← Κύπρος

ALPHA BANK LTD ν. S - N SHOES FACTORY LTD, Αρ. Αγωγής: 6739/01, 29 Σεπτεμβρίου, 2006

ALPHA BANK LTD ν. S - N SHOES FACTORY LTD, Αρ. Αγωγής: 6739/01, 29 Σεπτεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6739/01 Μεταξύ: ALPHA BANK LTD Ενάγουσας και S - N SHOES FACTORY LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόμενης 29 Σεπτεμβρίου,

  1. Για την Ενάγουσα: κα Στ. Πολυβίου. Για την Εναγόμενη: κ. Α. Ντορζής. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα τράπεζα διεκδικεί από τους εναγόμενους ποσό £30.362,18 πλέον τόκους προς 9% από 1.1.2001 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Οι βασικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα όπως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι οι ακόλουθοι: Η ενάγουσα κατόπιν αιτήσεως της εναγομένης εταιρείας ημερ. 3.12.1999 άνοιξαν σε αυτή τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος όταν ήταν χρεωστικός χρεώνετο με τόκο προς 9% ως το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο. Στις 28.3.2000 υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και εναγομένης Συμφωνία προαγοράς/προπώλησης ξένου συναλλάγματος για την προαγορά από την ενάγουσα παρά της εναγομένης 500.000 δολάρια Αμερικής μέχρι τις 29.9.2000 με την ισοτιμία του δολαρίου προς Κυπριακή λίρα 1.
  2. Στις 29.9.00 ημερομηνία λήξεως του πιο πάνω αναφερόμενου Συμβολαίου, ο λογαριασμός της εναγομένης παρουσίαζε χρέος εκ £29.938,84 και η ενάγουσα χρέωσε τον τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε η εναγόμενη στην τράπεζα. Ο λογαριασμό της εναγόμενης εδείκνυε κατά την 31.12.2000 υπόλοιπο ανερχόμενο σε £30.362,18 οφειλόμενο υπό της εναγόμενης στον ενάγοντα με τόκο προς 9% από 1.1.2001 μέχρι εξοφλήσεως και η ενάγουσα δυνάμει επιστολής της ημερ. 21.1.2001 τερμάτισε το λογαριασμό και κάλεσε την εναγόμενη να τον εξοφλήσει ενώ η εναγόμενη αρνήθηκε και/ή αμέλησε να το πράξει. Στην υπεράσπιση της η εναγόμενη εταιρεία παραδέχεται ότι ανοίχθηκε ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμό καθώς επίσης και ότι στις 28.3.2000 υπογράφηκε η συμφωνία προαγοράς/προπώλησης ξένου συναλλάγματος και ισχυρίζεται ότι αμέσως μετά την υπογραφή μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας επιβεβαίωσης προαγοράς/προπώλησης ξένου συναλλάγματος ημερ. 28.3.2000 για ποσό 500.000 δολαρίων Αμερικής η ενάγουσα ζήτησε προφορικά από την εναγόμενη εξασφαλίσεις (υποθήκες ενός ακινήτου, δεσμεύσεις καταθέσεων) και η εναγόμενη δεσμεύτηκε να απαντήσει γραπτώς τις επόμενες μέρες λέγοντας προφορικά ότι είναι πολύ δύσκολο να ικανοποιήσει την απαίτησή της. Η εναγόμενη στις 30.3.2000 με επιστολή της πληροφόρησε την ενάγουσα ότι αδυνατεί να παραχωρήσει οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις προς όφελος της ενάγουσας και η ενάγουσα ετερμάτισε και/ή συμφώνησε στη λύση της ειρημένης συμφωνίας. Η ενάγουσα από 29.3.00 δέσμευσε τον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης με παγοποίηση του λογαριασμού της ως προς τις πληρωμές. Ήταν επίσης η θέση της ότι στις 30.3.2000 ότε ετερματίσθηκε η συμφωνία δεν όφειλε κανένα ποσό και γι΄ αυτό λίγες μέρες μετά η ενάγουσα απελευθέρωσε τον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης μέχρι 21.1.
