← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κυριάκου Μιχαήλ Καψού, Αγ. Αρ. 3354/03, 9 Αυγούστου 2006

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κυριάκου Μιχαήλ Καψού, Αγ. Αρ. 3354/03, 9 Αυγούστου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αγ. Αρ. 3354/03 ΜΕΤΑΞΥ:- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ - και - Κυριάκου Μιχαήλ Καψού ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ---------------------------- Ημερομηνία: 9 Αυγούστου 2006 Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Χριστοδούλου Για τον Εναγόμενο: κ. Μ. Ιακώβου ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ - ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Η παρούσα αγωγή αφορά απαίτηση των εναγόντων για οφειλόμενο υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού το οποίο προέκυψε ως αποτέλεσμα παροχής στον εναγόμενο από τους ενάγοντες πιστωτικών διευκολύνσεων για σκοπούς επενδύσεων σε αξίες με βάση επενδυτικό σχέδιο στο οποίο συμμετείχε κατόπιν αίτησης του προς τους ενάγοντες. Στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παραβίασαν ρητές και/ή εξυπακουόμενες υποχρεώσεις που ανέλαβαν έναντι του και διαβεβαιώσεις όσον αφορά τη λειτουργία και επιτυχία του συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου με αποτέλεσμα η επένδυση του να αποτύχει και να υποστεί ζημιές. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν εξασφάλισαν για τη λειτουργία του επενδυτικού του σχεδίου την χρησιμοποίηση εξειδικευμένων και ικανών χρηματιστηριακών συμβούλων, παραβίασαν κατ' επανάληψη οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας απευθυνόμενες προς αυτούς όσον αφορά τους επερχόμενους κινδύνους και τα μέτρα που όφειλαν να λάβουν για προστασία των επενδυτών τους και επέτρεψαν την ανεξέλεγκτη συνέχιση των συναλλαγών με αποκλειστική πρόθεση να συνεχίσουν να επωφελούνται οικονομικά ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων που θα δημιουργούντο σε βάρος του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα, παρέλειψαν δε να λάβουν εκείνα τα μέτρα που θα διασφάλιζαν τουλάχιστον το όριο της πίστωσης κατά το χρόνο που η αξία των μετοχών του εναγομένου ευρισκόταν σε ψηλά επίπεδα και κάλυπτε κατά το τριπλάσιο το όριο του πιστωτικού του ορίου συνεχίζοντας τις συναλλαγές με τις υπολειπόμενες αξίες. Είναι ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγοντες αποδεχόμενοι τη συμμετοχή του εναγομένου στο επενδυτικό σχέδιο ανέλαβαν έναντι του τη ρητή και/ή εξυπακουόμενη ευθύνη και υποχρέωση να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του στα πλαίσια της κειμένης νομοθεσίας και να λαμβάνουν κάθε μέτρο ευλόγως αναγκαίο για να διασφαλίζουν συναλλαγές υπό τους καλύτερους όρους. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, διενεργούσαν χρεώσεις στο λογαριασμό του που δεν είχαν συμφωνηθεί όπως προμήθειες, έξοδα, δικαιώματα κ.λ.π και ότι οι γενόμενες χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό του εγίνοντο σε λανθασμένες ημερομηνίες με τρόπο και με πρόθεση να διογκώσουν το λογαριασμό του. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ένεκα των παραβάσεων των εναγόντων υπέστη ζημιές ανερχόμενες στο ποσό των Λ.Κ. 50.000 που αντιπροσωπεύει την αξία των μετοχών που παραχώρησε στους ενάγοντες για διαχείριση το οποίο ποσό αξιώνει ανταπαιτητικώς. Με την Ανταπαίτηση του αξιοί Δήλωση ότι οι ενάγοντες παρέβησαν τις υποχρεώσεις και ευθύνες που ανέλαβαν έναντι του όσον αφορά την ύπαρξη και λειτουργία του συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου γεγονός που οδήγησε σε καταστροφικά για την επένδυση του αποτελέσματα και Δήλωση ότι οι ενάγοντες, συνεπεία τέτοιων παραβάσεων τους, δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού από τον εναγόμενο. Κατόπιν έγκρισης αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγόμενου έχει συμπεριληφθεί ο ισχυρισμός ότι οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας που καθορίζονται αποτελούν έκφραση δημόσιας πολιτικής την οποία οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να ακολουθήσουν και να εφαρμόσουν και ότι, με την παράλειψη τους να το πράξουν, ενήργησαν αντίθετα με την εκφρασθείσα δημόσια πολιτική με αποτέλεσμα οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες, οι οποίες αποτελούν τη βάση της αγωγής, να θεωρούνται παράνομες και, συνεπώς, άκυρες. Περαιτέρω, συμπεριλήφθηκε στην Ανταπαίτηση Δήλωση με την οποία οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες να κηρύσσονται άκυρες. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προτού αναφερθώ εν συνόψει στην προσαχθείσα μαρτυρία παραθέτω πιο κάτω τα γεγονότα που αποτέλεσαν κοινό έδαφος. Αυτά έχουν ως εξής:-

  1. Η ενάγουσα είναι ΕΠΕ η οποία έχει άδεια να ασκεί νόμιμα τραπεζικές εργασίες.
  2. Στις 15.1.99 ο εναγόμενος υπέβαλε προς την ενάγουσα αίτηση για να συμμετάσχει στο Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1).
  3. Με επιστολή της ημερ. 20.1.99 η ενάγουσα πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι ενέκρινε την παραχώρηση σε αυτόν πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους Λ.Κ.20.000 και ο εναγόμενος υπέγραψε αποδοχή του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2).
  4. Με επιστολή της ημερ. 8.2.99 η ενάγουσα γνωστοποίησε στον εναγόμενο ότι, ύστερα από σχετική αίτηση του και εξασκώντας το δικαίωμα που της παρείχε ο όρος 2 των όρων χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων για σκοπούς επένδυσης σε αξίες με βάση το σχέδιο επενδύσεων, ενέκρινε την αύξηση του ορίου των πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα από Λ.Κ.20.000 σε Λ.Κ.35.000 υπό τους όρους του εγγράφου αυτού και των υπολοίπων σχετικών εγγράφων και ο εναγόμενος συμφώνησε και αποδέχθηκε την εν λόγω επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3).
  5. Με άλλη επιστολή της η ενάγουσα ημερ. 9.7.99 γνωστοποίησε στον εναγόμενο ότι, ύστερα από σχετική αίτηση του και εξασκώντας το δικαίωμα που της παρείχε ο όρος 2 του πιο πάνω αναφερόμενου εγγράφου, ενέκρινε την αύξηση του ορίου των πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα από Λ.Κ.35.000 σε Λ.Κ.50.000 υπό τους όρους του εγγράφου και των λοιπών σχετικών εγγράφων την οποία ο εναγόμενος απεδέχθη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4).
  6. Η ενάγουσα άνοιξε στο όνομα του εναγόμενου τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 529/339885-9 και παρείχε στον εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις σε σχέση με συναλλαγές του σε αξίες σύμφωνα με το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ.
  7. Η μεταξύ των μερών συμφωνία τροποποιήθηκε στις 19.1.99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) και στις 26.7.99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10).
  8. Ο εναγόμενος στις 19.1.99 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς την Εθνική Χρηματιστηριακή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5).
  9. Με επιστολή του ημερ. 23.8.2001 ο εναγόμενος ακύρωσε το πληρεξούσιο έγγραφο του με την Εθνική Χρηματιστηριακή και ζήτησε να ετοιμαστεί καινούργιο πληρεξούσιο με την εταιρεία Express Stock Ltd. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6).
  10. Ο εναγόμενος στις 25.10.01 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς την Expresstock Securities Ltd (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7).
  11. Στις 19.1.99 ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών προς όφελος της ενάγουσας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8).
  12. Η ενάγουσα απέστειλε σειρά επιστολών τις οποίες ο εναγόμενος έλαβε (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11(α) - 11(κ)).
  13. Στις 9.10.02 η ενάγουσα κάλεσε τον εναγόμενο να προβεί σε διευθέτηση του ποσού της απαίτησης και τον προειδοποίησε ότι, αν δεν συμμορφωνόταν, θα προέβαινε στη λήψη δικαστικών μέτρων προς διασφάλιση των συμφερόντων της (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20), αλλά ο εναγόμενος με επιστολή του, την οποία απέστειλε μέσω των δικηγόρων του, απάντησε αρνούμενος το περιεχόμενο της επιστολής των εναγόντων. Εν συνεχεία οι δικηγόροι των εναγόντων έστειλαν επιστολή ημερ. 10.12.02 προ τους δικηγόρους του εναγομένου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19).
  14. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου εξέδωσε τις εγκυκλίους οι οποίες κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(α) - (ζ). Όσον αφορά τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, από πλευράς ενάγουσας, κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ως ακολούθως:- - Λίζα Παντελίδου (Μ.Ε.1) - Έφη Σαββίδου (Μ.Ε.2) Από πλευράς Υπεράσπισης, κατέθεσε ο εναγόμενος και ακόμη τρεις μάρτυρες ως εξής:- - Κυριάκος Καψός (Μ.Υ.1) - Κωνσταντίνος Τρικούππης (Μ.Υ.2) - Δανιήλ Χ"Ττοφή (Μ.Υ.3) - Ευθύμιος Ευθυμίου (Μ.Υ.4) Μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας: Η Μ.Ε.1 είναι προϊστάμενη στην Υπηρεσία ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ. Η υπηρεσία αυτή παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις με μορφή ειδικού τρεχουμένου λογαριασμού που παρακολουθείται και ελέγχεται σύμφωνα με τη διαδικασία τήρησης του εν λόγω σχεδίου για αγορά αξιών στο ΧΑΚ. Ο πελάτης υπέγραφε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο προς χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο ο ίδιος διάλεγε συμφώνως των γραφείων που η ενάγουσα συνεργαζόταν, και διεκπεραίωνε τις εντολές μαζί τους τις οποίες το χρηματιστηριακό γραφείο, με βάση το πληρεξούσιο που είχε, απέστελλε στην τράπεζα τις συναλλαγές που είχε κάμει ο πελάτης. Το χρηματιστηριακό γραφείο ήταν υπεύθυνο σε συνεργασία με τον πελάτη να εκτελούνται οι οδηγίες του για αγοραπωλησία αξιών και ενημέρωνε την τράπεζα με σχετική εξουσιοδότηση για να προβεί η τράπεζα είτε σε χρέωση, είτε σε πίστωση του λογαριασμού, αναλόγως της περίπτωσης. Η ενάγουσα είχε καθαρά τραπεζικό ρόλο και δεν είχε τη δικαιοδοσία να προβεί στην εκτέλεση εντολών προς το ΧΑΚ. Δεν υπήρχε κανένας έλεγχος από την τράπεζα σε ό,τι αφορά τη διενέργεια συναλλαγών μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου. Ήταν θέμα του πελάτη τι μετοχές θα αγόραζε ή θα πωλούσε σε μια δεδομένη στιγμή. Ο πελάτης έδινε εντολές στο χρηματιστηριακό γραφείο και μετά την εκτέλεση των εντολών το χρηματιστηριακό γραφείο, με σχετική εξουσιοδότηση προς την ενάγουσα, έδινε εντολή για να προβεί η τράπεζα σε χρέωση ή πίστωση ανάλογα με τις συναλλαγές που γίνονταν. Οι συναλλαγές καταχωρούνταν στο λογαριασμό του πελάτη την τρίτη εργάσιμη μέρα συμφώνως των κανονισμών εκκαθάρισης («clearing») του ΧΑΚ. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 δέσμη που περιείχε καταχωρήσεις που έγιναν στο λογαριασμό του εναγόμενου. Ο εναγόμενος τον ουσιώδη χρόνο ήταν Διευθυντής Πίστεως της τράπεζας και είχε την κατ' αρχή επίβλεψη του Σχεδίου ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ. Ο εναγόμενος γνώριζε απόλυτα τον τρόπο λειτουργίας και διεκπεραίωσης του συγκεκριμένου σχεδίου αφού με τη δική του βοήθεια συνετάχθεισαν, σε συνεργασία με τους νομικούς συμβούλους της τράπεζας, τα έγγραφα λειτουργίας του σχεδίου και, επίσης, μεταγενέστερα παρακολουθούσε την όλη εξέλιξη και λειτουργία του σχεδίου σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του. Για τις χρηματοδοτήσεις του σχεδίου, αρμόδια διεύθυνση ήταν η Διεύθυνση Πίστης της οποίας προϊστατο ο εναγόμενος. Ο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ τέθηκε κάτω από την επίβλεψη αυτής της Διεύθυνσης εφόσον ήταν μια μορφή παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Μ.Ε.1 είχε άμεση και συνεχή συνεργασία με τον εναγόμενο και, πριν ο τελευταίος αποχωρήσει από την τράπεζα, έπαιρνε οδηγίες από αυτόν. Το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ χρέωνε 1% δικαίωμα διαχείρισης επί των αγορών που έκαμνε ο πελάτης με μίνιμουμ 2% το χρόνο πάνω στο όριο που του είχε παραχωρηθεί το οποίο με το τέλος του 2000 καταργήθηκε λόγω φιλελευθεροποίησης των επιτοκίων. Το 1% επιβάλλετο μόνο πάνω στις αγορές και όχι στις πωλήσεις που έκαμνε ο πελάτης. Αυτό περιλαμβανόταν σε έγγραφο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18) το οποίο είχε δοθεί στον εναγόμενο κατά την υπογραφή των σχετικών εγγράφων και γνώριζε ότι τα έξοδα του ήταν Λ.Κ.30.- δικαίωμα αίτησης, το ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης που αναφέρθηκε πιο πάνω και τα τέλη χαρτοσήμανσης. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 ήταν μέρος του Σχεδίου ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ και δινόταν σε οποιοδήποτε πελάτη υπέγραφε τα έγγραφα για άνοιγμα λογαριασμού. Πριν το άνοιγμα λογαριασμού, γινόταν επεξήγηση για τους όρους λειτουργίας, παρόλον που ήταν καταγραμμένοι και των εξόδων που θα χρεωνόταν ο λογαριασμός εφόσον άνοιγε και λειτουργούσε σύμφωνα με τους όρους. Η τράπεζα σε τακτά χρονικά διαστήματα απέστελλε επιστολές προς πελάτες κοινοποιώντας ότι το ύψος εξασφάλισης είχε μειωθεί σε τέτοιο σημείο που θα έπρεπε να προσκομίσουν νέες εξασφαλίσεις ώστε να διατηρούνται τα ποσοστά που αναφέρονται στη σύμβαση. Όσον αφορά την υπέρβαση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό με επιστολές ζητούσε από τον πελάτη να επαναφέρει το υπόλοιπο του στα εγκεκριμένα όρια. Ο τόκος ήταν σύμφωνα με το τι αποφάσιζε η τράπεζα για το εν λόγω σχέδιο σε ποσοστό χρέωσης σε συνάρτηση με τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου ένεκα των φιλελευθεροποιήσεων του επιτοκίου στο τραπεζικό σύστημα. Ο τόκος κοινοποιείτο στον πελάτη κατά την υπογραφή του συμβολαίου και μετέπειτα με δημοσίευση στον τύπο για αλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί όσον αφορά το επιτόκιο. Οι χρεώσεις που υπήρξαν ήταν αυτές που αναφέρθηκαν πιο πάνω και ο εναγόμενος ενημερώνετο. Στην κατάσταση λογαριασμού που παραλάμβανε στο τέλος κάθε έκαστου μήνα φαίνονταν οι χρεώσεις. Ο εναγόμενος απεχώρησε από την τράπεζα στις 15.10.
  15. Ήταν ενήμερος των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής Πίστης και αυτές πήγαιναν κοντά του για περαιτέρω χειρισμό. Η πρώτη εγκύκλιος είναι ημερ. 12.7.99 και η τελευταία 28.7.
  16. Η Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των εγκυκλίων ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(α) - 12(ζ). Αναφερόμενη στη εγκύκλιο ημερ. 12.7.99 επεσήμανε ότι συστήνονται κίνδυνοι από αλόγιστες επενδύσεις και επισημαίνεται η σημαντική αύξηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Η ενάγουσα ενέκρινε τις πιστωτικές διευκολύνσεις με βάση τα συνήθη κριτήρια, όπως και κάθε άλλη πιστωτική διευκόλυνση, και δεν προχωρούσε σε αλόγιστη παραχώρηση τέτοιων. Η εγκύκλιος ημερ. 12.10.99 είναι συνέχεια της προηγούμενης και αναφέρεται σε άλλο είδος λογαριασμού το «trading account» το οποίο δεν μας αφορά και αναμένει από τις τράπεζες να μην προσφέρουν νέους λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων και όπως λάβουν όλα τα μέτρα για σταδιακή μείωση των λογαριασμών αυτών. Η εγκύκλιος ημερ. 24.11.99 ζητά από τις τράπεζες να μην προβαίνουν σε πιστωτικές διευκολύνσεις όταν γνωρίζουν ή υποψιάζονται ότι θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών. Η ενάγουσα ανταποκρίθηκε πλήρως στις παραινέσεις αυτές. Η εγκύκλιος ημερ. 29.11.99 αναφέρεται στις προηγούμενες και, επίσης, ζητά από τις τράπεζες να αυξήσουν το ποσοστό εξασφάλισης που ζητούν για τη λειτουργία των επενδυτικών λογαριασμών. Η ενάγουσα ανταποκρίθηκε πλήρως. Ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο όπου το ποσοστό ασφαλείας του λογαριασμού αυξήθηκε από 30 σε 40 και αντίστοιχα. Όσον αφορά την αύξηση του ποσοστού ασφαλείας, η τράπεζα ανταποκρίθηκε πλήρως αλλάζοντας εξ ολοκλήρου την αίτηση πιστωτικών διευκολύνσεων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) όπου αναφέρεται ότι το ποσοστό εξασφάλισης ανέρχεται στο 100% σύμφωνα με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Η εγκύκλιος ημερ. 15.3.00 γίνεται αναφορά ότι τέτοιου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις μπορούν να παραχωρούνται εφόσον η τράπεζα εξασφαλίζει κατάθεση σε μετρητά ως εξασφάλιση για την παραχώρηση των διευκολύνσεων. Σε σχέση με την εγκύκλιο 28.7.00 αίρονται οι περιορισμοί για τους λογαριασμούς αυτούς. Τέλος στην εγκύκλιο ημερ. 5.1.00 δεν γίνεται ειδική αναφορά στους επενδυτικούς λογαριασμούς και τονίζεται ότι όσα ισχύουν από τις προηγούμενες εγκυκλίους, οι τράπεζες να τα εφαρμόσουν. Ο εναγόμενος λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού σε μηνιαία βάση και ανά πάσα στιγμή ένας πελάτης μπορούσε να ζητήσει ενημέρωση για τα υπόλοιπα και την αξία των εξασφαλίσεων που ήταν δεσμευμένα προς όφελος της τράπεζας. Για το σκοπό αυτό η Υπηρεσία διατηρούσε συγκεκριμένο πρόγραμμα. Ο εναγόμενος είχε πρόσβαση σε αυτό και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του δεν ήταν το πραγματικό. Το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου στις 30.11.02 ήταν Λ.Κ.67.967,
  17. Ο λογαριασμός του εναγόμενου τερματίστηκε στις 15.7.
