← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Γεώργιου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 883/2004, 29 Σεπτεμβρίου, 2006

Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Γεώργιου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 883/2004, 29 Σεπτεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 883/2004 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Λτδ Ενάγουσας και 1. Γεώργιου Γεωργίου 2. Αναστασίας Γεωργίου Εναγομένων ___________________________________________________________________ 29 Σεπτεμβρίου, 2006. Για την Ενάγουσα: κα Θ. Καουτζάνη. Για τους Εναγομένους 1 και 2: κ. Π. Πετράκης. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα τράπεζα με την παρούσα αγωγή αξιώνει, μετά από μείωση της απαίτησης κατά την ακροαματική διαδικασία ποσό £9.371,64 με τόκο 9% από 5.11.2003 επί του ποσού των £7.757,62 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Περαιτέρω ζητά διάταγμα διατάσσον την πώληση ενυπόθηκου κτήματος. Η πιο πάνω αξίωση της ενάγουσας σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στηρίζεται σε συμφωνία που καταρτίστηκε στις 2.2.1998 υπό τους όρους που περιγράφονται, η οποία συνάφθηκε μεταξύ του εναγομένου 1 υπό την εγγύηση της εναγομένης 2 και βάσει της οποίας είχε επανεγκριθεί στον ενάγοντα όριο τρεχούμενου λογαριασμού ύψους ΛΚ5,000 στις 17.3.2000 και περαιτέρω εξασφάλιση σύμβαση υποθηκεύσεως ακινήτου (τεκμ. 4). Η Συμφωνία αυτή τερματίστηκε με επιστολή των εναγόντων ημερ.4.9.00 λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας και εκλήθησαν οι εναγόμενοι να πληρώσουν, παραμένει το προαναφερθέν υπόλοιπο, το οποίο και διεκδικούν. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους εκτός από την γενική άρνηση τους στους ισχυρισμούς της ενάγουσας εγείρουν τρία βασικά θέματα. Εγείρουν θέμα απόσυρσης του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας και ότι ο επίδικος λογαριασμός λειτούργησε με πληρωμή δόσεων από τον εναγόμενο 1 με ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία που έγινε με την ενάγουσα και ότι, η μετέπειτα συμπεριφορά της, την παρεμποδίζει να διεκδικεί οτιδήποτε από δικαιώματα που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν από την επιστολή τερματισμού ημερ. 4.9.00. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι η εγγύηση της εναγομένης 2 για ποσό ΛΚ24.000 και η υποθήκευση του κτήματος της δεν καλύπτει τον επίδικο λογαριασμό ή ποσά απαίτησης που διεκδικούνται δεν καλύπτονται από την εγγύηση και εναλλακτικά ότι αυτές οι εξασφαλίσεις εξαντλούνται με την απαίτηση στην αγωγή αρ. 882/04 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τέλος ισχυρίζονται ότι τα ποσά που οφείλονται είναι αυθαίρετα, δεν συνάδουν με την επίδικη συμφωνία ή το συμφωνηθέν επιτόκιο. Κατά την ακροαματική διαδικασία η Ενάγουσα κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κ. Χριστόδουλο Παπαλαμπριανού (ΜΕ1) ενώ για την Υπεράσπιση πρόσφερε μαρτυρία ο Εναγόμενος 1. Ο ΜΕ1 υπάλληλος στο τμήμα παρακολούθησης προβληματικών λογαριασμών της ενάγουσας τράπεζας από το 1995 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση και ότι είχε υπό την παρακολούθηση του το συγκεκριμένο λογαριασμό της παρούσας υπόθεσης. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 Συμφωνία ημερ. 2.2.1998 ως Τεκμήριο 2 επανέγκριση του ορίου, ως Τεκμήριο 3 Συμφωνία εγγύησης ημερ. 2.2.1998 ως Τεκμήριο 4 Σύμβαση και Δήλωση υποθήκευσης ακινήτου ΑΥ 1031/98 ημερ. 6.2.1998 για ποσό ΛΚ24.000 πλέον τόκοι. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 και 6 επιστολές τερματισμού του επίδικου λογαριασμού προς πρωτοφειλέτη και εγγυητές αντίστοιχα καθώς και καταστάσεις λογαριασμού για τον επίδικο λογαριασμό ως Τεκμήριο 7, τα οποία επεξήγησε. Σε σχέση με την αγωγή αρ. 882/04 που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου μεταξύ των ίδιων διαδίκων, ανέφερε ότι αυτή αφορά παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους ΛΚ20,000. Ανέφερε επίσης ότι μετά την επιστολή τερματισμού, ο πρωτοφειλέτης ανταποκρίθηκε μετά από επαφές με την Τράπεζα και υποσχέθηκε ότι θα προέβαινε σε μηνιαίες καταθέσεις για μείωση του ποσού της απαίτησης. Έκτοτε ο πελάτης προέβη μόνο σε δύο καταθέσεις των ΛΚ540- και ΛΚ400. Ως εκ τούτου στις 14.11.03 απέστειλαν και επιστολή στην εγγυήτρια ενημερώνοντας την για την απαίτηση και ζητώντας την να εξοφλήσει την επίδικη απαίτηση. Επίσης δέχθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 8 που κατατέθηκε στα πλαίσια της συνοπτικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, έδειχνε μεγαλύτερο ποσό από το Τεκμήριο 7 αλλά η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στο Τεκμήριο 8 συμπεριλήφθηκαν ορισμένες χρεώσεις όπως επιβαρύνσεις οι οποίες δεν απαιτούνται από την τράπεζα και δεν αλλοιώνουν το ποσό της αξίωσης και την διακίνηση του λογαριασμού γιατί αφορά εσωτερικές χρεώσεις της Τράπεζας. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία που να αναιρούσε τον τερματισμό της συμφωνίας και η Τράπεζα μόνο γραπτώς ανακαλεί τον τερματισμό πράγμα που δεν έγινε. Ο Εναγόμενος 1 στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι όταν πήρε την επιστολή τερματισμού επειδή η Τράπεζα που συνεργάζετο ήταν στο Γέρι πήγε εκεί και ο Πάνος υπεύθυνος στο Παράρτημα της Τράπεζας στο Γέρι του ανέφερε να μην δίνει σημασία και να συνεχίσει να πληρώνει, ο ίδιος έδωσε επιπρόσθετα τρεις δόσεις για ΛΚ459, ΛΚ540 και ΛΚ400. Κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι είχε δει τον κ. Παπαλαμπριανού αλλά για άλλο λογαριασμό και του ζήτησε όλα τα ποσά. Δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η μια πληρωμή που έγινε μετά τον τερματισμό δεν ήταν από τον ίδιο αλλά από εξαγορά ασφαλιστικού συμβολαίου. Ανέφερε ότι είχε δει τον κ. Παπαλαμπριανού μετά από τον Πάνο αλλά δεν μίλησε για τον λογαριασμό αυτό ούτε για τερματισμό. Επανεξεταζόμενος είπε ότι είχε συναντήσει πρώτα τον κ. Παπαλαμπριανού και μετά τον Πάνο. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι δύο συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις. Η κα Καουτζάνη στην εμπεριστατωμένη της αγόρευση υποστήριξε με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία ότι η ενάγουσα με την προφορική και έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου απέδειξε την υπόθεση της και ότι η υπεράσπιση θα πρέπει να απορριφθεί αφού καμιά από τις υπερασπίσεις που ήγειρε η υπεράσπιση δεν ευσταθεί. Ειδικότερα εισηγήθηκε ότι η υπεράσπιση επέλέξε με τη μαρτυρία της να προωθήσει την υπεράσπιση μόνο σε σχέση με ανάκληση του τερματισμού της συμφωνίας ενώ δεν έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τα άλλα ζητήματα όπως η μη κάλυψη από την εγγύηση του επίδικου λογαριασμού και της υποθήκης επίσης δεν δόθηκε μαρτυρία για αυθαίρετη χρέωση ποσών και επιτοκίου και ως εκ τούτου οι υπερασπίσεις αυτές δεν υποστηρίχθηκαν με το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων. Ο κ. Πετράκης στη δική του εμπεριστατωμένη αγόρευση αφού έκανε αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης υποστήριξε ότι δεν μπορεί να ισχύει ο τερματισμός της συμφωνίας και του λογαριασμού ημερομηνίας 4.9.00 αφού η ενάγουσα εδέχετο πληρωμές. Υποστήριζε ότι από τη στιγμή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας και του τρεχούμενου λογαριασμού η ενάγουσα δεν μπορεί να εισπράττει οποιαδήποτε ποσά. Ο τερματισμός προσδιορίζει και το ποσό αξίωσης. Η ενάγουσα με την είσπραξη των ποσών που αναφέρθηκαν από τον μάρτυρα εμποδίζετο να κινήσει αγωγή αφού δεν υπήρξε στην ουσία τερματισμός της συμφωνίας. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η επιστολή εστάλη προς εναγόμενη 2 14.11.03 μετά από τρία χρόνια και η αγωγή κινήθηκε το 2004. Επίσης στον λογαριασμό υπάρχει χρέωση για ασφάλιστρα σπιτιού που ήταν υποθηκευμένο. Αυτή η χρέωση δεν μπορεί να αφορά την εναγόμενη 2. Ήταν επίσης η θέση του ότι η εγγύηση της εναγομένης 2 δεν ίσχυε για τον επίδικο λογαριασμό αφού αυτός προϋπήρχε από το 1991 κάλυπτε τη συμφωνία της αγωγής αρ. 882/04 και όχι τον επίδικο λογαριασμό. Ήταν η θέση του επίσης ότι για τον επίδικο λογαριασμό υπήρχε άλλη εγγύηση μέχρι το 1991 για την οποία όμως δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και έτσι η υποθήκη του 1998 αφορά συμφωνία προγενέστερη της επίδικης συμφωνίας και άρα αυτή δεν ισχύει. Ήταν επίσης η θέση του ότι η αλλαγή του επιτοκίου δεν μπορούσε να γίνει αφού η εναγόμενη 2 ουδέποτε ειδοποιήθηκε για την αλλαγή του επιτοκίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας και συμπεράσματα. Άκουσα, είδα και παρακολούθησα με προσοχή και τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. παρακολούθησα τη γενική τους συμπεριφορά από το εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Αρκετά από τα γεγονότα της υπόθεσης συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Εξετάζοντας την μαρτυρία του ΜΕ1 διαπιστώνω ότι ήταν θετικός, σαφής και κατηγορηματικός στα όσα κατέθεσε. Απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν με άνεση και χωρίς δυσκολία δίνοντας πλήρεις και σαφείς απαντήσεις. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε εξαιρετική εντύπωση, τόσο από το περιεχόμενο των απαντήσεων που έδιδε, όσο και από το ύφος και τρόπο που κατέθεσε και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Εξάλλου το πλείστον όσων ανέφερε στο Δικαστήριο είναι στην ουσία επεξήγηση και ανάλυση της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια 1-7. Επίσης δέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με την διαφορά στο οφειλόμενο ποσό που εμφαίνεται στα Τεκμήρια 7 και 8 και ότι η διαφορά αυτή προέκυψε γιατί αφαιρέθηκαν από την ενάγουσα από το Τεκμήριο 7 κάποιες επιβαρύνσεις και έξοδα τα οποία χρέωνε η ίδια η τράπεζα στον λογαριασμό και τα οποία δεν διεκδικούνται. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 Γεώργιου Γεωργίου βρίσκω ότι αυτή δεν ήταν διαφωτιστική στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού κατά την αντεξέταση του απαντούσε αόριστα στις υποβληθείσες ερωτήσεις και έδειχνε ότι δεν γνώριζε για ποια υπόθεση και για ποιο τρεχούμενο λογαριασμό έδινε μαρτυρία. Επίσης η όλη του μαρτυρία ήταν ασαφής αλλά και αντιφατική ιδιαίτερα στα γεγονότα που ανέφερε για την ισχυριζόμενη απόσυρση του τερματισμού από την Τράπεζα. Ενώ στην κυρίως εξέταση ισχυρίσθηκε ότι συνάντησε τον Πάνο υπεύθυνο του Παρατήματος της Τράπεζας Κύπρου στο Γέρι μόλις πήρε την επιστολή τερματισμού από την Τράπεζα Κύπρου και του είπε να την αγνοήσει, και τοποθέτησε την συνάντηση του με τον κ. Παπαλαμπριανού μετά, στην επανεξέταση του, προφανώς γιατί αντιλήφθηκε ότι αυτό δεν ήταν προς τα συμφέροντα του, διαφοροποίησε τη θέση τ ου ότι είχε δει τον εν λόγω υπάλληλο μετά από την συνάντηση του με τον κ. Παπαλαμπριανού. Ασαφείς ήταν και οι απαντήσεις του σε σχέση με πληρωμές μετά τον τερματισμό. Ενώ στην κυρίως εξέταση ισχυρίσθηκε ότι έγιναν τρεις πληρωμές από τον ίδιο μετά την επιστολή τερματισμού του λογαριασμού του στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι μόνο δύο πληρωμές είχαν γίνει από τον ίδιο ενώ τρίτη πληρωμή αφορούσε ακύρωση ασφαλιστηρίου συμβολαίου του. Με βάση αυτά τα δεδομένα δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 9.2.98 συνήφθη συμφωνία για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 1) βάσει της οποίας επανεγκρίθηκε στον εναγόμενο 1 όριο τρεχούμενου λογαριασμού ύψους ΛΚ5,000 το οποίο εγκρίθηκε από την ενάγουσα με απόφαση/έγκριση της ημερ. 17.3.00 η οποία υπογράφηκε από τον εναγόμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 2). Όπως επεσήμανε ο ΜΕ1 επειδή το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ήταν πέραν του ύψους του ποσού της τραπεζικής διευκόλυνσης που είχε δοθεί στον πρωτοφειλέτη οι τελευταίοι προχώρησαν στον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού στις 4.9.2000 ειδοποιώντας τον πρωτοφειλέτη για τον τερματισμό και καλώντας τον να εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού και ειδοποιώντας επίσης ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνετο με επιτόκιο 9% ετησίως (Τεκμήριο 5). Η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης δεν αμφισβητεί ότι η επιστολή Τεκμήριο 5 αποστάληκε αλλά ότι η εν λόγω επιστολή αποσύρθηκε κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, ο λογαριασμός δεν τερματίσθηκε και ως εκ τούτου η ενάγουσα κωλύεται να διεκδικήσει το οφειλόμενο ποσό. Επ΄ αυτού του σημείου ο κ. Παπαλαμπριανού δεν αποδέχθηκε αυτό τον ισχυρισμό αλλά ανέφερε ότι μετά την επιστολή ημερ. 4.2.00 υπήρχαν κάποιες επαφές με τον πρωτοφειλέτη ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα κατέθετε έναντι των υποχρεώσεων του συγκεκριμένα ποσά όμως εκτός από δύο πληρωμές τίποτε άλλο δεν κατέθεσε στο λογαριασμό. Ανέφερε επίσης ότι ο λογαριασμός μπορούσε να πιστωθεί αλλά δεν μπορούσαν να γίνουν αναλήψεις από τον πελάτη. Ήταν επίσης ο ισχυρισμός του ότι συνεπεία της παράλειψης του πρωτοφειλέτη να υλοποιήσει αυτά που υποσχέθηκε ανάγκασαν την ενάγουσα να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ήταν η θέση του τέλος, ότι ουδέποτε απέσυραν τον τερματισμό της συμφωνίας. Η πιο πάνω μαρτυρία και σε απουσία αποδεκτής μαρτυρίας από πλευράς της Υπεράσπισης ότι έγινε προφορική συμφωνία απόσυρσης του τερματισμού της συμφωνίας αφήνει μετέωρο τον εν λόγω ισχυρισμό. Η μαρτυρία η οποία δόθηκε από πλευράς της ενάγουσας μένει στην ουσία αναντίλεκτη. Δεν υπάρχει άλλη αποδεκτή μαρτυρία να την αντικρούσει. Βρίσκω ότι η συμφωνία τερματίστηκε με την επιστολή των εναγόντων, Τεκμήριο 5 και δεν ανακλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και απορρίπτεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας. Επίσης οι πληρωμές που έγιναν από τον εναγόμενο 1 των ποσών των ΛΚ540 και ΛΚ400 αλλά και ακόμη μια πληρωμή που φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού και αφορά ακύρωση ασφαλιστηρίου συμβολαίου του εναγόμενου 1 έγιναν για αποπληρωμή του ήδη δημιουργηθέντος χρέους και όχι για επαναλειτουργία του λογαριασμού και αυτές κατά την άποψη μου δεν εμποδίζουν την ενάγουσα να διεκδικήσει το οφειλόμενο ποσό. Η θέση της υπεράσπισης ότι πληρωμή των ασφαλίστρων δεν αφορά την εναγόμενη 2 δεν έχει περιληφθεί στα δικόγραφα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να εξετασθεί. Εν πάση περιπτώσει ούτε η πληρωμή ασφαλίστρων που συνδέεται με την εξασφάλιση του επίδικου λογαριασμού με υποθήκη εμποδίζει την ενάγουσα με οποιοδήποτε τρόπο για διεκδίκηση του οφειλόμενου ποσού. Το ότι το ποσό που απαίτησε η ενάγουσα στις επιστολές Τεκμήριο 5 και 6 έχει μειωθεί κατά την ακροαματική διαδικασία δεν διαφοροποιεί ποσώς τη δυνατότητα της ενάγουσας να διεκδικήσει με αγωγή το ποσό μειωμένο. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της υπεράσπισης περί του αντιθέτου δεν ευσταθεί. Ένα άλλο θέμα που εγείρεται είναι ο ισχυρισμός των εναγομένων 1 και 2 ότι (