  3. Αρνείται το ποσό χρέωσης ημερ. 29.9.00 και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εάν υπήρχε οποιαδήποτε χρέωση σε βάρος της εναγομένης αυτή θα μπορούσε να ήταν μόνο η συναλλαγματική διαφορά ημερομηνίας κατά ή περί τις 28.3.2000 μέχρι κατά ή περί την 30.3.2000 όταν ελύθηκε η ειρημένη συμφωνία των διαδίκων ημερ. 28.3.
  4. Οι συνήγοροι προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τις παραγράφους 1-4 της έκθεσης απαίτησης και κατέθεσαν τρία τεκμήρια ως παραδεκτά γεγονότα. Τεκμήριο 1: Συμφωνία ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού ημερ. 3.12.
  5. Τεκμήριο 2: Επιβεβαίωση προαγοράς προπώλησης ξένου συναλ-λάγματος ημερ. 28.3.
  6. Τεκμήριο 3: Κατάσταση λογαριασμού (εκτός από τη χρέωση ημερ. 29.9.00 η οποία δεν είναι παραδεκτό γεγονός ως και το υπόλοιπο το οποίο φαίνεται στη σελίδα 7.) Από πλευράς της ενάγουσας κατέθεσαν ως μάρτυρες ο Μάριος Παπαδάκης, Διευθυντής στον Τομέα Μεγαλοεπιχειρήσεων και κατά τον ουσιώδη χρόνο Περιφερειακός Διευθυντής Λευκωσίας, ΜΕ1 και η Ιωάννα Πάλμα, Διευθύντρια στο κεντρικό κατάστημα της Alpha Bank στη Λάρνακα και κατά τον ουσιώδη χρόνο Διευθύντρια στο κεντρικό κατάστημα Λευκωσίας ΜΕ
  7. Ήταν η θέση των μαρτύρων της ενάγουσας ότι η εναγομένη εταιρεία διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 1021989421018 (Τεκμήριο 1) και ότι στις 28.3.00 συμφωνήθηκε με την εναγομένη εταιρεία και την ενάγουσα, η προπώληση ξένου συναλλάγματος, με βάση την οποία η εναγομένη εταιρεία θα παρέδιδε 500.000 δολάρια Αμερικής στις 29.9.00 για να παραλάβει Λ.Κ. 293.685,
  8. Η προπώληση συναλλάγματος συμφωνήθηκε με την ισοτιμία 1,7025 δολαρίων Αμερικής και Κυπριακής Λίρας. Αυτό έγινε από την εναγομένη εταιρεία για να αποφύγει τυχόν συναλλαγματικούς κινδύνους. Πριν τη συμφωνία η εναγομένη εταιρεία παρουσίασε στην τράπεζα ένα τιμολόγιο με πελάτες της από το εξωτερικό που αποδείκνυε ότι θα έπαιρνε τα δολάρια για τα οποία συμφωνήθηκε η προπώληση ξένου συναλλάγματος (Τεκμήριο 4). Ήταν όρος της συμφωνίας ότι η τράπεζα θα πίστωνε στις 29.9.00 το λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας με το ποσό των Λ.Κ. 293.685,76 και σε περίπτωση που η εναγομένη εταιρεία κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν θα ήταν σε θέση να παραδώσει 500.000 δολάρια Αμερικής, τότε η τράπεζα θα προέβαινε σε αγορά του πιο πάνω ποσού δολαρίων στην τρέχουσα ισοτιμία της 29.9.00 και θα χρέωνε το λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας με τη τιμή του δολαρίου ως ίσχυε στις 29.9.
