← Κύπρος

ΣΥΛΒΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ως διαχειρίστρια της περιουσίας των ανηλίκων Σταυρούλας Ιακώβου Σωτηρίου, Ελένης-Ελίτα Ιακώβου Σωτηρίου και Δημήτρη Ιακώβου ν. ΠΑΓΚΥΠΡ

ΣΥΛΒΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ως διαχειρίστρια της περιουσίας των ανηλίκων Σταυρούλας Ιακώβου Σωτηρίου, Ελένης-Ελίτα Ιακώβου Σωτηρίου και Δημήτρη Ιακώβου ν. ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγ. Αρ. 1541/04, 7 Αυγούστου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αγ. Αρ. 1541/04 ΜΕΤΑΞΥ:- ΣΥΛΒΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ως διαχειρίστρια της περιουσίας των ανηλίκων Σταυρούλας Ιακώβου Σωτηρίου, Ελένης-Ελίτα Ιακώβου Σωτηρίου και Δημήτρη Ιακώβου από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 11.6.2004: ΣΥΛΒΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ως διαχειρίστρια της περιουσίας των ανηλίκων Σταυρούλας Ιακώβου Σωτηρίου, Ελένης-Ελίτα Ιακώβου Σωτηρίου και Δημήτρη Ιακώβου από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ---------------------------- Ημερομηνία: 7 Αυγούστου 2006 Για την Ενάγουσα: κ. Αντ. Παπαντωνίου, κ. Χρ. Καμπούρης για ν΄ ακούσει απόφαση Για την Εναγόμενη: κ. Ν. Αβρααμίδης ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ: Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα ζητά απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.75.000 με τόκο ως αποζημιώσεις για τη ζημιά που έπαθε το υποστατικό της εξαιτίας πυρκαγιάς στη βάση ασφαλιστικής κάλυψης της από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Στην Υπεράσπιση της η εναγομένη αρνείται τη σύναψη οποιασδήποτε ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι, ακόμη και σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι η εναγομένη απεδέχθη τον τύπο πρότασης ασφάλειας που υπεβλήθη από την ενάγουσα και/ή ότι προέβη σε σύμβαση ασφάλισης με την ενάγουσα, είχε δικαίωμα να απορρίψει την πρόταση της ενάγουσας και να ακυρώσει τέτοια σύμβαση εξ υπαρχής λόγω απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος εκ μέρους της ενάγουσας. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας έγινε παραδεκτό γεγονός ότι το ύψος της ζημιάς της ενάγουσας ανέρχεται σε Λ.Κ.55.000 συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, ήτοι 13.2.

  1. Περαιτέρω κατατέθηκαν από κοινού διάφορα έγγραφα (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1 μέχρι 9). Μ Α Ρ Τ Υ Ρ Ι Α Η πλευρά της ενάγουσας, για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες ως εξής:- - Άλκης Κάϊλος (Μ.Ε.1) - Σύλβια Σωτηρίου (Μ.Ε.2) Από πλευράς Υπεράσπισης κατάθεσαν οι ακόλουθοι μάρτυρες. - Αν. Λοχ. 4358 Χρίστος Κόκκινος (Μ.Υ.1) - Υπ/μος Πόλυς Χ"Βασιλείου (Μ.Υ.2) - Παναγιώτης Αντωνίου (Μ.Υ.3) - Αθηνά Βανέζη (Μ.Υ.4) - Γιώργος Γρηγοριάδης (Μ.Υ.5) - Γεωργία Σάββα (Μ.Υ.6) Μαρτυρία από πλευράς ενάγουσας: Ο Μ.Ε.1 είναι αδελφός της ενάγουσας. Μέσα Φεβρουαρίου του 2003 σε κάποια συζήτηση με την αδελφή του προέκυψε ότι το σπίτι και καταστήματα της στην οδό Ιλαρίωνος με γωνία Πομπηίας δεν ήταν ασφαλισμένο και η αδελφή του έδωσε σε αυτόν οδηγίες να γίνει συμβόλαιο ασφάλισης των κτιρίων μέσω του ασφαλιστή του Μ.Ε.
  2. Εν συνεχεία γύρω στις 11.3.03 ο Μ.Ε.1 ήλθε σε τηλεφωνική επαφή με τον ασφαλιστή του Γ. Γρηγοριάδη της εναγομένης εταιρείας με τον οποίο έχει μαζί του και άλλα συμβόλαια και αφού του εξήγησε τι ήθελε να ασφαλιστεί, απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις που ο Γρηγοριάδης του υπέβαλε όπως αυτές εμφαίνονται στην πρόταση Ασφάλειας Πυρός (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Ο Γρηγοριάδης του είπε ότι το συμβόλαιο ασφάλισης θα έλθει ταχυδρομικώς και ότι δεν χρειαζόταν ο Μ.Ε.1 να κάνει οτιδήποτε. Έτσι ο Μ.Ε.1 έμεινε ήσυχος και ανέμενε το συμβόλαιο να έλθει με το ταχυδρομείο. Όταν τον ρώτησε για το πότε θα είναι ασφαλισμένη η αδελφή του, ο Γρηγοριάδης του απάντησε ότι αυτό θα γινόταν από την ημέρα της πρότασης. Ερωτηθείς ο Γρηγοριάδης αν έβλεπε οποιοδήποτε πρόβλημα, του απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι το όλο θέμα αποτελούσε εσωτερική διαδικασία. Μετά τη συμπλήρωση της πρότασης δεν ζητήθηκε από το Μ.Ε.1 οποιαδήποτε διευκρίνιση είτε από την εταιρεία είτε από τον ασφαλιστή. Στην επόμενη επικοινωνία που είχε με τον ασφαλιστή του, ο τελευταίος του είπε να μην ανησυχεί και ότι θα έλθει το συμβόλαιο. Αυτό έγινε την ημέρα του περιστατικού της φωτιάς. Στις 25.3.03 ξημερώματα, γύρω στις 3-4 π.μ. ο Μ.Ε.1 έλαβε τηλεφώνημα από την αδελφή του ότι εξερράγη φωτιά στα καταστήματα του υποστατικού της. Αμέσως, ο Μ.Ε.1 πήγε στο μέρος όπου κατέφθασε η Πυροσβεστική. Στο υποστατικό προκλήθηκαν ζημιές. Το πρωϊ ο Μ.Ε.1 ειδοποίησε το Γρηγοριάδη και του είπε τι συνέβη. Στις 25 ή 26 Μαρτίου η εταιρεία έστειλε εκτιμητή. Όταν ο Μ.Ε.1 μίλησε με το Γρηγοριάδη και του εξέφρασε την ελπίδα να μην υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα, ο Γρηγοριάδης του είπε ότι, εφόσον είχε σταλεί εκτιμητής δεν έβλεπε να υπάρχει πρόβλημα. Το Μάιο κατατέθηκε απαίτηση εκ μέρους της ενάγουσας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) η οποία απερρίφθη από την εναγομένη εταιρεία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Στην πρόταση ασφάλισης υπήρχε ερώτηση αν το ακίνητο προς ασφάλιση είχε υποστεί οποιαδήποτε ζημιά λόγω πυρκαγιάς στο παρελθόν και η απάντηση ήταν αρνητική. Εκ των υστέρων ο Μ.Ε.1 έμαθε ότι έγινε στο περίπτερο που ενοικίαζε η αδελφή του ληστεία. Αν υπήρχε εμπρησμός θα το μάθαινε. Αντεξεταζόμενος αν στις 11.3.03 γνώριζε ότι το περίπτερο είχε γίνει στόχος απόπειρας εμπρησμού σε συνδυασμό με κλοπή απάντησε ότι εκ των υστέρων λέχθηκαν διάφορα. Δεν γνώριζε ότι υπήρξε προηγουμένως απόπειρα εμπρησμού. Δεν ήξερε αν ο Γρηγοριάδης ήταν εξουσιοδοτημένος να συνάπτει συμβόλαια εκ μέρους της εταιρείας. Εκείνο που γνώριζε ήταν ότι ο Γρηγοριάδης ήταν υπάλληλος της εναγομένης και ουδέποτε του τέθηκε ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένος. Δεν γνωρίζει τις εσωτερικές διαδικασίες της εταιρείας. Εκείνο που ξέρει είναι ότι έκανε μια πρόταση ασφάλισης στις 12.3.03 και του δόθηκε διαβεβαίωση ότι ήταν θέμα εσωτερικής διαδικασίας και ότι το συμβόλαιο θα ερχόταν ταχυδρομικώς. Από τις κουβέντες του κόσμου άκουσε ότι στο περίπτερο είχε γίνει κλοπή. Η Μ.Ε.2 είναι η ενάγουσα στην οποία το επίδικο υποστατικό που ανήκε αρχικά σ΄ αυτή μεταβιβάστηκε στα παιδιά της. Τέλη Φεβρουαρίου του 2003 ζήτησε από τον αδελφό της να κάνει ενέργειες για να διασφαλίσει το υποστατικό. Τη μέρα της πυρκαγιάς η ίδια είχε μάθει ότι το θέμα της ασφάλισης είχε διευθετηθεί. Η απαίτηση συμπληρώθηκε από τον αδελφό της. Πριν τις 25.3.03 δεν είχε υποπέσει στην αντίληψη της οποιαδήποτε απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο. Τη μέρα της πυρκαγιάς είχε ακούσει για κλοπή. Δεν γνωρίζει ότι έγινε κλοπή και απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο στις 11.3.
  3. Την επόμενη της πυρκαγιάς έμαθε ότι έγινε ληστεία δηλ. στις 25.3.
  4. Μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης: Ο Μ.Υ.1 το Μάρτη του 2003 εργαζόταν στο ΤΑΕ Λευκωσίας. Στις 25.3.05 εξέτασε μια περίπτωση πυρκαγιάς που έγινε σε περίπτερο στην οδό Αγ. Ιλαρίωνος και Πομπηίας. Όταν έφθασε στη σκηνή ήταν ήδη η πυροσβεστική και είδε ένα shutter του περιπτέρου να είναι ανασηκωμένο 40-50εκ και όπως πληροφορήθηκε από άνδρα που ήταν ήδη εκεί, ήταν ανοικτό όταν έφτασαν. Διεπίστωσε ακόμη ότι η κλειδαριά της αλουμινένιας πόρτας που αποτελούσε την είσοδο του κυρίως περιπτέρου είχε παραβιασθεί χωρίς να ξεκλειδώσει η κλειδαριά. Για την υπόθεση αυτή έλαβε διάφορες καταθέσεις και μεταξύ αυτών από την ενάγουσα και τον Μ.Ε.1 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 10 ΚΑΙ 11 αντίστοιχα). Για το ίδιο περίπτερο υπήρξε και άλλος ανακριτικός φάκελος για διάρρηξη και απόπειρα εμπρησμού που έγινε στις 11.3.
  5. Ο Μ.Υ.2 το Μάρτη του 2003 ήταν Υπεύθυνος της Πυροπροστασίας στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Στις 25.3.03 ήταν Αξιωματικός Υπηρεσίας στον Πυροσβεστικό Σταθμό Αθαλάσσας και έλαβαν μήνυμα για πυρκαγια στο Καϊμακλί. Ειδοποιήθηκε στη συνέχεια ο πλησιέστερος σταθμός. Για την υπόθεση αυτή ετοίμασε έκθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του (ΕΓΓΡΑΦΟ 1). Σ' αυτή καταγράφεται στα συμπεράσματα ότι παρά το ότι δεν μπόρεσε να εξακριβώσει τα πραγματικά αίτια που προκάλεσαν την πυρκαγιά στις 25.3.03 λαμβάνοντας υπόψη ειδικά το γεγονός ότι μια θύρα/ρολό (shutter) της επέκτασης του περιπτέρου βρέθηκε ανασηκωμένη και το ότι η μονόφυλλη θύρα εισόδου από αλουμίνιο, μεταξύ του χώρου επέκτασης και του περιπτέρου, βρέθηκε παραβιασμένη, πιθανώς η πυρκαγιά να τέθηκε κακόβουλα. Ο Μ.Υ.2 μίλησε με τον ιδιοκτήτη του περιπτέρου κ. Σωτηρίου ο οποίος του ανάφερε ότι πριν 15 μέρες το περίπτερο είχε διάρρηξη και ότι είχε τοποθετηθεί εύφλεκτη ύλη με απόπειρα εμπρησμού. Ο Μ.Υ.3 εργαζόταν στον Πυροσβεστικό Σταθμό το Μάρτη του 2003 και ήταν υπηρεσία όταν έγινε το περιστατικό στις 25.3.
