μπορούσε να τερματιστεί με σχετική προειδοποίηση. Ήταν θέση του κ. Νικολάου ότι ο Ενάγοντας δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του με ικανοποιητικό τρόπο και προέβαινε σε επαναλαμβανόμενη παραγνώριση και παραβίαση των κανόνων εργασίας. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας: - Δεν τηρούσε τα ωράρια εργασίας, αργούσε να έρθει, και κατά τον χρόνο της εργασίας του σπαταλούσε χρόνο με πελάτες δικούς του. - Παρείχε υπηρεσίες στους ανταγωνιστές τους Corderoy & Christoforides. - Κάπνιζε, με αποτέλεσμα αρκετές φορές την ημέρα να βγαίνει έξω για τσιγάρο και τηλεφωνήματα. - Παρουσίαζε λανθασμένες εκθέσεις αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων. - Δεν έλεγχε τα υπόλοιπα των πελατών τους και δεν μεριμνούσε για την είσπραξη τους. - Ως υπεύθυνος για το Ταμείο Προνοίας η Επιτροπή του Ταμείου καταδικάστηκε ποινικά, και τους επιβλήθηκε ποινή επειδή ο Ενάγοντας υπέβαλε στον Έφορο καταστάσεις ενώ δεν εδικαιούτο να το πράξει. - Έκανε λανθασμένες αποκοπές στους υπαλλήλους. - Η συμπεριφορά του Ενάγοντα δεν ήταν η ενδεδειγμένη και δεν επιδείκνυε συνεργάσιμη και συναδελφική συμπεριφορά. Ο κ. Νικολάου ανέφερε ότι επανειλημμένα προέβη σε προφορικές υποδείξεις και παρατηρήσεις προς τον Ενάγοντα, ενώ τον Ιανουάριο 2005 του είχε πει ότι οι Εναγόμενοι ήσαν δυσαρεστημένοι από τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν, και του έδωσε περιθώριο να συμμορφωθεί. Συνέχισε τα ίδια και την 10.5.2005 προφορικά είπε στον Ενάγοντα ότι, συνεπεία της συμπεριφοράς του, οι Εναγόμενοι θα τερμάτιζαν την εργοδότηση του, ενώ την 18.5.2005 του παρέδωσαν και επιστολή. Ο Ενάγοντας το αποδέχθηκε και πρότεινε να εργάζεται περιστασιακά με ωριαία χρέωση. Από την πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων του Ενάγοντα, ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι υπέστησαν τις εξής ζημιές: Λ.Κ.13.000,00 ποσό το οποίο αναγκάστηκαν να δανειστούν από Τράπεζα για να καλύψουν την κακή οικονομική κατάσταση των Εναγομένων, Λ.Κ.2.000,00 για επαναδιοργάνωση και λειτουργία του λογισμικού τους προγράμματος, και ποσό €. 56.824,67 για ζημιές ή απώλεια εργατικού χρόνου. Ο κ. Νίκος Παλλαρής ανέφερε ότι κατά τα έτη 2003 - 2005 ήταν Διευθυντής της θυγατρικής εταιρείας των Εναγομένων Time & Cost, η οποία στεγάζετο στον ίδιο χώρο με την Εναγόμενη Εταιρεία. Ο Ενάγοντας ήταν λογιστής της Time & Cost. Ήταν η θέση του κ. Παλλαρή ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν τυπικός στα καθήκοντα του, και δεν ήταν ιδιαίτερα συνεργάσιμος, ενώ χρειαζόταν υπενθύμιση 2 - 3 φορές για κάθε εργασία που του ανέθεταν. Εξέφραζαν τα παράπονα τους προς τους Εναγόμενους. Ο ίδιος τον έβλεπε που έβγαινε συχνά για κάπνισμα και χρήση του κινητού του τηλεφώνου. Οι δε διευθυντές της Εναγόμενης εταιρείας του έκαναν και αυτοί παράπονα για τον τρόπο που εκτελούσε τα καθήκοντα του ο Ενάγοντας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο Ενάγοντας δεν έπεισε ως προς την εκδοχή την οποία προέβαλε. Η μαρτυρία του είχε κενά, περιέπεσε και σε αντιφάσεις, ενώ θεωρώ ότι μεγάλο μέρος των όσων ανέφερε ειπώθηκαν εις μία προσπάθεια μεγιστοποίησης της απαίτησης του. Ενδεικτικά παραθέτω τα πιο κάτω: - Αναφορικά με το τιμαριθμικό επίδομα για το έτος 2007, που αποτελεί μέρος της απαίτησης του, ισχυρίστηκε ότι αυτό υπολογίστηκε βάσει του τιμαριθμικού επιδόματος που υπήρχε το 2006, και ότι το πραγματικό είναι κοντά σε αυτό που υπολόγισε. Πέραν του ότι η θέση αυτή δεν αρκεί για απόδειξη της εν λόγω αξίωσης, δεδομένης και της ιδιότητας του Ενάγοντα ως λογιστής, η θέση αυτή δεν πείθει. - Ενώ ισχυρίστηκε ότι μέχρι να προσληφθεί στην Demstar την 1.1.2008 έκανε εργασίες με μειωμένα εισοδήματα, και διεκδικεί την διαφορά μεταξύ αυτών και του τι ισχυρίζεται ότι εδικαιούτο να λάβει από τους Εναγόμενους, εν' τούτοις δεν παρέθεσε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο αναφορικά με τα εν λόγω έσοδα, εκτός από την κατάσταση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων Τεκμήριο 11, η οποιά απλά καταδεικνύει το τι ο ίδιος δήλωνε ως ασφαλιστέες αποδοχές. - Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του Ενάγοντα αναλώθηκε στο θέμα της ανεύρεσης προσωπικών του εγγράφων στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγομένων. Σε σχέση με αυτά, σημειώνω τα εξής: (