  18. Η τράπεζα στη διάρκεια του λογαριασμού αυτού ουδέποτε έδωσε στον εναγόμενο οποιαδήποτε εγγύηση ότι δεν θα χάσει τα χρήματα του ή ότι θα τα αυξήσει. Η τράπεζα απλώς παρείχε στον εναγόμενο ένα τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίο ο ίδιος, με αποκλειστικά δική του ευθύνη, χρησιμοποιούσε για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Σε καμία περίπτωση η τράπεζα τον παρότρυνε να αγοράσει συγκεκριμένες μετοχές. Ουδέποτε η τράπεζα συμβούλευσε σε σχέση με το θέμα αυτό και ούτε είχε τη δυνατότητα να παρέχει τέτοιου είδους υπηρεσίες. Θα αναφερθώ στη συνέχεια συνοπτικά στα κύρια σημεία της μαρτυρίας της κ. Παντελίδου, όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση. Για σκοπούς καλύτερης παρουσίασης της θα τη χωρίσω σε διάφορα κεφάλαια. Εγκύκλιοι Κεντρικής Τράπεζας. Η Μ.Ε.1 πληροφορήθηκε για το θέμα των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας μετά την πλήρη ανάληψη της υπηρεσίας του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ μετά την αποχώρηση του εναγόμενου. Η εμπλοκή της στον ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ ήταν από το 1996 ως απλή υπάλληλος και, τότε, δεν είχε υπόψη της τις εγκυκλίους. Τότε ήταν υφιστάμενη του εναγόμενου. Έτσι στο ξεκίνημα ήταν αναμεμειγμένη η ίδια με προϊστάμενο τον εναγόμενο και επικεφαλής το Γενικό Διευθυντή. Οι εγκύκλιοι έφθαναν στη Διεύθυνση Πίστης όπου προϊστάμενος ήταν ο εναγόμενος. Σε δεδομένη στιγμή κλήθηκε να ετοιμάσει συγκεκριμένα έγγραφα προς εφαρμογή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Είχε ζητήσει όλες τις εγκυκλίους όταν ανέλαβε την υπηρεσία και της στάληκαν. Ερωτηθείσα αν πήρε οδηγίες να κλείσει αμέσως πιστωτικούς λογαριασμούς ή να πωλήσουν μετοχές σε χρεωστικούς λογαριασμούς απάντησε ότι υπήρχαν κάποιοι λογαριασμοί πελατών που έκλεισαν και, όσον αφορά το θέμα πώλησης μετοχών, αυτό ήταν δικαίωμα της τράπεζας. Παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης - Διαχείριση από Χρηματιστηριακά Γραφεία. Η τράπεζα δημιουργώντας το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ παρείχε απλώς χρηματική διευκόλυνση χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη. Η βασική διαχείριση και διεκπεραίωση αξιών γινόταν από τα χρηματιστηριακά γραφεία που είχαν την ευθύνη της παρακολούθησης αξιών και άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτές. Οι χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό του πελάτη γίνονταν ανάλογα με τις εντολές που ο πελάτης έδινε στο χρηματιστηριακό γραφείο. Παρέπεμψε δε στον όρο 9 του ΤΕΚΜΗΡΙΟY 1 και στον όρο
  19. Ο ρόλος της τράπεζας ήταν να παίρνει τις εξουσιοδοτήσεις από το χρηματιστηριακό γραφείο με τις οποίες τους κοινοποιούνταν οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Στη συνέχεια έλεγχαν την ορθότητα τους με βάση τα αντίγραφα των «contract notes». Τόκος - Ανατοκισμός δύο φορές το χρόνο - Άλλες χρεώσεις. Ο τόκος που επιβαλλόταν ήταν βάσει της συμφωνίας μέχρι τη φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου 1.1.01 και η κεφαλαιοποίηση τους γινόταν δύο φορές το χρόνο. Ο τόκος επιβαλλόταν σε ημερήσια βάση πάνω στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Η μέρα υπολογισμού του τόκου και η ημερομηνία που θα κεφαλαιοποιείτο ο τόκος στο υπόλοιπο του λογαριασμού περιγράφεται ως «value date» (ημερομηνία αξίας). Ο τόκος, είτε επιβαλλόταν κατά τρίμηνο, είτε κάθε μήνα στο εκάστοτε υπόλοιπο, δεν διαφοροποιούσε τον υπολογισμό του. Επανέλαβε ότι ο τόκος υπολογίζεται στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Από 1.1.2001 αυξήθηκε το επιτόκιο σε 9%. Δεν ήταν όμως σταθερό και εξαρτάτο από τη νομισματική πολιτική για τα επιτόκια και την ισχύουσα νομοθεσία. Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 δεν φαίνεται η ημερομηνία χρέωσης αλλά η ημερομηνία συναλλαγής (transaction date). Η ουσιαστική χρεοπίστωση φαίνεται στο statement του πελάτη. Όλοι στηρίζονται στην ημερομηνία συναλλαγής και όχι στην ημερομηνία καταχώρησης και υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία για την αναγνώριση των συναλλαγών. Το statement που αποστέλλετο στον πελάτη ήταν με βάση τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο λογαριασμό του. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39 διαφέρουν ως προς τον τρόπο παρουσίασης και γι' αυτό υπάρχει διαφορά στις ημερομηνίες. Η χρέωση γινόταν κοντά στην ημερομηνία της συναλλαγής λόγω καθυστερήσεων από τα χρηματιστηριακά γραφεία και, συγκεκριμένα, όταν γινόταν αγορά μετοχών η χρέωση εγίνετο μια μέρα πριν την αγορά των μετοχών (settlement date), ενώ όταν γινόταν πώληση των μετοχών η πίστωση γινόταν την επομένη της τρίτης εργάσιμης μέρας μετά τη διενέργεια των συναλλαγών (Τ+3) (settlement date). Εξήγησε ότι με βάση τους κανονισμούς του ΧΑΚ, τα χρηματιστηριακά γραφεία έπρεπε να είναι σε θέση να πληρώσουν το πρωί της τρίτης μέρας και, άρα, έπρεπε να έχουν τα χρήματα από την προηγούμενη. Το settlement date ήταν η ημερομηνία κατά την οποία τα χρηματιστηριακά γραφεία, μέλη του ΧΑΚ, ήταν υποχρεωμένα να πληρώσουν στο θεσμό της εκκαθάρισης συναλλαγών που πραγματοποιούσαν τρεις μέρες πριν για να μπορέσει να συνεχίσει το οποιοδήποτε γραφείο να πραγματοποιήσει συναλλαγές. Όταν το οποιοδήποτε γραφείο δεν ανταποκρίνετο στις χρηματικές του υποχρεώσεις δεν μπορούσε να λάβει μέρος στη διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναντήσεων οπότε η τράπεζα για όσους πελάτες είχαν συνεργασία με αντίστοιχα χρηματιστηριακά γραφεία, η πληρωμή γινόταν έγκαιρα σε αυτούς ώστε να είναι σε θέση μετά να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις του «clearing». Δηλαδή, έπρεπε να πληρωθούν στο Τ+2 για να μπορούν να παν στο Τ+3 να πληρώσουν μετά το ΧΑΚ. Όσον αφορά τις χρεώσεις του 1% και 2% που αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18, αυτό συνιστά χρέωση πάνω στις αγορές που πραγματοποιούσε ο πελάτης και όχι στις πωλήσεις. Υπέδειξε, δε, τη χρέωση αυτού του ποσοστού στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 σε κάθε σελίδα ξεχωριστά. Πρόσθεσε, ακόμη, ότι ο πελάτης χρεωνόταν με £30.- δικαίωμα αίτησης και τα τέλη χαρτοσήμανσης πέραν του 1%. Η Μ.Ε.2 εργάζεται στο Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της Ενάγουσας και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 41 μέχρι 51 δημοσιεύσεις που η Ενάγουσα Τράπεζα έκανε στον ημερήσιο τύπο, μετά τη φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων την 1.1.2001, στις οποίες φαίνονται τα επιτόκια που εκάστοτε χρεώνονταν οι σχετικοί λογαριασμοί των πελατών της Τράπεζας. Μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης: Ο Μ.Υ.1 εργαζόταν στην ενάγουσα μέχρι και τον Οκτώβριο 2000 και κατείχε τη θέση Διευθυντή Πίστης. Το τμήμα αυτό είχε αρμοδιότητα να αξιολογεί τις αιτήσεις πελατών για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Ως Διευθυντής Πίστης δεν είχε το δικαίωμα να αποφασίζει τη χορήγηση πιστώσεων χωρίς να προηγηθεί προηγούμενη αξιολόγηση της συγκεκριμένης περίπτωσης από αρμόδιους υπαλλήλους και να συνέλθει το αρμόδιο όργανο που είχε συσταθεί από τη διοίκηση το οποίο συλλογικά θα λάμβανε την απόφαση. Η τράπεζα διοικείτο από το Διευθύνοντα Σύμβουλο και δύο Γενικούς Διευθυντές που ήσαν, ουσιαστικά, τα εκτελεστικά όργανα των αποφάσεων του. Μέσα στα πλαίσια των εργασιών της ενάγουσας ήταν και το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ το οποίο ήταν ένας επενδυτικός λογαριασμός. Λειτουργούσε με εντελώς διαφορετικό τρόπο από ότι ένας τρεχούμενος λογαριασμός ή μια πιστωτική κάρτα. Η κάθε αγορά ή πώληση μετοχών συνοδευόταν με τη δέσμευση των μετοχών που αγοράστηκαν και των χρημάτων που προέκυψαν από την πώληση τους και τα οποία κατατίθοντο υποχρεωτικά στον ειδικό λογαριασμό που δημιουργείτο, τον απόλυτο έλεγχο του οποίου είχε η τράπεζα, η οποία μπορούσε οποτεδήποτε να πωλήσει τις μετοχές και να χρησιμοποιήσει το ποσό που θα προέκυπτε. Λόγω της διακύμανσης της τιμής των μετοχών στο ΧΑΚ οι εξασφαλίσεις που έχει η τράπεζα μεταβάλλονται καθημερινά. Είναι γι' αυτό το λόγο που χρειάζεται η τράπεζα καθημερινά να παρακολουθεί την αξία των εκχωρουμένων μετοχών και των υπολοίπων του κάθε λογαριασμού ούτως ώστε να διατηρείται το ελάχιστο συμφωνημένο περιθώριο ασφάλειας (margin of safety). Με βάση τη σύμβαση που υπέγραψε η τράπεζα θα έπρεπε να προχωρεί στην πώληση όλων ή μέρους των αξιών που είχε στα χέρια της όταν το περιθώριο ασφάλειας παρουσιάζετο κατώτερο του συμφωνηθέντος. Η δημιουργία του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ αποφασίστηκε από τη διοίκηση της τράπεζας ως και οι βασικές αρχές λειτουργίας του σχεδίου. Στον εναγόμενο ανακοινώθηκε η δημιουργία του και ο τρόπος λειτουργίας του. Τα υπόλοιπα πρακτικά θέματα, όπως μηχανογράφηση, τρόπο τήρησης των λογαριασμών, εκτελούνταν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της τράπεζας. Στην κα Παντελίδου, είχε ανατεθεί η ετοιμασία των διαδικασιών χορήγησης των δανείων καθώς επίσης και η σύνταξη όλων των αναγκαίων εγγράφων σε συνεννόηση με τους νομικούς συμβούλους της τράπεζας. Η κα Παντελίδου ήταν το υπεύθυνο και αρμόδιο πρόσωπο για όλα τα θέματα του σχεδίου. Για τον ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ μέχρι και τον Αύγουστο 1999 αρμοδιότητα είχε το τμήμα του εναγόμενου να αξιολογεί τις διάφορες αιτήσεις, όλες, όμως, οι αποφάσεις και χειρισμοί που προηγήθηκαν της λειτουργίας του, αλλά και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, δεν λαμβάνονταν από το τμήμα του. Η κα Παντελίδου από το 1996 είχε αποσπαστεί στο τμήμα το ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ στο οποίο αρχικά ήταν μόνη και στη συνέχεια προστέθηκαν και άλλα άτομα. Η κα Παντελίδου χειριζόταν και ενέκρινε όλες τις καθημερινές συναλλαγές, τα όσα συνέβαιναν με τα χρηματιστηριακά γραφεία. Το τμήμα του εναγόμενου μόνο τυπική συμμετοχή είχε. Το τμήμα της κ. Παντελίδου είχε την αρμοδιότητα και ευθύνη να παρακολουθεί καθημερινά την κίνηση των λογαριασμών, να ενημερώνει τους λογαριασμούς με βάση τις συναλλαγές, να χρεώνει και να πιστώνει τους λογαριασμούς των πελατών ανάλογα, να ετοιμάζει όλα τα έγγραφα, συμβάσεις, επιστολές προς τους πελάτες για τακτοποίηση τυχόν υπερβάσεων, για αύξηση των εκχωρημένων μετοχών, για άμεση προειδοποίηση των πελατών σε περίπτωση που θα περιοριζόταν το όριο ασφάλειας, καθώς και για έγκαιρη εισήγηση στη διοίκηση για τη λήψη μέτρων για ρευστοποίηση εκχωρημένων μετοχών όταν το περιθώριο ασφάλειας περιορίζετο. Η τράπεζα δεν έλαβε κανένα μέτρο για την προστασία των επενδυτών της. Όχι μόνο δε συνεμορφώθη με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ((ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) αλλά στη διάρκεια της περιόδου ισχύος αυτών προχώρησε στο άνοιγμα και νέων λογαριασμών. Οι εγκύκλιοι αυτοί δεν είχαν κοινοποιηθεί στον εναγόμενο αφού από τον Αύγουστο του 1999 το τμήμα του δεν είχε καμία ανάμειξη στον ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ. Οι υπεύθυνοι του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ δεν ενημέρωσαν τους επενδυτές για το περιεχόμενο των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Αν υλοποιούνταν αυτές οι εγκύκλιοι δεν θα υπήρχε σήμερα επενδυτής που θα όφειλε χρήματα. Λόγω της αναμενόμενης πτώσης των χρηματιστηριακών αξιών, επειδή εκείνη την εποχή οι τιμές είχαν φθάσει σε πολύ ψηλά επίπεδα, όσοι θα αγόραζαν μετοχές στη συνέχεια θα εζήμιωναν λόγω της φυσιολογικής πτώσης που θα ακολουθούσε και είναι γι' αυτό το λόγο που η Κεντρική Τράπεζα έδωσε οδηγίες να τερματιστεί η λειτουργία των πιστωτικών λογαριασμών και να ρευστοποιηθούν οι μετοχές των χρεωστικών που θα ρευστοποιούνταν σε υψηλές τιμές. Το περιεχόμενο των εγκυκλίων ο εναγόμενος το πληροφορήθηκε όταν απεχώρησε από την τράπεζα και μετά που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες. Η τράπεζα του επέτρεπε να υπερβαίνει το εγκεκριμένο όριο των Λ.Κ.50.000 κατά πολύ και αντί να προχωρήσει η τράπεζα σε ρευστοποίηση των μετοχών που υπήρχαν στα χέρια της επέτρεπε και ενεθάρρυνε την αγορά νέων μετοχών με υπερβάσεις ακόμη και στο διπλάσιο του εγκεκριμένου ορίου του κατά παράβαση των εγκυκλίων. Από τις πράξεις και παραλείψεις της τράπεζας έχει υποστεί σημαντικότατες ζημιές. Αν είχε έστω γνώση των εγκυκλίων θα φρόντιζε να ρευστοποιούσε μετοχές για να εξοφλήσει, τουλάχιστον, το λογαριασμό του. Η τράπεζα χρέωνε το λογαριασμό του με τα ποσά των αγορών και τον πίστωνε με τα ποσά των πωλήσεων. Οι εγγραφές όμως στο statement που του απέστελλε (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39) εγίνονταν κατά κανόνα σε διαφορετικές ημερομηνίες από αυτές που αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 με τις ημερομηνίες του settlement date και οι οποίες ήταν οι πραγματικές ημερομηνίες που έπρεπε να γίνονται οι εγγραφές στο λογαριασμό του. Η τήρηση του λογαριασμού του από την τράπεζα είναι παντελώς λανθασμένη. Μέχρι τη φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων (1.1.2001) χρέωναν τόκο 8.5% στο λογαριασμό για κάθε τριμηνία γεγονός που ήταν παράνομο. Οι χρεώσεις των δικαιωμάτων του 1% ή 2% ήταν παράνομες διότι δεν συμφωνήθηκαν ή ακόμα, και αν συμφωνήθηκαν, δεν μπορούσαν να επιβληθούν λόγω του ότι αποτελούν μορφή τόκου. Οι δε χρεώσεις αυτές από την ημέρα που επιβάλλονταν ετοκίζονταν με 8.5% επιτόκιο, κάθε τριμηνία εκεφαλαιοποιούνταν μαζί με τους επιβληθέντες τόκους, την επόμενη τριμηνία ανατοκίζονταν με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται δραστικά το προκύπτον υπόλοιπο. Περαιτέρω, το σχετικό έγγραφο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18) δεν το έλαβε ο εναγόμενος. Μετά τη φιλελευθεροποίηση ο τόκος παράνομα αυξήθηκε στο 9% και παράνομα κεφαλαιοποιείτο κάθε μήνα αντί δύο φορές το χρόνο. Η τράπεζα για όλες τις συναλλαγές χρέωνε τόκο μια μέρα προηγουμένως, ενώ τις πιστώσεις τις διενεργούσε μια μέρα μετά από τις ημερομηνίες των «settlement dates». Ο Μ.Υ.2 είναι Λειτουργός Α στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου. Εκ της θέσεως του έχει πρόσβαση και αρμοδιότητα σε όλα τα θέματα που έχουν σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με το ρόλο και τις αρμοδιότητες που έχει και που σχετίζονται με τον εποπτικό της ρόλο στη λειτουργία των εμπορικών τραπεζών. Με βάση το Άρθρο 38 των περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμων 1963-1999 η Κεντρική Τράπεζα έχει το δικαίωμα να επιβάλλει περιορισμούς αναφορικά με δάνεια, χορηγήσεις ή επενδύσεις των εμπορικών τραπεζών. Μεταξύ της 12.10.99 και 27.7.2000 η Κεντρική Τράπεζα απέστειλε σε όλες τις εμπορικές τράπεζες τις εγκυκλίους ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(α) - 12(ζ) που είχαν σχέση με τη χορήγηση πιστώσεων εκ μέρους των τραπεζών για αγορά μετοχών. Με βάση αυτές οι τράπεζες έπρεπε: (α) να καλέσουν τους πελάτες τους με χρεωστικούς λογαριασμούς να προχωρήσουν στην πώληση των μετοχών που διέθεταν για να καταστούν οι λογαριασμοί τους πιστωτικοί και τότε να τους τερματίσουν. Στην περίπτωση αυτή δεν θα έπρεπε να επιτρέπουν την αγορά νέων μετοχών. (β) να τερματίσουν τη λειτουργία των πιστωτικών λογαριασμών που διατηρούσαν πελάτες τους σε επενδυτικά τους σχέδια. (γ) να μην χορηγούν δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις που προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών. Η τήρηση και εφαρμογή των οδηγιών αυτών εκ μέρους των εμπορικών τραπεζών ήταν υποχρεωτική. Ο λόγος δε που απεστάλησαν ήταν συνυφασμένος απόλυτα με βάση το σκοπό και το ρόλο που διαδραματίζει. Περί τα τέλη 1999 ο χρηματιστηριακός δείκτης ευρισκόταν σε αδικαιολόγητα ψηλό σημείο και ήταν αναμενόμενο ότι θα άρχιζε η κάθοδος. Αν συνεχιζόταν η αγορά μετοχών σε αυτή την περίοδο οι επενδυτές θα υποχρεώνονταν σε ζημιές και οι εμπορικές τράπεζες θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην είσπραξη των χορηγήσεων τους με αποτέλεσμα να μην μπορούν στη συνέχεια να παρέχουν πιστώσεις για άλλες παραγωγικές δραστηριότητες, γεγονός το οποίο θα επέφερε αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομία του τόπου. Όλες σχεδόν οι εμπορικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της ενάγουσας, δεν ετήρησαν τις πιο πάνω εγκυκλίους. Ένεκα δε της παράλειψης της ενάγουσας να τις εφαρμόσει της επεβλήθη από την Κεντρική Τράπεζα πρόστιμο το οποίο και εισπράχθηκε. Ο Μ.Υ.3 κατέθεσε ότι έλαβε μέρος στο σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ της ενάγουσας και, μεταξύ άλλων, είχε τρεις λογαριασμούς («margin accounts»). Αυτούς τους λογαριασμούς τους άνοιξε πριν από τον Ιούλιο 1999 και τα περιθώρια που του παραχώρησε η Τράπεζα ανέρχονταν στις £40.000, £70.000, £20.000 για τον κάθε ένα αντίστοιχα. Στους λογαριασμούς πραγματοποιούνταν αγοραπωλησίες μετοχών από το γραφείο CLR που του υπέδειξε η Τράπεζα. Για τους τρεις λογαριασμούς είχε ενεχυριάσει μετοχές μεγάλης αξίας. Τον Ιούλιο του 2002 η ενάγουσα Τράπεζα του έκλεισε τους λογαριασμούς και βρέθηκε υπόλογος στην πληρωμή μεγάλων χρηματικών ποσών, καθώς επίσης και απώλεια της αξίας των μετοχών του. Μετά το κλείσιμο των λογαριασμών του πληροφορήθηκε ότι η Κεντρική Τράπεζα, μεταξύ της 12.10.99 και 28.7.00 είχε αποστείλει στην ενάγουσα εγκυκλίους και αναφέρθηκε στις οδηγίες που, κατά τον ίδιο, η Κεντρική Τράπεζα έδινε στην ενάγουσα. Στην περίοδο αυτή διενεργήθηκαν αγοραπωλησίες από τη CLR μετοχών πολλών εκατοντάδων χιλιάδων λιρών αλλά, δυστυχώς, ουδείς από τον ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ απαγόρευσε αυτές τις αγοραπωλησίες. Αν οι αρμόδιοι του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ εφάρμοζαν τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας τότε θα ήταν οφειλημένος για εκατοντάδες χιλιάδες λίρες. Επειδή, όμως, δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση συνεχίστηκε η αγοραπωλησία μετοχών με καταστροφικά αποτελέσματα για το άτομο του. Ο Μ.Υ.4, μετά από αίτηση για συμμετοχή στο Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, του ανοίχθηκε λογαριασμός με όριο £40.000, με το οποίο πραγματοποιούσε αγορές μετοχών και αναλήψεις από το λογαριασμό. Η ενάγουσα Τράπεζα στις 30.5.00 επέτρεψε την υπέρβαση του λογαριασμού του κατά £14.000 για αγορά μετοχών συνολικού κόστους £14.591,
  20. Οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο λογαριασμό του κατά την περίοδο 18.10.99 μέχρι 30.5.00 έγιναν εν αγνοία σχετικών με τους επενδυτικούς λογαριασμούς εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Αν η Τράπεζα τον πληροφορούσε για την ύπαρξη των σχετικών εγκυκλίων αναγκαστικά θα είχε ο ίδιος αποσύρει το πιστωτικό του υπόλοιπο (στις 18.10.99 το πιστωτικό του υπόλοιπο ανέρχετο σε £3.147) και θα διασφάλιζε την επένδυση του με την πώληση των ενεχύρων μετοχών του, η αξία των οποίων στις 21.10.99 ανήρχετο στις £80.