  6. Έφτασε στο μέρος και ξεκίνησαν την κατάσβεση της πυρκαγιάς. Η Μ.Υ.4 το Μάρτιο του 2003 εργαζόταν στο ΤΑΕ Λευκωσίας στο κλιμάκιο Διαρρήξεων. Υιοθέτησε γραπτή κατάθεση της ως μέρος της κύριας εξέτασης (ΕΓΓΡΑΦΟ 2). Διερεύνησε περιστατικό διάρρηξης περιπτέρου και απόπειρας εμπρησμού που έγινε στις 11.3.03 μετά από καταγγελία του Κώστα Σωτηρίου. Διεφάνη ότι ο δράστης(ες) πέτυχαν είσοδο-έξοδο από πλαϊνή πόρτα την οποία παραβίασαν με αιχμηρό όργανο αφού πρώτα έσπασαν το εξωτερικό ρολό ασφαλείας (shutter). Κατά τις επιτόπιες εξετάσεις, εντόπισε ένα πλαστικό παγουράκι και δύο μισοκαμένα φιαλίδια «zipo" εντός του περιπτέρου, άγνωστα προς τον παραπονούμενο, τα οποία μύριζαν έντονα πετρελαιοειδή, γεγονός που υποδηλούσε απόπειρα εμπρησμού. Από τον παραπονούμενο έλαβε δύο καταθέσεις (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 15 ΚΑΙ 16 αντίστοιχα). Ο Μ.Υ.5 είναι υπάλληλος της εναγομένης εταιρείας όπως και το
  7. Ο Μ.Ε.1 ήταν πελάτης του. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 είναι ο ίδιος που το συμπλήρωσε από το τηλέφωνο μετά που μίλησε με το Μ.Ε.1 για να ασφαλίσει το σπίτι της αδελφής του. Μίλησαν στις 11.3.
  8. Συμπλήρωσαν τα στοιχεία που ζητούσε η πρόταση. Ο Μ.Ε.1 του είχε πει ότι είχε γίνει μια απόπειρα κλοπής στο περίπτερο του υποστατικού προς ασφάλιση. Δεν αναφέρθηκε αυτό το θέμα στην πρόταση γιατί δεν είχε σχέση με κλοπή η πρόταση. Δεν λέχθηκε στο Μ.Υ.5 οτιδήποτε για απόπειρα εμπρησμού. Ο Μ.Υ.5 απέστειλε στη συνέχεια την πρόταση στην εναγομένη εταιρεία με φαξ. Τα καθήκοντα αφορούν την εξεύρεση πελατών, συμπλήρωση προτάσεων για ασφάλιση, αποστολή των προτάσεων στην εταιρεία και εν συνεχεία η εταιρεία του στέλλει τα συμβόλαια. Ο ίδιος δεν έχει εξουσιοδότηση για να εκδίδει συμβόλαια ή cover notes, ούτε δεσμεύει την εταιρεία. Μετά τις 11.3.03 έλαβε τηλεφώνημα από το Μ.Ε.1 ο οποίος τον πληροφόρησε ότι είχε περιστατικό φωτιάς στο περίπτερο στο υποστατικό της αδελφής του. Πριν το τηλεφώνημα αυτό δεν είχαν άλλη επαφή. Ερωτηθείς κατά πόσο ο Μ.Ε.1 τον είχε ρωτήσει κατά πόσο υπήρχε κάλυψη ή όχι για το συγκεκριμένο ακίνητο απάντησε ότι ο Μ.Ε.1 τον ρώτησε και ο ίδιος του είπε ότι εκείνο που έπρεπε σαν Γρηγόρης να κάμει το έκαμε και ότι δεν μπορούσε να ξέρει τη θέση της εταιρείας για το τι σκεφτόταν να κάνει. Ο Μ.Ε.1 τον ρώτησε για έντυπο απαίτησης και ο Γρηγοριάδης του εξήγησε ότι υπάρχει έντυπο απαίτησης το οποίο συμπληρώνεται όταν υπάρχει απαίτηση ανάλογα με τον κίνδυνο και το εξετάζει η εταιρεία. Επίσης, τον ενημέρωσε ότι είχε ειδοποιήσει τον claim officer για το περιστατικό και για το γεγονός ότι υπήρχε μια πρόταση χωρίς να έχει γίνει συμβόλαιο και ότι το προτεινόμενο ακίνητο πήρε πυρκαγιά. Ερωτηθείς κατά πόσο του απάντησε θετικά ή αρνητικά για το αν θα υπήρχε κάλυψη, ανέφερε ότι δεν του απάντησε γιατί δεν ήξερε αν θα υπήρχε κάλυψη. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι αφού αποσταλεί η πρόταση στην εταιρεία η εταιρεία κάποιες τις απορρίπτει κάποιες όχι ή διαφοροποιεί το rate. Δεν είναι σε θέση ο ίδιος να γνωρίζει πόσο χρόνο παίρνει η διαδικασία μετά την αποστολή της πρότασης στην εταιρεία. Αν γνώριζε ότι υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση απόπειρα εμπρησμού θα το κατέγραφε στην ερώτηση 18 του ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  9. Είναι σε σχέση με το ερώτημα 18 που ο Μ.Ε.1 του είπε για το περιστατικό της κλοπής. Για την πρόταση ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 δεν ήλθε η εταιρεία να τον ρωτήσουν οτιδήποτε μέχρι τη μέρα που έγινε το περιστατικό. Αντεξεταζόμενος είπε ότι όταν εγκριθεί η πρόταση και εκδοθεί συμβόλαιο αρχίζει η ασφάλιση από την ημέρα της πρότασης. Ο ασφαλιζόμενος δεν υπογράφει συμφωνία. Αν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα στην πρόταση όταν εξετάζεται από την εταιρεία τον ειδοποιούν. Γνωρίζει ότι η εταιρεία έστειλε εκτιμητές για να εκτιμήσουν τις ζημιές στο υποστατικό. Από την ώρα που ειδοποιείται η εταιρεία για κάποιο περιστατικό επειδή υπάρχει πρόταση σε εκκρεμότητα (outstanding) κάνουν μια εκτίμηση η εταιρεία για να ξέρουν. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι για το θέμα αυτό πρέπει να ρωτηθεί ο claim officer. Ο Μ.Ε.1 τον ρώτησε για τη διαδικασία για σκοπούς υποβολής απαίτησης γιατί δεν υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση συμβόλαιο και ο Μ.Υ.5 τον ενημέρωσε σχετικά με τη διαδικασία λέγοντας του ότι θα πρέπει να γεμίσει έντυπο απαίτησης. Η Μ.Υ.6 είναι underwriter στο Τμήμα Αποδοχής Κινδύνων στην εναγομένη εταιρεία. Αυτή την θέση είχε και το Μάρτιο
  10. Αναφερόμενη στη διαδικασία έκδοσης ασφαλιστικών συμβολαίων είπε ότι η εταιρεία συνεργάζεται με παραγωγούς/συνεργάτες. Οι προτάσεις ασφάλισης αποστέλλονται είτε με φαξ είτε ταχυδρομικώς από τους παραγωγούς. Η εταιρεία όμως έχει και πελάτες με τους οποίους έρχεται σε επαφή απ' ευθείας. Είναι η ίδια η οποία εξετάζει την πρόταση προσωπικά αν θα γίνει αποδεκτός ο κίνδυνος ή αν θα απορριφθεί. Αν μια πρόταση δεν έχει πρόβλημα η ίδια τη μονογράφει με την ημερομηνία έγκρισης και την προχωρεί για την έκδοση συμβολαίου το οποίο δίδεται στον παραγωγό. Ο πελάτης δεν ξέρει την εταιρεία, ξέρει τον παραγωγό. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στάληκε στην εταιρεία αλλά δεν πρόλαβε η ίδια να το εξετάσει. Βρισκόταν στο tray της. Για τη συγκεκριμένη πρόταση είχε έλθει πρόταση στο όνομα Σωτηρίου. Τότε έψαξε και τη βρήκε στο tray της. Ήταν από τις προτάσεις που δεν εξετάστηκαν. Αν εξέταζε κάποια πρόταση που αφορούσε κινδύνους, π.χ. πυρκαγιάς, σεισμού, κακόβουλης ζημιάς, και, κατά την εξέταση της πρότασης, διαφαίνετο ότι υπήρξε σε σχέση με το προτεινόμενο ακίνητο πρόσφατα απόπειρα εμπρησμού, θα απέρριπτε την πρόταση ασυζητητί. Τέτοιοι κίνδυνοι δεν είναι ασφαλιστέοι. Αντεξεταζόμενη είπε ότι τη συγκεκριμένη πρόταση δεν πρόλαβε να την εξετάσει. Μετά από μέρες και όταν ρωτήθηκε από τον προϊστάμενο της και βρήκε την πρόταση έμαθε ότι υπήρχε πρόβλημα με το συγκεκριμένο κτίριο. Ερωτηθείσα κατά πόσο γνωρίζει αν η συγκεκριμένη πρόταση απερρίφθη ή αν έγινε αποδεκτή, απάντησε ότι ήταν εκείνη η οποία θα απέρριπτε την πρόταση. Διευκρίνισε ότι δεν πρόλαβε να την εξετάσει και μετά την πήραν στο Τμήμα Απαιτήσεων και από εκείνη τη στιγμή που πήγε σε άλλο τμήμα δεν ξαναήρθε πίσω. Όταν η ίδια ρώτησε, της είχαν πει ότι υπάρχει αυτή η υπόθεση. Αρνήθηκε ότι για την υπό εξέταση περίπτωση εκδόθηκε συμβόλαιο στο όνομα της ενάγουσας και ότι δεν πρόλαβαν να το στείλουν και πρόσθεσε ότι αν εκδίδετο συμβόλαιο θα το υπέγραφε η ίδια. Ανέφερε ότι δεν θα ήταν καθόλου απίθανο για κάποιες περιπτώσεις να πάρει και δύο μήνες για να εξεταστεί μια πρόταση ασφάλισης. Όχι όμως τρεις μήνες γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα πάρει τηλέφωνο ο παραγωγός και θα ρωτήσει σχετικά και για το λόγο που καθυστέρησε η εξέταση της πρότασης. Υπάρχει περίπτωση μια πρόταση να εξεταστεί αυθημερόν και να εκδοθεί συμβόλαιο την ίδια μέρα, π.χ. εκεί όπου υπάρχει ρήτρα υποθήκης (mortgage clause). Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο σε ποιες περιπτώσεις τυγχάνει χειρισμού η εξέταση της πρότασης από τον προϊστάμενο της απάντησε ότι αυτό συμβαίνει όταν υπάρχουν κίνδυνοι. Εξήγησε ότι κάθε ασφαλιστική εταιρεία εξαιρεί ορισμένου κινδύνους. Η εταιρεία της για κάποιο διάστημα δεν κάλυπτε πελεκανιά, νυκτερινά κέντρα. Δηλαδή περιπτώσεις μεγάλων κινδύνων. Σε τέτοιες περιπτώσεις αν έρθει πρόταση ασφάλισης θα πρέπει η ίδια να πάρει έγκριση από τον προϊστάμενο της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1]. Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[2] EΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην παρούσα υπόθεση η Υπεράσπιση έχει εγείρει δύο, βασικά, ζητήματα. Το ένα αφορά το ερώτημα κατά πόσο υπήρχε στη προκειμένη περίπτωση σύμβαση ασφάλισης μεταξύ των διαδίκων και το δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο υπήρξε, από πλευράς ενάγουσας, παράβαση του καθήκοντος πίστης ή αποκάλυψης έτσι ώστε δικαιολογημένα να έχει ακυρωθεί η σύμβαση για ασφάλιση του επίδικου ακινήτου, σε περίπτωση, βεβαίως, που κριθεί ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφάλισης. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου θα σκιαγραφήσω τη νομική πτυχή που αφορά και τα δύο επίδικα θέματα. ΠΡΩΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ: Σε σχέση με το πρώτο ερώτημα οι νομικές αρχές που διέπουν τον καταρτισμό ασφαλιστικών συμβάσεων, όπως μπορώ να συνοψίσω, είναι οι ακόλουθες: Για να υπάρχει δεσμευτικό συμβόλαιο ασφάλισης θα πρέπει να προηγηθεί πρόταση από την μια πλευρά και αποδοχή της πρότασης από την άλλη. Η πρόταση συνήθως γίνεται από το άτομο που θέλει να ασφαλιστεί συμπληρώνοντας την πρόταση ασφάλειας η οποία αποστέλλεται στους ασφαλιστές για εξέταση.[3] Οι ουσιώδεις όροι που πρέπει να υπάρχουν σε μια σύμβαση ασφάλισης είναι ο καθορισμός του ασφαλιστέου κινδύνου, η διάρκεια της ασφάλισης, το ποσό και ο τρόπος πληρωμής του ασφαλίστρου και το πληρωτέο ποσό σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου.[4] Εφόσον οι όροι της σύμβασης ασφάλισης έχουν συμφωνηθεί από τα μέρη υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, δεσμευτικό συμβόλαιο ασφάλισης και ο ασφαλιζόμενος υποχρεώνεται να πληρώσει το συμφωνηθέν ασφάλιστρο, ενώ οι ασφαλιστές από την πλευρά τους θα πρέπει να παραδώσουν το συμβόλαιο (policy) που συμπεριλαμβάνει τους συμφωνηθέντες όρους. Δεν υπάρχει κανόνας στο ασφαλιστικό δίκαιο ότι δεν μπορεί να υπάρξει δεσμευτική σύμβαση ασφάλισης μέχρι να πληρωθεί το ασφάλιστρο ή μέχρι το ασφαλιστικό συμβόλαιο να εκδοθεί. Αν όμως οι ασφαλιστές επιθυμούν να αντιμετωπίσουν τέτοιο ενδεχόμενο όπου θα είναι δεσμευμένοι πριν να εξασφαλιστεί πληρωμή του ασφάλιστρου θα πρέπει να το ξεκαθαρίσουν από την αρχή ότι δεν υπάρχει νομικά δεσμευτική σύμβαση εκτός εάν συγκεκριμένος όρος, όπως πληρωμή του ασφαλίστρου ή έκδοση του ασφαλιστικού συμβολαίου, έχει επιτευχθεί. [5] Ο γενικός κανόνας είναι ότι μια σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται μόνο όταν το μέρος στο οποίο απευθύνεται η πρόταση την αποδέχεται χωρίς όρους και κοινοποιεί την αποδοχή του στο προτείνοντα. [6] Σε πολλές περιπτώσεις τόσο η πρόταση όσο και η αποδοχή γίνονται μέσω των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων των μερών. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό το πρόσωπο που αποδέχεται εκ μέρους των ασφαλιστών να είναι κάποιος που είναι εξουσιοδοτημένος να συνάπτει συμβάσεις εκ μέρους τους. Αποδοχή πρότασης από κάποιο χωρίς πραγματική ή φαινομενική εξουσιοδότηση για κάτι τέτοιο δεν δεσμεύει τους ασφαλιστές.[7] Η σιωπή δεν υποδηλεί συγκατάθεση και, επομένως, δεν υπάρχει δεσμευτική σύμβαση μέχρις ότου το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η πρόταση πει ή κάνει κάτι που υποδηλώνει αποδοχή της πρότασης του. Απλή καθυστέρηση κοινοποίησης απάντησης δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως παραδοχή, εφόσον εκ πρώτης όψεως, η αποδοχή θα πρέπει να κοινοποιείται στον προτείνοντα.[8] Απλή κοινοποίηση αποδοχής δεν οδηγεί σε σύναψη σύμβασης ασφάλισης εκτός αν αυτή η αποδοχή συνάδει με τους όρους της πρότασης.[9] Μια πρόταση μπορεί να υποβληθεί και να γίνει αποδεκτή στη βάση του ότι δεν υπάρχει σύμβαση ασφάλισης μέχρι και εφόσον το ασφαλιστικό συμβόλαιο παραδοθεί στον προτείνοντα. Σε μια τέτοια περίπτωση η συμπερίληψη τέτοιου όρου καθιστά την αποδοχή της πρότασης άνευ οποιαδήποτε νομικής σημασίας διότι μέχρι να παραδοθεί το ασφαλιστικό συμβόλαιο δεν υπάρχει ευθύνη εκατέρωθεν και η θέση είναι ως να μην υπάρχει δεσμευτικό συμβόλαιο. Το αποτέλεσμα ενός τέτοιου όρου, επομένως, είναι να καταστήσει σαφές ότι δεν ήταν η πρόθεση των μερών να συνάψουν σύμβαση ασφάλισης όταν οι ασφαλιστές ενέκριναν τους όρους της πρότασης. [10] ΄Ενας αντιπρόσωπος του οποίου το κύριο καθήκον είναι να εισάγει πελατεία και να αποστέλλει προτάσεις για αποδοχή δεν θεωρείται ότι έχει εξουσιοδότηση είτε εξυπακουόμενα, είτε άλλως πως να συμβάλλεται εκ μέρους της εταιρείας. Προφανώς, επειδή, δεν εμπίπτει στη συνηθισμένη ευθύνη τέτοιων αντιπροσώπων να αποφασίζουν επί της αποδεκτότητας των κινδύνων που παρουσιάζονται για έγκριση. Ούτε ένας τέτοιος αντιπρόσωπος έχει εξουσία να δεσμεύει τους ασφαλιστές αναφορικά με τον τύπο ασφαλιστικού συμβολαίου που θα εκδοθεί.[11] Οι ασφαλιστές ωστόσο μπορούν να προσδώσουν στον αντιπρόσωπο τους ευρύτερη φαινομενική εξουσιοδότηση μέσω της δικής τους συμπεριφοράς. Αν ο αντιπρόσωπος κατέχει καλυπτικές σημειώσεις έτοιμες να εκδοθούν από τον ίδιο θεωρείται ότι έχει εξουσιοδότηση να παρέχει προσωρινά ασφάλιση. Εάν, επίσης οι ασφαλιστές γνωρίζουν ότι ο αντιπρόσωπος συνάπτει συμφωνίες εκ μέρους τους και συναινούν σ΄αυτήν πρακτική κωλύονται από το να αρνηθούν την φαινομενική του εξουσιοδότηση να κάνουν κάτι τέτοιο αργότερα.[12] ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ: Όπως είναι γνωστό η σύμβαση ασφάλισης είναι uberrimae fidei, δηλαδή υψίστης πίστεως και, ως αποτέλεσμα, πριν την σύναψη της σύμβασης, υπάρχει υποχρέωση αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι γενικές αρχές που διέπουν αυτό το θέμα μπορούν να εντοπιστούν στην υπόθεση αυθεντία Charter v. Boehm

(1766)3 Βurr. 1905 σε σχετική περικοπή του Λόρδου Mansfield. Σύμφωνα μ΄αυτή τα ιδιαίτερα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται μια σύμβαση ασφάλισης ευρίσκονται συνήθως στη γνώση του ασφαλιζόμενου μόνο. Ο ασφαλιστής δίνει πίστη στα όσα δηλώνει ο ασφαλιζόμενος και προχωρεί στην βάση του ότι δεν του έχει αποκρύψει οποιαδήποτε περίσταση που γνωρίζει ώστε να τον παραπλανήσει να πιστέψει ο ασφαλιστής ότι μια τέτοια περίσταση δεν υφίσταται. Η απόκρυψη κάτι τέτοιου συνιστά εξαπάτηση και το συμβόλαιο είναι, επομένως, άκυρο. ΄Εστω και αν η απόκρυψη γίνεται κατόπιν λάθους, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, εντούτοις ο ασφαλιστής εξαπατείται και η σύμβαση είναι άκυρη. Παραθέτω πιο κάτω σχετική περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Eretria Leisure Cruises Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1072, όπου στις σελίδες 1078-1079, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φρ. Νικολαϊδης, ανέφερε τα εξής: «Η απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών παρασύρει την ασφαλιστική σύμβαση σε ακυρότητα. Ακόμα κι αν η απόκρυψη έγινε λόγω λάθους χωρίς οποιαδήποτε δόλια πρόθεση, ο ασφαλιστής έχει παραπλανηθεί και η ασφαλιστική σύμβαση είναι άκυρη γιατί ο ασφαλιστικός κίνδυνος που διατρέχει είναι διαφορετικός από τον κίνδυνο που αποκαλύφθηκε και είχε πρόθεση να διατρέχει κατά το χρόνο της συμφωνίας. Η υποχρέωση του ασφαλιζόμενου συνίσταται στην αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και βασίζεται στην αρχή της καλής πίστης που πρέπει να επικρατεί μεταξύ των συμβαλλομένων. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός συναντάται στο άρθρο 18
(2)του Αγγλικού Marine Insurance Act του 1906, που προβλέπει ότι κάθε περίσταση η οποία θα επηρεάσει την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή κατά τον καθορισμό του ασφαλίστρου ή κατά τη λήψη της απόφασης κατά πόσο θα αναλάβει τον κίνδυνο, είναι ουσιώδης.» Το πλαίσιο της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου είναι να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με την εκτίμηση και αξιολόγηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή τα οποία γνωρίζει ή θεωρείται ότι γνωρίζει και δεν είναι γνωστά, ούτε θεωρείται ότι είναι γνωστά στον ασφαλιστή. Παράβαση αυτής της υποχρέωσης από τον ασφαλιζόμενο δίδει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ακυρώσει τη σύμβαση ασφάλισης νοουμένου ότι αποδείξει ότι η μη αποκάλυψη ώθησε στην σύναψη της επίδικης συμφωνίας με βάση τους σχετικούς όρους.[13] Οι ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονται από τους ασφαλιστές στα έντυπα πρότασης μπορεί είτε να διευρύνουν, είτε να περιορίσουν την υποχρέωση του προτεινόμενου ασφαλιζόμενου για αποκάλυψη. Ως γενική αρχή το γεγονός ότι συγκεκριμένες ερωτήσεις σχετικές με τον κίνδυνο υποβάλλονται στον ασφαλιζόμενο αυτό, από μόνο του, δεν τον απαλλάσσει από την ανεξάρτητη υποχρέωση του να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Είναι πιθανό ο τρόπος υποβολής των ερωτήσεων να καταστήσει την υποχρέωση του ασφαλιζόμενου περισσότερο αυστηρή. Στον προτείνοντα πιθανόν να υπομνηστεί με μια συγκεκριμένη ερώτηση ότι η γενική υποχρέωση για αποκάλυψη θα πρέπει να τον οδηγήσει να αναφερθεί σε ουσιώδη γεγονότα που βρίσκονται στην κατοχή του και αφορούν το επίδικο θέμα, αλλά βρίσκονται εκτός του πλαισίου της ερώτησης.[14] Το βάρος απόδειξης μη αποκάλυψης βρίσκεται στους ώμους του ασφαλιστή. Για να πετύχει ο ασφαλιστής στην υπεράσπιση της μη αποκάλυψης θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι ο ασφαλιζόμενος παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδες γεγονός αλλά, επίσης, ότι η μη αποκάλυψη τον ώθησε να συνάψει την σύμβαση ασφάλισης υπό την έννοια ότι δεν θα το έκαμνε αν υπήρχε πλήρης αποκάλυψη. Στην απουσία μαρτυρίας από τον ασφαλιστή η ίδια η φύση του γεγονότος που δεν απεκαλύφθη μπορεί να δημιουργήσει μαχητό τεκμήριο υπέρ της ύπαρξης ώθησης. Ο ασφαλιζόμενος μπορεί, στην συνέχεια, να ανατρέψει το τεκμήριο προσκομίζοντας μαρτυρία που να δείχνει ότι στη πράξη ο ασφαλιστής δίδει λίγη ή καθόλου σημασία σε τέτοιου είδους γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε σε εκείνο. ΄Ενα τέτοιο θέμα θα πρέπει να αποφασιστεί λαμβάνοντας υπόψη τον πραγματικό κίνδυνο που έχει αναληφθεί.[15] Αν ο ασφαλιζόμενος παραλείψει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη ο ασφαλιστής δύναται, όταν ανακαλύψει όλα τα γεγονότα, να επιλέξει να ακυρώσει τη σύμβαση ασφάλισης. Επομένως, η σύμβαση δεν ακυρώνεται αυτόματα λόγω μη αποκάλυψης και παραμένει σε ισχύ μέχρι να ακυρωθεί από τον ασφαλιστή.[16] Το κριτήριο, ωστόσο, κατά πόσο συγκεκριμένο γεγονός είναι ουσιώδες είναι αντικειμενικό. Ένα γεγονός δεν είναι απαραίτητα ουσιώδες επειδή, κατά την προσωπική άποψη, συγκεκριμένου ασφαλιστή θεωρείται ουσιώδες. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο συνετός ασφαλιστής θα θεωρούσε το συγκεκριμένο γεγονός ως ουσιώδες.[17] Όπως έχει τονισθεί στην Eretria (πιο πάνω), στην οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας και η οποία κρίθηκε ότι συνάδει με τη δική μας, το ερώτημα κατά πόσο ένα συγκεκριμένο γεγονός είναι ή δεν είναι ουσιώδες είναι θέμα πραγματικό και, σαν τέτοιο, πρέπει να αποφασίζεται, σε κάθε περίπτωση, από το Δικαστήριο. Κρίθηκε δε ότι η Αγγλική απόφαση Pan Atlantic Insurance Co Ltd and another v. Pine Top Insurance Co Ltd
(1994)3 All E.R. 580, η οποία εκφράζει το κοινοδίκαιο, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της Mavrides and another v. American Life Insurance Co
(1984)1 C.L.R.