  9. Η εναγομένη εταιρεία στις 29.9.00 δεν συμμορφώθηκε με τη δική της υποχρέωση οπότε πιστώθηκε ο λογαριασμός με το ποσό που η τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει, δηλαδή Λ.Κ. 293.685,76 και αγόρασε 500.000 δολάρια Αμερικής με ισοτιμία της τρέχουσας ημερομηνίας, δηλαδή 29.9.00 και το κόστος χρεώθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας. Δηλαδή ποσό Λ.Κ. 323.624,
  10. Η τράπεζα είχε ήδη συμβληθεί με τράπεζα του εξωτερικού, την Chase Manhattan και το ποσό των 500.000 δολαρίων Αμερικής κατατέθηκε στην τράπεζα Chase Manhattan με την οποία είχε αναλάβει δέσμευση η ενάγουσα για την εν λόγω συναλλαγή. Η διαφορά μεταξύ του ποσού με το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασμός της εναγομένης εταιρείας στις 29.9.00 και του ποσού με το οποίο χρεώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός της εναγομένης εταιρείας είναι το ποσό των Λ.Κ. 29.938,
  11. Στις 22.1.01 στάληκε επιστολή στην εναγομένη εταιρεία, (Τεκμήριο 8) στην οποία φαινόταν το εν λόγω υπόλοιπο το οποίο εμφαίνετο στην κατάσταση λογαριασμού, 31.12.00 πλέον τόκοι (Τεκμήριο 9). Αρνήθηκαν ότι 30.3.00 η εναγομένη εταιρεία ακύρωσε τη συμφωνία ημερομηνίας 28.3.00 και ανέφεραν ότι ακόμη και τότε υπήρχε διαφορά στην ισοτιμία της κυπριακής λίρας με το δολάρια και θα υπήρχε πάλι ζημιά της τάξης των Λ.Κ. 8.046,18, που ο πελάτης θα την επιβαρύνετο, αφού η τράπεζα είχε να εκπληρώσει συμφωνία που είχε κάνει με άλλες τράπεζες του εξωτερικού. Όπως επεξηγήθηκε από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 μετά που υπεγράφηκε η συμφωνία και διαπιστώθηκε από τον κ. Παπαδάκη ότι δεν είχαν δοθεί εξασφαλίσεις από την εναγομένη εταιρεία ενώ θα έπρεπε, εισηγήθηκε ο κ. Παπαδάκης στους προϊσταμένους του, είτε την ακύρωση της συμφωνίας είτε να δοθούν οι εξασφαλίσεις. Εν όψει των πιο πάνω η τράπεζα μέχρι να τακτοποιηθεί το ζήτημα δέσμευσε τον τρεχούμενο λογαριασμό από 29.3.00 μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα. Προς το σκοπό αυτό και ενώ ο τρεχούμενος λογαριασμός παρέμεινε δεσμευμένος διευθετήθηκε συνάντηση του ΜΕ1, της ΜΕ2 και του Διευθυντή της εναγομένης εταιρείας κ. Σιακαλλή στις 19.4.00 αφού είχαν προηγηθεί με το Διευθυντή της εταιρείας ΜΥ1 τόσο τηλεφωνικές επικοινωνίες όσο και ακόμη μια συνάντηση με τη ΜΕ
  12. Στη συνάντηση αυτή συμφωνήθηκε να δοθούν προσωπικές εγγυήσεις από το Διευθυντή της εταιρείας ΜΥ1 και τον αδελφό του και έτσι απελευθερώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός της εναγομένης εταιρείας από την τράπεζα στις 20.4.
  13. Ετοιμάστηκαν τα εν λόγω έγγραφα (Τεκμήριο 11) αλλά ο Διευθυντής (ΜΥ1) παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις ότι θα υπεγράφονταν οι εγγυήσεις και αφού έγιναν αναλήψεις των χρημάτων από τον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας τελικά δεν υπέγραψε ούτε ο ίδιος ούτε ο αδελφός του τις εν λόγω εξασφαλίσεις. Ήταν η θέση τους περαιτέρω ότι ουδέποτε ακυρώθηκε η συμφωνία ημερ. 28.3.00 ούτε η τράπεζα αποδέχθηκε ακύρωση της συμφωνίας ούτε παρέλαβε επιστολή του Διευθυντή της εταιρείας ημερ. 30.3.