  21. Αποτέλεσμα των πιο πάνω παραλείψεων και ενεργειών της Τράπεζας είναι η απαίτηση από τον ίδιο ποσού £77.360 πλέον τόκους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1]. Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[2] Η ουσιαστική μαρτυρία προσκομίστηκε εκ μέρους των εναγόντων από τη Μ.Ε.
  22. Πρέπει να πω από την αρχή ότι η μάρτυρας αυτή μου έχει κάνει εξαιρετική εντύπωση, τόσο για τη σαφήνεια των όσων κατέθεσε, όσο και για τη θετικότητα που χαρακτήριζε τη μαρτυρία της. Ήταν απόλυτα επεξηγηματική και πλήρως διαφωτιστική σε σχέση με το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, το είδος των πιστωτικών διευκολύνσεων που παρέχοντο από την τράπεζα με μορφή ειδικού τρεχουμένου λογαριασμού με αποκλειστικό σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ. Εξήγησε με μεγάλη σαφήνεια το ρόλο της τράπεζας σε σχέση με τον ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ και το ρόλο του Χρηματιστηριακού γραφείου που ο πελάτης διόριζε με σχετικό πληρεξούσιο για να διεκπεραιώνει τις εντολές που ο ίδιος έδινε για τις σχετικές του συναλλαγές. Ξεκαθάρισε πλήρως τα πλαίσια τόσο των δικαιωμάτων όσο και των υποχρεώσεων της τράπεζας τονίζοντας ότι ήταν το Χρηματιστηριακό γραφείο υπεύθυνο για την διεκπεραίωση των εντολών του πελάτη και ότι ήταν αυτό το οποίο ενημέρωνε την τράπεζα με σχετική εξουσιοδότηση για να προβεί με τη σειρά της η τράπεζα, είτε σε χρέωση, είτε σε πίστωση του λογαριασμού του πελάτη, αναλόγως της περίπτωσης. Η κα Παντελίδου ήταν κατηγορηματική σε σχέση με τον ρόλο της ενάγουσας τον οποίο περιέγραψε ως καθαρά τραπεζικό επισημαίνοντας ότι δεν υπήρχε κανένας έλεγχος από την τράπεζα σε ό,τι αφορά τη διενέργεια των συναλλαγών του πελάτη μέσω του Χρηματιστηριακού γραφείου. Την ίδια σαφήνεια και θετικότητα διαπίστωσα και στο στάδιο που η κα Παντελίδου κλήθηκε να αναφερθεί σε ορισμένους όρους του Σχεδίου ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ και τις χρεώσεις που καθορίστηκαν όπως, επίσης, και τον καθορισμό του τόκου. Η κα Παντελίδου τόσο στην κύρια εξέταση όσο και στην αντεξέταση κλήθηκε να αναφερθεί επί του περιεχομένου συγκεκριμένων εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας σε μια προσπάθεια, όπως διεφάνη κατά την αντεξέταση, να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε ή όχι συμμόρφωση της ενάγουσας με τις εν λόγω εγκυκλίους καθ' όσον αφορά τη συγκεκριμένη συμφωνία με τον εναγόμενο. Οι απαντήσεις της και σε αυτό το θέμα ήταν άμεσες και πλήρως επεξηγηματικές και έδωσε κάθε διευκρίνηση ή λεπτομέρεια που της ζητήθηκε. Η μαρτυρία της κάλυψε, επίσης, με καθαρότητα και το θέμα του χρεωστικού υπολοίπου στο λογαριασμό του εναγομένου παρουσιάζοντας, όπου χρειαζόταν, και σχετικά τεκμήρια, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση την κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). Η κα Παντελίδου υπεβλήθη σε μια εξαντλητική αντεξέταση η οποία κάλυψε κάθε σημείο που θα μπορούσε να είναι σχετικό με την επίδικη συμφωνία. Κλήθηκε να απαντήσει σε σωρεία ερωτήσεων τόσο σε σχέση με τον τρόπο που προέκυψε το υπόλοιπο στο λογαριασμό του εναγόμενου όσο και για τον τρόπο χρέωσης ή πίστωσης που γινόταν στο λογαριασμό του. Της ζητήθηκαν πάρα πολλές λεπτομέρειες και μάλιστα επί συγκεκριμένων ποσών και κλήθηκε να αιτιολογήσει τόσο το ύψος τους όσο και την ημερομηνία καταχώρησης τους στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμών του εναγομένου. Ήταν πλήρως επεξηγηματική για τον τρόπο και το χρόνο που γίνονταν οι εγγραφές αναφορικά με τις χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό του εναγόμενου. Σε αρκετές δε περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της - η οποία, ας σημειωθεί, διήρκησε αρκετές δικασίμους - προσκόμισε σωρεία εγγράφων που, τελικώς, κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου προς το σκοπό τεκμηρίωσης των όσων είχε καταθέσει. Αντιμετώπισε, επίσης, αποστομωτικά σχετικές υποβολές της Υπεράσπισης περί αυθαίρετων και/ή παράνομων χρεώσεων - που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν εξειδικεύτηκαν σε ένα συγκεκριμένο ποσό από το συνολικό - στο λογαριασμό του εναγόμενου. Να σημειώσω, ακόμη, ότι ο ισχυρισμός της κ. Παντελίδου ότι αποστέλλονταν κάθε μήνα στον εναγόμενο καταστάσεις για την κίνηση του λογαριασμού του, δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Στο τέλος της ημέρας εκείνο το οποίο, βασικά, πρόταξε η Υπεράσπιση, μέσω της αντεξέτασης, για το θέμα αυτό ήταν μια γενική και αόριστη θέση ότι οι λογαριασμοί της ενάγουσας ήταν λανθασμένοι ή ότι δεν τηρούντο ορθά, χωρίς να εξειδικεύεται ύψος ποσού. Είναι σημαντικό εδώ, ωστόσο, να τονίσουμε ότι σε κανένα σημείο η Υπεράσπιση δεν ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου που παρουσιάστηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 περιλαμβάνει καταχωρήσεις για συναλλαγές που δεν έλαβαν χώρα, ούτε και αμφισβήτησε οποιαδήποτε συναλλαγή. Επισημαίνω εδώ ότι παρουσιάστηκαν, στο στάδιο αντεξέτασης της κ. Παντελίδου, 69 εξουσιοδοτήσεις - Πινακίδια Συναλλαγών («contract notes») (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 38) οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Το μόνο που η Υπεράσπιση έκανε συγκρίνοντας το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 38 με τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 39 και 40, που είναι καταστάσεις λογαριασμού του εναγόμενου που του αποστέλλονταν, ήταν να επισημάνει διαφορές σε σχέση με τον τρόπο παρουσίασης τους. Για τις διαφορές δε αυτές, όπως είδαμε ανωτέρω, η κα Παντελίδου έδωσε πλήρεις και πειστικές εξηγήσεις, χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία, χωρίς οποιαδήποτε αμφιταλάντευση. Τέλος, έγινε προσπάθεια να παρουσιαστούν οι ημερομηνίες χρέωσης και πίστωσης που η ενάγουσα καταχωρούσε στους λογαριασμούς του εναγόμενου ως τέτοιες που είχαν ως αποτέλεσμα να οδηγούν σε λανθασμένους υπολογισμούς. Αντεξετάστηκε, επίσης, επί μακρώ και σε σχέση με το ρόλο και την εμπλοκή του εναγόμενου στο Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ και ήταν κατηγορηματική ότι ο εναγόμενος, που τον ουσιώδη χρόνο ήταν Διευθυντής Πίστεως της τράπεζας, είχε, πριν αποχωρήσει από την τράπεζα, την επίβλεψη του Σχεδίου και γνώριζε απόλυτα τον τρόπο λειτουργίας και διεκπεραίωσης του. Προς το σκοπό αυτό παρουσίασε πληθώρα εγγράφων στα οποία διαφαίνεται η συμμετοχή και ο ρόλος του εναγόμενου τόσο στο στάδιο επεξεργασίας των εγγράφων με τους νομικούς συμβούλους της τράπεζας, όσο και μεταγενέστερα στο στάδιο εξέλιξης και λειτουργίας του Σχεδίου. Ήταν, επίσης, κατηγορηματική ότι, πριν αυτή αναλάβει την Υπηρεσία του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ, μετά την αποχώρηση του εναγόμενου, προϊστάμενος της ήταν ο ίδιος ο εναγόμενος από τον οποίο και έπαιρνε οδηγίες. Η κα Παντελίδου ήταν, επίσης, κατηγορηματική ότι η τράπεζα παρείχε στη συγκεκριμένη περίπτωση πιστωτικές διευκολύνσεις με εξασφάλιση μετοχές ή μετρητά και, σε καμία περίπτωση, δεν προέβαινε σε διαχείριση χαρτοφυλακίου. Ούτε παρείχε συμβουλές στον εναγόμενο. Οι συναλλαγές αποφασίζονταν από τον εναγόμενο και υλοποιούντο από τα χρηματιστηριακά γραφεία, χωρίς να τίθεται θέμα να εξετάσει η Τράπεζα αν δόθηκαν ή όχι οι εντολές με ορθό τρόπο. Επεξήγησε, ακόμη, ότι εφόσον ο πελάτης είχε διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό του μπορούσε το χρηματιστηριακό γραφείο να προβεί σε αγορές αξιών στο Χ.Α.Κ. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι σε περίπτωση που υπήρχε αγορά αξιών πέραν του ορίου του πελάτη η Τράπεζα είχε δύο επιλογές: - είτε να αποστείλει την πράξη στο χρηματιστηριακό γραφείο ως απλήρωτη, - είτε να χρεώσει τον πελάτη και να πιστώσει το χρηματιστηριακό γραφείο αν ερχόταν ο πελάτης και ζητούσε αύξηση ορίου ή δικαίωμα προσωρινής υπέρβασης και η Τράπεζα έκρινε ότι θα μπορούσε να το πράξει. Η τελική μου αναφορά επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας της κ. Παντελίδου είναι ότι υπήρξε απόλυτη συνέπεια στη μαρτυρία της τόσο στην κύρια εξέταση όσο και στην αντεξέταση και επιπλέον λόγω των πολλών ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης παρουσίασε περαιτέρω στοιχεία και έγγραφα που επιβεβαίωναν, σε μεγάλο βαθμό, τη μαρτυρία της. Σε κανένα σημείο δεν έχει κλονιστεί η μαρτυρία της, ούτε διαφοροποιηθεί, αλλά, αντίθετα, η μάρτυρας κάλυψε με εμπεριστατωμένο και λεπτομερή τρόπο κάθε πτυχή που της τέθηκε. Χωρίς κανένα ενδοιασμό θεωρώ τη μαρτυρία της κας Παντελίδου ως απόλυτα αξιόπιστη και ταυτόχρονα τεκμηριωμένη. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία της γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Όσον αφορά τη Μ.Ε.2 η μαρτυρία της ήταν τυπικής μορφής και αφορούσε την αναφορά σε δημοσιεύματα των επιτοκίων που ίσχυαν σε καθορισμένες χρονικές περιόδους. Η μαρτυρία της δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, ήταν ειλικρινής και θετική και, επομένως, γίνεται αποδεκτή. Προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία του εναγόμενου. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του Μ.Υ.1, από την αρχή της κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου, να δείξει ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά, απολύτως, ανάμιξη και εμπλοκή, είτε στην ετοιμασία των εγγράφων βάσει των οποίων θα λειτουργούσε ο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, είτε στη λειτουργία του. Όπως δε καταγράφεται στη γραπτή του κατάθεση (ΕΓΓΡΑΦΟ 1), την οποία υιοθέτησε ως την κύρια εξέταση του, ήταν η κα Λ. Παντελίδου το υπεύθυνο, αρμόδιο πρόσωπο για όλα τα θέματα του επενδυτικού αυτού σχεδίου και ότι δεν είπε την αλήθεια όταν ανάφερε στη μαρτυρία της ότι ο Μ.Υ.1 βοήθησε στη σύνταξη των διαφόρων εγγράφων και ότι παρακολουθούσε τη λειτουργία του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ. Δυστυχώς, όμως, για τον εναγόμενο η πιο πάνω θέση διαψεύδεται, παντελώς, από σωρεία εγγράφων που παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και κατατέθηκαν. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Του υπεδείχθη το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 57 το οποίο αποτελεί επιστολή του ίδιου του εναγόμενου, ημερ. 29.1.97, απευθυνόμενη προς τους δικηγόρους της Τράπεζας, με την οποία διεβιβάζοντο διάφορα έγγραφα για να έχουν τη γνώμη τους για το νομότυπο των εγγράφων αυτών. Ο εναγόμενος την αναγνώρισε αλλά προσπάθησε να επαναλάβει ότι ο ίδιος δεν είχε ασχοληθεί με τις λεπτομέρειες και ότι έγινε η επιστολή αυτή με οδηγίες των ανωτέρων του, των δύο Γενικών Διευθυντών της ενάγουσας. Επίσης ότι για την ίδρυση του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ δεν είχε ο ίδιος ανάμιξη και ότι τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην πιο πάνω επιστολή εγκρίθηκαν από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Τράπεζας και τους δύο υπεύθυνους Διευθυντές. Δέχθηκε, επίσης, στη συνέχεια της αντεξέτασης του ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 58 ήταν η επιστολή που έστειλαν οι δικηγόροι της Τράπεζας σε απάντηση του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
  23. Προσπάθησε ο εναγόμενος, μην μπορώντας πλέον να αμφισβητήσει τα δικά του τα γραπτά, να επαναλαμβάνει, συνεχώς, την εκδοχή ότι ο ίδιος δεν ασχολήθηκε με τις λεπτομέρειες των εγγράφων και ότι βασικά το μόνο που έκαμνε ήταν να αποστέλλει επιστολές, με οδηγίες του Γενικού Διευθυντή, ως ένα εκτελεστικό όργανο, αρνούμενος κατ΄ ουσία τη συμμετοχή του και τη γνώση του αναφορικά με τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος υπέγραψε. Διαπίστωσα, ακόμη, ότι ενώ από τη μια ισχυρίζετο ότι η κα Παντελίδου ήταν ουσιαστικά αλλά και τυπικά το υπεύθυνο και αρμόδιο άτομο για όλα τα θέματα του σχεδίου, από την άλλη παραδέχθηκε ότι μέχρι τον Αύγουστο του 1999 το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ ήταν υπό την ευθύνη του δικού του Τμήματος. Όταν, δε, εντοπίσθηκε στην αντεξέταση αυτή η αντίφαση προσπάθησε να εξηγήσει ότι η αναφορά του στην κα Παντελίδου ως το υπεύθυνο άτομο αφορούσε την προηγούμενη περίοδο, πριν λάβει μέρος ο ίδιος σε σύσκεψη αρχές του 1997, οπόταν και έμαθε για το σχέδιο και ξεκίνησε πλέον η δική του ανάμιξη. Επίσης, ο εναγόμενος ενώ είχε στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι το δικό του Τμήμα είχε αρμοδιότητα μέχρι τον Αύγουστο του 1999 να αξιολογεί τις διάφορες αιτήσεις, οπόταν και αφαιρέθηκε από το Τμήμα του αυτή η αρμοδιότητα, και ότι, μετά τις 11.8.99, δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στον ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ, όταν του παρουσιάστηκε, κατά την αντεξέταση, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 61 αναγκάστηκε να δεχθεί ότι ήταν δική του επιστολή. Ας σημειωθεί εδώ ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 61 αποτελεί επιστολή που υπογράφει ο εναγόμενος, ημερ. 13.1.2000, και στην οποία αναφέρεται ότι όλες οι εγγραφές που έχουν σχέση με την Υπηρεσία ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, περιλαμβανομένου και του ελέγχου τους, θα είναι ευθύνη της Υπηρεσίας και ότι αυτό σημαίνει ότι οι οποιεσδήποτε υπερβάσεις στα όρια των λογαριασμών του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ θα είναι ευθύνη της Υπηρεσίας, η οποία και θα πρέπει, όπου απαιτείται, να λαμβάνει εκ των προτέρων έγκριση από το Διευθυντή Πίστης. Είναι χαρακτηριστικό της όλης στάσης και συμπεριφοράς του εναγομένου, ενώ κατέθετε στο Δικαστήριο, το γεγονός ότι προσπάθησε να διαφοροποιήσει ακόμη και μέρος των γραφόμενων του, εκεί που ο ίδιος έκρινε ότι δεν τον συνέφερε και δεν υποστήριζε την παντελώς αναξιόπιστη εκδοχή που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 61 περιέχει λανθασμένη διατύπωση εκεί όπου αναφέρεται στη λήψη από την Υπηρεσία ΕΝΘΟΕΠΕΝΔΥΤΗ εκ των προτέρων έγκρισης από τον Διευθυντή Πίστης, εκεί όπου αυτό απαιτείται, λέγοντας ότι δεν υπήρχε ποτέ τέτοια αρμοδιότητα στο Διευθυντή Πίστης. Εν συνεχεία όταν του παρουσιάστηκε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 62 που αναγνώρισε ως δική του επιστολή απευθυνόμενη προς την Υπηρεσία ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ, όπου ζητά να του αποστέλλονται οι υπερβάσεις του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ, το ποσοστό κάλυψης των λογαριασμών και τη μορφή των αξιών που είναι εκχωρημένες σε ασφάλεια των λογαριασμών, περιορίστηκε στο να πει ότι αυτό αποτελούσε κάτι που έστελλαν σ΄ όλους για να κοιτάζουν τις υπερβάσεις. Είναι αξιοσημείωτο να παραθέσουμε εδώ τους ισχυρισμούς που ο εναγόμενος διατύπωσε στη γραπτή του κατάθεση όπου ισχυρίζεται ότι ο χειρισμός των θεμάτων που αφορούσαν το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ γινόταν από το Τμήμα της κας Παντελίδου και ότι το Τμήμα αυτό είχε την αρμοδιότητα και ευθύνη, μεταξύ άλλων, να ετοιμάζει όλα τα έγγραφα, συμβάσεις, επιστολές προς τους πελάτες για τακτοποίηση τυχόν υπερβάσεων, για αύξηση των εκχωρημένων μετοχών, για άμεση προειδοποίηση των πελατών, σε περίπτωση που θα περιοριζόταν το όριο ασφαλείας, καθώς και για έγκαιρη εισήγηση στη Διοίκηση για λήψη μέτρων, για ρευστοποίηση εκχωρημένων μετοχών όταν το περιθώριο ασφάλειας περιορίζετο. Όταν, ωστόσο, του υπεδείχθη το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 63, δέχθηκε ότι συνιστούσε δική του επιστολή στην οποία δίδονταν συγκεκριμένες οδηγίες για τον τρόπο λειτουργίας του πιο πάνω Σχεδίου και τα μέτρα τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονταν και ταυτόχρονα να ενημερώνεται η Διεύθυνση Πίστης για όλα αυτά. Προσπάθησε ο εναγόμενος εδώ να χαρακτηρίσει το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου ως απλές εισηγήσεις που γίνονταν, χωρίς να είναι δική του η απόφαση, αλλά θέμα της Τράπεζας. Ο εναγόμενος, παρά την εμφανή προσπάθεια που κατέβαλε σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης, αρμοδιότητας ή ανάμιξης στο σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, διάφορα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν, κατά την αντεξέταση, παρουσίαζαν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Για παράδειγμα του τέθηκε υπόψη το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 66, το οποίο τιτλοφορείται «Εισήγηση - Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ - Παραχώρηση Πιστωτικών Διευκολύνσεων προς το προσωπικό της Τράπεζας», το οποίο έγγραφο υπέγραφε ο ίδιος. Ο εναγόμενος αντικρίζοντας τέτοια έγγραφα, όπως και αυτό, συνεχώς επαναλάμβανε ότι η εισήγηση αυτή, όπως και άλλες που του τέθηκαν υπόψη, έγιναν καθ΄ υπόδειξη των Γενικών Διευθυντών για να αρχίσει η διαδικασία. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η Τράπεζα προαποφάσιζε και στη συνέχεια ζητούσε από την Υπηρεσία του σημείωμα. Προφασιζόταν συνεχώς ότι δεν μπορούσε ο Γενικός Διευθυντής από μόνος του να υποβάλει εισήγηση και γι΄ αυτό το λόγο έπρεπε να κληθεί ένας Διευθυντής, όπως ο εναγόμενος, για να ετοιμάσει σημείωμα με τη σχετική εισήγηση. Την ίδια δικαιολογία έδωσε και σε σχέση με το περιεχόμενο του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 67, το οποίο φέρει και αυτό την υπογραφή του και το αναγνώρισε, επαναλαμβάνοντας ότι ετοιμάστηκε μέσα στα πλαίσια απόφασης των Γενικών Διευθυντών που τους έλεγαν να ετοιμάσουν σχετική εισήγηση και η Υπηρεσία Πίστης, της οποίας ο ίδιος προϊστατο, ως υποστηρικτική Υπηρεσία, το ετοίμαζε. Μάλιστα, ο εναγόμενος, στην προσπάθεια του να απεμπλακεί από οποιαδήποτε ανάμιξη και ρόλο στο Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, για ευνόητους λόγους, έφθασε μέχρι του σημείου να πει ότι το συγκεκριμένο σημείωμα, όπως και άλλα, ετοιμάστηκε από τον ίδιο μετά από οδηγίες του Γενικού Διευθυντή και υπόκειτο στην έγκριση του Γενικού Διευθυντή, γιατί ο Γενικός Διευθυντής δεν είχε προσωπικό παρά μόνο μια ιδιαιτέρα και έτσι ανέθετε στην Υπηρεσία του εναγόμενου για να μπορέσει «να προχωρήσει η σχετική διαδικασία». Ο εναγόμενος συνεχώς αναμασούσε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα των διαδικασιών της Τράπεζας και του ότι ο Γενικός Διευθυντής από μόνος του δεν μπορούσε να ετοιμάσει σχετικό σημείωμα ή εισήγηση και ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να έρθει από την αρμόδια διεύθυνση, και ότι, εφόσον ζητήθηκε από τον ίδιο, δεν μπορούσε να αρνηθεί. Είναι πολλά τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του εναγόμενου και αφορούσαν επιστολές τις οποίες ο ίδιος ετοίμασε, με περιεχόμενο το οποίο ομιλεί αφ΄ εαυτού, με αποτέλεσμα οι εξηγήσεις και ισχυρισμοί που προέβαλε ο εναγόμενος για τη σχέση του με το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ να διαψευστούν πλήρως. Όσα δε ανέφερε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης είναι φανερό ότι αποτελούσαν εμφανέστατα ανυπόστατες δικαιολογίες που εκ των υστέρων προσπάθησε να προωθήσει. Η εντύπωση που προκάλεσε στο Δικαστήριο η παρουσίαση σωρείας εγγράφων που συνέταξε ο εναγόμενος ήταν εντελώς αντίθετη από αυτή που ο εναγόμενος προσπάθησε με την γραπτή του κατάθεση να παρουσιάσει. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια ουσιαστική, άμεση και καίρια εμπλοκή και ανάμιξη του ιδίου στο Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ. Θα προχωρήσω σε ένα άλλο θέμα που κάλυψε ο μάρτυρας στη γραπτή του κατάθεση και που αφορά τον τρόπο χρέωσης του λογαριασμού του από την ενάγουσα. Ο εναγόμενος για αυτό το ζήτημα έδωσε κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα, κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 38 και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  24. Συγκεκριμένα, στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 38, επεσήμανε ότι ως «settlement date» αναφέρεται η ημερομηνία 12.2.99, σε σχέση με πώληση για ποσό £6.328,20, ενώ στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39 η πίστωση στο λογαριασμό του εναγόμενου του εν λόγω ποσού φέρει ημερομηνία εγγραφής 17.2.99, με αποτέλεσμα, όπως ισχυρίστηκε, να υπάρχει καθυστέρηση 5 ημερών. Θα συμφωνήσω εδώ με τη θέση του κ. Χριστοδούλου ότι παραλείπει ο εναγόμενος να πει ότι η 13 και 14 Φεβρουαρίου είναι Σαββατοκυρίακο, όπως, επίσης, και ότι το «value date» είναι 16.2.99 και, όπως προέκυψε, ξεκάθαρα, από τη μαρτυρία της κας Παντελίδου, ο τόκος υπολογίζεται από την ημέρα του «value date» και όχι από την ημέρα χρέωσης στο λογαριασμό του πελάτη (ή ημέρα εγγραφής). Ένα άλλο παράδειγμα που έδωσε ο εναγόμενος είναι την αγορά που έγινε για ποσό £6.295,66 στις 27.5.99 («settlement date») με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  25. Συγκρίνοντας το δε με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39 επεσήμανε ότι η ημερομηνία εγγραφής της χρέωσης του πιο πάνω ποσού είναι 3.6.99, δηλαδή υπάρχει καθυστέρηση 8 ημερών. Εδώ να επισημάνουμε ότι το «value date» είναι 26.5.99 με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  26. Είναι πραγματικά εξωφρενικό ο εναγόμενος να παραπονείται γιατί η Τράπεζα καθυστέρησε να καταγράψει στο λογαριασμό του τη σχετική χρέωση και ούτε μπορώ να αντιληφθώ τι ζημιά θα μπορούσε να είχε υποστεί με βάση τη δική του εκδοχή περί ύπαρξης καθυστέρησης για χρέωση του πιο πάνω ποσού. Το τρίτο παράδειγμα που παραθέτει στη γραπτή του κατάθεση ο εναγόμενος είναι την πώληση που έγινε για ποσό £12.188,75 που εμφαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 38 και έχει ως «settlement date» τις 5.7.
  27. Συγκρίνοντας το δε με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39, δηλαδή την κατάσταση λογαριασμού του, επισημαίνει ότι η ημερομηνία εγγραφής της πίστωσης αυτού του ποσού είναι 30.7.99, παραγνωρίζοντας βέβαια ότι το «value date» είναι 6.7.99, επικαλούμενος καθυστέρηση 25 ημερών. Είναι αδιανόητο εδώ ο εναγόμενος, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της ενάγουσας με αρκετή πείρα, να παρουσιάζει ότι δεν είναι σε θέση να διαβάζει τις καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας όπου ξεκάθαρα φαίνεται, και το είπαμε, ότι το value date είναι 6.7.99 και, επομένως, ο ισχυρισμός του περί καθυστέρησης 25 ημερών στην πίστωση του λογαριασμού του είναι εξόφθαλμα παραπλανητικός. Το τέταρτο παράδειγμα που έδωσε ο εναγόμενος είναι η αγορά που έγινε για ποσό £8.395,93 με «settlement date» 13.7.99, όπως φαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  28. Εδώ ο εναγόμενος σύγκρινε τη χρέωση που έγινε στο λογαριασμό του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39 για το εν λόγω ποσό, επισημαίνοντας ότι φέρει ημερομηνία εγγραφής 28.7.99, παραλείποντας να αναφέρει, όπως είναι ξεκάθαρο από τη σχετική κατάσταση λογαριασμού, ότι το «value date» είναι 12.7.
  29. Τα πιο πάνω παραδείγματα, αντίθετα με τα όσα προσπάθησε ο εναγόμενος να παρουσιάσει, επιβεβαιώνουν πλήρως τα όσα η κα Παντελίδου με σαφήνεια εξήγησε στη μαρτυρία της και ειδικότερα τα τέσσερα πιο κάτω σημεία: (α) ότι η ουσιαστική χρεοπίστωση φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού του πελάτη (statement of account), (β) οι διαφορές που υπάρχουν στις ημερομηνίες οφείλονται στο γεγονός ότι η χρέωση όταν γινόταν αγορά μετοχών γινόταν μια ημέρα πριν την αγορά των μετοχών (settlement date), ενώ, όταν γινόταν πώληση μετοχών, η πίστωση γινόταν την επομένη της 3ης εργάσιμης μέρας μετά τη διενέργεια των συναλλαγών (T+3 - settlement date), (γ) ότι η μέρα υπολογισμού του τόκου και η ημερομηνία που θα κεφαλαιοποιείτο ο τόκος στο υπόλοιπο του λογαριασμού, περιγράφεται ως «value date» και (δ) ότι στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13, που αποτελεί δέσμη που περιείχε καταχωρήσεις που έγιναν στο λογαριασμό του εναγομένου, δεν φαίνεται η ημερομηνία χρέωσης γιατί η χρέωση εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού του πελάτη η οποία και του αποστέλλετο. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 αποτελεί διαφορετικό τρόπο καταχώρησης και όλα στηρίζονται, όχι στην ημερομηνία καταχώρησης αλλά στην ημερομηνία συναλλαγής (transaction date), κάτι το οποίο εμφαίνεται στα «contract notes». Με άλλα λόγια είναι ξεκάθαρο ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39 διαφέρουν ως προς τον τρόπο παρουσίασης και γι΄ αυτό υπάρχει διαφορά στις ημερομηνίες. Ωστόσο, παρά τον διαφορετικό τρόπο παρουσίασης, συμφωνούν ως προς τις συναλλαγές που έγιναν, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση. Είναι σημαντικό, εδώ, να τονίσουμε κάτι τι οποίο εύκολα συνάγεται από μια απλή ανάγνωση των σχετικών τεκμηρίων και, συγκεκριμένα, των ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 13, 39 και
  30. Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13, στις 30.11.02, το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου ήταν £67.967,
  31. Τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 39 και 40 αποτελούν καταστάσεις λογαριασμού που αποστέλλονταν κάθε μήνα στον εναγόμενο και συγκεκριμένα το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39 καλύπτει την περίοδο από 20.1.99 μέχρι 29.3.02, ενώ το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 40 αφορά την κατάσταση λογαριασμού από 15.2.99 μέχρι 31.10.
  32. Όπως προκύπτει, οι καταχωρήσεις και στα τρία αυτά τεκμήρια είναι οι ίδιες, δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο, δηλαδή δεν ισχυρίστηκε σε καμιά περίπτωση ότι, για παράδειγμα, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 περιλαμβάνει καταχωρήσεις για συναλλαγές που δεν έλαβαν χώρα και δεν έχει αμφισβητήσει, επομένως, οποιαδήποτε συναλλαγή, το δε χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου στις 30.11.02 και στα τρία τεκμήρια είναι ταυτόσημο. Είναι το ποσό των £67.968,
  33. Να πω και κάτι άλλο. Παράδοξη και παντελώς αφύσικη μου φάνηκε η εκδοχή του εναγομένου ότι δεν έλαβε ποτέ το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 («το σχετικό χαρτάκι») καθ΄ ην στιγμή διεφάνη ότι ήταν ο ίδιος ο οποίος είχε αποστείλει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα στους δικηγόρους της ενάγουσας για να αποφανθούν επί του νομότυπου των εγγράφων. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου ότι η τήρηση του λογαριασμού του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13) από την Τράπεζα είναι παντελώς λανθασμένη, εδώ δόθηκαν κάποιες ισχυριζόμενες παρατυπίες. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι μέχρι τη φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων (1.1.2001) οι ενάγοντες χρέωναν τόκο 8,5% στο λογαριασμό για κάθε τριμηνία, γεγονός που, όπως ανέφερε, ήταν παράνομο. Όπως, όμως, προέκυψε από τα σχετικά τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι χρεώσεις των τόκων γίνονταν σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής σύμβασης και ο τόκος επιβάλλετο σε ημερήσια βάση στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Όπως ξεκάθαρα προέκυψε από τη μαρτυρία της κας Παντελίδου, μέχρι τις 30.4.01 οι χρεώσεις του τόκου γίνονταν κάθε τρίμηνο πάνω στο χρεωστικό υπόλοιπο και από τις 30.5.01 μέχρι σήμερα υπολογίζετο κάθε μήνα. Ήταν ξεκάθαρο από τη μαρτυρία της κας Παντελίδου ότι ο υπολογισμός του τόκου είτε σε τριμηνιαία βάση, είτε σε μηνιαία βάση στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο δεν διαφοροποιούσε τον υπολογισμό του τόκου γιατί ο τόκος πάντοτε υπολογίζετο στο καθημερινό χρεωστικό υπόλοιπο. Σύμφωνα δε με τη σχετική συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) και ειδικότερα τον όρο 4 αυτής, όλες οι διευκολύνσεις που θα παρείχοντο από την ενάγουσα θα επιβαρύνονταν με τόκο προς 8,5% ετησίως στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις. Αν δε ένας κοιτάξει με προσοχή την κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39) και ελέγξει το «value date» για τη χρέωση του τόκου θα διαπιστώσει ότι ο τόκος χρεώνετο την τελευταία ημέρα του χρόνου. Για παράδειγμα στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39, στην καταχώρηση που υπάρχει με ημερομηνία 31.3.99 για χρεωστικό τόκο, το «value date» που καταγράφεται είναι 31.12.
  34. Το ίδιο βλέπουμε και στην καταγραφή στις 30.6.99 του ιδίου τεκμηρίου του χρεωστικού τόκου, όπου έχει ως «value date» πάλι την ημερομηνία 31.12.
  35. Το ίδιο και στην καταγραφή ημερομηνίας 30.9.99 του χρεωστικού τόκου, όπου και πάλι το «value date» είναι 31.12.