  1. Παραθέτω την ακόλουθη περικοπή από τη σελ. 1082: «..........Ένα γεγονός που δεν έχει αποκαλυφθεί από τον ασφαλισμένο είναι ουσιώδες, αν η αποκάλυψη θα επηρεάζει την αποδοχή του κινδύνου ή το ύψος του ασφαλίστρου. Το ουσιώδες όμως του γεγονότος θα πρέπει να εκτιμάται όχι από τον ενδιαφερόμενο ασφαλιστή αλλά με βάση τις αντιδράσεις του συνετού ασφαλιστή, αλλιώς ο επηρεαζόμενος ασφαλιστής θα μπορούσε μετά την έλευση του κινδύνου, να πείσει τον εαυτό του και φυσικά το Δικαστήριο, ότι θα απέρριπτε τη σύμβαση ή θα αύξανε το ασφάλιστρο, αν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων είχε πλήρη αποκάλυψη του γεγονότος. Θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση μη αποκάλυψης, ο συνετός ασφαλιστής θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει τον κίνδυνο με το ασφάλιστρο των διαπραγματεύσεων. Το ερώτημα τότε θα είναι κατά πόσο η πλήρης αποκάλυψη θα έκανε το συνετό ασφαλιστή να αρνηθεί τη σύναψη της σύμβασης ή να αυξήσει το ασφάλιστρο. Η απόφαση στην Pan Atlantic Insurance καταλήγει ότι για να δικαιούται ασφαλιστής να αρνηθεί να καταβάλει την αποζημίωση λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος, δεν θα πρέπει μόνο η μη αποκάλυψη να είναι ουσιώδης, αλλά επιπρόσθετα να ώθησε στη σύναψη της σύμβασης με τους συγκεκριμένους όρους................» Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι το κατά πόσο ένα γεγονός θεωρείται ουσιώδες από το συνετό ασφαλιστή εξετάζεται και αποφασίζεται από το ίδιο το Δικαστήριο. Παρόλο που σε μερικές περιπτώσεις είναι λογικό ή επιθυμητό να προσκομίζεται μαρτυρία εμπειρογνώμονα, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο δεν χρειάζεται τη βοήθεια τέτοιας μαρτυρίας. Αυτό γιατί τέτοιες περιπτώσεις είναι πασιφανείς και ξεκάθαρες.[18] Το γεγονός ότι ένας συγκεκριμένος ασφαλιστής θεωρεί ένα γεγονός ουσιώδες δεν το καθιστά ουσιώδες αλλά η υποκειμενική του γνώμη είναι σχετική ως μαρτυρία για το ότι δεν θα είχε συμβληθεί αν το γεγονός αυτό είχε αποκαλυφθεί από τον ασφαλιζόμενο και ότι, επομένως, η μη αποκάλυψη φάνηκε να έχει οδηγήσει στη σύναψη της συμφωνίας.[19] AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ Σε σχέση με το ΠΡΩΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ σχετική είναι η μαρτυρία, από πλευράς ενάγουσας, του Μ.Ε.1 και, από πλευράς Υπεράσπισης, του Μ.Υ.5 και Μ.Υ.
  2. Θα προχωρήσω να την αξιολογήσω. Ο Μ.Ε.1 προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να δώσει την εντύπωση ότι ο Μ.Υ.5 από την αρχή, όταν συμπληρώθηκε η πρόταση ασφάλισης, τον διαβεβαίωσε ότι θα ήταν ασφαλισμένος και ότι, μάλιστα, όταν συνέβη το περιστατικό με την πυρκαγιά στις 25.3.03, ο Μ.Υ.5 τον καθησύχασε ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα εφόσον μάλιστα θα έστελλε η εταιρεία εκτιμητή για τις ζημιές. Η μαρτυρία του γι΄ αυτό το ζήτημα δεν ήταν, κατά την άποψη μου, ειλικρινής. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να σημειώσω ότι οι πιο πάνω σημαντικές για την υπόθεση αναφορές που ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι έγιναν από τον Μ.Υ.5 ουδέποτε τέθηκαν στον Μ.Υ.5, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του, για να δοθεί η ευκαιρία στον Μ.Υ.5 να προβάλει τη δική του θέση και τη δική του εκδοχή. Ούτε του υπεβλήθη του Μ.Υ.5 από το συνήγορο της ενάγουσας, όταν τον αντεξέταζε, ότι στην πραγματικότητα είχε διαβεβαιώσει από την αρχή τον Μ.Ε.1 ότι θα ήταν ασφαλισμένος και ότι, επίσης, στο κατοπινό στάδιο, που έλαβε χώρα το συμβάν, τον είχε καθησυχάσει λέγοντας του ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου Έφεση αρ. 94, ημερ. 21.5.99: ".. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διετυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου". Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v. Acnac In, Π.Ε.8266/10.10.02: "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα". Στην πιο πάνω υπόθεση η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθοριστική και σήμαινε το τέλος του ζητήματος. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.5 λέω από την αρχή ότι ήταν σαφής και θετική. Χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία αλλά, αντίθετα, με άνεση και φυσικότητα, αφηγήθηκε τα σχετικά γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συμπλήρωσε το έντυπο της Πρότασης Ασφάλισης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) αφού προηγήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία του Μ.Ε.1 προς τον ίδιο. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο περιεχόμενο της πρότασης ασφάλισης και στον τρόπο που αυτό καταρτίσθηκε δίδοντας κάθε διευκρίνιση και κάθε επεξήγηση που του εζητείτο. Ήταν κατηγορηματικός ότι στα καθήκοντα και τη δική του αρμοδιότητα εμπίπτει η ανεύρεση πελατών και η συμπλήρωση προτάσεων ασφάλισης τις οποίες, στη συνέχεια, αποστέλλει στην ασφαλιστική εταιρεία αλλά, σε καμιά περίπτωση, δεν έχει εξουσιοδότηση να εκδίδει συμβόλαια ή cover notes. Ήταν, επίσης, σαφής ότι, μετά το συμβάν που έλαβε χώρα στις 25.3.03 με την πυρκαγιά, ο Μ.Ε.1 τον είχε ρωτήσει αν υπήρχε ασφάλιση και ο Μ.Υ.5 του ανέφερε ότι εκείνο που ο ίδιος έπρεπε να κάνει το έκανε και ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ποια θα ήταν η θέση της ασφαλιστικής εταιρείας. Ήταν ξεκάθαρος ότι σ΄ εκείνο το στάδιο το τι είχε αναφέρει στο Μ.Ε.1 είναι τη σχετική διαδικασία που ακολουθείται όταν κάποιος επιθυμεί να υποβάλει απαίτηση και ότι μια τέτοια απαίτηση εξετάζεται από την ασφαλιστική εταιρεία. Ήταν κατηγορηματικός ότι δεν ανέφερε στο Μ.Ε.1 ότι θα υπήρχε κάλυψη στην προκειμένη περίπτωση ακριβώς εφόσον ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και επειδή ουδένα ρόλο έχει στις απαιτήσεις. Σαφής και θετικός ήταν και στην περιγραφή της σχετικής διαδικασίας που ακολουθείται μετά την αποστολή στην εταιρεία των προτάσεων τονίζοντας ότι εναπόκειται στην ασφαλιστική εταιρεία, είτε να τις εγκρίνει και να ετοιμάσει σχετικά συμβόλαια, είτε να τις απορρίψει, είτε να ζητήσει επιπρόσθετες πληροφορίες, είτε να διαφοροποιήσει το ποσοστό για το ασφάλιστρο (rate). Η εξέταση δε των προτάσεων από την εταιρεία γίνεται σε τέτοιο χρόνο ανάλογα με τον όγκο δουλειάς. Στην αντεξέταση ο Μ.Υ.5 παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του χωρίς να τη διαφοροποιεί σε οποιοδήποτε σημείο. Έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις σ΄ όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν. Ήταν κατηγορηματικός ότι μόνο όταν εγκριθεί η πρόταση και εκδοθεί συμβόλαιο αρχίζει η ισχύς της ασφάλισης από την ημέρα της πρότασης. Το ίδιο κατηγορηματικός ήταν και σε σχέση με το ότι το θέμα του χρόνου που παίρνει για να εξετασθεί μια πρόταση εξαρτάται από το Τμήμα Αποδοχής Κινδύνων (underwriting) και τον όγκο δουλειάς που αυτό το Τμήμα έχει. Αξίζει να επισημανθεί εδώ ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Μ.Υ.5 ουδέποτε του τέθηκε ότι είχε εξουσιοδότηση να αποδέχεται προτάσεις, ούτε ότι έδωσε ποτέ τέτοια εντύπωση με την όλη του συμπεριφορά προς τον Μ.Ε.1 ότι είχε τέτοια αρμοδιότητα ή εξουσιοδότηση. Περαιτέρω, τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.5 σε σχέση με το ρόλο του και το πλαίσιο των καθηκόντων του ή της αρμοδιότητας του δεν έχουν, σε κανένα στάδιο, αμφισβητηθεί με αποτέλεσμα η μαρτυρία αυτή να παραμείνει αναντίλεκτη. Ο Μ.Υ.5 απάντησε όλες τις υποβολές και εισηγήσεις της πλευράς της Ενάγουσας απαντώντας με τον ίδιο σαφή και θετικό τρόπο όπως και κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης του και στην, ουσία, επαναλαμβάνοντας, με κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις που του ζητήθηκαν, την εκδοχή που ξεκάθαρα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία του Μ.Υ.5 γίνεται αποδεκτή. Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της Μ.Υ.6 επισημαίνω ότι και αυτή χαρακτηρίζετο από θετικότητα και σαφήνεια. Η μάρτυρας αυτή εξήγησε, με άνεση, τη διαδικασία που ακολουθείται για έκδοση ασφαλιστικών συμβολαίων από την ημέρα που υποβάλλεται μία πρόταση και ξεκαθάρισε ότι οι προτάσεις αυτές μπορεί να έλθουν στην εταιρεία είτε μέσω των συνεργατών παραγωγών τους, είτε κατευθείαν με την εταιρεία και, στη συνέχεια, ότι είναι η ίδια που τις εξετάζει προσωπικά αν θα γίνει αποδεκτός ο κίνδυνος ή όχι. Ήταν κατηγορηματική ότι η επίδικη πρόταση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) δεν έτυχε εξέτασης από την ίδια γιατί δεν πρόλαβε να το κάνει, όπως διαπίστωσε όταν ο προϊστάμενος της την είχε ερωτήσει αν είχε μία πρόταση στο όνομα Σωτηρίου, οπότε η ίδια, αφού έψαξε, την εντόπισε στο «tray» της ως μία από τις προτάσεις που δεν είχαν εξετασθεί. Ήταν ξεκάθαρη ότι, απ΄ εκείνο το στάδιο που της ζητήθηκε η εν λόγω πρόταση, η πρόταση πήγε στο Τμήμα Απαιτήσεων και δεν επεστράφη στο δικό της Τμήμα και, έτσι, δεν την είδε ξανά. Ξεκαθάρισε δε ότι από τη στιγμή που η πρόταση έφυγε από το γραφείο της δεν είχε η ίδια οποιοδήποτε χειρισμό. Το ίδιο κατηγορηματική και σαφέστατη ήταν και σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι, αν εκδίδετο ασφαλιστικό συμβόλαιο στην προκειμένη περίπτωση, θα ήταν η ίδια η οποία θα υπέγραφε το συμβόλαιο και ότι δεν γνωρίζει αν κάτι τέτοιο έκανε ο Προϊστάμενος της κ. Μιχαηλίδης, εξηγώντας, ταυτόχρονα, σε ποιες περιπτώσεις μια πρόταση τυγχάνει χειρισμού από τον Προϊστάμενο της. Να προσθέσω εδώ ότι, απ΄ όσα η μάρτυρας κατέθεσε, προέκυψε ξεκάθαρα ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν ήταν μια από τις πιο πάνω περιπτώσεις για να μην τύχουν χειρισμού από την ίδια. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία της Μ.Υ.6 γίνεται αποδεκτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου:
  3. Στις 11.3.03 ο Μ.Ε.1 κατόπιν συνεννόησης και/ή οδηγιών της ενάγουσας επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Μ.Υ.5 για να υποβάλει εκ μέρους της ενάγουσας πρόταση ασφάλισης του επίδικου ακινήτου.