  2. i)Αναφορικά με τα έγγραφα της MTA Accountants & Business Consultants, προσωπικής εταιρείας του Ενάγοντα, δεν έπεισε η θέση του Ενάγοντα ότι ο λόγος που αυτά ήσαν μέσα στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή ήταν επειδή χρησιμοποιούσε αυτά για σκοπούς της δουλειάς των Εναγομένων. (
  3. ii)Σε άλλο στάδιο ισχυρίστηκε ότι δεν μετέφερε ο ίδιος τα έγγραφα αυτά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή για να δουλέψει πάνω τους, αλλά αυτά βρισκόντουσαν αποθηκευμένα στο USB memory stick του και «πιθανόν να ανοίχτηκαν κατά λάθος». Την ίδια θέση προέβαλε και για το Τεκμήριο 3, αλλά και για τις καταστάσεις μισθοδοσίας της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου Τεκμήριο 16. (iii) Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του ισχυρίστηκε ότι, όταν ανοιχτούν έγγραφα κατά λάθος από το USB, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής τα αποθηκεύει από μόνος του. Η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική. Όταν δε ερωτάτο κατά πόσο αρκεί να ανοιχτούν τα έγγραφα για να αποθηκευτούν απέφευγε να απαντήσει και έλεγε απλά ότι δεν είναι τεχνικός. (
  4. iv)Σε άλλο στάδιο ισχυρίστηκε ότι υπάρχει τρόπος να πάρει κάποιος πληροφορίες από ένα USB είτε ανοίγοντας το φαϊλ, οπότε αυτό μένει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, είτε παίρνοντας πληροφορίες από το USB μέσω άλλου ηλεκτρονικού υπολογιστή αφού όλοι οι υπολογιστές ήσαν σε «network». Οι ισχυρισμοί αυτοί καταδεικνύουν την προσπάθεια του Ενάγοντα να αποπροσανατολίσει, αφού ουσιαστικά εισηγείται ότι, κατά τον χρόνο που ο ίδιος είχε το USB του πάνω στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, άλλοι συναδέλφοι έπαιρναν πληροφορίες από αυτό μέσω του network. (
  5. v)Καμία λογική εξήγηση δεν δόθηκε ως προς το γιατί να βρεθούν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγομένων καταστάσεις αποδοχών και εισφορών της εταιρείας T.M. Pontios Take Away Ltd, εταιρεία η οποία ήταν προσωπικός πελάτης του Ενάγοντα για την περίοδο από Ιανουάριο μέχρι Σεπτέμβριο 2004 για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, Τεκμήριο 14. Η θέση ότι τα έγγραφα αυτά έφερε γιατί τα χρησιμοποιούσε για σκοπούς των Εναγομένων δεν πείθει, δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι είχαν δικό τους λογισμικό πρόγραμμα. Η δε θέση αυτή καταρρίπτεται περαιτέρω από το ότι βρέθηκε στον ίδιο υπολογιστή και Κατάσταση Αποδοχών και Εισφορών του κ. Μιχάλη Τσολακκίδη Τεκμήριο 15, διευθυντή της προαναφερόμενης εταιρείας. Εάν όντως απλά ήθελε κάποιο δείγμα για σκοπούς της εργασίας του στους Εναγόμενους, θα αρκούσε η μία εκ των δύο καταστάσεων. (
  6. vi)Για το Τεκμήριο 17 το οποίο επίσης βρέθηκε στον υπολογιστή που χρησιμοποιούσε ο Ενάγοντας στο γραφείο του στην Εναγόμενη εταιρεία, αρχικά ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι δεν τα ετοίμασε ο ίδιος, αλλά ο γραμματέας της εταιρείας Γ.Μ.Ν. Ραδιοκύμματα Λτδ και του τα έδινε απλά για ενημέρωση. Μετά όμως, για να δικαιολογήσει το ότι αυτά ήσαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγομένων, είπε ότι χρησιμοποιούσε την φόρμα αυτή για να κάνει τα τιμολόγια της Time & Cost. Εάν αυτό ήταν αλήθεια, θα αρκούσε ένα τέτοιο έντυπο, ενώ ανευρέθησαν 20 τιμολόγια. Τα δε Τεκμήρια 23, που είναι τιμολόγια της Time & Cost έχουν διαφορετικό τύπο από το Τεκμήριο 17, πράγμα που δείχνει ότι δεν ευσταθεί η θέση αυτή του Ενάγοντα. - Ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι είχε υποχρέωση να ετοιμάζει τις καταστάσεις για το Ταμείο Προνοίας και ότι είχε αναλάβει να μιλήσει με τον Έφορο για να δει κατά πόσο μπορούσαν να υποβληθούν καταστάσεις υπογραμμένες από τον