  36. Επομένως τα όσα προσπάθησε ο εναγόμενος, και οφείλω εδώ να επισημάνω με παραπλανητικό τρόπο, περί διενέργειας ανατοκισμού των χρεωθέντων τόκων, καταρρίπτεται πλήρως από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έχουμε ενδεικτικά αναφερθεί. Να πω και κάτι άλλο. Ο εναγόμενος, πλην της γενικής και αόριστης αναφοράς περί ανατοκισμού, δεν έχει δώσει οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνουν ότι ο λογαριασμός του χρεώθηκε με συγκεκριμένο ποσό που αποτελεί προϊόν ανατοκισμού και ούτε στην υπεράσπιση του καθορίζει ποιο ποσό αποτελούσε προϊόν ανατοκισμού ή ποιο ποσό παραβίαζε οποιαδήποτε σχετική νομοθεσία. Οι μόνες αναφορές που υπάρχουν στην Υπεράσπιση του είναι αυτές που εκτίθενται στην παράγρ. 9 όπου, γενικά και αόριστα, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες διενεργούσαν χρεώσεις στο λογαριασμό του που δεν είχαν συμφωνηθεί και οι οποίες δεν δικαιολογούνταν είτε για το ύψος τους, είτε για την προέλευση τους. Επίσης, διαπιστώνω ότι ο εναγόμενος δεν εγείρει τέτοιο θέμα στην Υπεράσπιση του, δηλαδή ισχυριζόμενη παράβαση του περί Τόκου Νόμου. Eάν ο εναγόμενος ήθελε με σοβαρότητα να υποστηρίξει ότι κάποιες συγκεκριμένες χρεώσεις δεν ήταν επιτρεπτές και ή ότι επιβλήθηκαν κατά παράβαση είτε της επίδικης σύμβασης, είτε της σχετικής νομοθεσίας, όφειλε να υποδείξει συγκεκριμένα στο Δικαστήριο ποιες ήταν αυτές οι χρεώσεις, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα και το συνολικό ποσό, το οποίο με βάση την εκδοχή του θα έπρεπε να αφαιρεθεί από το ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες. Η απλή αναφορά σε κάποιες χρεώσεις ή στον τρόπο παρουσίασης κάποιων εγγράφων, για τα οποία ήδη κάναμε αναφορά πιο πάνω, δεν είναι αρκετή για να τεκμηριώσει την εκδοχή του εναγόμενου περί ανεπίτρεπτων χρεώσεων. Ανεξάρτητα, ωστόσο, από τη θέση αυτή για όλα τα ζητήματα που θίγησαν από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της κας Παντελίδου, σε σχέση με κάποιες συγκεκριμένες καταγραφές και χρεώσεις σε καταστάσεις που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια, επεξηγήθηκαν πλήρως και με κάθε αναγκαία διευκρίνιση, όπως είχαμε την ευκαιρία να το επισημάνουμε στο στάδιο που αξιολογείτο η μαρτυρία της κας Παντελίδου. Ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του εναγόμενου κάλυψε το θέμα των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας τις οποίες ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε μετά που απεχώρησε από την Τράπεζα και προσπάθησε να ερμηνεύσει το περιεχόμενο των εν λόγω εγκυκλίων για να καταλήξει στη θέση ότι η ενάγουσα δεν τήρησε τις εγκυκλίους αυτές με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρκετοί επενδυτές-πελάτες της ενάγουσας. Όσον αφορά το αν γνώριζε ή όχι την ύπαρξη των εγκυκλίων διαπίστωσα ότι ενώ στην γραπτή του κατάθεση διαφώνησε με τον ισχυρισμό της κας Παντελίδου ότι τις είχε λάβει από τον ίδιο, στην αντεξέταση του αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι γνώριζε την εγκύκλιο ημερομηνίας 12.7.
  37. Περαιτέρω, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30, που υπογράφεται και από τον εναγόμενο, καταδεικνύει τη γνώση του σχετικά με την εγκύκλιο ημερομηνίας 29.11.99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(δ)), αφού ουσιαστικά με αυτή την επιστολή δίδεται οδηγία προς εφαρμογή της σχετικής εγκυκλίου. Προσπάθησε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του να παρουσιάσει ότι η ενάγουσα θα έπρεπε στα πλαίσια του Σχεδίου ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ να έχει εξειδικευμένο προσωπικό γιατί αυτού του είδους ο επενδυτικός λογαριασμός δεν ήταν μια συνήθης τραπεζική εργασία. Πρόσθεσε δε ότι έπρεπε καθημερινά να ελέγχεται η σχέση της οφειλής με την αξία της εξασφάλισης και εφόσον η εξασφάλιση αφορούσε μετοχές να αξιολογείται η αξία τους. Επεσήμανε ότι υπάρχουν ειδικοί που μπορούν να αξιολογήσουν την αξία των μετοχών. Δεν μας ανέφερε όμως πού προκύπτει μια τέτοια υποχρέωση από την Τράπεζα και σε ποιο όρο της σύμβασης που υπέγραψε στηρίζεται. Προώθησε δε και κάποιες θέσεις που, πιστεύω, δεν είναι του μάρτυρα να τις πει και συγκεκριμένα το κατά πόσο ή όχι η ενάγουσα υποχρεούτο να πωλήσει τις μετοχές που είχε στα χέρια της ως εξασφάλιση όταν έκλεινε το λογαριασμό και κατά πόσο ενήργησε λανθασμένα επιτρέποντας υπερβάσεις στο εγκεκριμένο του όριο, αντί να προχωρήσει σε ρευστοποίηση των μετοχών που είχε στα χέρια της. Αυτά τα θέματα, βεβαίως, είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο σε άλλο μέρος της απόφασης γιατί αφορούν καθαρά θέμα ερμηνείας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και, συνεπώς, το θέμα δεν είναι πραγματικό αλλά νομικό. Δεν μου διαφεύγει, τέλος, της προσοχής ότι στο τέλος ο εναγόμενος δέχθηκε ότι θα μπορούσε και ο ίδιος να πωλήσει μετοχές όταν θεωρούσε ότι αυτό ήταν κατάλληλο στάδιο, αλλά επέμενε να ισχυρίζεται ότι και η Τράπεζα είχε σοβαρότατη υποχρέωση. Είναι, τέλος, σημαντικό να επισημάνω ότι ο εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει τις συναλλαγές που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού του. Εν κατακλείδι, έχοντας εξετάσει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του εναγόμενου στο σύνολο της και αξιολογώντας την σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών τεκμηρίων, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο εναγόμενος προσπάθησε να προωθήσει μια εκδοχή στο Δικαστήριο που θα τον οδηγούσε σε απαλλαγή οποιασδήποτε συμβατικής του υποχρέωσης και, μέσα στα πλαίσια αυτής του της προσπάθειας, δεν δίστασε να αναφερθεί σε παντελώς αναληθείς ισχυρισμούς που διαψεύδονταν από διάφορα στοιχεία ενώ τεχνηέντως προσπάθησε να παραπλανήσει σε πολλά σημεία. Κατά τη διάρκεια δε της αντεξέτασης του αρκετά από τα σημεία της μαρτυρίας του κλονίστηκαν και διεφάνησαν αντιφάσεις, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι εξηγήσεις που έδωσε κάλλιστα μπορούν να χαρακτηριστούν ως παράδοξες και εντελώς απίστευτες. Πέραν του περιεχομένου της μαρτυρίας του διαπίστωσα ότι η όλη του συμπεριφορά από τη θέση του μάρτυρα ήταν ενδεικτική της όλης του στάσης και, για να γίνω πιο συγκεκριμένη, σε αρκετές περιπτώσεις διαπίστωσα να εκνευρίζεται από τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο στην αντεξέταση, να δυσκολεύεται να δώσει άμεσες και πειστικές απαντήσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιεζόμενος από την ύπαρξη χειροπιαστών στοιχείων αναγκάζετο να διαφοροποιήσει τη μαρτυρία του προσθέτοντας αστείες, ας μου επιτραπεί ο όρος, δικαιολογίες. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης είναι η κρίση μου ότι, επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης σημείων, η μαρτυρία του εναγόμενου δεν ήταν ειλικρινής και, επομένως, την απορρίπτω. Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 θα ήθελα εν πρώτοις να επισημάνω ότι κάποιο μέρος αυτής της μαρτυρίας αφορούσε τις αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και αναφορές στο σχετικό νομοθετικό πλαίσιο. Επίσης η μαρτυρία αυτή κάλυψε τις εγκυκλίους που είχαν εκδοθεί από την Κεντρική Τράπεζα, μεταξύ της περιόδου από 12.10.99 μέχρι 28.7.2000, οι οποίες έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και συνιστούν τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 12(α) μέχρι (ζ) με παραδεκτό το περιεχόμενο τους. Σε ό,τι αφορά, ωστόσο, την ερμηνεία που ο Μ.Υ.2 επιχείρησε να δώσει στις εγκυκλίους αυτές θεωρώ ότι το θέμα αυτό, ως νομικό ζήτημα, επαφίεται στο Δικαστήριο να το αποφασίσει και, συνεπώς, εκφεύγει από την αρμοδιότητα του μάρτυρα αυτού να δώσει τη δική του γνώμη. Με άλλα λόγια δεν είναι θέμα του μάρτυρα για να το επεξηγήσει. Τα υπόλοιπα που κατέθεσε ο Μ.Υ.2 και αφορούσαν τους λόγους και σκοπούς που απεστάλησαν οι συγκεκριμένες εγκύκλιοι είναι απόλυτα αποδεκτά, εν όψει της ιδιότητας του μάρτυρα και της θέσης που κατέχει στην Κεντρική Τράπεζα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι όλες σχεδόν οι εμπορικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, δηλαδή της ενάγουσας, δεν τήρησαν τις πιο πάνω εγκυκλίους θεωρώ ότι, όπως προέκυψε από την αντεξέταση του, ο ίδιος προσλήφθηκε στην Κεντρική Τράπεζα μόλις το Σεπτέμβριο του 2000 και άρα στον ουσιώδη χρόνο δεν εργοδοτείτο από την Κεντρική Τράπεζα και, περαιτέρω, το πρόστιμο που επεβλήθη στην ενάγουσα αφορούσε παράβαση πιστωτικού ορίου (credit ceiling) και όχι πρόστιμο για παροχή διευκολύνσεων σχετικά με επενδυτικά δάνεια. Επίσης, προέκυψε ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση, ούτε και αρνήθηκε ότι το εν λόγω πρόστιμο ανακλήθηκε και επεστράφη στην Τράπεζα. Κατά συνέπεια, αν και ο μάρτυρας αυτός ήταν ένας ειλικρινής και θετικός μάρτυρας, η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγιστεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω επισημάνσεις και παρατηρήσεις που διατύπωσα, με αποτέλεσμα στο μεγαλύτερο της μέρος να μην προσθέτει οτιδήποτε στην υπεράσπιση του εναγόμενου. Εν πάση δε περιπτώσει, τα ζητήματα που αφορούν το ρόλο και τις αρμοδιότητες της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, το σχετικό νομικό πλαίσιο που εφαρμόζεται, το περιεχόμενο των εγκυκλίων ΤΕΚΜΗΡΙΑ 12(α) μέχρι (ζ), και η ερμηνεία τους είναι θέματα τα οποία θα απασχολήσουν το Δικαστήριο σε άλλο μέρος της παρούσας απόφασης. Σε σχέση με τη μαρτυρία των Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 θέλω από την αρχή να τονίσω ότι η μαρτυρία τους δεν ήταν σχετική με τα επίδικα της υπόθεσης θέματα εφόσον δεν αναφέρουν οτιδήποτε που έχει να κάμει με την υπό κρίση σύμβαση. Η μαρτυρία τους αφορούσε δικούς τους λογαριασμούς που είχαν με τον ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ και δικά τους οφειλόμενα ποσά που είχαν σχέση με τους λογαριασμούς αυτούς και τίποτε άλλο. Μάλιστα το Δικαστήριο στο στάδιο που κατέθετε ο Μ.Υ.4 εκδίδοντας ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 9.2.2006, σε σχέση με την αποδεκτότητα μαρτυρίας που η Υπεράσπιση προσπάθησε να προσαγάγει, τόνισε ότι η μαρτυρία ήταν παντελώς άσχετη με την υπόθεση εφόσον θα εισάγετο μαρτυρία για να αποδειχθεί κατά πόσο η ενάγουσα τράπεζα είχε συμμορφωθεί γενικά με τις οδηγίες / εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου σε ό,τι αφορά επενδυτικούς λογαριασμούς που είχε με άλλα πρόσωπα πέραν του εναγόμενου. Τόσο ο Μ.Υ.3 όσο και ο Μ.Υ.4 προσπάθησαν να δείξουν ότι στην περίπτωση των δικών τους λογαριασμών που είχαν με την ενάγουσα προέκυψε οφειλόμενο υπόλοιπο και δημιουργήθηκαν καταστροφικά αποτελέσματα αναφορικά με τους λογαριασμούς τους λόγω της παράλειψης της ενάγουσας να εφαρμόσει τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Έγινε μάλιστα προσπάθεια από τους μάρτυρες αυτούς να ερμηνευθούν συγκεκριμένες εγκύκλιοι για να διατυπωθεί στη συνέχεια η θέση ότι στο χρονικό διάστημα που ίσχυαν είχαν διενεργηθεί αγοραπωλησίες μετοχών πολλών εκατοντάδων χιλιάδων λιρών που ο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ θα έπρεπε να είχε απαγορεύσει. Ακόμη έγινε προσπάθεια από τους μάρτυρες αυτούς να αποδειχθεί ότι η ενάγουσα δεν είχε ενημερώσει τους ιδίους ή οποιοδήποτε άλλο για τις σχετικές εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και για το περιεχόμενο τους. Θεωρώ ότι περαιτέρω ενασχόληση με τη μαρτυρία των Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4 θα ήταν αχρείαστη και περιττή και για το σκοπό αυτό θεωρώ ότι η πιο κάτω περικοπή από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 9.2.2006, που αναφέρθηκε, με καλύπτει πλήρως. Την παραθέτω: «Το κατά πόσο υπήρξε στην πραγματικότητα παράβαση από πλευράς ενάγουσας των σχετικών εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας στα πλαίσια λειτουργίας και εφαρμογής των επιδίκων συμφωνιών μετά του εναγομένου με βάση την ερμηνεία που τελικώς θα δοθεί σ' αυτές, είναι θέμα γεγονότων που αφορούν αποκλειστικά τη διακίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού και τις διάφορες συναλλαγές που έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο και για το σκοπό αυτό ήδη έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι υπήρξε τέτοια παράβαση θα εξετάσει το νομικό θέμα που εγείρεται και το οποίο συνίσταται στο κατά πόσο οι σχετικές εγκύκλιες της Κεντρικής Τράπεζας αποτελούν έκφραση δημόσιας πολιτικής την οποία η ενάγουσα είχε υποχρέωση να εφαρμόσει. Μαρτυρία που αφορά συμβάσεις τρίτων προσώπων μετά της ενάγουσας στα πλαίσια του ιδίου επενδυτικού σχεδίου και συγκεκριμένα του ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ αφορά άσχετα γεγονότα με την υπό εξέταση υπόθεση γιατί ο τρόπος που λειτούργησαν άλλες συμφωνίες δεν μπορεί να είναι σχετικός με την επίλυση του επιδίκου θέματος στην παρούσα υπόθεση και ούτε, ασφαλώς, μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο στον τρόπο που λειτούργησε η ενάγουσα σε ό,τι αφορά τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και αν τις εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση στα πλαίσια των επιδίκων συμφωνιών του εναγομένου.» ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου:
  38. Η Υπηρεσία ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ της ενάγουσας, στον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις με μορφή ειδικού τρεχουμένου λογαριασμού που παρακολουθείτο και ελέγχετο σύμφωνα με τη διαδικασία τήρησης του εν λόγω σχεδίου για αγορά αξιών στο ΧΑΚ.
  39. Αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείτο ο πελάτης υπέγραφε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο προς χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο ο ίδιος διάλεγε, συμφώνως των γραφείων που η ενάγουσα συνεργαζόταν, και διεκπεραίωνε τις εντολές μαζί τους τις οποίες το χρηματιστηριακό γραφείο, με βάση το πληρεξούσιο που είχε, απέστελλε στην τράπεζα τις συναλλαγές που είχε κάμει ο πελάτης. Το χρηματιστηριακό γραφείο ήταν υπεύθυνο σε συνεργασία με τον πελάτη να εκτελούνται οι οδηγίες του για αγοραπωλησία αξιών τις οποίες ενημέρωνε την τράπεζα με σχετική εξουσιοδότηση για να προβεί η τράπεζα, είτε σε χρέωση, είτε σε πίστωση του λογαριασμού αναλόγως της περίπτωσης. Ο ρόλος της τράπεζας ήταν να παίρνει τις εξουσιοδοτήσεις (Contract Notes) από το χρηματιστηριακό γραφείο, με τις οποίες τους κοινοποιούνταν οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Στη συνέχεια έλεγχαν την ορθότητα τους με βάση τα αντίγραφα των εξουσιοδοτήσεων αυτών (Contract Notes).
  40. Ήταν θέμα του πελάτη τι μετοχές θα αγόραζε ή θα πωλούσε σε μια δεδομένη στιγμή. Ο πελάτης έδινε εντολές στο χρηματιστηριακό γραφείο και, μετά την εκτέλεση των εντολών, το χρηματιστηριακό γραφείο, με σχετική εξουσιοδότηση προς την ενάγουσα, έδινε εντολή για να προβεί η τράπεζα σε χρέωση ή πίστωση, ανάλογα με τις συναλλαγές που γίνονταν.
  41. Ο εναγόμενος τον ουσιώδη χρόνο ήταν Διευθυντής Πίστεως της ενάγουσας Τράπεζας και είχε την κατ' αρχή επίβλεψη του Σχεδίου ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ. Ο εναγόμενος γνώριζε απόλυτα τον τρόπο λειτουργίας και διεκπεραίωσης του συγκεκριμένου σχεδίου αφού με τη δική του βοήθεια συνετάχθησαν, σε συνεργασία με τους νομικούς συμβούλους της τράπεζας, τα έγγραφα λειτουργίας του σχεδίου και, επίσης, μεταγενέστερα παρακολουθούσε την όλη εξέλιξη και λειτουργία του σχεδίου, σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του. Για τις χρηματοδοτήσεις του σχεδίου, αρμόδια διεύθυνση ήταν η Διεύθυνση Πίστης της οποίας προϊστατο ο εναγόμενος. Ο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ τέθηκε κάτω από την επίβλεψη αυτής της Διεύθυνσης εφόσον ήταν μια μορφή παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Μ.Ε.1 είχε άμεση και συνεχή συνεργασία με τον εναγόμενο και πριν ο τελευταίος αποχωρήσει από την τράπεζα έπαιρνε οδηγίες από αυτόν. Η εμπλοκή της στον ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ ήταν από το 1996, ως απλή υπάλληλος υφιστάμενη του εναγομένου. Η Μ.Ε.1, από τις 15.1.99 που ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, ήταν προϊσταμένη της Υπηρεσίας ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ.
  42. Ο εναγόμενος απεχώρησε από την Τράπεζα στις 15.10.
  43. Ήταν ενήμερος των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής Πίστης, εφόσον αυτές πήγαιναν κοντά του για περαιτέρω χειρισμό. Η πρώτη εγκύκλιος είναι ημερ. 12.7.99 και η τελευταία 28.7.