  4. Η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και είναι διαχειρίστρια των τριών ανηλίκων παιδιών της στα οποία ανήκουν κατά 1/3 μερίδιο έκαστο τα ακόλουθα υποστατικά που ευρίσκονται στην οδό Αγίου Ιλαρίωνος 32 και Πομπηίας 53, Καϊκακλί, Λευκωσία, ήτοι (α) ενός περιπτέρου (3 καταστήματα), (β) ενός κουρείου (1 κατάστημα), (γ) μιας οικίας δύο υπνοδωματίων στο ισόγειο και (δ) μιας οικίας τριών υπνοδωματίων στον πρώτο όροφο αντίστοιχα του ίδιου υποστατικού.
  5. Πράγματι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Μ.Ε.1 με το Μ.Υ.5 με βάση αυτά που τον ρώτησε ο Μ.Υ.5 και τις ερωτήσεις που υπήρχαν στο έντυπο Πρότασης Ασφάλισης, ο Μ.Υ.5 συμπλήρωσε το έντυπο αυτό και το υπέγραψε εκ μέρους του. Στην πρόταση αυτή ο Μ.Υ.5 τοποθέτησε δύο ενδεικτικούς αριθμούς οι οποίοι αποτελούσαν αριθμούς συμβολαίων τα οποία ανήκαν στο Μ.Ε.1 (530028259 και 540006910). Οι αριθμοί αυτοί τοποθετήθηκαν από το Μ.Υ.5, ο μεν πρώτος ως ένδειξη για τη διάρκεια του προτεινόμενου συμβολαίου, ο δε δεύτερος για εύκολη αναφορά της εναγομένης εταιρείας και του ιδίου.
  6. Ο ρόλος και η αρμοδιότητα του Μ.Υ.5 ήταν η ανεύρεση πελατών και η συμπλήρωση προτάσεων ασφάλισης τις οποίες, στη συνέχεια, απέστελλε στην ασφαλιστική εταιρεία αλλά, σε καμιά περίπτωση, είχε εξουσιοδότηση να εκδίδει συμβόλαια ή cover notes ή να αποδέχεται ο ίδιος προτάσεις. Ούτε ο Μ.Υ.5 έδωσε στο Μ.Ε.1 τέτοια εντύπωση με την όλη του συμπεριφορά και στάση ότι είχε τέτοια αρμοδιότητα ή εξουσιοδότηση. Ακόμη ο Μ.Υ.5 κανένα ρόλο ή ανάμιξη είχε στις απαιτήσεις που υποβάλλονταν στην εναγόμενη εταιρεία. Η αξιολόγηση μιας πρότασης ασφάλισης γινόταν από την εναγομένη εταιρεία και ήταν απόφαση της εναγόμενης εταιρείας είτε η έγκριση μιας πρότασης και έκδοση σχετικού συμβολαίου, είτε η απόρριψη μιας πρότασης, είτε η ζήτηση επιπρόσθετων πληροφοριών ή η διαφοροποίηση του ποσοστού για το ασφάλιστρο.
  7. Ο Μ.Υ.5 απέστειλε την πρόταση αυτή στην εναγόμενη εταιρεία.
  8. Η πρόταση ασφάλισης υπόκειτο σε εξέταση από το Τμήμα Αποδοχής Κινδύνων (Underwriting) της εναγομένης εταιρείας και μια τέτοια εξέταση γινόταν σε τέτοιο χρόνο ανάλογα με τον όγκο δουλειάς που υπήρχε στη δεδομένη στιγμή.
  9. Η πρόταση αυτή ουδέποτε εξετάσθηκε από την εναγόμενη εταιρεία πριν από την επέλευση του συμβάντος της πυρκαγιάς που προκάλεσε στις 25.3.03 τη ζημιά στο επίδικο ακίνητο.
  10. Στις 14.5.03 η ενάγουσα υπέβαλε έντυπο απαίτησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3).
  11. Στις 6.5.03 η εναγόμενη απέρριψε την πρόταση της ενάγουσας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4).
  12. Ακολούθησε αλληλογραφία των δικηγόρων των δύο πλευρών (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 5, 6 και 7). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΘΕΜΑ Σχετική με το ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ είναι η μαρτυρία, από πλευράς ενάγουσας, του Μ.Ε.1 και της ενάγουσας (Μ.Ε.2) και, από πλευράς Υπεράσπισης, των Μ.Υ.1, Μ.Υ.2, Μ.Υ.4, Μ.Υ.5 και Μ.Υ.
  13. Θα προχωρήσω να αξιολογήσω πρώτα τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  14. Ήταν, πιστεύω, φανερή η προσπάθεια του να παρουσιάσει ότι καμιά πληροφόρηση είχε σε σχέση με διενέργεια κακόβουλης πράξης που έλαβε χώρα στις 11.3.03 στο περίπτερο που βρίσκεται στο ισόγειο του ακινήτου της ενάγουσας. Επέμενε σε όλες τις σχετικές ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν, κυρίως στην αντεξέταση, ότι δεν γνώριζε τίποτε για την απόπειρα εμπρησμού που έγινε στο εν λόγω περίπτερο στις 11.3.03 και ότι, το μόνο που είχε μάθει, ήταν τη μέρα της πυρκαγιάς, στις 25.3.03, ότι είχε γίνει ληστεία του περιπτέρου, πληροφορία που έλαβε, όπως ανέφερε, από τον κόσμο που μαζεύτηκε έξω από το ακίνητο εκείνη την ημέρα. Προσπάθησε να παρουσιάσει, χωρίς, ωστόσο, να είναι πειστικός και θετικός, ότι πριν το περιστατικό της πυρκαγιάς δεν είχε αναφερθεί οτιδήποτε από τον κόσμο σε σχέση με απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο αλλά ότι μόνο μετά το συμβάν στις 25.3.03 ο κόσμος «μιλούσε διάφορα πράγματα». Ενώ δε από τη μια ισχυρίστηκε ότι αν συνέβαινε κάτι το σημαντικό με το ακίνητο θα το μάθαινε, από την άλλη ισχυρίστηκε ότι δεν τον ενδιέφερε τι είχε γίνει στο περίπτερο γιατί είναι ενοικιασμένο. Πρόσεξα δε ότι στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης σε σχέση με αυτό το θέμα, δηλαδή αν γνώριζε ή όχι για το ότι είχε γίνει ληστεία και απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο την ημέρα που υπέβαλε την πρόταση ασφάλισης εκ μέρους της αδελφής του, δεν απαντούσε ευθέως και με αμεσότητα και προσπαθούσε να πάρει το θέμα αλλού. Για παράδειγμα, όταν του υπεβλήθη ότι στις 11.3.03 γνώριζε πολύ καλά ότι την ίδια μέρα το περίπτερο είχε γίνει στόχος εμπρησμού και γι΄ αυτό κάλεσε τον Μ.Υ.5 για να κάνει ασφάλεια του ακινήτου, απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι που έπρεπε να αναφέρει στην ασφάλεια και ότι ο ενοικιαστής ενοικιάζει ένα χώρο και δεν ενημερώνει τον ίδιο για το τι συμβαίνει στη δουλειά του. Σε ερώτηση αν την μέρα που κάλεσε τον Μ.Υ.5 του είχε πει ότι είχε γίνει κλοπή στο περίπτερο αλλά δεν του είπε για την απόπειρα εμπρησμού, έδωσε την απάντηση ότι δεν θυμόταν έτσι πράγμα, για να προσθέσει στη συνέχεια ότι ούτε γνώριζε να του πει. Σ΄ άλλη ερώτηση είπε ότι εκείνο που γνώριζε για το περίπτερο ήταν ότι έγινε ληστεία και μόνο και ότι αυτό το είχε μάθει από τις κουβέντες του κόσμου. Ερωτηθείς δε αν η αδελφή του γνώριζε για το πρώτο περιστατικό που είχε συμβεί στο περίπτερο απάντησε ότι μπορεί το θέμα να συζητήθηκε περιστασιακά χωρίς, ωστόσο, να δίδει σαφείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες για το τι ακριβώς είχε λεχθεί και τι ακριβώς είχε περιέλθει στη γνώση τους μέχρι την ημέρα υποβολής της πρότασης ασφάλισης. Ήταν εμφανής, κατά την κρίση μου, η προσπάθεια του Μ.Ε.1 να αποφύγει να δώσει σαφείς και κατατοπιστικές επί του θέματος αυτού απαντήσεις λέγοντας διάφορα γενικά και αόριστα πράγματα με πρόθεση να αποδείξει πλήρη άγνοια κατά το στάδιο της υποβολής της πρότασης ασφάλισης, τόσο εκ μέρους του, όσο και εκ μέρους της αδελφής του, για την πληροφόρηση που είχαν για απόπειρα εμπρησμού που έλαβε χώρα στο περίπτερο στις 11.3.