  14. Η τράπεζα στη συνάντηση 19.4.00 ήθελε να ακυρώσει τη συμφωνία αφού η εναγομένη εταιρεία θα πλήρωνε ποσό Λ.Κ. 8.000 που ήταν η ζημιά της τράπεζας μέχρι τότε, όμως ο πελάτης αρνήθηκε την ακύρωση και συμφώνησε όπως δώσει τις εν λόγω εξασφαλίσεις. Ούτε η τράπεζα ακύρωσε τη συμφωνία αν και είχε δικαίωμα να το πράξει, γιατί υπήρχε κίνδυνος από την ισοτιμία στην τρέχουσα ημερομηνία έτσι η συμφωνία παρέμεινε και εκτελέστηκε κανονικά από την τράπεζα. Ήταν περαιτέρω η θέση της ΜΕ2 ότι για τις συμφωνίες αγοράς προπώλησης ξένου συναλλάγματος από την τράπεζα πρέπει να τηρούνται οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας επ΄ αυτού του σημείου που ισχύουν κατά καιρούς. Τον ουσιώδη χρόνο ίσχυε η οδηγία FD
  15. Σύμφωνα με την οδηγία η ακύρωση συμφωνίας αυτού του είδους χρειάζεται έγκριση από την Κεντρική Τράπεζα και η τήρηση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας περιλαμβάνεται ως όρος της συμφωνίας που υπεγράφη για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης ήταν η θέση της ότι επιστολή του Διευθυντή της εναγομένης ημερ. 30.3.000 δεν παρελήφθη από την Τράπεζα. Η εκδοχή της Υπεράσπισης μέσω του Διευθυντή της κ. Σιακαλλή ήταν ότι στις 28.3.00 υπεγράφη η συμφωνία προπώλησης όμως αμέσως μετά και συγκεκριμένα την ίδια ημέρα τους ζητήθηκαν τηλεφωνικώς εξασφαλίσεις για να παραμείνει σε ισχύ η συμφωνία. Δεν προσκόμισε εξασφαλίσεις και η τράπεζα ακύρωσε το συμβόλαιο την αμέσως επόμενη μέρα. Ο ίδιος απέστειλε επιστολή 30.3.00 στην οποία ζητούσε ακύρωση της συμφωνίας για το λόγο ότι αδυνατούσε να παραχωρήσει τις εξασφαλίσεις και του είχε αναφέρει η κα Λένα Γεωργιάδου υπάλληλος της Τράπεζας ότι δεν χρειάζονταν αφού το συμβόλαιο είχε ακυρωθεί. Ο τρεχούμενος λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί με τρόπο που ενώ το υπόλοιπο ήταν χρεωστικό δεν εξαργυρώνονταν οι επιταγές και επιστρέφονταν απλήρωτες και έτρεχαν στην τράπεζα για να πληρώσουν το αντίτιμο για να μην επιστρέφονται οι επιταγές και κανείς δεν τους ενημέρωσε για το λόγο που είχε παγοποιηθεί ο λογαριασμός. Αυτός ο λογαριασμός παγοποιήθηκε μόνο για επτά μέρες και επαναλειτούργησε κανονικά. Μέχρι 30.6.00 είχε πιστωτικό υπόλοιπο. Δεν είχαν οποιαδήποτε συνάντηση είτε με την κα Πάλμα στις 7 ή 8 Απριλίου 2000 ούτε και με τον κ. Παπαδάκη και τους υπόλοιπους που ανέφεραν οι μάρτυρες των εναγόντων στις 19.4.