  44. Συγκεκριμένα, οι εγκύκλιοι που απεστάλησαν από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στην ενάγουσα ήταν με χρονολογική σειρά οι ακόλουθες: - Η πρώτη εγκύκλιος ημερ. 12.7.99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(ζ)) - Η δεύτερη εγκύκλιος ημερ. 12.10.99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(στ)) - Η τρίτη εγκύκλιος ημερ. 24.11.99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(ε)) - Η τέταρτη εγκύκλιος ημερ. 29.11.99 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(δ)) - Η πέμπτη εγκύκλιος ημερ. 5.1.00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(α)) - Η έκτη εγκύκλιος ημερ. 15.3.00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(γ)) - Η έβδομη εγκύκλιος ημερ. 28.7.00 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12(β))
  45. Ο εναγόμενος λάμβανε καταστάσεις του λογαριασμού του σε μηνιαία βάση και, ανά πάσα στιγμή, ένας πελάτης, όπως ήταν ο εναγόμενος, μπορούσε να ζητήσει ενημέρωση για τα υπόλοιπα και την αξία των εξασφαλίσεων που ήταν δεσμευμένα προς όφελος της Τράπεζας. Για το σκοπό αυτό η Υπηρεσία ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗ διατηρούσε συγκεκριμένο πρόγραμμα.
  46. Ο εναγόμενος είχε πρόσβαση σε αυτό και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του δεν ήταν το πραγματικό. Το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου στις 30.11.02, με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13, ήταν Λ.Κ.67.967,
  47. Ο λογαριασμός του εναγόμενου τερματίστηκε στις 15.7.
  48. Η ενάγουσα Τράπεζα, στη διάρκεια του λογαριασμού αυτού, ουδέποτε έδωσε στον εναγόμενο οποιαδήποτε εγγύηση ότι δεν θα χάσει τα χρήματα του ή ότι θα τα αυξήσει. Η Τράπεζα, απλώς, παρείχε στον εναγόμενο ένα τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίο ο ίδιος με αποκλειστικά δική του ευθύνη χρησιμοποιούσε για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Σε καμία περίπτωση η Τράπεζα τον παρότρυνε να αγοράσει συγκεκριμένες μετοχές. Ουδέποτε η Τράπεζα τον συμβούλευσε σε σχέση με το θέμα αυτό και ούτε είχε τη δυνατότητα να παρέχει τέτοιου είδους υπηρεσίες. Η Τράπεζα σε καμιά περίπτωση δεν προέβαινε σε διαχείριση χαρτοφυλακίου. Η βασική διαχείριση και διεκπεραίωση αξιών γινόταν από τα χρηματιστηριακά γραφεία που είχαν την ευθύνη της παρακολούθησης αξιών και άσκησης δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτές. Οι χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό του πελάτη γίνονταν ανάλογα με τις εντολές που ο πελάτης έδινε στο χρηματιστηριακό γραφείο.
  49. Η Τράπεζα σε τακτά χρονικά διαστήματα απέστελλε επιστολές προς πελάτες κοινοποιώντας ότι το ύψος εξασφάλισης είχε μειωθεί σε τέτοιο σημείο που θα έπρεπε να προσκομίσει νέες εξασφαλίσεις ώστε να διατηρούνται τα ποσοστά που αναφέρονται στη σύμβαση. Όσον αφορά την υπέρβαση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό με επιστολές ζητούσε από τον πελάτη να επαναφέρει το υπόλοιπο του στα εγκεκριμένα όρια. Αυτό έγινε και στην περίπτωση του εναγομένου στον οποίο στάληκαν από την ενάγουσα επιστολές με τις οποίες πληροφορείτο ότι το ύψος των εξασφαλίσεων που αφορούσαν τις εκχωρημένες αξίες είχε περιοριστεί, με βάση τις τρέχουσες τιμές του ΧΑΚ, πιο κάτω από την υφιστάμενη οφειλή του και παρακαλείτο να φροντίσει για τη συμπλήρωση των εξασφαλίσεων με την εκχώρηση νέων αξιών και/ή την πραγματοποίηση κατάθεσης στο λογαριασμό του ανάλογου ύψους, προκειμένου να καλυφθεί πλήρως η οφειλή του και να υπάρξει το συμφωνημένο περιθώριο ασφάλειας του λογαριασμού του (δέστε ΤΕΚΜΗΡΙΑ 11(α), 11(β), 11(γ), 11(δ), 11(ε), 11(στ), 11(ζ), 11(η), 11(θ)).
  50. Ο τόκος ήταν σύμφωνα με το τι αποφάσιζε η Τράπεζα για το εν λόγω σχέδιο σε ποσοστό χρέωσης σε συνάρτηση με τις αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου ένεκα των φιλελευθεροποιήσεων του επιτοκίου στο τραπεζικό σύστημα. Ο τόκος κοινοποιείτο στον πελάτη κατά την υπογραφή του συμβολαίου και μετέπειτα με δημοσίευση στον τύπο για αλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί όσον αφορά το επιτόκιο. Η ενάγουσα δημοσίευσε στον ημερήσιο τύπο όλες τις αλλαγές που αφορούσαν το επιτόκιο (Δέστε ΤΕΚΜΗΡΙΑ 41-51).
  51. Ο τόκος που επιβαλλόταν ήταν βάσει της συμφωνίας μέχρι τη φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου 1.1.01 και η κεφαλαιοποίηση τους γινόταν δύο φορές το χρόνο. Ο τόκος επιβαλλόταν σε ημερήσια βάση πάνω στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Η μέρα υπολογισμού του τόκου και η ημερομηνία που θα κεφαλαιοποιείτο ο τόκος στο υπόλοιπο του λογαριασμού περιγράφεται ως «value date». Από 1.1.2001 αυξήθηκε το επιτόκιο σε 9%. Δεν ήταν όμως σταθερό και εξαρτάτο από τη νομισματική πολιτική για τα επιτόκια και την ισχύουσα νομοθεσία. (Δέστε ΤΕΚΜΗΡΙΑ 41-51).
  52. Το Σχέδιο ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ χρέωνε 1% δικαίωμα διαχείρισης επί των αγορών που έκαμνε ο πελάτης με μίνιμουμ 2% το χρόνο πάνω στο όριο που του είχε παραχωρηθεί, το οποίο με το τέλος του 2000 καταργήθηκε λόγω φιλελευθεροποίησης των επιτοκίων. Το 1% επιβάλλετο μόνο πάνω στις αγορές και όχι στις πωλήσεις που έκαμνε ο πελάτης. Αυτό περιλαμβανόταν σε έγγραφο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18) το οποίο είχε δοθεί στον εναγόμενο κατά την υπογραφή των σχετικών εγγράφων και γνώριζε ότι τα έξοδα του ήταν Λ.Κ.30.- δικαίωμα αίτησης, το ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης που αναφέρθηκε πιο πάνω και τα τέλη χαρτοσήμανσης. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 ήταν μέρος του Σχεδίου ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ και δινόταν σε οποιοδήποτε πελάτη υπέγραφε τα έγγραφα για άνοιγμα λογαριασμού. Πριν το άνοιγμα λογαριασμού, γινόταν επεξήγηση για τους όρους λειτουργίας, παρόλον που ήταν καταγραμμένοι και των εξόδων που θα χρεωνόταν ο λογαριασμός εφόσον άνοιγε και λειτουργούσε σύμφωνα με τους όρους.
  53. Η κατάσταση λογαριασμού που αποστέλλετο στον πελάτη ήταν με βάση τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο λογαριασμό του. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 39 διαφέρουν ως προς τον τρόπο παρουσίασης και γι' αυτό υπάρχει διαφορά στις ημερομηνίες. Η χρέωση γινόταν κοντά στην ημερομηνία της συναλλαγής λόγω καθυστερήσεων από τα χρηματιστηριακά γραφεία και, συγκεκριμένα, όταν γινόταν αγορά μετοχών η χρέωση εγίνετο μια μέρα πριν την αγορά των μετοχών (settlement date), ενώ όταν γινόταν πώληση των μετοχών η πίστωση γινόταν την επομένη της τρίτης εργάσιμης μέρας μετά τη διενέργεια των συναλλαγών (Τ+3) (settlement date). ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή είναι, πιστεύω, τα ακόλουθα:- Α. Κατά πόσο το ποσό που η ενάγουσα διεκδικεί έχει αποδειχθεί ότι είναι το πραγματικά οφειλόμενο. Β. Κατά πόσο η ενάγουσα είχε υποχρέωση και/ή καθήκον να λάβει μέτρα για περιορισμό της ζημιάς της, όπως π.χ. με την πώληση των μετοχών του εναγομένου. Γ. Ποια ήταν η σημασία των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και ποιες οι επιπτώσεις σε περίπτωση που διαφανεί ότι δεν εφαρμόστηκαν στην σχέση της ενάγουσας με τον εναγόμενο. Συγκεκριμένα, κατά πόσο οι εγκύκλιοι συνιστούσαν την εκφρασθείσα από την Κεντρική Τράπεζα δημόσια πολιτική (public policy) στους επενδυτικούς λογαριασμούς με αποτέλεσμα, τυχόν παράβαση τους, να οδηγεί σε ακύρωση της επίδικης συμφωνίας και αδύνατη την εκτέλεση της λόγω καταστρατήγησης της δημόσιας πολιτικής. Για τα πιο πάνω επίδικα θέματα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με τις οποίες ανέλυσαν τόσο την προσαχθείσα μαρτυρία όσο και τα νομικά ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Θα αναφερθώ στις εισηγήσεις τους και την επιχειρηματολογία τους κατά την εξέταση των επίδικων θεμάτων που ακολουθεί. ΠΡΩΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ Η συμφωνία μεταξύ των μερών είναι παραδεκτή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) όσο και το άνοιγμα και η λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού, όπως φαίνεται εξ άλλου από τα παραδεκτά γεγονότα που παραθέσαμε πιο πάνω. Τα ουσιώδη για την απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου τεκμήρια είναι, κατά την άποψη μου, τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13, 39 και
  54. Αναφερθήκαμε σε αυτά στο στάδιο που γινόταν αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 και του εναγόμενου. Έχουμε ήδη πει ότι οι συναλλαγές που καταγράφονται και καταχωρούνται στα τεκμήρια αυτά είναι οι ίδιες και, εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Εξηγήσαμε, επίσης, ότι ο τρόπος παρουσίασης των σχετικών καταχωρήσεων διαφέρει και δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε αυτά που λέχθηκαν στο στάδιο της αξιολόγησης σχετικά με το ζήτημα αυτό. Προέκυψε, επίσης, ότι ο εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει τις καταστάσεις λογαριασμού που του είχαν αποσταλεί και, επαναλαμβάνω, σε κανένα στάδιο αμφισβήτησε τις συναλλαγές που αυτές αφορούσαν. Είναι σημαντικό εδώ να προσθέσουμε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν όλες οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις («contract notes») (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 38) από τα χρηματιστηριακά γραφεία με τα οποία συνεργαζόταν ο εναγόμενος για σκοπούς χρέωσης και πίστωσης του λογαριασμού του. Στη συνέχεια, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ στους σχετικούς όρους της επίδικης σύμβασης που αφορούν το θέμα του τόκου και των διαφόρων εξόδων ή δικαιωμάτων που θα επιβαρύνετο ο επενδυτής. Ξεκινώ από τον όρο 4 ο οποίος διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ότι όλες οι διευκολύνσεις θα επιβαρύνονται με τόκο προς 8,5% ετησίως πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και ή κανονιστικές ρυθμίσεις. Θα αναφερθώ, επίσης, στον όρο 13 ο οποίος διαλαμβάνει ότι όλα τα έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες οποιουδήποτε είδους που έχουν δημιουργηθεί ή θα δημιουργηθούν, άμεσα ή έμμεσα ως συνέπεια των βάσει του σχεδίου πιστωτικών διευκολύνσεων θα βαρύνουν τον επενδυτή και θα καταλογίζονται σε αυτόν από την Τράπεζα. Σχετικός είναι και ο περί Ελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου Νόμου, Νόμος 160/99, και ειδικότερα το άρθρο 3

(1)(γ) που διαλαμβάνει τα εξής: «Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στον χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή.» Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 παρουσιάστηκε σαν τραπεζικό βιβλίο δυνάμει του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Το εδάφιο
(1)του Άρθρου 22 προνοεί πως: «22
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ΄ αυτό.» Στα εδάφια
(2)και
(3)που ακολουθούν τίθεται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Από τη μαρτυρία της κας Παντελίδου, η οποία όπως φαίνεται ανωτέρω κρίθηκε στο σύνολο της αξιόπιστη, προέκυψε ότι οι χρεοπιστώσεις που γίνονταν ως αποτέλεσμα των συναλλαγών του εναγομένου καταχωρούνταν στο λογαριασμό του και στο χρόνο καταχώρισης αυτό ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας, οι δε καταχωρίσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Προέκυψε, ακόμη, ότι το βιβλίο αυτό είναι υπό τη φύλαξη και έλεγχο της Τράπεζας και ότι βρίσκεται σε ηλεκτρονική μορφή. Τέλος, προέκυψε ότι η Μ.Ε.1 έχει συγκρίνει το βιβλίο αυτό με τις αρχικές καταχωρίσεις και διαπίστωσε ότι ήταν ορθό, προσθέτοντας ότι ήταν η ίδια που τύπωσε και σύγκρινε τις καταχωρίσεις του εν λόγω εγγράφου με αυτές που έγιναν αρχικά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 22 έχουν αποδειχθεί και, ως αποτέλεσμα, στην υπό εξέταση υπόθεση, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 θεωρείται ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτό. Κατά την άποψη μου, το άρθρο αυτό δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο το οποίο εγείρεται ως φυσική συνέπεια των βασικών γεγονότων που έχουν ήδη αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία. Ως τέτοιο αποτελεί, όπως είναι πάγια νομολογημένο, μηχανισμό που υποβοηθεί το διάδικο στη δίκη να αντιστρέψει το βάρος της απόδειξης. Η δε συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου τούτο εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του ή για να το εξηγήσει.[3] Όπως επεξηγείται ο όρος τεκμήριο στο Αγγλικό Σύγγραμμα A practical approach to EVIDENCE, Peter Murphy, στη σελίδα 456: «As we have seen, a presumption requires two things: (
  1. a)that a certain primary fact shall be proved; and (
  2. b)that on proof of the primary fact, a presumed fact shall thereupon be taken to have been proved, in the absence of evidence to the contrary..» Να πω και κάτι άλλο σε σχέση με το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Είναι ταυτόσημο με το Άρθρο 3 του BANKERS´ BOOKS (EVIDENCE) ACT, 1879, που, σύμφωνα με τη νομολογία μας πριν τη θέσπιση του νέου Νόμου, εφαρμόζετο στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 3 του ΚΕΦ.9. Το Άρθρο 3 του ΒΑΝΚΕRS´ BOOK (EVIDENCE) ACT 1879, ερμηνεύθηκε τόσο σε Αγγλική νομολογία όσο και σε δική μας νομολογία. Προκύπτει δε ότι με το άρθρο αυτό δημιουργείτο εξαίρεση στον εξ ακοής αποκλειστικό κανόνα, όχι μόνο γιατί επιτρέπετο η προσαγωγή του αντιγράφου για την απόδειξη των πρωτότυπων καταχωρίσεων, αλλά, κυρίως, γιατί η παρουσίαση των καταχωρίσεων αποτελούσε απόδειξη των συναλλαγών στις οποίες αναφέροντο.[4] Για τους λόγους που θα διαφανούν και στη συνέχεια το μαχητό τεκμήριο το οποίο δημιούργησε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 τελικώς δεν έχει αντικρουστεί από την Υπεράσπιση με την προσκόμιση μαρτυρίας που να το ανατρέπει ή να το διαφοροποιεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε βαθμό. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ο κος Ιακώβου, εκ μέρους του εναγομένου, υπέβαλε εισηγήσεις για την αφαίρεση συγκεκριμένων ποσών από το ποσό που η Ενάγουσα διεκδικεί με την παρούσα αγωγή, ως εξής: - ΛΚ3.340 το οποίο αντιπροσωπεύει ανατοκισμούς. - ΛΚ2500 ως ποσό που αντιπροσωπεύει τη διαφορά του επιτοκίου που υπελόγισε σε 1% ετησίως για 5 χρόνια. - ΛΚ2668 το οποίο αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα του 1% με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 και - ΛΚ945 ως ποσό που αντιπροσωπεύει τους τοκισμούς και ανατοκισμούς των δικαιωμάτων αυτών. Ακόμη, ο κος Ιακώβου προέβη σε κάποιους υπολογισμούς για να υποστηρίξει ότι το επιτόκιο που χρεώνετο ήταν μεγαλύτερο από 8% δίδοντας κάποια παραδείγματα από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13. Πρέπει εξ αρχής να επισημάνω ότι για όλα τα πιο πάνω, με την εξαίρεση των δικαιωμάτων του 1%, ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, η οποία να υποστηρίζει με δεδομένα και στοιχεία τη θέση ότι κάποια συγκεκριμένα ποσά αποτελούν ανατοκισμούς ή διαφορά στο επιτόκιο για να δικαιολογείται η αφαίρεση τους από το ποσό που η Ενάγουσα διεκδικεί. Το ζήτημα αυτό συνιστά καθαρά θέμα γεγονότων και, συνεπώς, αν η Υπεράσπιση ήθελε να εισηγηθεί ότι συγκεκριμένα ποσά έχουν παράνομα συμπεριληφθεί στο λογαριασμό του εναγομένου και ότι, επομένως, θα έπρεπε να αφαιρεθούν, όφειλε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με μαρτυρία να τα αποδείξει και όχι να έρχεται στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και να κάνει υπολογισμούς και διάφορες μαθηματικές πράξεις για να καθορίσει το ποσό που θεωρεί ότι παράνομα έχει ο εναγόμενος επιβαρυνθεί. Μάλιστα, πρέπει εδώ να τονίσω ότι, εκτός του ότι η Υπεράσπιση δεν παρουσίασε κατά το στάδιο της ακρόασης συγκεκριμένα στοιχεία για το πιο πάνω ζήτημα, ούτε αυτά που αναφέρονται στην τελική αγόρευση της Υπεράσπισης - δέστε σελίδες 23, 24 και 25 - τέθηκαν στην αντίδικη πλευρά για να μπορεί να θέσει τη δική της εκδοχή και να τα σχολιάσει, με εξαίρεση το θέμα των δικαιωμάτων του 1% για τα οποία ρωτήθηκε η κα Παντελίδου και κλήθηκε να τα προσδιορίσει στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13. Οι μόνες αναφορές που έγιναν από την Υπεράσπιση κατά το στάδιο της ακρόασης και, συγκεκριμένα, από τον πιο βασικό της μάρτυρα, που ήταν ο εναγόμενος, ήταν γενικές και αόριστες, χωρίς παράθεση συγκεκριμένων και απτών στοιχείων και αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά που κακώς, κατά την εισήγηση της Υπεράσπισης, επιβλήθηκαν. Θεωρώ εδώ αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιες τις αναφορές που ο εναγόμενος έκανε στη γραπτή του κατάθεση (ΕΓΓΡΑΦΟ 1) για το θέμα αυτό, για να διαφανεί καλύτερα αυτό που αναφέρθηκε ανωτέρω. Παραπέμπω στις σελίδες 15 και 16 και παραθέτω τις ακόλουθες περικοπές: - «......