  15. Η πιο πάνω, όμως, εκδοχή του Μ.Ε.1 σε σχέση με την κατάσταση σκέψης (state of mind) του ιδίου και της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο - δηλαδή στις 11.3.03 - και εν πάση περιπτώσει πριν ο ίδιος επικοινωνήσει με το Μ.Υ.5, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 25.3.03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11) και συγκεκριμένα στο Μ.Υ.1 στα πλαίσια διερεύνησης του περιστατικού που έλαβε χώρα στις 25.3.03 όπου ο Μ.Ε.1 είχε δηλώσει ότι τον είχε πληροφορήσει η αδελφή του ότι ξημερώματα στις 11.3.03 είχαν διαρρήξει το περίπτερο και είχαν βάλει βενζίνη να το κάψουν. [20] Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11, το οποίο παρουσιάζεται ως πρωτότυπη μαρτυρία, δηλαδή για το λόγο ότι λήφθηκε από την Αστυνομία και ο Μ.Ε.1 κατάθεσε αυτά που περιέχονται σ΄ αυτή και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου της, μας οδηγεί στη διαπίστωση των σκέψεων και της κατάστασης σκέψης του Μ.Ε.1 τον ουσιώδη χρόνο. Με άλλα λόγια συνιστά περιστατική μαρτυρία της κατάστασης σκέψης του Μ.Ε.1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Παραθέτω πιο κάτω την ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα A Practical Approach to EVIDENCE, Peter Murphy, 2η έκδοση, σελ. 168, παρ. 6.7.3: «6.7.3 Statement as circumstantial evidence of state of mind A statement may be non-hearsay, circumstantial evidence of the state of mind of the maker or the recipient of the statement. Since a person´s state of mind cannot be proved by direct evidence, it is always a proper subject of circumstantial evidence. The state of mind is affected by statements received, and reflected by statements made, and both may be relevant where the state of mind of a person is in issue. The circumstances in which state of mind is relevant are many and varied. Intent, whether guilty or innocent, knowledge or belief and motive may all be proved by circumstantial evidence of statements made or received by the subject, and for this purpose, such statements are non-hearsay.» Επίσης στο Σύγγραμμα THE MODERN LAW OF EVIDENCE,
(1987)Andrian Keane, σελ. 190, διαβάζουμε τα ακόλουθα σχετικά: «(ii) The Statement as a Fact Relevant to a Fact in issue A statement may be admissible as a fact relevant to a fact in issue in the proceedings notwithstanding that is inadmissible as evidence of the truth of its contents. Examples that may be given are many and various. In some cases the statement is admitted as evidence of the state of mind of its maker.....» Oλοκληρώνοντας την αναφορά μου σε αυθεντίες επί του υπό εξέταση ζητήματος παραπέμπω τέλος και στη σελ.ίδα 229 του ιδίου Συγγράμματος (THE MODERN LAW OF EVIDENCE, Andrian Keane): «
  1. Statements concerning the Maker´s State of Mind or Emotion Statements made by a person concerning his contemporaneous state of mind or emotion are admissible as evidence of the existence of his state of mind or emotion at that time, if it is in issue or relevant to an issue, but not as evidence of any other fact or matter stated....» Συνεπώς, επειδή στην προκειμένη περίπτωση η ύπαρξη ή μη γνώσης εκ πλευράς του Μ.Ε.1 και της ενάγουσας για το γεγονός της απόπειρας εμπρησμού στο περίπτερο που βρίσκεται στο ισόγειο του ακινήτου της ενάγουσας, στο στάδιο της υποβολής της πρότασης ασφάλισης, αποτελεί επίδικο ζήτημα η πιο πάνω αναφορά του Μ.Ε.1 στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11) είναι απόλυτα σχετική με το τι γνώριζε τον ουσιώδη χρόνο. Παρουσιάζεται δε, επαναλαμβάνω, ως πρωτότυπη μαρτυρία χωρίς να εγείρεται θέμα εξ ακοής μαρτυρίας λόγω, ακριβώς, του σκοπού που προσφέρεται. Προχωρώντας στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία της ενάγουσας, διαπίστωσα ότι κινείτο ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος όπως η μαρτυρία του αδελφού της σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσο είχε ή όχι γνώση του γεγονότος της απόπειρας εμπρησμού στο περίπτερο πριν ή κατά το στάδιο υποβολής της πρότασης ασφάλισης. Προσπάθησε και αυτή να παρουσιάσει ότι ο χρόνος που υπεβλήθη η πρόταση ήταν εντελώς συμπτωματικός και ότι δεν γνώριζε ότι στις 11.3.03 είχε γίνει κλοπή και απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο. Και αυτή, εναρμονίζοντας, όπως προέκυψε, τη μαρτυρία της με εκείνη του αδελφού της, ισχυρίστηκε ότι την επόμενη της πυρκαγιάς, δηλαδή στις 25.3.03, είχε μάθει ότι στο περίπτερο είχε γίνει ληστεία προηγουμένως και ότι, μάλιστα, αυτό το πληροφορήθηκε από τον κόσμο που μαζεύτηκε όταν έγινε το συμβάν της πυρκαγιάς. Η πιο πάνω εκδοχή της Μ.Ε.2 σε σχέση με τι γνώση είχε στον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή στις 11.3.03, και εν πάση περιπτώσει πριν την υποβολή της πρότασης ασφάλισης καταρρίπτεται, όπως και εκείνη του αδελφού της, από το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία στις 25.3.03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10) και συγκεκριμένα στο Μ.Υ.1 στα πλαίσια διερεύνησης του περιστατικού που έλαβε χώρα στις 25.3.03 όπου η ενάγουσα είχε δηλώσει ότι στις 11.3.03 τα ξημερώματα που κατέβηκε κάτω βρήκε τον Κώστα, τον ενοικιαστή του περιπτέρου, και της ανέφερε ότι του είχαν διαρρήξει το περίπτερο και έβαλαν βενζίνη να του το κάψουν και ότι, μετά από αυτή την πληροφόρηση που έλαβε, φοβήθηκε και πληροφόρησε τον αδελφό της σχετικά.[21] Όπως και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 έτσι και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 συνιστά περιστατική μαρτυρία της κατάστασης σκέψης της ενάγουσας στον ουσιώδη χρόνο. Εφόσον δε η ύπαρξη από μέρους της ή όχι γνώσης για το γεγονός της απόπειρας εμπρησμού στο περίπτερο του κτιρίου της αποτελεί επίδικο θέμα, η σχετική αναφορά στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία είναι απόλυτα σχετική με το τι η ίδια γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο και προσφέρεται η μαρτυρία αυτή, όπως εξηγήσαμε ανωτέρω, ως πρωτότυπη μαρτυρία (original evidence). Όπως έχει νομολογηθεί επειδή το στοιχείο της γνώσης, συνήθως, ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός ατόμου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, δηλαδή με περιστατική μαρτυρία. Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 διαπίστωσα ότι ήταν σαφής και θετική. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε με άνεση και φυσικότητα στις ενέργειες του ως εξεταστή της υπόθεσης σε σχέση με την πυρκαγιά που έλαβε χώρα στις 25.3.03 στο περίπτερο που βρίσκεται στο ισόγειο του επίδικου κτιρίου, ως, επίσης, και στις διαπιστώσεις και ευρήματα του. Είναι αυτός που έλαβε κατάθεση από το Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 τις οποίες και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Απλώς στη διάρκεια της αντεξέτασης ζητήθηκαν από το μάρτυρα κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες επί των όσων είχε καταθέσει. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Υ.1 γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή ως αξιόπιστη. Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 λέω από την αρχή ότι χαρακτηρίζετο από σαφήνεια και θετικότητα. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τις ενέργειες του σε σχέση με την πυρκαγιά που διερεύνησε στο περίπτερο του ισογείου του επίδικου ακινήτου. Προέβη σε αναλυτική αναφορά των ευρημάτων και διαπιστώσεων του και έδωσε τα συμπεράσματα του τα οποία και αιτιολόγησε πλήρως. Ήταν η γνώμη του ότι η μονόφυλλη θύρα εισόδου από αλουμίνιο μεταξύ του χώρου της επέκτασης και του περιπτέρου, η οποία ήταν κλειδωμένη και βρέθηκε ανοικτή, έφερε σημεία παραβίασης τα οποία καθόρισε και ότι η θύρα ήταν παραβιασμένη στην ανοικτή θέση πριν την έναρξη της πυρκαγιάς. Κατέληξε δε ότι, πιθανώς, η πυρκαγιά να τέθηκε κακόβουλα από άγνωστα πρόσωπα, συμπέρασμα που στηρίχθηκε στο ότι μια θύρα/ρολό (shutter) της επέκτασης βρέθηκε ανασηκωμένη και ότι η μονόφυλλη θύρα εισόδου από αλουμίνιο μεταξύ του χώρου της επέκτασης και του περιπτέρου βρέθηκε παραβιασμένη. Πρέπει εδώ να επισημάνω ότι η γνώμη του ως προς τα αίτια της πυρκαγιάς κρίνεται ως γνώμη ειδικού / εμπειρογνώμονα με βάση τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας,[22] και αφού, προηγουμένως, εξέτασα τα προσόντα, γνώσεις, εκπαίδευση, πείρα και επάγγελμα του μάρτυρα αυτού. Έχω, συνεπώς, προσεγγίσει τη μαρτυρία του με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα.[23] Στην αντεξέταση του παρέμεινε συνεπής και σταθερός στην εκδοχή του. Δεν έχει, ωστόσο, αμφισβητηθεί η μαρτυρία του από την άλλη πλευρά, απλώς επεδιώχθη η παροχή κάποιων περαιτέρω διευκρινίσεων επί των ευρημάτων και συμπερασμάτων του. Σε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν έδωσε σαφείς και άμεσες απαντήσεις. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία του γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Ας σημειωθεί εδώ ότι για το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 25.3.03 έγινε παραδεκτό γεγονός μέρος Αστυνομικής Έκθεσης ημερ. 10.11.03, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) το οποίο παραπέμπει στα ευρήματα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας συμφώνως των οποίων της πυρκαγιάς προηγήθηκε παραβίαση ενός ρολού (shutter) της προέκτασης καθώς και μιας μονόφυλλης αλουμινένιας θύρας εισόδου του κυρίως περιπτέρου η οποία ήταν κλειδωμένη και βρέθηκε ανοικτή και έφερε σημεία παραβίασης. Τα ίδια σχόλια και επισημάνσεις έχω να κάνω και σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  2. Και αυτός κατέθεσε ό,τι γνώριζε σε σχέση με το περιστατικό της πυρκαγιάς στις 25.3.03 και αναφορικά με τις δικές του ενέργειες ως και διαπιστώσεις. Η μαρτυρία του ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά. Την αποδέχομαι ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Επαναλαμβάνω τα ίδια σχόλια και παρατηρήσεις και σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Υ.4 η οποία διερεύνησε καταγγελία του ιδιοκτήτη του επίδικου περίπτερου για διάρρηξη του περιπτέρου του στις 11.3.03 και η οποία διαπίστωσε διάρρηξη, μέσω παραβίασης με αιχμηρό όργανο της πλαϊνής πόρτας, αφού πρώτα έσπασαν το εξωτερικό ρολό ασφάλειας (shutter) και κλοπή διαφόρων ειδών. Ανέφερε, ακόμη, ότι από τις επιτόπιες εξετάσεις εντόπισε ένα πλαστικό παγουράκι και δύο μισοκαμένα φιαλίδια «ZIPO» εκτός του περιπτέρου τα οποία μύριζαν έντονα πετρελαιοειδή, γεγονός που υποδηλούσε την απόπειρα εμπρησμού. Τα όσα η Μ.Υ.4 ανέφερε δεν έτυχαν αμφισβήτησης μέσω αντεξέτασης και, συνεπώς, παρέμειναν αναντίλεκτα. Περάν τούτου η Μ.Υ.4 έδωσε έντονα την εικόνα μιας ειλικρινούς και αντικειμενικής εξεταστού ποινικής υπόθεσης και, επομένως, η μαρτυρία της γίνει αποδεκτή στο σύνολο της. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.5 σε σχέση με το δεύτερο επίδικο θέμα θα επαναλάβω και υιοθετήσω όσα είχα αναφέρει πιο πάνω όταν την αξιολογούσα σε σχέση με το πρώτο επίδικο θέμα. Για το θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ ο Μ.Υ.5 ήταν κατηγορηματικός ότι ενώ είχε υποβάλει στο Μ.Ε.1 την ερώτηση 18 της Πρότασης, ο Μ.Ε.1 του ανέφερε ότι έγινε απόπειρα κλοπής στο περίπτερο, κάτι, ωστόσο, που δεν αναφέρθηκε στην Πρόταση γιατί δεν είχε σχέση, όπως ο Μ.Υ.5 εξήγησε, με κλοπή. Ήταν σαφής ότι, αν γνώριζε ότι είχε γίνει απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο, θα το κατέγραφε στην Πρόταση και, συγκεκριμένα, στο ερώτημα
  3. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης θεωρώ τη μαρτυρία του Μ.Υ.5 αξιόπιστη και ειλικρινή και σε σχέση με το πιο πάνω θέμα και, επομένως, την αποδέχομαι. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ να διατυπώσω κάποια περαιτέρω ευρήματα: - Στις 11.3.03 διαπράχθηκε στο περίπτερο που βρίσκεται στο ισόγειο του επίδικου κτιρίου διάρρηξη, κλοπή και απόπειρα εμπρησμού. - Στις 11.3.03 τόσο η ενάγουσα όσο και ο Μ.Ε.1 έμαθαν για το περιστατικό που συνέβη νωρίτερα στο περίπτερο και ο Μ.Ε.1 την ίδια μέρα, κατόπιν συνεννόησης με την ενάγουσα και ενεργώντας κατ΄ εντολή και εξουσιοδότηση της, ήλθε σε τηλεφωνική επαφή με τον ασφαλιστή Μ.Υ.5 για να υποβάλει, εκ μέρους της ενάγουσας, πρόταση ασφάλισης του επίδικου ακινήτου. - Κατά την τηλεφωνική επαφή του Μ.Ε.1 με τον Μ.Υ.5 ο Μ.Υ.5 συμπλήρωσε έντυπο πρότασης ασφάλισης με βάση αυτά που του απαντούσε ο Μ.Ε.1 στις ερωτήσεις που υπήρχαν στο εν λόγω έντυπο. Όταν στον Μ.Ε.1 υπεβλήθη, μεταξύ άλλων, η ερώτηση 18 αυτός αναφέρθηκε μόνο στο γεγονός της κλοπής στο περίπτερο αποκρύβοντας και/ή μη αποκαλύπτοντας το γεγονός της απόπειρας εμπρησμού του περιπτέρου που έλαβε χώρα εκείνη την ημέρα κατά τις πρωινές ώρες και για το οποίο γεγονός είχε γνώση. - Ο Μ.Υ.5 έστειλε την πρόταση στην εναγόμενη εταιρεία την οποία ο ίδιος συμπλήρωσε με βάση τα όσα του είχε αναφέρει ο Μ.Ε.