  16. Μετά την παγοποίηση του λογαριασμού ήθελαν μόνο διακοπή της συνεργασίας. Του είχαν πει για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού έξι μήνες μετά. Δεν χρωστά κανένα ποσό η εταιρεία και δεν υπήρχε καθόλου διαφορά γιατί το συμβόλαιο δεν ήταν σε ισχύ. Ο κ. Ντορζής αγορεύοντας μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας εισηγήθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει πιστευτή η μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας αφού αυτή είναι αντιφατική, η συμφωνία τερματίστηκε χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ζημιά στην τράπεζα εξ ου και ο λογαριασμός της εναγομένης εταιρείας απελευθερώθηκε λίγες μέρες μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Η κα Πολυβίου στη δική της αγόρευση εισηγήθηκε με αναφορά στα γεγονότα ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτή η θέση του διευθυντή της εναγομένης αφού αυτή ήταν αόριστη και έξω από τις δικογραφημένες θέσεις της Υπεράσπισης. Κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τις θέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης και τέλος ότι με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε η ενάγουσα απόδειξε την απαίτηση της και ζήτησε την έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας. Με όλο το πιο πάνω πλαίσιο κατά νου εξέτασα όσο πιο προσεκτικά ήταν δυνατό τη μαρτυρία. Είδα τους μάρτυρες που κατέθεσαν, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους. Ξεκινώντας από τους μάρτυρες της ενάγουσας μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Δέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό τη μαρτυρία τους ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση. Βρίσκω ότι και οι δύο μάρτυρες έδωσαν τη μαρτυρία τους με τρόπο απόλυτα φυσικό και πειστικό και είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία τους επιβεβαιώνεται σε ουσιώδη σημεία και από την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα αδυνατώ να δεχτώ την εκδοχή του διευθυντή της εναγομένης, τόσο γιατί μου έχει κάμει πολύ φτωχή εντύπωση αλλά και γιατί ήταν φανερή η προσπάθεια του να αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Παρά τη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι η συμφωνία προπώλησης ξένου συναλλάγματος τερματίστηκε στις 30.3.00 αφού ο ίδιος έστειλε επιστολή προς τούτο και η Τράπεζα δέχθηκε την ακύρωση, στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι η υπάλληλος της ενάγουσας κα Γεωργιάδου τον ενημέρωσε ότι η συμφωνία ποτέ δεν τέθηκε σε ισχύ μετά την υπογραφή της 28.3.00 και σε άλλο σημείο ότι η συμφωνία είχε ακυρωθεί μονομερώς από την τράπεζα προτού ο ίδιος στείλει επιστολή προς την τράπεζα ημερ. 30.3.
  17. Η θέση του επίσης ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός, του μετά την παγοποίηση που έγινε από την τράπεζα ενεργοποιήθηκε, εντός λίγων ημερών αφού δεν είχε υποστεί καμιά ζημιά η τράπεζα και πάλι δεν αντέχει στη βάσανο της κοινής λογικής, αφού από την προσκομισθείσα μαρτυρία υπήρχε ζημιά στη Τράπεζα ύψους περίπου £8.000 λόγω ισοτιμιακής διαφοράς αν η συμφωνία ετερματίζετο στις 30.3.00 όπως ήταν η δικογραφημένη θέση της Υπεράσπισης. Επί του προκειμένου δέχομαι τη θέση του Μ.Ε.1 ο οποίος ήταν κατηγορηματικός ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός ενεργοποιήθηκε μετά τη συνάντηση που είχε με το Διευθυντή της εναγομένης εταιρείας Μ.Υ.1 στις 19.4.00 οπότε ο διευθυντής της εναγομένης ΜΥ1 είχε υποσχεθεί ότι θα παρείχε προσωπικές εγγυήσεις προς την τράπεζα για να διασφαλιστεί η τράπεζα. Όπως επεξηγήθηκε από τους μάρτυρες της ενάγουσας, οι επιταγές οι οποίες επιστρέφοντο από την τράπεζα ανεξαργύρωτες στη περίοδο παγοποίησης τους τρεχούμενου λογαριασμού, αυτές εξαργυρώνονταν αφού η εναγομένη εταιρεία κατέθετε τοις μετρητοίς το αντίτιμο για να μπορούν να εξαργυρωθούν. Επίσης κάποια μικροποσά για τα οποία εξαργύρωσαν τις επιταγές αυτές δεν διαφοροποιούσαν το αρχικό ποσό παγοποίησης αφού αυτά αφορούσαν ποσά £10 και £40 αντίστοιχα και ενόψει του ότι αυτά εξαργυρώνονταν και από διαφορετικούς ταμίες της τράπεζας, οι οποίοι ήθελαν να εξυπηρετήσουν τον πελάτη, δεν διαφοροποίησαν με οποιοδήποτε τρόπο τη θέση των μαρτύρων της ενάγουσας. Η μαρτυρία τους επίσης επιβεβαιώνεται και από την ετοιμασία του εγγράφου για προσωπικές εγγυήσεις από την ενάγουσα (Τεκμήριο 11) το οποίο ουδέποτε, παρά τις υποσχέσεις του Μ.