Διαχειριστή και τον λογιστή μόνο. Ενώ δεν μπορεί να μετατίθεται η ποινική ευθύνη πάνω στον Ενάγοντα, ως η προσπάθεια των Εναγομένων, εν' τούτοις καταδεικνύεται ένας χειρισμός χωρίς υπευθυνότητα εκ μέρους του Ενάγοντα. - Αφού ήταν θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι του πρότειναν να δουλεύει μειωμένες ώρες, δεν εξήγησε γιατί δεν το δέχτηκε εις μίαν προσπάθειαν μετριασμού της ζημιάς του μέχρις ώτου εξεύρει άλλη εργασία, ειδικά δεδομένων των ισχυρισμών του για το πόσον καιρό παρέμεινε χωρίς εργασία. - Δεν δόθηκε κάποια εξήγηση ως προς το γιατί, αφού απολύθηκε τον Μάιο 2005, απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 10 μόλις την 12.8.2005. - Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, όμως, ο Ενάγοντας με έπεισε ότι οι όποιες προβλέψεις για τα κέρδη των Εναγομένων δεν ήταν απόλυτη ευθύνη δική του, αφού αυτοί εγκρίνονταν και ολοκληρώνονταν από την διεύθυνση της εταιρείας. Ο κ. Κυριάκος Νικολάου θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής όσον αφορά στα όσα είπε αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν ο Ενάγοντας και την συμπεριφορά αυτού κατά την εργοδότηση του. Ειδικότερα σημειώνω ότι στο θέμα της ανεπάρκειας και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του Ενάγοντα δεν κλονίστηκε κατά την εκτεταμένη, και παρατεταμένη θα έλεγα, αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Ενάγοντα. Στην προσπάθεια του, όμως, να υποστηρίξει την ανταπαίτηση, υπερέβαλλε, και προέβαλλε ιδιαίτερα απομακρυσμένους ισχυρισμούς. Σε σχέση με τα όσα ο Μ.Υ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο επισημαίνω τα εξής: - Έθεσε στο Δικαστήριο διφορούμενες εκδοχές ως προς το κατά πόσο υπήρξε ή όχι συμφωνία με τον Ενάγοντα, και η στάση του διαφοροποιείτο ανάλογα με το τι προσπαθούσε να υποστηρίξει κατά την δεδομένη στιγμή, ήτοι σε κάποια στάδια ισχυρίζετο ότι το Τεκμήριο 1 δεν αποτελεί συμφωνία, και σε άλλα στάδια ότι οι Όροι Απασχόλησης που παρατίθενται σε αυτό ισχύαν και δέσμευαν τον Ενάγοντα. Σε ένα στάδιο έλεγε ότι το Παράρτημα Β δεν αποτελούσε συμφωνία για τις απολαβές, και ότι απλά μπήκε γιατί ο Ενάγοντας ήθελε ενημερωτικά να ξέρει ποιες θα ήταν οι απολαβές του αν έμενε στους Εναγόμενους, αλλά σε άλλο στάδιο δεχόταν ότι οι μισθοί του Ενάγοντα πληρώθηκαν βάσει του Τεκμηρίου 1. - Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας θα εδικαιούτο αντιμισθία και απολαβές εάν και εφ' όσον υπογράφετο συμβόλαιο, πράγμα που δεν έγινε. Η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, αφού δεν μπορεί να ευσταθεί ότι ο Ενάγοντας θα δούλευε δωρεάν για τα χρόνια που αυτός δούλεψε στην Εναγόμενη. Σε άλλο στάδιο, όμως, ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι η εργοδότηση του Ενάγοντα ήταν αορίστου διαρκείας. - Ο κ. Νικολάου ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας παρουσίαζε λανθασμένες εκθέσεις αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων. Δεν είναι λογικό, όμως, ο ίδιος ως ενεργός Διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας να μην γνώριζε ποία ήταν η οικονομική κατάστασης της εταιρείας, και να δεχόταν αβασάνιστα ότι αυτή θα είχε κέρδη Λ.Κ.130.000,00 αντί Λ.Κ.30.000,00. Εν πάση περιπτώσει, κατά την αντεξέταση δέχτηκε ότι ο προϋπολογισμός που ετοίμασε ο Ενάγοντας έδειχνε κέρδος Λ.Κ.30.000,00. - Ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι εάν ο Ενάγοντας έκανε την δουλειά του δεν θα χρειάζετο η Εναγόμενη να πάρει δάνειο αφού είχαν να παίρνουν Λ.Κ.47.535,50, είναι πολύ απομακρυσμένος και υπερβολικός. Είναι τρίτα πρόσωπα που όφειλαν το ποσό αυτό, και όχι ο Ενάγοντας. Ενδεικτικό, επίσης, ότι τα όσα ανέφερε για την είσπραξη υπολοίπων του Τεκμηρίου 27 λέχθηκαν για σκοπούς εντυπωσιασμού και μόνο, είναι το ότι μεταξύ αυτών είναι και η θυγατρική εταιρεία των Εναγομένων Time & Cost, που θα μπορούσαν εύκολα να είχαν μεριμνήσει ώστε να πληρώσει την οφειλή της. Αν ληφθεί υπ' όψιν και το ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι οι πελάτες τους ήσαν διαχρονικά οι ίδιοι, οι οποίοι πάντα πλήρωναν τις οφειλές τους, ενώ επί Ενάγοντα έφτασε η Εναγόμενη να έχει έλλειμμα Λ.