  4. - Στις 25.3.03 εξερράγη πυρκαγιά στο περίπτερο η οποία επεκτάθηκε στο επίδικο ακίνητο. Από τις έρευνες που έγιναν τόσο από την Αστυνομία όσο και από την Πυροσβεστική φαίνεται ότι το περιστατικό αυτό οφείλετο σε κακόβουλη ενέργεια αγνώστων ατόμων. Συγκεκριμένα της πυρκαγιάς προηγήθηκε παραβίαση ενός ρολού (shutter) της προέκτασης του περιπτέρου καθώς και μιας μονόφυλλης αλουμινένιας θύρας εισόδου του κυρίως περιπτέρου η οποία ήταν κλειδωμένη και βρέθηκε ανοικτή και έφερε σημεία παραβίασης (Δέστε, μεταξύ άλλων, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). - Η εναγόμενη εταιρεία απέρριψε την πρόταση ασφάλισης της ενάγουσας στις 6.5.03 επικαλούμενη την εκ μέρους της ενάγουσας απόκρυψη και/ή παρασιώπηση του περιστατικού που έλαβε χώρα στις 11.3.
  5. - Η εναγόμενη εταιρεία ενώ θα αποδεχόταν την πρόταση ασφάλισης, στην περίπτωση που αυτή εξεταζόταν πριν από την επέλευση του γεγονότος της πυρκαγιάς στις 25.3.03, στη βάση των απαντήσεων που δόθηκαν, θα την απέρριπτε, χωρίς συζήτηση, αν ετίθετο υπόψη της ότι στις 11.3.03, στο επίδικο ακίνητο, είχε διαπραχθεί απόπειρα εμπρησμού. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η υπεράσπιση της μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος που έχει προβληθεί από την εναγόμενη εταιρεία ευσταθεί και κατά πόσο δικαιολογημένα η εναγόμενη απέρριψε την απαίτηση της ενάγουσας και ή θεώρησε ότι είχε δικαίωμα να ακυρώσει τη σύμβαση ασφάλισης, σε περίπτωση, βεβαίως, που θεωρηθεί ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφάλισης. Διαζευκτικά, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, δικαιολογημένα η εναγόμενη απέρριψε την πρόταση ασφάλισης. Θα πρέπει εν πρώτοις να επισημανθεί ότι στο έντυπο της πρότασης ασφάλισης παρατίθενται αριθμός ερωτήσεων τις οποίες ο προτεινόμενος ασφαλιζόμενος υποχρεούται να απαντήσει με ειλικρίνεια. Στα πλαίσια των ερωτήσεων αυτών συμπεριλαμβάνεται και το ερώτημα 18 το οποίο αναφέρει κατά πόσο ο ασφαλιζόμενος υπέστη οιανδήποτε ζημία από πυρκαγιά στο παρελθόν. Πρέπει στο σημείο εδώ να υπενθυμίσουμε ότι η υποχρέωση του ασφαλιζόμενου να αποκαλύψει κάθε ουσιαστικό προς τον κίνδυνο γεγονός δεν εξαντλείται με την συμπλήρωση ενός τέτοιου εντύπου και την παροχή απαντήσεων στα συγκεκριμένα ερωτήματα που η πρόταση περιλαμβάνει. Έπειτα το ερώτημα με αρ. 18 στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 πιστεύω ότι υπενθυμίζει στον ασφαλιζόμενο το γενικότερο καθήκον αποκάλυψης που έχει και, ειδικότερα, το κατά πόσο το ακίνητο ήταν, με βάση τα όσα η ενάγουσα και ο Μ.Ε.1 είχαν υπόψη τους, εκτεθειμένο σε άμεσο ή ουσιαστικό κίνδυνο. Όπως προέκυψε από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Μ.Ε.1, στα πλαίσια που απαντούσε το ερώτημα 18 της Πρότασης περιορίστηκε στο να αναφερθεί μόνο στο γεγονός της κλοπής που είχε πληροφορηθεί ότι έγινε στο περίπτερο, παραλείποντας, ωστόσο, να αναφερθεί και στην απόπειρα εμπρησμού που, όπως ήταν πάλι εύρημα του Δικαστηρίου, ήταν εν γνώση του. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ένα τέτοιο γεγονός, το οποίο δεν απεκαλύφθη από το Μ.Ε.1, δηλαδή ότι λίγες μέρες πριν τη συμπλήρωση της πρότασης ασφάλισης είχε ο μάρτυρας αυτός πληροφόρηση για απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο που βρίσκεται στο ισόγειο του επίδικου ακινήτου, αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Όπως ήδη αναφέραμε πιο πάνω, το θέμα του κατά πόσο ένα γεγονός είναι ουσιαστικό ή όχι συνιστά πραγματικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Υπάρχουν δε περιπτώσεις όπου το ζήτημα είναι τόσο ξεκάθαρο που δεν χρειάζεται, ούτε είναι απαραίτητο να προσκομιστεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί επί ενός τέτοιου ζητήματος. Είναι η άποψη μου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι τέτοια και το γεγονός ότι ο ασφαλιζόμενος γνώριζε περί απόπειρας εμπρησμού στο περίπτερο, έδειχνε ότι το ακίνητο που προτείνετο για ασφάλιση ήταν εκτεθειμένο σε ασυνήθιστο κίνδυνο που όφειλε ο ασφαλιζόμενος να αποκαλύψει στον ασφαλιστή. Σε σχέση με αυτό το θέμα πολύ διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα MacGILLIVRAY ON INSURANCE LAW, 9th edn., Sweet & Maxwell, σελ.407, παραγρ. 17-44: «If the assured knows facts which indicate that the subject-matter of the insurance is exposed to abnormal physical danger from perils insured against, he should disclose them to the insurer. Any fact suggesting that the life assured will be shorter than expected by the insurer on a reading of the proposal form ought to be disclosed, quite apart from the specific questions put in the proposal form. Thus, notwithstanding that all the questions put to an applicant for life assurance have been answered correctly it has been held to be a question of fact whether the following additional matters were material to be disclosed,.» Σε σχετικά πρόσφατη αγγλική υπόθεση[24] αποφασίστηκε ότι δεν ήταν αναγκαίο για τον ασφαλιστή να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει το ουσιώδες του γεγονότος ότι πριν την ασφάλιση υπήρχε περιορισμένης έκτασης πυρκαγιά για την οποία η Πυροσβεστική υποψιαζόταν ότι αποτελούσε απόπειρα εμπρησμού. Πρέπει να διευκρινίσουμε εδώ ότι δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ως πραγματικό γεγονός ότι στις 11.3.03 υπήρχε απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο αλλά κατά πόσο ο ίδιος ο ασφαλιζόμενος είχε πληροφορίες ή ακόμα διαδόσεις ή φήμες ή γνώμες για ένα τέτοιο γεγονός οι οποίες περιήλθαν στη γνώση του. Αυτό που υποχρεούται ο ασφαλιζόμενος να πράξει μέσα στα πλαίσια του καθήκοντος αποκάλυψης είναι να αποκαλύψει μια τέτοια πληροφορία για ότι αυτή αξίζει και εναπόκειται στον ασφαλιστή να κρίνει ο ίδιος τη σημασία της πληροφορίας. Για το ζήτημα των διαδόσεων ή φημών παραθέτω πιο κάτω σχετική περικοπή από το πιο πάνω Σύγγραμμα στη σελ. 407, παραγρ. 17-42, την οποία θεωρώ πλήρως διαφωτιστική: «An applicant for insurance is required to disclose not only those facts of which he has actual knowledge himself, but also any rumours, opinions, or information as to facts which are themselves material which he may have heard. This principle was established in a line of old cases on marine insurance which show that, even if the applicant may himself regard the rumour as false or the opinion as ill-founded, it is nonetheless his duty to disclose it, for what it is worth, so that the insurers may exercise their own judgment on it. If the rumour subsequently turns out to be false, or the opinion to be wrong, the insurance may still be voided for non-disclosure.» Aπό τα ευρήματα προέκυψε, ακόμη, ότι η εναγόμενη εταιρεία ενώ θα αποδεχόταν την πρόταση ασφάλισης, στην περίπτωση που αυτή εξεταζόταν πριν από την επέλευση του γεγονότος της πυρκαγιάς στις 25.3.03, στη βάση των απαντήσεων που δόθηκαν, θα την απέρριπτε, χωρίς συζήτηση, αν ετίθετο υπόψη της ότι στις 11.3.03, στο επίδικο ακίνητο, είχε διαπραχθεί απόπειρα εμπρησμού. Έτσι, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη που κριθεί ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστική σύμβαση, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη δεν θα προέβαινε στη σύναψη τέτοιας σύμβασης, αν η ενάγουσα απεκάλυπτε το εν λόγω ουσιώδες γεγονός. Έτσι, στην παρούσα υπόθεση, και επαναλαμβάνω, στην περίπτωση όπου ήθελε βρεθεί ότι υπάρχει σύμβαση, όχι μόνο εγείρεται τεκμήριο ότι υπήρχε ώθηση (inducement) αλλά υπάρχει και μαρτυρία της Μ.Υ.6 ότι ουδέποτε θα γινόταν αποδεκτή τέτοια πρόταση αν υπήρχε αποκάλυψη του πιο πάνω γεγονότος. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στην κατάληξη ότι, στην περίπτωση που αποδεικνύετο η ύπαρξη σύμβασης, η εναγόμενη εταιρεία είχε το δικαίωμα να την ακυρώσει επί τη βάση της μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα του κ. Παπαντωνίου ότι προβάλλονται στην παρούσα υπόθεση διαζευκτικές υπερασπίσεις θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Αβρααμίδη ότι οι δύο θέσεις που προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση δεν προϋποθέτουν αντιφατικό πραγματικό υπόβαθρο ή γεγονότα που δεν συμβαδίζουν. Εκείνο που η εναγόμενη εισηγήθηκε ήταν, εν πρώτοις, ότι ουδέποτε υπήρξε αποδοχή της πρότασης και, συνεπώς, ότι ουδέποτε συνήφθηκε ασφαλιστική σύμβαση και, διαζευκτικά, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα αποδεχόταν αυτή τη νομική θέση, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, δικαιούτο η εναγόμενη να προβάλει τη μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος ως λόγο για ακύρωση της συμφωνίας. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο με βάση τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, είναι της άποψης ότι, πριν την επέλευση του γεγονότος της πυρκαγιάς στις 25.3.03, δεν είχε γίνει αποδεκτή από την εναγόμενη εταιρεία η πρόταση ασφάλισης της ενάγουσας και, επομένως, ουδέποτε υπήρξε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφάλισης. Διαζευκτικά, σε περίπτωση που κατ΄ έφεση κριθεί ότι υπήρξε στην πραγματικότητα κατάρτιση σύμβασης ασφάλισης, θεωρώ ότι, πάλι, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, η παράλειψη της ενάγουσας, στο στάδιο υποβολής της πρότασης ασφάλισης, να αποκαλύψει την πληροφόρηση που είχε σε σχέση με απόπειρα εμπρησμού στο περίπτερο του επίδικου ακινήτου, κάτι το οποίο συνιστούσε ουσιώδες γεγονός, δικαιολογούσε πλήρως την ακύρωση της σύμβασης από την ασφαλιστική εταιρεία, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να μην έχει οποιαδήποτε υποχρέωση κάλυψης της ενάγουσας για τη ζημιά που υπέστη το ακίνητο της ένεκα του συμβάντος που έγινε στις 25.3.