Υ.1, υπεγράφη. Ήταν η θέση του κ. Ντορζή ότι υπήρχε ουσιώδης αντίφαση μεταξύ της εκδοχής του Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ως προς το χρόνο ενεργοποίησης του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγομένης. Μια προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας της Μ.Ε.2 κας Πάλμα δείχνει ότι η ίδια δεν μπορούσε να προσδιορίσει επ΄ ακριβώς το χρόνο ενεργοποίησης του τρεχούμενου αφού η θέση της ήταν ότι δεν γνώριζε και υποθέτοντας προχώρησε στον προσδιορισμό του χρόνου μεταξύ 7-8 Απριλίου. Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να ευσταθήσει ο πιο πάνω ισχυρισμός. Αλλά ακόμη και αν διαπιστώνετο τέτοια διάσταση στη μαρτυρία των δύο δεν θεωρώ ότι υπήρχε ουσιώδης, ως προς τα γεγονότα, αντίφαση, η οποία να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία τους. Επίσης κάποιες μικροαντιφάσεις στην μαρτυρία τους δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία τους αφού αυτές δεν είναι ουσιώδεις ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ήταν επίσης η θέση της υπεράσπισης ότι η εναγομένη εταιρεία έστειλε επιστολή που ζητούσε ακύρωση του συμβολαίου από την τράπεζα 30.3.
  18. Επ΄ αυτού του σημείου δεν δέχομαι ότι η εναγομένη, μέσω του Διευθυντή της, είχε πρόθεση να τερματιστεί το συμβόλαιο, Τεκμήριο 2 και δεν δέχομαι ότι η επιστολή αυτή εστάλη από την εναγομένη, μέσω του διευθυντή της, στην τράπεζα αφού η θέση της εναγομένης μέσω του Διευθυντή της μέχρι 19.4.00 ότε έγινε η συνάντηση με του Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ήταν να υλοποιηθεί η συμφωνία, Τεκμήριο 2, όπως αναφέρθηκε από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 την μαρτυρία των οποίων έχω αποδεχτεί ως αξιόπιστη. Με γνώμονα την πιο πάνω αξιολόγηση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι όπως τα περιέγραψαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 στη μαρτυρία τους. Η συμφωνία προπώλησης ημερομηνίας 28.2.2000 (Τεκμήριο 2) μεταξύ των διαδίκων ουδέποτε τερματίστηκε, είτε από την ενάγουσα, είτε από την εναγομένη εταιρεία και η συμφωνία υλοποιήθηκε κανονικά από την ενάγουσα, αφού η ίδια κατέθεσε στο λογαριασμό της εναγομένης ποσό ΛΚ293.685,76, στις 29.9.00 ενώ η εναγόμενη παρέλειψε να παραδώσει το ποσό των 500,000 δολαρίων. Λόγω αυτής της παράλειψης της εναγομένης η ενάγουσα αναγκάστηκε να αγοράσει το ποσό των 500,000 δολαρίων Αμερικής με ισοτιμία της τρέχουσας ημερομηνίας δηλαδή 29.9.00 και το κόστος αγοράς χρεώθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας. Η θέση της υπεράσπισης ότι η Τράπεζα μπορούσε να ακυρώσει τη συμφωνία μετά την αδράνεια της εναγομένης δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους από την εναλλαγή της τρέχουσας ισοτιμίας του δολαρίου με την Κυπριακή λίρα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μέχρι την ημερομηνία 29.9.
  19. Έχοντας υπόψη ότι καμιά μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την εναγομένη που να αμφισβητεί τα ποσά τα οποία απαιτούνται κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της και δικαιούται έτσι σε απόφαση ως η αξίωση. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας για το ποσό των Λ.Κ.30.362,18 πλέον τόκο προς 9% από 1.1.2001 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης εταιρείας τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΈΧ/ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.