Κ. 27.000,00, δεν εξηγήθηκε γιατί προχώρησαν με την σύναψη δανείου για κάλυψη αυτού του ποσού, και δεν προχώρησαν απλά στην είσπραξη του από τους οφειλέτες. - Εν πάση περιπτώσει, το Τεκμήριο 33 που κατέθεσε για να δείξει ότι αναγκάστηκαν να λάβουν το δάνειο λόγω των ενεργειών του Ενάγοντα, αναφέρεται σε ποσό που δίδεται από την Τράπεζα για «στεγαστικό δάνειο». - Ο κ. Νικολάου ισχυρίστηκε ότι επειδή ο Ενάγοντας αμέλησε να κάνει την κατάθεση του Ταμείου Προνοίας κάθε μήνα στην τράπεζα δημιουργήθηκε πρόβλημα ρευστότητας στην Εναγόμενη. Το Ταμείο Προνοίας, όμως, και η Εναγόμενη είναι δύο διαφορετικές οντότητες, τα δε χρήματα θα έφευγαν ούτως ή άλλως από τον λογαριασμό της Εναγόμενης είτε κατατίθεντο κάθε μήνα είτε όχι. - Για την υπέρβαση του ορίου στην τράπεζα δεν μπορεί να ευθύνεται ο λογιστής μίας εταιρείας, αλλά η οικονομική κατάσταση αυτής. - Η θέση του Μ.Υ.1 αναφορικά με την ποινική υπόθεση για τους λογαριασμούς του Ταμείου Προνοίας δεν πείθει, ειδικά δεδομένου ότι από το Κατηγορητήριο Τεκμήριο 28 προκύπτει ότι οι κατηγορίες αφορούν και σε χρονιές που ο Ενάγοντας δεν εργάζετο στην Εναγόμενη εταιρεία. - Αναφορικά με την χρέωση για δικηγορικά στο Τεκμήριο 35 αναφέρεται ότι αφορούν στην ποινική υπόθεση του Ταμείου Προνοίας. Σε άλλο στάδιο, όμως, ο Μ.Υ.1 είπε ότι αυτά τα ποσά έχουν πληρωθεί από την Εναγόμενη στα πλαίσια άλλων υποθέσεων, και από τα έξοδα ελεγκτή και δικηγόρου έβαλε μόνος του την αναλογία που θεωρούσε ότι αφορά στον Ενάγοντα. - Το Τεκμήριο 35 είναι έγγραφο που δημιούργησε από μόνος του ο Μ.Υ.1, το οποίο στερείται υποβάθρου και αποτελείται απλά από εικασίες. Κατ' επέκταση καμία βαρύτητα δεν μπορεί να έχει. - Στο ίδιο Τεκμήριο υπάρχει ισχυρισμός στην παράγραφο 11 ότι «διακυβεύεται ακόμη και η νομική υπόσταση» της Εναγόμενης. Ερωτηθείς, ακόμη και ο ίδιος ο Μ.Υ.1 δέχτηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά υπερβολή. Συγκεκριμένη αναφορά στην Ανταπαίτηση θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Ο κ. Νίκος Παλλαρής μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Περιορίστηκε σε όσα θέματα είχε προσωπική γνώση, και δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Τα όσα ο μάρτυρας αυτός ανέφερε αποδέχομαι εξ' ολοκλήρου. Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και παρέχει υπηρεσίες επιμετρητών ποσοτήτων. Ο Ενάγοντας είναι λογιστής. Μετά από αίτηση του Ενάγοντα και συνέντευξη, οι Εναγόμενοι απέστειλαν στον Ενάγοντα την επιστολή Τεκμήριο 1 με την οποία επιβεβαίωσαν την πρόσληψη του στην Εναγόμενη εταιρεία στην θέση λογιστή με ημερομηνία έναρξης την 1.12.2003. Ο Ενάγοντας την 3.11.2003 υπέγραψε ότι αποδέχεται την πρόσληψη του υπό τους όρους του Τεκμηρίου 1. Οι διευθυντές της Εναγομένης σε διάφορες περιπτώσεις έκαναν παράπονα στον Ενάγοντα για τον τρόπο με τον οποίο αυτός εκτελούσε τα καθήκοντα του, τα οποία παράπονα αφορούσαν στο ότι δεν τηρούσε τα ωράρια εργασίας, ότι κατά την εργασία του σπαταλούσε χρόνο σε πελάτες δικούς του αντί της Εναγομένης, ανάλωνε πολύ χρόνο σε κάπνισμα και προσωπικά τηλεφωνήματα και ότι γενικά η συμπεριφορά του δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Παράπονα εξέφρασαν και οι διευθυντές της θυγατρικής εταιρείας της Εναγόμενης Time & Cost. Τον Ιανουάριο 2005 ο Μ.Υ.1 έδωσε στον Ενάγοντα περιθώριο να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις τους, αλλά αυτό δεν έγινε. Την 10.5.2005 ο Μ.Υ.1 είπε προφορικά στον Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι θα τερμάτιζαν την εργοδότηση του, και την 18.5.2005 παρέδωσαν σε αυτόν την επιστολή Τεκμήριο 3 με την οποία τερμάτισαν την εργοδότηση του Ενάγοντα από το τέλος Μαϊου 2005. Κατά την 31.5.2005 οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στον Ενάγοντα τον μισθό του για τον μήνα Μάιο 2005, την αναλογία 13ου μισθού και άδειας, και το 90% πληρωμή του Ταμείου Προνοίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην εξέταση των επίδικων θεμάτων της υπό εκδίκαση αγωγής, προέχει η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του ποίοι όροι διέπουν την Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, και του τι ισχύ έχει το Τεκμήριο 1. Το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αναφέρει τα εξής: «