τα αποτελέσματα του λογαριασμού μου αλλοιώνονταν πάντα εις βάρος μου και όχι της τράπεζας.» - «Η τήρηση του λογαριασμού μου από την Τράπεζα είναι παντελώς λανθασμένη.....» - «.....οι χρεώσεις αυτές από την ημέρα που επιβάλλοντο ετοκίζοντο με επιτόκιο 8,5%, κάθε τριμηνία εκεφαλοποιούντο μαζί με τους επιβληθέντες τόκους, την επόμενη τριμηνία ανατοκίζονταν, με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται δραστικά το προκύπτον υπόλοιπο.» - «Όλο το ανωτέρω σκηνικό δημιουργεί κατά τη γνώμη μου μια καταθλιπτική εικόνα για την ορθότητα και νομιμότητα του λογαριασμού μου, όπως περιγράφεται στο τεκμήριο 13. Φυσικά ωφελημένη από αυτήν την κατάσταση είναι η Τράπεζα για πολλές χιλιάδες λίρες, το ακριβές ποσό επιφυλάττομαι να το υπολογίσω. (δικές μου υπογραμμίσεις). Να πω και κάτι άλλο. Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στις τελικές αγορεύσεις από την Υπεράσπιση για υπερχρεώσεις και/ή παράνομες χρεώσεις για συγκεκριμένα ποσά, δεν καλύπτονταν από τα δικόγραφα και ούτε, όπως επισημάναμε, υποστηρίζονταν από μαρτυρία. Θεωρώ εδώ αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιο μέρος της παραγρ.9 της Υπεράσπισης στην οποία, αφού ο εναγόμενος απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ67.968,29, περιλαμβανομένων των τόκων μέχρι 30.11.2002, ισχυρίζεται και τα εξής: «.....οι Ενάγοντες κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, διενεργούσαν χρεώσεις στο λογαριασμό του που δεν είχαν συμφωνηθεί, όπως προμήθειες, έξοδα και δικαιώματα κ.α. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι χρεώσεις αυτές δεν εδικαιολογούντο είτε για το ύψος τους, είτε για την προέλευση τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι γινόμενες χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό του εγένοντο σε λανθασμένες ημερομηνίες, με τρόπο και με πρόθεση να διογκώσουν το λογαριασμό του. Ο εναγόμενος, επιφυλάσσεται να παρουσιάσει κατά την δικάσιμο, πλήρεις και αναλυτικές λεπτομέρειες του λογαριασμού, από τις οποίες θα επιβεβαιωθούν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του και θα προκύψει ότι το αναφερόμενο στην 12η παράγραφο ποσό θα έπρεπε να είναι κατά πολύ χαμηλότερο.» Όπως τονίσθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ηλίας Τσιακλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Π.Ε.11616/14.6.05, από τον Δικαστή Π. Αρτέμη: «Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης και την απαίτηση αυτή καθ΄ εαυτή, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ισχυρισμούς του εφεσείοντα για ορισμένα ποσά που, κατά την εισήγηση του έπρεπε να αφαιρεθούν από το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού του, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα.......» (δικές μου υπογραμμίσεις). Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση στις σελίδες 5 και 6 του δακτυλογραφημένου κειμένου, αναφέρθηκαν και τα εξής σχετικά: «Περαιτέρω, κρίνουμε, ότι η θέση του Δικαστηρίου πως οι σχετικοί με τα ποσά τα οποία ζητούσε ο εφεσείων να αφαιρεθούν ισχυρισμοί δεν ήταν δικογραφημένοι, ήταν σωστή. Η θέση του εφεσείοντα ότι καλυπτόταν το θέμα από τους γενικούς ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης, δεν είναι ορθή. Καμμία ειδική αναφορά στο θέμα δεν έγινε στα δικόγραφα, αλλά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε προφορική ή άλλη μαρτυρία εκ μέρους του εφεσείοντα-εναγομένου, που να υποστηρίζει τη θέση αυτή. Έτσι δε χωρεί επέμβαση μας στο εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη τράπεζα απέδειξε την υπόθεση της αναφορικά με το οφειλόμενο από τον εφεσείοντα ποσό, όπως προέκυπτε από το Τεκμήριο 52.» Είναι, επομένως, η κατάληξη μου, με εξαίρεση το θέμα των δικαιωμάτων διαχείρισης για 1%, ότι ο εναγόμενος με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς του για λανθασμένη τήρηση του λογαριασμού του από την Ενάγουσα και επιβολή χρεώσεων που δεν θα έπρεπε να επιβληθούν, χωρίς, ταυτόχρονα, να προσκομίζει οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία για τα ποσά που, κατά την εκδοχή του, δεν θα έπρεπε να επιβαρυνθεί ο λογαριασμός του, διαχωρίζοντας τα με αυτό τον τρόπο από το υπόλοιπο ποσό που αξιώνεται, δεν έχει καταφέρει να αμφισβητήσει τις καταχωρήσεις που έγιναν στο λογαριασμό του και το ποσό που η Ενάγουσα διεκδικεί. Ο εναγόμενος όφειλε να δώσει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες που να επεξηγούν τη δική του εκδοχή ως προς το πραγματικά οφειλόμενο ποσό και να διαχωρίσει εκείνο το ποσό που, κατά τον ισχυρισμό του, προκύπτει κατά λανθασμένο τρόπο από το υπόλοιπο ποσό παραθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία, ως και τους σχετικούς υπολογισμούς που διενήργησε για να καταλήξει στο οποιοδήποτε ποσό που, κατά την εκδοχή του, θα έπρεπε να αφαιρεθεί από αυτό που η Ενάγουσα αξιώνει. Ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω ότι εγείρεται θέμα σε σχέση με την επιβολή από την Ενάγουσα δικαιωμάτων διαχείρισης ύψους 1% επί των αγορών με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18. Δεν θεωρώ αναγκαίο να υπεισέλθω στη συζήτηση του θέματος κατά πόσο η χρέωση αυτή εμπίπτει ή όχι στον όρο 13 της επίδικης σύμβασης και, αν επομένως, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 18 αποτελεί τον ρητό καθορισμό των δικαιωμάτων δυνάμει του όρου αυτού, ή κατά πόσο αποτελεί μέρος της συμφωνίας, έστω και αν κριθεί ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στο κείμενο αυτής. Κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας ίσχυε το άρθρο 3 του περί Τόκου Νόμου του 1977, (Νόμος 2/77) που προέβλεπε ότι το επιτόκιο σε οποιοδήποτε χρέος δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% ετησίως.[5] Σύμφωνα με το άρθρο 5, κάθε παράβαση του άρθρου 3 (ανωτέρω), συνιστά ποινικό αδίκημα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «"επιτόκιον" σημαίνει μονάδα υπολογισμού του τόκου.» και «"Tόκος" σημαίνει την αμοιβήν ή αποζημίωσιν δια την χρήσιν ή διακράτησιν υφ΄ ενός προσώπου χρηματικού κεφαλαίου ανήκοντος ή οφειλομένου εις έτερον πρόσωπον και οιονδήποτε ποσόν, υπό μορφήν δικαιώματος, επιβαρύνσεως ή εξόδων ή οιανδήποτε άλλην μορφήν, πέραν του κεφαλαίου, πληρωτέον εις τον δικαιούχον του χρηματικού κεφαλαίου επ΄ ανταλλάγματι ή εν σχέσει προς την χρήσιν ή διακράτησιν του χρηματικού κεφαλαίου, αλλά δεν περιλαμβάνει ποσά άτινα νομίμως επιβάλλονται συμφώνως προς τας διατάξεις του περί Τοκιστών Νόμου του 1962 ή συμφώνως προς τας διατάξεις του περί Ελέγχου Ενοικιαγοράς και Πωλήσεως επί Πιστώσει και Μισθώσεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1966 υπό τινός τοκιστού ή διαθέτου, αναλόγως της περιπτώσεως, δια ενοίκια και δικαιώματα ενοικιαγοράς, έξοδα επιβαρύνσεις ή δαπάνας.» (δική μου υπογράμμιση) Συνάγεται, πως αν σε συγκεκριμένη συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, όπως η επίδικη, όπου ισχύουν οι προμνησθείσες περί τόκου διατάξεις, ο πιστωτής χρεώσει το χρεώστη με τόκο 9% ετησίως και πέραν αυτού και με οποιοδήποτε άλλο ποσό υπό μορφή εξόδων, π.χ. μελέτης ή πραγματικών εξόδων κλπ, αυτές οι χρεώσεις θα ισοδυναμούν με χρέωση τόκου πέραν του 9% ετησίως και θα είναι παράνομες. Με άλλα λόγια, εφόσον χρεωνόταν στην υπό εξέταση υπόθεση τόκος 9% ετησίως οιαδήποτε άλλη χρέωση υπό τον μανδύα των εξόδων διαχείρισης επί του ορίου του λογαριασμού του εναγομένου ή δικαιώματος πάνω στη συνολική κίνηση του λογαριασμού, θα ισοδυναμούσε με συνολική επιβάρυνση πέραν του 9% ετησίως και θα ήταν παράνομη. Αν όμως για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν το συμφωνηθέν επιτόκιο είναι χαμηλότερο του 9%, παρέχεται δυνατότητα νόμιμης χρέωσης εξόδων μελέτης κλπ, εφόσον το ποσό της χρέωσης μαζί με τους τόκους δεν θα υπερβαίνουν ποσοστό 9% ετησίως του κεφαλαίου. Έχει νομολογηθεί ότι η ύπαρξη παρανομίας δεν οδηγεί αναπόφευκτα, στην ακυρότητα της όλης σύμβασης από την αρχή αλλά η παρανομία δυνατόν να επηρεάζει μόνο μέρη της συναλλαγής που βασίζεται η σύμβαση και αυτά τα μέρη να διαχωρίζονται χωρίς να επηρεάζεται το υπόλοιπο μέρος. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι οποιεσδήποτε ανεπίτρεπτες χρεώσεις οι οποίες εντοπίζονται σε μια συμφωνία, δεν προσδίδουν παράνομο χαρακτήρα στη συμφωνία αλλά θα πρέπει να αφαιρούνται επιφέροντας ανάλογη μείωση της σχετικής αξίωσης.[6] Έτσι, η χρέωση τόκου πέραν του επιτρεπόμενου ορίου επιτοκίου το οποίο ίσχυε πριν τη θέσπιση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160
(1)/99 (που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.12.99), ο οποίος και κατήργησε τον περί Τόκου Νόμο 2/77, είναι παράνομη και στην έκταση που η απαίτηση υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο στον ουσιώδη χρόνο, αυτή δεν είναι ανακτήσιμη. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, είναι η κρίση μου ότι η επιβολή δικαιωμάτων διαχείρισης που υπερέβαιναν το ποσοστό του 9% ετησίως είναι παράνομη και, ως τέτοια, μη ανακτήσιμη. Το Δικαστήριο για να υπολογίσει το ποσό των δικαιωμάτων διαχείρισης από της έναρξης της λειτουργίας του λογαριασμού του εναγομένου μέχρι και το τέλος του 2000, που, με βάση τα ευρήματα που κατεγράφησαν ανωτέρω, καταργήθηκαν με το τέλος του 2000, λόγω της φιλελευθεροποίησης των επιτοκίων, στηρίχθηκε στα όσα καθορίσθηκαν ως τέτοια από τη Μ.Ε.1 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της. Συγκεκριμένα, η Μ.Ε.1, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων του συνηγόρου Υπεράσπισης προσδιόρισε στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 τις χρεώσεις του 1% επί των αγορών που είχε κάνει ο Εναγόμενος στον ουσιώδη χρόνο. Επισημαίνω εδώ ότι το Δικαστήριο, από το οποίο μόνο απλές μαθηματικές πράξεις μπορεί να αναμένονται, προς το σκοπό υπολογισμού του συνολικού ποσού των δικαιωμάτων διαχείρισης έχει προσθέσει τα σχετικά ποσά που υπεδείχθησαν από τη Μ.Ε.1 μέχρι τέλος του 2000, μέχρι τη σελίδα 11 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 13 και τα οποία (αν η πρόσθεση του Δικαστηρίου είναι ορθή) ανέρχονται στο ποσό των ΛΚ1.948,
  1. Εφόσον, όμως, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, στην επίδικη σύμβαση το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν χαμηλότερο του 9% και συγκεκριμένα 8,5%, παρέχεται η δυνατότητα νόμιμης χρέωσης δικαιωμάτων διαχείρισης κτλ, εφόσον το ποσό της χρέωσης μαζί με τους τόκους δεν θα υπερβαίνει ποσοστό 9% ετησίως του κεφαλαίου. Έτσι και εδώ μπορεί νόμιμα να υπάρξει χρέωση για το 0,5% και άρα το ποσό που, τελικώς, στην προκειμένη υπόθεση, δεν είναι ανακτήσιμο είναι το ήμισυ του ποσού των ΛΚ1.948,04, ήτοι ΛΚ974.
  2. Το Δικαστήριο αδυνατεί να υπολογίσει οποιοδήποτε τόκο επιβλήθηκε επί των δικαιωμάτων διαχείρισης, εφόσον ουδεμία μαρτυρία έχει προσαχθεί προς απόδειξη οποιουδήποτε τέτοιου ποσού, και ούτε, ασφαλώς, είναι για το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιεσδήποτε πολύπλοκες λογιστικές πράξεις. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προσδιοριστεί μόνο με την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας η οποία θα κρινόταν, προηγουμένως, ως αξιόπιστη. Συνεπώς, το ποσό που κρίνεται ως μη ανακτήσιμο περιορίζεται στο ποσό των ΛΚ974.02, το οποίο και θα αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό που οι ενάγοντες αξιώνουν στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά το επιτόκιο που επιβαλλόταν από την Ενάγουσα μετά την 1.1.01 που ο Νόμος 160
(1)/99 τέθηκε σε ισχύ, θεωρώ ότι η Ενάγουσα ενήργησε με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, δικαίωμα που της παρείχετο συμφώνως του όρου 4 της επίδικης σύμβασης στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω και το οποίο, υπενθυμίζω, διαλαμβάνει ότι όλες οι διευκολύνσεις, θα επιβαρύνονται με τόκο προς 8,5% ετησίως πάνω στα ημερήσια υπόλοιπα ή «προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις.» Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε. 11694/17.6.05, όπου ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μ. Φωτίου αναφέρθηκε στην αναδρομική ισχύ του Ν. 160
(1)/99 σε υφιστάμενα δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις από την 1.1.01 και στο θέμα της γνωστοποίησης στον πελάτη περί της διαφοροποίησης του επιτοκίου, δικαίωμα το οποίο, υπογράμμισε ο έντιμος Δικαστής, προέκυπτε από τη συμφωνία που ίσχυε σ΄ εκείνη την περίπτωση. Στην παρούσα υπόθεση υπήρξε, όπως ήταν και το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου, δημοσίευση από μέρους της Ενάγουσας Τράπεζας στον ημερήσιο τύπο όλων των αλλαγών που αφορούσαν το επιτόκιο (Δέστε ΤΕΚΜΗΡΙΑ 41 μέχρι 51 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων). Υπάρχει ακόμη κάτι το οποίο πρέπει να επισημανθεί και αποτέλεσε συγκεκριμένη εισήγηση του κ. Χριστοδούλου εκ μέρους της Ενάγουσας. Ο κ. Χριστοδούλου υποστήριξε ότι στην Υπεράσπιση του εναγομένου δεν εγείρεται θέμα παραβίασης του περί Τόκου Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται να την προβάλλει. Είναι νομολογημένο ότι διάδικος ο οποίος επιθυμεί να εγείρει την παρανομία ως υπεράσπιση θα πρέπει, με βάση τη Δ.19 θ.13[7], των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, να αναφέρει στις έγγραφες του προτάσεις γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία. Όπου, ωστόσο, τα γεγονότα τα οποία καθιστούν τη συμφωνία παράνομη έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να αρνηθεί να εφαρμόσει την παράνομη συμφωνία ανεξάρτητα από την έγερση του ζητήματος της παρανομίας από τους διαδίκους.[8] ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ Θα συνοψίσω τις βασικές θέσεις των συνηγόρων σε σχέση με το δεύτερο επίδικο θέμα που αφορά το κατά πόσο η ενάγουσα είχε υποχρέωση και/ή καθήκον να λάβει μέτρα για περιορισμό της ζημιάς της. Ο κ. Ιακώβου υποστήριξε ότι μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου δημιουργήθηκε μια συμβατική σχέση με βάση την οποία παρεχωρήθη στον εναγόμενο πιστωτικό όριο Λ.Κ.50.000 για αγορά μετοχών το οποίο συνεφωνήθη όπως εξασφαλιστεί με τον τρόπο που αναφέρεται στη συμφωνία και παρέπεμψε σε σχετικούς όρους. Ένεκα του γεγονότος, συνέχισε, ότι ο εναγόμενος αφέθη ανεξέλεγκτα να διενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές αλλά και ένεκα της κάθετης πτώσης του χρηματιστηριακού δείκτη που ακολούθησε το συμφωνηθέν περιθώριο ασφαλείας έπαψε να υφίσταται με αποτέλεσμα στις 15.7.02 οι ενάγοντες να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού. Οι ενάγοντες σ' όλη αυτή την περίοδο μέχρι και του τερματισμού, δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο για αναχαίτιση αυτής της κατάστασης. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη περίοδο όπου παρατηρείται μια συνεχής και αδιάλειπτη κάθοδος της αξίας του χαρτοφυλακίου του ενάγοντα και μια συνεχής άνοδος του υπολειπόμενου ποσού που όφειλε στους ενάγοντες όπως και διαφοροποίηση του ορίου ασφάλειας. Ήταν εισήγηση του κ. Ιακώβου ότι οι ενάγοντες είχαν την απόλυτη δυνατότητα σε οποιοδήποτε χρόνο να λάβουν εκείνα τα μέτρα που θα τους επέτρεπαν όχι μόνο να περιορίσουν τις απαιτήσεις-ζημιές τους, αλλά και να τις εξαλείψουν. Τόνισε, ότι υπήρχαν δύο τρόποι. Πρώτον, με το να μην επιτρέπουν στον εναγόμενο την περαιτέρω αγορά μετοχών, γεγονός που δεν θα επαύξανε το χρεωστικό του υπόλοιπο και δεύτερο, να προχωρήσουν στην πώληση των μετοχών του που είχαν στα χέρια τους και με το ποσό που θα προέκυπτε να πιστώσουν το λογαριασμό του. Πρόσθεσε ότι, ανάλογα με το χρόνο που θα ενεργούσαν οι ενάγοντες, ο χρεωστικός λογαριασμός του εναγόμενου είτε θα υποβιβαζόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, είτε θα εξοφλείτο εντελώς, είτε θα καθίστατο πιστωτικός. Ενώ οι ενάγοντες ουδέν έπραξαν. Επεσήμανε δε ότι η επαύξηση των υποχρεώσεων του εναγομένου ισοδυναμούσε ταυτοχρόνως με την επαύξηση των απαιτήσεων των εναγόντων. Υποστήριξε ότι η πρόκληση ζημιών στον ενάγοντα που μπορούν να διεκδικηθούν από αυτόν δημιουργείται όταν ο αντισυμβαλλόμενος του παραβιάζει τους όρους της συμφωνίας και τις υποχρεώσεις του. Τέτοιες παραβιάσεις προκαλούν στον ενάγοντα συγκεκριμένες απώλειες και ζημιές. Αυτές τις απώλειες και ζημιές έχει καθήκον ο ενάγων να περιορίσει με τη λήψη των ευλόγων και αναγκαίων μέτρων. Στην περίπτωση μας, τόνισε, η παράβαση των όρων της συμφωνίας έλαβε χώρα ευθύς μόλις το περιθώριο ασφάλειας (margin of safety) υποβιβάσθη κάτω του 120% του χορηγηθέντος ορίου σύμφωνα με τον όρο 7 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