  6. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της και, επομένως, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της, και υπέρ της εναγόμενης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:\Program Files\NCDTREE\My Documents\LENA\apofasis\1541-04.doc ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αγ. Αρ. 1541/04 ΜΕΤΑΞΥ:- ΣΥΛΒΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ως διαχειρίστρια της περιουσίας των ανηλίκων Σταυρούλας Ιακώβου Σωτηρίου, Ελένης-Ελίτα Ιακώβου Σωτηρίου και Δημήτρη Ιακώβου από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ Σημειώστε παρακαλώ ότι στην πιο πάνω αγωγή/αίτηση:
  7. Δόθηκε τελική απόφαση την 7.8.
  8. Να διαγραφεί από τον κατάλογο των επιφυλαχθεισών αποφάσεων
  9. Να κυκλοφορήσει η πιο πάνω απόφαση
  10. Να περαστεί η υπόθεση για σκοπούς στατιστικών
  11. Έχει διευθετηθεί μετά από μερική ακρόαση. (Υπ) Λ. Δημητριάδου Α.Ε.Δ [1] Δέστε, μεταξύ άλλων, Παπακόκκινου κ.α. ν. Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd n. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [2] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [3] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW, 9th edn, Sweet & Maxwell, σελ. 89, παραγρ.2-1 "Ιn order that a binding contract of insurance shall be concluded, there must be an offer put forward by one party to the contract and an acceptance of it by the other. An offer is usually made by the proposer who completes a proposal form and sends it to the insurers for their consideration". [4] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.89, παραγρ. 2-2 "The material terms of a contact of insurance are: the definition of the risk to be covered, the duration of the insurance cover, the amount and mode of payment of the premium and the amount of the insurance payable in the event of a loss". [5] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.90, παραγρ. 2-3 "There is no rule of insurance law that there can be no binding contract of insurance until the premium has been actually paid or the policy has been issued. Once the terms of the insurance have been agreed upon by the parties, there is prima facie a binding contract of insurance, and the assured is obliged to pay a premium as agreed, while the insurers for their part must deliver a policy containing the agreed terms. If, therefore, insurers wish to guard against the eventuality of becoming bound to insure before they have secured payment of the premium, they must make it clear at the outset that there shall be no legally binding contract until some particular condition, such as payment of premium or issue of a policy, has been performed." [6] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.95, παραγρ. 2-15 "Τhe general rule is that a contract of insurance will be concluded only when the party to whom an offer has been made accepts it unconditionally and communicates his acceptance to the person making the offer. [7] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.95, παραγρ. 2-15 " In many cases, both offer and acceptance are made and given respectively through the parties authorized agents. It is particularly important that the person accepting for the insurers should be someone empowered to make contracts on their behalf. .........A purposed acceptance by someone without actual or ostensible authority to give it does not bind the insurers". [8] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.95, παραγρ. 2-16 "Silence does not denote consent and therefore no binding contract arises until the person to whom an offer is made says or does something to signify his acceptance of it. Mere delay in giving an answer cannot be construed as an acceptance, as, prima facie, acceptance must be communicated to the offeror" [9] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.97, παραγρ. 2-21 "The mere communication of an acceptance will not conclude a contract of insurance unless it corresponds with an offer to which it relates." [10]Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.106-107, παραγρ. 2-44 "Delivery of policy a condition precedent. A proposal may be made and accepted on the terms that no contract shall be deemed to have been made unless and until the policy is delivered to the proposer. It is a not uncommon condition of a proposal for life insurance, and, if the proposal is accepted, the condition may be repeated in the policy. Although there is a proposal and an acceptance and the parties are ad idem on the terms of the insurance, the effect of the condition is in fact to render the acceptance of no legal significance, because until the policy is delivered, there is no liability on either side and the position is an if no binding contract existed. .........The effect of the condition, thus, is to make clear that it was not the intention of the parties to make a binding contract of insurance when the insurers approved the proposal terms." [11] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.992, παραγρ. 36-56 "An agent whose primary function is to introuduce new business, and forward proposals to the directors for approval, does not without more possess implied or ostensible authority to contract on behalf of the company, presumably because it is not within the usual responsibility of such agents to decide upon the acceptability of risks presented for approval. Neither does such an agent have power to bind the insurers to the type of policy which is to be issued". [12] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.992, παραγρ. 36-56 "Τhe insurers may, however, clothe their agent with a greater ostensible authority through their own conduct. If he is in possession of interim cover notes ready for issue by him, he has ostensible authority to grant temporary insurances. If, moreover, the insurers know that the agent is making contracts on their behalf, and acquiesce in this practice, they will be estopped from denying his apparent authority to do this later." [13]Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.391-392, παραγρ. 17-5 «Subject to certain qualifications considered below, the assured must disclose to the insurer all facts material to an insurer´s appraisal of the risk which are known or deemed to be known by the assured but neither known nor deemed to be known by the insurer. Breach of this duty by the assured entitles the insurer to avoid the contract of insurance so long as he can show that the non- disclosure induced the making of the contract on the relevant terms." [14]Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.395, παραγρ. 17-14, 17-15 "The questions put by insurers in their proposal forms may either enlarge or limit the applicant´s duty of disclosure. As a general rule the fact that particular questions relating to the risk are put to the proposer does not per se relieve him of his independent obligation to disclose all material facts. ...................................... It is possible that the form of the questions asked may make the applicant´s duty more strict. The applicant may well be reminded by a particular question that the general duty of disclosure enjoins him to state material facts in his possession relating to the subject-matter of the question but outside its ambit". [15] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.400, παραγρ. 17-26 Ιnducement. «To succeed in a defence of non-disclosure the insurer must prove not only that the assured failed to disclose a material fact but also that the non-disclosure induced him to make the contract of insurance in the sense that he would not have made the same contract if full disclosure had been made. In the absence of evidence from the underwriter concerned the very nature of the undisclosed fact may create a factual presumption in favour of finding inducement. The assured may then rebut the presumption by adducing evidence to show that in practice the underwriter attached little or no importance to the kind of fact which was not disclosed to him. This question has to be determined by reference to the actual risk underwritten." [16] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ. 400, παραγρ. 17-27 The effect of non-disclosure. If the assured has failed in his duty of making full disclosure, the insurer may, on discovering the full facts, elect to avoid the contract of insurance, and he may do so either before or after a loss has occurred. The contract cannot therefore be said to be automatically avoided by non-disclosure; it remains in force until avoided by the insurer..» [17] Δέστε Bates v. Hewitt
(1867)L.R. 2 Q.B. 595, Girdlestone v. North British
(1870)L.R. 11 Eq 177 και Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Eretria Leisure Cruises Ltd
(1998)1(B) A.A.Δ. 1072 και Παύλου ν. Χαραλαμπίδη ως εκκαθαριστή της ΑΙΓΙΣ ΛΤΔ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1006, 1012. [18] Δέστε το Σύγγραμμα Μodern Law of Insurance, John Birds, Sweet & Maxwell
(1982)σελ.91: «Evidence of materiality Because the test of materiality depends on the opinion of a reasonable insurer the courts have long been prepared to accept as evidence of whether or not particular facts are material the opinion of other insurers. In some cases, such opinion appear to have been accepted very readily, but some of the modern decisions emphasize that they are in no way binding on the court which must decide the issue as a question of fact...» Δέστε επίσης MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW, ανωτέρω, σελ.405, παράγρ. 17-38 "Thus the materiality of an uncommunicated fact may be so obvious that it is unnecessary to call any expert evidence to establish this point". [19] Δέστε MACGILLIVRAY ON INSURANCE LAW (ανωτέρω), σελ.404, παράγρ. 17-36: «Α fact does not become material merely because the particular insurer personally regards it as such, but his subjective opinion is relevant as evidence that he would not have contracted, either on the same terms or at all, if the fact had been disclosed by the assured, so that the non-disclosure can be shown to have induced the conclusion of the contract.» [20] Δέστε από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 τα εξής: «.....Συγκεκριμένα επειδή τα ξημερώματα της 11.3.03 όπως με πληροφόρησε η Σύλβια είχαν διαρρήξει το περίπτερο «ΤΟ ΚΑΪΜΑΚΛΙ» και έβαλαν βενζίνη να το κάψουν αποφάσισα και έκαμα ασφάλεια ολόκληρου του κτιρίου....» [21] Δέστε από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 τα εξής: «........Το κτίριο δεν είχε ασφάλεια έναντι πυρκαγιάς μέχρι πριν δεκαπέντε μέρες αλλά στις 11.3.03 τα ξημερώματα που κατέβηκα κάτω βρήκα τον Κώστα τον ενοικιαστή του περιπτέρου και μου ανέφερε ότι του είχαν διαρρήξει το περίπτερο και έβαλαν βενζίνη να του το κάψουν. Φοβήθηκα και πληροφόρησα τον αδελφό μου τον Άλκη ο οποίος ανέλαβε να κάμει ασφάλεια ολόκληρου του κτιρίου για κάλυψη σε περίπτωση πυρκαγιάς ............» [22] Δέστε Evangelou and another v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57 [23] Δέστε Vassiliko Cement Works v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Constantinides (Ακίνητα) Λτδ ν. Μavrogenis
(1983)1 C.L.R. 663, Nικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinbourgh Magistrates
(1953)S.C. 34, Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1. [24] Βλέπε Mitchell v. Scottish Eagle Ins. Co. Ltd 1997 S.L.T. 793 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.