(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από τον Νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από την συμπεριφορά των μερών». Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ειρήνη Γεωργίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1794: «Το τι συνιστά προσφορά (offer) ορίζεται στο άρθρο 2
(2)(α) του επισήμου κειμένου του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ως εξής:- "
(2)Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά, οι ακόλουθες λέξεις και εκφράσεις χρησιμοποιούνται με την ακόλουθη έννοια: (α) πρόσωπο το οποίο δηλώνει σε άλλο τη βούλησή του για πράξη ή αποχή, με σκοπό να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του άλλου στην πράξη αυτή ή αποχή, θεωρείται ότι προβαίνει σε πρόταση. Ο ορισμός αυτός αποδίδει την έννοια της προσφοράς όπως αυτή διαμορφώθηκε από την αγγλική νομολογία. Στον Chitty on Contracts (25th Ed., Vol. 1, para. 12), η προσφορά ορίζεται ως ακολούθως:- "Offer defined. The offer is an expression of willingness to contract made with the intention (actual or apparent) that it shall become binding on the person making it as soon as it is accepted by the person to whom it is addressed. It may be made to an individual or to a specified group of persons or to the world at large. It may be made expressly (by words) or by conduct." Η βασική διάκριση που γίνεται από τη νομολογία είναι μεταξύ προσφοράς (offer) και πρόσκλησης για σύναψη σύμβασης ή πρόσκλησης για διαπραγμάτευση (invitation to treat). Στην πρώτη περίπτωση, με την αποδοχή συνάπτεται έγκυρη σύμβαση (νοουμένου ότι συντρέχουν και τα άλλα αναγκαία στοιχεία της σύμβασης όπως π.χ. πρόθεση νομικής δέσμευσης) ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, δεν εγείρεται θέμα αποδοχής, με άμεσο επακόλουθο τη σύναψη σύμβασης, αλλά πρόκειται απλώς για πρόσκληση για σύναψη σύμβασης ή, ανάλογα με την περίπτωση, πρόσκληση για διαπραγμάτευση με το ενδεχόμενο να συναφθεί, σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, έγκυρη σύμβαση (βλέπε, μεταξύ άλλων, Gibson v. Manchester City Council
(1978)1 W.L.R. p. 520 (C.A.) και
(1979)1 W.L.R. p. 294 (H.L.). Το κατά πόσο υπάρχει πρόταση ή πρόσκληση για σύναψη σύμβασης ή για διαπραγμάτευση είναι θέμα πραγματικό που κρίνεται αντικειμενικά, ανεξάρτητα δηλαδή από τις υποκειμενικές προθέσεις των μερών. Αν δύο πρόσωπα δημιουργούν με τις ενέργειες και την εν γένει συμπεριφορά τους την εντύπωση σε κάποιον ανεξάρτητο τρίτο ότι, με τις επαφές που είχαν, κατέληξαν σε μια άλφα σύμβαση, τότε η σύμβαση θεωρείται ως έγκυρη και δεσμευτική παρά τις τυχόν περί του αντιθέτου πραγματικές προθέσεις του ενός ή του άλλου (objective test of intention or agreement). Όπως παρατηρεί ο Δικαστής Blackburn στην κλασσική υπόθεση Smith v. Hughes
(1871)L.R. 6 Q.B. p. 597:- "If, whatever a man's real intention may be, he so conducts himself that a reasonable man would believe that he was assenting to the terms proposed by the other party, and that other party upon that belief enters into the contract with him, the man thus conducting himself would be equally bound as if he had intended to agree to the other party's terms." Στην υπόθεση McCutcheon v. David Macbrayne Ltd.
(1964)1 Lloyd΄s Rep. p. 16, ο Λόρδος Reid είπε σχετικά τα εξής:- "... The judicial task is not to discover the actual intentions of each party; it is to decide what each was reasonably entitled to conclude from the attitude of the other." Πάνω στο ίδιο ζήτημα χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Slade στην υπόθεση Centrovincial Estates plc v. Merchant Investors Assurance Co. Ltd.