  1. Από δε της ημέρας της παράβασης και αμέσως μετά από αυτή άρχισαν να δημιουργούνται οι απώλειες και/ή ζημιές των εναγόντων τις οποίες γνώριζαν. Από τα πιο πάνω, πρόσθεσε, προκύπτει ότι, κατά το χρόνο που σημειώθηκε η πρώτη παράβαση των συμφωνηθέντων, οι ενάγοντες δεν την επικαλέστηκαν, ούτε τη χρησιμοποίησαν, άφησαν τα πράγματα να εξελίσσονται, άφησαν τον εναγόμενο να διενεργεί νέες αγορές μετοχών αδιαφορώντας για τις νέες καθημερινές παραβάσεις που σημειώνονταν στη συνέχεια, οι οποίες, με την πάροδο του χρόνου, επαύξαναν τις απώλειες τους και αποφάσισαν στις 15.7.02 να επικαλεστούν τις υπογραφείσες συμφωνίες και να απαγορεύσουν στον εναγόμενο να αγοράζει νέες μετοχές. Ο κ. Ιακώβου εξέτασε επίσης την πιθανότητα να υπάρχει προβληματισμός για την έννοια της «ζημιάς» την οποία υφίσταται το αθώο μέρος σε περίπτωση παράβασης συμφωνίας και να μην ταυτίζεται με την απαίτηση των εναγόντων όπως περιγράφεται στην αγωγή. Η θέση του ήταν ότι στην περίπτωση μας η επίδικη συμφωνία επιβάλλει στον εναγόμενο συγκεκριμένες υποχρεώσεις και παρέχει στους ενάγοντες συγκεκριμένα δικαιώματα. Εάν δε δεν παραβιάζετο η υποχρέωση του εναγομένου να παρέχει στους ενάγοντες τις ανωτέρω εξασφαλίσεις του 130% δεν θα προέκυπταν οι απαιτήσεις των εναγόντων. Έτσι, κατέληξε, οι όποιες απαιτήσεις των εναγόντων δεν είναι τίποτε άλλο παρά απώλειες. Στη συνέχεια ο συνήγορος αναφέρθηκε σε αυθεντίες που πραγματεύονται του ζητήματος της μείωσης ή περιορισμού της ζημιάς, και πρόσθεσε ότι λόγω της ενεχυρίασης στους ενάγοντες από τον εναγόμενο μετοχών αξίας Λ.Κ.50.000 κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης οι ενάγοντες υπέχουν τις υποχρεώσεις του θεματοφύλακα όπως περιγράφονται στο Άρθρο 109 του περί Συμβάσεων Νόμου. Σύμφωνα δε με αυτό, στις περιπτώσεις παρακαταθήκης με ευρεία έννοια ο θεματοφύλακας υποχρεούται να καταβάλει αναφορικά με τα αγαθά υπό παρακαταθήκη, την επιμέλεια την οποία θα κατέβαλλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για τα δικά του αγαθά. Οι ενάγοντες, τόνισε, ήταν υπεύθυνοι για τη διαφύλαξη της αξίας των μετοχών και, σε περίπτωση που αποδειχθεί οποιαδήποτε παράβαση του θεματοφύλακα, δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα υπέρ του παρακαταθέτη σύμφωνα με το οποίο δικαιούται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη οι οποίες αντιπροσωπεύουν την αξία της περιουσίας που παρακατέθεσε. Κατέληξε ότι τη ζημιά αυτή που υπέστη ο εναγόμενος τη διεκδικεί με την ανταπαίτηση του. Ο κ. Χριστοδούλου εξετάζοντας το θέμα αυτό αναφέρθηκε εν πρώτοις στους όρους 9 και 11 της επίδικης σύμβασης για να υποστηρίξει ότι ο ρόλος της τράπεζας περιορίζετο στην παροχή διευκολύνσεων για την αγοραπωλησία μετοχών και την όλη ευθύνη για τις αγοραπωλησίες τις είχε ο χρηματιστής. Η τράπεζα, πρόσθεσε, δεν ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ασκεί χρηματιστηριακές εργασίες, ήτοι διαχείριση χαρτοφυλακίου. Όσον αφορά τις μετοχές που ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος της τράπεζας, υποστήριξε ότι ουδεμία υποχρέωση είχε η τράπεζα να τις πωλήσει και παρέπεμψε σε σχετική νομολογία. Σημείωσε ότι οι μετοχές που αγόραζε ο εναγόμενος ενεχυριάζονταν προς όφελος της τράπεζας και, με βάση το Κοινοδίκαιο, δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομική αρχή που να υποχρεώνει τον ενεχυροδανειστή να πωλήσει το ενέχυρο, αλλά του δίδει τέτοιο δικαίωμα να πωλήσει. Η υποχρέωση, πρόσθεσε, που έχει ο δανειστής είναι, σε περίπτωση που ασκήσει το δικαίωμα του να πωλήσει μετοχές, να το ασκήσει με τη δέουσα φροντίδα. Ήταν η κατάληξη του κ. Χριστοδούλου ότι τόσο από το Κοινοδίκαιο και την Κυπριακή νομολογία, όσο και από τους όρους της σύμβασης είναι ξεκάθαρο ότι η τράπεζα δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να πωλήσει οποιεσδήποτε μετοχές αλλά είχε δικαίωμα να το πράξει ή όχι κατά την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια. Σε σχέση με την ανταπαίτηση του εναγόμενου, η θέση του κ. Χριστοδούλου ήταν ότι ο εναγόμενος δεν έχει αποδείξει οποιαδήποτε παράβαση καθήκοντος των εναγόντων και ούτε οποιαδήποτε ζημιά. Σε ό,τι αφορά τη ζημιά επεσήμανε ότι ο εναγόμενος δεν έδωσε λεπτομέρειες της ζημιάς που κατ' ισχυρισμό υπέστη και ότι στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι τις μετοχές που αρχικά ενεχυρίασε προς όφελος της τράπεζας της πώλησε και εισέπραξε το προϊόν αφού πιστώθηκε στο λογαριασμό του και αγόρασε άλλες μετοχές που ενεχυριάσθησαν εκ νέου. Ο κ. Χριστοδούλου τόνισε εδώ ότι υπό το φως των πιο πάνω δεν αντιλαμβάνεται γιατί ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά σε σχέση με τις μετοχές που αρχικά ενεχυρίασε στην τράπεζα. Τέλος, επεσήμανε ότι η αξίωση του εναγομένου είναι «Λ.Κ.50.000 που αντιπροσωπεύει την αξία των επενδύσεων τις οποίες παραχώρησε στους ενάγοντες για διαχείριση». Στο σημείο αυτό ο συνήγορος επανέλαβε τη θέση του ότι ο εναγόμενος ουδέποτε έδωσε οποιεσδήποτε μετοχές στην τράπεζα για διαχείριση. Ένα από τα ζητήματα που η Υπεράσπιση έχει θέσει είναι και το κατά πόσο η ενάγουσα τράπεζα, με βάση την επίδικη σύμβαση, είχε υποχρέωση να προχωρεί στην πώληση όλων ή μέρους των αξιών που είχε στα χέρια της ενεχυριασμένες όταν το περιθώριο ασφαλείας στο λογαριασμό του εναγομένου παρουσιάζετο κατώτερο του συμφωνηθέντος. Με βάση τον όρο 7 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 1: «
  2. Η ΤΡΑΠΕΖΑ έχει το δικαίωμα να προβεί σε πώληση των ΑΞΙΩΝ και κλείσιμο του λογαριασμού του ΕΠΕΝΔΥΤΗ όταν η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΞΙΑ του συνόλου των ενεχυριασμένων ΑΞΙΩΝ και της τυχόν κατάθεσης μετρητών είναι κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων του, εάν αυτό τύχει να είναι μεγαλύτερο (περιθώριο ασφαλείας/margin of safety)." Ας σημειωθεί ακόμη ότι με βάση τον όρο 3 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 1[9] όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών αξιών που θα αγοράζονταν από τον επενδυτή θα ενεχυριάζονταν υπέρ της τράπεζας και τα σχετικά δικαιώματα θα εκχωρούνταν σε όφελος της ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του επενδυτή. Περαιτέρω, με βάση τον όρο 6 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 1[10] ως πρόσθετη ασφάλεια του εγκρινόμενου ορίου πιστωτικών διευκολύνσεων, δηλ. πέραν της ενεχυρίασης των αγοραζόμενων αξιών που αναφέρεται στον όρο 3 πιο πάνω, ο επενδυτής ήταν υποχρεωμένος να παραχωρεί ενέχυρο υπέρ της τράπεζας σε αξίες ή κατάθεση μετρητών ίσον προς το 30% του ύψους του ορίου. Στο έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8)[11] όχι μόνο επιβεβαιώνεται το δικαίωμα της ενάγουσας να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές σε περίπτωση που ο εναγόμενος παραλείψει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό που οφείλει σε κεφάλαιο ή τόκους, δικαιώματα και έξοδα καθώς και αν σε οποιαδήποτε περίπτωση η αξία των μετοχών που ο εναγόμενος ενεχυριάζει είναι τέτοια ώστε να μην υπερκαλύπτει τα ποσά που οφείλει, αλλά και αναφέρεται ότι η ενάγουσα δικαιούται, χωρίς ειδοποίηση στον εναγόμενο και με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιαδήποτε κατά την κρίση της τιμή, χωρίς να έχει οποιανδήποτε ευθύνη η τράπεζα για οποιαδήποτε πραγματική αξία των μετοχών σε σχέση προς εκείνη της εκποίησης. Επιπλέον διαλαμβάνεται ότι τα πιο πάνω είναι εντελώς προαιρετικά και όχι υποχρεωτικά για την τράπεζα η οποία δικαιούται να απαιτήσει, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, απευθείας την πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού. Το περιεχόμενο των πιο πάνω συμβατικών προνοιών είναι ξεκάθαρο και δεν μπορούν, πιστεύω, να έχουν άλλο νόημα απ' ό,τι ακριβώς περιέχουν. Αναγνωρίζεται σ' αυτές το απόλυτο δικαίωμα της ενάγουσας τράπεζας να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές σε περίπτωση μη πληρωμής, που μπορεί να ασκηθεί, κατά την απόλυτη τους κρίση, και χωρίς καμία ευθύνη έναντι του εναγομένου. Να πω και κάτι άλλο. Οι πρόνοιες της ίδιας της σύμβασης που έγινε μεταξύ των διαδίκων είναι άκρως διαφωτιστικές ως προς τα εγειρόμενα ζητήματα. Συγκεκριμένα στον όρο 9 της Σύμβασης καθορίζεται ότι η βασική διαχείριση και διεκπεραίωση των αξιών θα γίνεται από το χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο θα έχει την ευθύνη παρακολούθησης των αξιών που θα είναι ενεχυριασμένες υπέρ της τράπεζας περιλαμβανομένης και της υποχρέωσης για άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων απορρέουν από αυτές. Περαιτέρω διαλαμβάνεται ότι η τράπεζα απαλλάσσεται από οποιαδήποτε ευθύνη συνεπεία της άσκησης ή μη άσκησης τέτοιων δικαιωμάτων. Περαιτέρω, με βάση τον όρο 11 της Σύμβασης διαλαμβάνεται ότι η τράπεζα θα δέχεται τις οδηγίες από το χρηματιστηριακό γραφείο στη διάρκεια της συμμετοχής του επενδυτή στο Σχέδιο το οποίο θα έχει την ευθύνη να ενεργεί για λογαριασμό του επενδυτή για την προσθήκη και/ή αφαίρεση, αγορά και/ή πώληση αξιών που είναι ενεχυριασμένες υπέρ της τράπεζας νοουμένου ότι οι σχετικές πράξεις θα γίνονται μέσω του λογαριασμού χρηματοδότησης του Σχεδίου καθώς και ότι η εξασφάλιση της τράπεζας θα παραμένει στα συμφωνηθέντα όρια. Ακόμη, καθορίζεται στον ίδιο όρο ότι σε κάθε περίπτωση η τράπεζα δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη οικονομική ή άλλη για αποζημίωση του επενδυτή και/ή του χρηματιστηριακού γραφείου σε σχέση με οποιαδήποτε αγοραπωλησία ή μη αξιών για λογαριασμό του επενδυτή. Πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε ότι με βάση τις σχετικές συμβατικές πρόνοιες προκύπτει αβίαστα ότι ο ρόλος της ενάγουσας τράπεζας περιορίζετο στην παροχή διευκολύνσεων για την αγοραπωλησία μετοχών. Η τράπεζα δεν έκαμνε διαχείριση χαρτοφυλακίου και ούτε, βέβαια, μπορούσε να κάμει κάτι τέτοιο γιατί αυτό ενέπιπτε στην άσκηση χρηματιστηριακών εργασιών. Την όλη ευθύνη για τις αγοραπωλησίες μετοχών τις είχε το χρηματιστηριακό γραφείο που ο εναγόμενος είχε επιλέξει. Η ενάγουσα, σε καμία περίπτωση, δεν ανέλαβε οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με την αγοραπωλησία μετοχών. Ας σημειωθεί ότι με βάση το άρθρο 130 του περί Συμβάσεων Νόμου η παράδοση αγαθών προς εξασφάλιση της πληρωμής χρέους ή της εκπλήρωσης υπόσχεσης καλείται «ενέχυρο». Σε μια τέτοια περίπτωση το πρόσωπο που παραδίδει τα αγαθά καλείται «ενεχυριαστής» και το πρόσωπο προς το οποίο παραδίδονται «ενεχυροδανειστής». Περαιτέρω με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 134
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149[12] σε περίπτωση υπερημερίας του ενεχυράσαντος οφειλέτη (ενεχυριαστή) ο ενεχυροδανειστής δύναται να πωλήσει τα ενεχυριασθέντα αγαθά αφού δώσει προηγουμένως στον ενεχυριαστή εύλογη ειδοποίηση για την πώληση. Έτσι, με βάση τον περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ. 149, το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται νομοθετικά κατά συγκεκριμένο τρόπο. Τονίζω ότι ο ενεχυροδανειστής δεν έχει υποχρέωση αλλά δικαίωμα να εκποιήσει το ενέχυρο. Όσον αφορά δε την εισήγηση του κ. Ιακώβου ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να μειώσει τη ζημιά της μόλις έγινε παράβαση των όρων της συμφωνίας με τον υποβιβασμό του περιθωρίου ασφαλείας κάτω του 120% του χορηγηθέντος ορίου εφόσον από το στάδιο αυτό άρχισαν να δημιουργούνται ζημιές και/ή απώλειες της ενάγουσας, πρέπει να πω ότι μια τέτοια προσέγγιση μετατρέπει, κατ' ουσία ένα εκ του Νόμου δικαίωμα σε υποχρέωση, ανάλογα με τις περιστάσεις, ερμηνεία που, κατά τη γνώμη μου, δεν βρίσκει έρεισμα στη σαφή πρόνοια του Νόμου. Αποδοχή μιας τέτοιας θέσης θα ισοδυναμούσε με μη θεμιτή προσθήκη στο Νόμο ενός περιορισμού, του οποίου ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας εξειδικευμένα το ζήτημα, δεν προέβλεψε. Ούτε στο Κοινοδίκαιο υπάρχει οποιαδήποτε αρχή που να υποχρεώνει τον ενεχυροδανειστή να πωλήσει το ενέχυρο αλλά του δίδει τέτοιο δικαίωμα να πωλήσει. Η μόνη υποχρέωση που έχει ο ενεχυροδανειστής είναι, σε περίπτωση που ασκήσει το δικαίωμα του να πωλήσει το ενέχυρο, να το ασκήσει με τη δέουσα προσοχή. Παραθέτω πιο κάτω σχετική περικοπή από το Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS SPECIFIC CONTRACTS 27η Έκδοση
(1994)σελ. 165, παράγρ. 32-097: "Power of sale at common law. If the pledgor makes default in payment at the stipulated time, the pledge has the power at common law to sell the pledge, even although there is no express agreement to that effect or he may sue the pledgor for his debt, retaining the pledge as a security. .............. The pledge must take care that it is a provident sale. ............." Πέραν από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, αποτελεί αρχή του κοινοδικαίου, όπως διατυπώθηκε στην αγγλική υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, ότι ο πιστωτής δεν είχε υποχρέωση ή καθήκον, όπως εισηγείτο ο εγγυητής, να πωλήσει μετοχές που κρατούσε προς εξασφάλιση του χρέους και οι οποίες, τελικά, κατέστησαν, λόγω μείωσης της αξίας τους, άνευ αξίας. Τονίστηκε ότι ο πιστωτής είχε δικαίωμα να προβεί στην πώληση των μετοχών εάν ο ίδιος επέλεγε να εξασκήσει αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι ο πιστωτής δεν καθίσταται εμπιστευματοδόχος των ενεχυριασμένων μετοχών και αξιών σε μια τέτοια περίπτωση. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης του Λόρδου Templeman στη σελ. 842:- "In the present case the security was neither surrendered nor lost nor imperfect nor altered in condition by reason of what was done by the creditor. The creditor had three sources of repayment. The creditor could sue the debtor, sell the mortgage securities or sue the surety. All these remedies could be exercised at any time or times simultaneously or contemporaneously or successively or not at all. If the creditor chose to sue the surety and not pursue any other remedy, the creditor on being paid in full was bound to assign the mortgage securities to the surety. If the creditor chose to exercise his power of sale over the mortgage security he must sell for the current market value but the creditor must decide in his own interest if and when he should sell. The creditor does not become a trustee of the mortgaged securities and the power of sale for the surety unless and until the creditor is paid in full and the surety, having paid the whole of the debt is entitled to a transfer of the mortgaged securities to procure recovery of the whole or part of the sum he has paid to the creditor. The creditor is not obliged to do anything. If the creditor does nothing and the debtor declines into bankruptcy the mortgaged securities become valueless and if the surety decamps abroad the creditor loses his money. If disaster strikes the debtor and the mortgaged securities but the surety remains capable of repaying the debt then the creditor loses nothing. The surety contracts to pay if the debtor does not pay and the surety is bound by his contract. If the surety, perhaps less indolent or less well protected than the creditor, is worried that the mortgaged securities may decline in value then the surety may request the creditor to sell and if the creditor remains idle then the surety may bustle about, pay off the debt, take over the benefit of the securities and sell them. No creditor could carry on the business of lending if he could become liable to a mortgagee and to a surety or to either of them for a decline in value of mortgaged property, unless the creditor was personally responsible for the decline. Applying the rule as specified by Pollock CB ίη Wαtts ν Shuttleworth
(1860)5 Η & Ν 235 at 247-248, 157 ER 1171 at 176, it appears to th

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.