(1983)Com. L.R. p. 158:- "It is a well-established principle of the English law of contract that an offer falls to be interpreted not subjectively by reference to what has actually passed through the mind of the offeror, but objectively, by reference to the interpretation which a reasonable man in the shoes of the offeree would place on the offer. It is an equally well-established principle that ordinarily an offer, when unequivocally accepted according to its precise terms, will give rise to a legally binding agreement as soon as acceptance is communicated to the offeror in the manner contemplated by the offer, and cannot thereafter be revoked without the consent of the other party." (Βλ., επίσης, Whittaker v. Campbell
(1984)Q.B. p. 318 και The Antclizo
(1987)2 Lloyd΄s Rep. p. 130.) Επίσης, το πώς τιτλοφορείται κάποια ενέργεια ή το λεκτικό που χρησιμοποιείται δεν είναι καθοριστικό για τη νομική της φύση. Όπως σημειώνει ο Chitty (πιο πάνω) στην παράγραφο 43:- "Apart from this type of case, the wording of the statement is not conclusive: it may be an invitation to treat although it contains the word "offer", while a statement may be an offer although it is expressed as an "acceptance". Έχουμε μελετήσει με προσοχή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και, ιδιαίτερα, το Τεκμήριο 5, την Εγκύκλιο δηλαδή της 1/3/1990 πάνω στην οποία στηρίζει, κατά κύριο λόγο, την υπόθεσή της η εφεσείουσα. Έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι από την Εγκύκλιο αυτή, αλλά και από τις άλλες, εύκολα προκύπτει, στα όμματα του αντικειμενικού παρατηρητή, ότι η εφεσίβλητη, με τα όσα ανέφερε στις Εγκυκλίους της, δημιουργούσε, όπως και δημιούργησε, την εντύπωση ότι, με το Σχέδιο που πρότεινε, πρόσφερε στους ενδιαφερομένους υπαλλήλους τη δυνατότητα να αποδεχθούν άμεσα τους προτεινόμενους όρους συνάπτοντας, με την αποδοχή τους, έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση μεταξύ τους και της εφεσίβλητης». Με το Τεκμήριο 1 οι Εναγόμενοι αναφέρουν στον Ενάγοντα ότι: «.χαιρόμαστε να επιβεβαιώσουμε την πρόσληψη σας στην εταιρεία μας στην θέση του Λογιστή, με επίσημη έναρξη την 1η Δεκεμβρίου 2003». Επίσης, αφού παρατίθενται λεπτομέρειες της θέσης, των καθηκόντων, των απολαβών, των ωφελημάτων, του ωραρίου και των υπερωρίων, αναφέρονται τα εξής: «Παρακαλούμε όπως μέχρι την υπογραφή του επίσημου συμβολαίου εργοδότησης της εταιρείας προσυπογράψετε την παρούσα σε ένδειξη αποδοχής και δέσμευσης από μέρους σας των πιο πάνω όρων πρόσληψης». Ο δε Ενάγοντας υπέγραψε κάτω από δήλωση ότι: «Αποδέχομαι την πρόσληψη υπό τους πιο πάνω όρους». Θεωρώ ότι το λεκτικό του Τεκμηρίου 1 καθαρά δημιουργεί συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, αφού υπάρχει πρόταση (offer) και αποδοχή (acceptance) όλων των όρων αυτής, ενώ από την μαρτυρία προκύπτει και ως γεγονός ότι τα μέρη άρχισαν την συνεργασία τους σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, και οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν στον Ενάγοντα τους μισθούς που προβλέπονται στο Παράρτημα Β του Τεκμηρίου 1. Το γεγονός ότι δεν υπεγράφη σε μεταγενέστερο στάδιο το «επίσημο συμβόλαιο εργοδότησης» δεν επηρεάζει την ισχύ του Τεκμηρίου 1, το οποίο και συνιστά συμφωνία μεταξύ των μερών για την εργοδότηση του Ενάγοντα στην Εναγόμενη εταιρεία με τους όρους που αναφέρονται σε αυτό. Κατ' επέκταση, θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο η συμφωνία αυτή ήταν συμφωνία τακτής περιόδου ή απροσδιόριστης / αόριστης διάρκειας. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεκτή, αλλά και ούτε είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε στο έγγραφο. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων μίας συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα του όρου μίας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους, που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Ανόρθωση ν. Απόλλων
(2002)1 (A) A.A.Δ. 518). Στο σύγγραμμα Chitty On Contracts - General Principles, 25η έκδοση, στις παραγράφους 765 και 766 αναφερεται ότι, σκοπός της ερμηνείας των όρων μίας γραπτής συμφωνίας, είναι το να διαφανεί από αυτούς η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, τεκμαίρεται ότι οι συμβαλλόμενοι εννοούσαν αυτά τα οποία και αναγράφονται επί της συμφωνίας, και άρα οι λέξεις ερμηνεύονται ως έχουν[1]. Μελέτη του Τεκμήριου 1 για σκοπούς κατάληξης επί του κατά πόσο συνιστά σύμβαση τακτής ή απροσδιόριστης περιόδου, καταδεικνύει το βάσιμο της εισήγησης της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Εναγόμενη εταιρεία. Επί του Τεκμηρίου 3 αναφέρεται ότι η Εναγόμενη προσλαμβάνει τον Ενάγοντα στην θέση λογιστή «με επίσημη έναρξη την 1η Δεκεμβρίου 2003». Καμία ημερομηνία λήξης της εργοδότησης αυτής δεν αναφέρεται. Με όλο το σέβας προς τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Ενάγοντα, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του όπως αυτή προβάλλεται στην αγόρευση του, ότι η εργοδότηση είχε αρχή την 1.12.2003 και τέλος την 31.12.
  1. Ούτε και το Παράρτημα Β του Τεκμηρίου 1 οδηγεί στο συμπέρασμα αυτό. Στο εν λόγω Παράρτημα παρατίθενται με λεπτομέρεια οι συμφωνηθείσες απολαβές του Ενάγοντα μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2006, και μετά αναφέρονται τα εξής: «Από 1η Ιανουαρίου 2007 Συνολικές χρονιαίες απολαβές ανάλογα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. - Τυχόν αλλαγή τιαμρίθμου αναπροσαρμόζεται - Δεν πληρώνονται επιπρόσθετα οι τυχόν υπερωρίες για εργασία σε άλλες ώρες όταν απαιτείται». Συνεπώς απλά προβλέπεται ότι οι απολαβές του Ενάγοντα για την εργοδότηση του που αφορά στην περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2007 και μετέπειτα, θα αποφασίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης εταιρείας. Τίποτε στο πιο πάνω λεκτικό δεν οδηγεί στο ότι η εργοδότηση αυτού είχε ημερομηνία τερματισμού την 31.12.
  2. Αποτελεί, συναφώς, κατάληξη μου ότι η σύμβαση εργοδότησης του Ενάγοντα στην Εναγόμενη εταιρεία ήταν αόριστης διάρκειας. Τούτου δεδομένου, η συμφωνία υπόκειτο σε τερματισμό μετά από λογική προειδοποίηση (βλ. Στυλιανίδης ν. British American Insurance
(1990)1 A.A.D. 517) Καθίσταται αναγκαία, συνεπώς η εξέταση του κατά πόσο η απόλυση του Ενάγοντα ήταν νόμιμη ή παράνομη, και η εξέταση του ποία θα ήταν η λογική προειδοποίηση. Η αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του Ενάγοντα παρατίθενται πιο πάνω στην παρούσα. Από αυτά διαφαίνεται ότι όντως ο Ενάγοντας ασχολείτο κατά τον χρόνο εργασίας του στην Εναγόμενη εταιρεία με εργασία για δικούς του πελάτες, δεν τηρούσε τα ωράρια, και ανάλωνε πέραν του λογικού χρόνου σε κάπνισμα και προσωπικά τηλεφωνήματα. Στο Τεκμήριο 1 καταγράφονται ρητά τα ωράρια εργασίας, και από αυτό διαφαίνεται και η αντίστοιχη υποχρέωση του Ενάγοντα να τα τηρεί, αφού το λεκτικό του Τεκμηρίου 1 καθιστά αυτά όρο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Επιπλέον στο Παράρτημα Α του Τεκμηρίου 1 εκτίθεται κατάλογος με τα γενικά καθήκοντα και τις ευθύνες του Ενάγοντα. Πουθενά στο Τεκμήριο 1 δεν αναφέρεται το δικαίωμα του Ενάγοντα να προβαίνει σε εργασίες για προσωπικό του όφελος για πελάτες δικούς του. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι ακόμη και η θέση του ιδίου του Ενάγοντα ήταν ότι είχε συμφωνηθεί ότι θα μπορούσε να πράττει τούτο, αλλά στον ελεύθερο του χρόνο, και όχι κατά τον χρόνο εργασίας του στην Εναγόμενη εταιρεία. Των πιο πάνω δεδομένων αποτελεί κατάληξη μου ότι ο τερματισμός της εργοδότησης του Ενάγοντα εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας δεν ήταν παράνομος, ήτοι ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας επέδειξε συμπεριφορά η οποία ήταν αντίθετη με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, παρέχοντας έτσι το δικαίωμα στην Εναγόμενη εταιρεία να τερματίσει την μεταξύ τους συμφωνία, με λογική προειδοποίηση. Δεδομένης της κατάληξης μου ότι η συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα ήταν αορίστου διάρκειας, θα πρέπει να εξεταστεί ποία θα ήταν η λογική προειδοποίηση που θα έπρεπε να είχε δοθεί σε αυτόν. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Σαββίδης ν. ΣΕΚ
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 57: «Οι αρχές εκτίθενται περιεκτικά στη Στυλιανίδης (ανωτέρω) στην οποία άλλωστε παρέπεμψε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου, ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται, σύμφωνα με τις σχετικές αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου (ενσωματώνονται στο Κυπριακό δίκαιο με τις πρόνοιες του άρθρου 29
(1)(γ) του Ν. 14/60), σε τερματισμό κατόπιν λογικής προειδοποίησης. Το θέμα εξετάζεται και αναλύεται στα συγγράμματα Chitty on Contract, vol. 2, 25th ed., σελίδα 712 and seq. καθώς και στο Halsbury's Laws of England, 4th ed., vol. 16, para. 607 and seq. Εντάσσοντας το θέμα στο ακριβές δικαιϊκό του πλαίσιο η αρχή η οποία ισχύει είναι η εξής. Σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται σε εξυπακουόμενο όρο για εκατέρωθεν ευχέρεια των μερών να τερματίσουν τη σύμβαση κατόπιν λογικής προειδοποιήσεως. Τι συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται από τη φύση της εργασίας, τη ζήτηση των υπηρεσιών ανάλογες με εκείνες που μπορεί να προσφέρει (ο εργοδοτούμενος) στην ελεύθερη αγορά, καθώς και τη διάρκεια της εργοδότησής του. Βοηθητική στον καθορισμό της χρονικής διάρκειας της προειδοποίησης είναι και η απόφαση Dobie v. Burns International [1984] 3 All E.R. 333. Παρόλο που η υπόθεση αποφασίστηκε σε σχέση με άδικη απόλυση (unfair dismissal) βάσει των διατάξεων του άρθρου 57 του αγγλικού νόμου Employment Consolidation Act 1978, στο βαθμό και έκταση που ρίχνει φως στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της διάρκειας της προειδοποίησης, άπτεται του επίδικου θέματος. Όλοι οι παράγοντες που έχουν ενωρίτερα μνημονευθεί είναι άμεσα καθοδηγητικοί ως προς τον καθορισμό του χρόνου της προειδοποίησης. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Η νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων αναφορικά με το χρόνο της προειδοποίηση που συνοψίζεται στα συγγράμματα Chitty on Contracts και Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) τείνει να καταδείξει ότι η προειδοποίηση κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών ανάλογα με τη φύση του επαγγέλματος. Εξυπακουόμενος όρος για προειδοποίηση δώδεκα μηνών, όπως προκύπτει από τις αγγλικές αποφάσεις, διαπιστώνεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις κυρίως για διευθυντικές θέσεις."». Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι δεν υπάρχει αξίωση στην αγωγή για μη παροχή εύλογης προειδοποίησης ή μη καταβολής ποσού που αντιστοιχούσε σε τέτοια περίοδο προειδοποίησης. Παρά το γεγονός αυτό, θα εξετάσω το ποία θα ήταν η λογική προειδοποίηση αυτή στην υπό εκδίκαση περίπτωση. Ο Ενάγοντας εργάστηκε στην Εναγόμενη εταιρεία από την 1.12.2003 μέχρι και το τέλος Μαΐου 2005, ήτοι 18 μήνες. Η θέση του δεν ήταν διευθυντική, αλλά όπως προκύπτει από το οργανόγραμμα Τεκμήριο 2, μεσαία περίπου στην ιεραρχία των λοιπών υπαλλήλων. Το επάγγελμα του λογιστή δεν είναι εξ' αυτών που να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίζει ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Στον Ενάγοντα δόθηκε, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 3, ειδοποίηση την 10.5.2005 για τερματισμό της συνεργασίας το τέλος Μαϊου 2005, ήτοι 21 ημερών. Δεδομένων και των προνοιών του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου, από τον οποίο λαμβάνω απλά καθοδήγηση ως προς το εύλογο της προειδοποίησης, αποτελεί κατάληξη μου ότι δόθηκε από την Εναγόμενη λογική προειδοποίηση για τον τερματισμό της εργοδότησης του Ενάγοντα. Έπεται πως ο Ενάγοντας δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε, και η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει. Προχωρώ τώρα σε εξέταση της Ανταπαίτησης. Και αναφορικά με την Ανταπαίτηση, και τα όσα ανέφερε εις προσπάθεια απόδειξης της ο Μ.Υ.1, η αξιολόγηση παρατίθεται πιο πάνω. Αφού αναφέρω ότι στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Εναγόμενη εταιρεία δεν υπάρχει καμία αναφορά στην Ανταπαίτηση, και αυτή δεν έχει προωθηθεί καθόλου, θα εξετάσω τα αιτητικά της Ανταπαίτησης ξεχωριστά. Το αιτητικό 17(α) συνιστά απλά την Υπεράσπιση των Εναγομένων, και το Δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί του θέματος αυτού στα πλαίσια της απαίτησης του Ενάγοντα. Με το αιτητικό (β) οι Εναγόμενοι αξιούν ποσό Λ.Κ.13.000,00 ως ποσό το οποίο αναγκάστηκαν να δανειστούν για να καλύψουν την κακή οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης εταιρείας συνεπεία του πλημμελούς τρόπου άσκησης των καθηκόντων του Ενάγοντα. Από την αξιολόγηση πιο πάνω προκύπτει ότι η πλευρά των Εναγομένων απέτυχε να συνδέσει τον Ενάγοντα ή οποιαδήποτε πράξη αυτού με το δάνειο, το οποίο εν πάση περιπτώσει αφορούσε στεγαστικό δάνειο. Έπεται πως η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Ούτε και το αιτητικό (γ) για ποσό Λ.Κ.2.000,00 για επαναδιοργάνωση και λειτουργία του λογισμικού προγράμματος έχει συνδεθεί με τον Ενάγοντα, αλλά ούτε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε απόδειξη ως προς την καταβολή τέτοιου ποσού εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Τεκμήριο 35 είναι ένα έγγραφο που ετοίμασε ο ίδιος ο Μ.Υ.1, χωρίς υπόβαθρο οποιοδήποτε στοιχείο, και που περιέχει απλά δικούς του γενικούς υπολογισμούς οι οποίοι στηρίζονται σε εικασίες. Δεν μπορεί σαφώς να στηρίξει την απαίτηση για ποσό Λ.Κ.33.258,00 της Εναγόμενης εταιρείας, αλλά ούτε καν να ενισχύσει την εκδοχή τους. Έπεται πως ούτε και το αιτητικό αυτό έχει αποδειχθεί εκ μέρους των Εναγομένων. Κατ' ακολουθία τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό τα έξοδα εκδίκασης της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης εταιρείας και εναντίον του Ενάγοντα, ενώ τα έξοδα εκδίκασης της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης Εταιρείας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "The cardinal presumption is that the parties have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself: "One must consider the meaning of the words used, not what one may guess to be the intention of the parties". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.