  2. i)τόσο η συμφωνία εγγυήσεως ημερ. 2.2.98 όσο και το έγγραφο υποθήκης ημερ. 6.2.98 δεν καλύπτουν το επίδικο χρέος αφού αυτό καλύπτετο από προγενέστερη εγγύηση του 1991 και αφορούσε προγενέστερο λογαριασμό από τη συμφωνία εγγύησης του 1998 και (
  3. ii)ότι οι ως άνω συμφωνίες δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και εξαντλούνται με την απαίτηση των εναγόντων στην αγωγή υπ΄ αρ. 882/04. Ήδη όπως έχω δεχθεί από την μαρτυρία του κ. Παπαλαμπριανού αλλά και της έγγραφης μαρτυρίας η συμφωνία για παροχή τραπεζιτικών διευκολύνσεων Τεκμήριο 1 συνήφθη στις 9.2.98. Βάσει αυτής της συμφωνίας επανεγκρίθηκε στον εναγόμενο 1 όριο τρεχούμενου λογαριασμού ύψους ΛΚ5,000 από την ενάγουσα με απόφαση έγκρισης της ημερομηνίας 17.3.00 έτσι η συμφωνία εγγύησης της εναγόμενης 2 καθώς και η σύμβαση υποθήκης δεν αφορούσε προγενέστερη συμφωνία παροχής τρεχούμενου λογαριασμού αλλά επανέγκριση του στο χρόνο που προσδιορίζεται από τη συμφωνία. Το κατά πόσο η επίδικη εγγύηση και υποθήκη καλύπτουν τον επίδικο λογαριασμό αυτό θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τους όρους των εν λόγω συμφωνιών. Οι όροι 2 και 3 της Συμφωνίας Εγγυήσεως ημερ. 2.2.98 (Τεκμήριο 3) η οποία είναι για απεριόριστο ποσό αναφέρουν τα ακόλουθα: «2. «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. 3. Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύηση μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά ημέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα Αγ. Ελευθ., Λατσιά, γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή μου για την πρόθεσή μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση και σε περίπτωση θανάτου μου η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης θα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την ημέρα που θα έχουν περάσει επτά μέρες από την ημερομηνία τερματισμού της από τους διαχειριστές της περιουσίας ή εκτελεστές της διαθήκης μου. ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ΟΤΙ θα ευθύνομαι για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που θα έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημέρα που θα δοθεί η ειδοποίηση τερματισμού, ανεξάρτητα αν οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές ή όχι, όπως και για όλες τις υποχρεώσεις που θα δημιουργήσει ο Πρωτοφειλέτης μέσα στην περίοδο των επτά ημερών μετά την ειδοποίηση τερματισμού της εγγύησης μου». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η συμφωνία εγγύησης καλύπτει όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη κατά τον χρόνο σύναψης της και ήταν επίσης συνεχής εγγύηση έχοντας υπόψη το λεκτικό της σύμβασης. Με βάση τα πιο πάνω η εγγύηση καλύπτει την επίδικη συμφωνία. Ήταν η θέση του κ. Πετράκη με αναφορά στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd και άλλοι Πολ. Έφεση 11485 ημερ. 23.1.04 ότι η επίδικη σύμβαση δεν καλύπτει την επίδικη συμφωνία παροχής τρεχούμενου λογαριασμού. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα ότι ουδέποτε η συμφωνία παροχής διευκολύνσεως δεν έχει εξοφληθεί ούτε ετέθηκαν από την υπεράσπιση τέτοια γεγονότα η πιο πάνω υπόθεση διαφοροποιείται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τα όσα εκεί έχουν διατυπωθεί σε αυτήν δεν ισχύουν αφού δεν υπάρχει εξόφληση ώστε η εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια να απαλλάσσεται από την ευθύνη κάλυψης του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού. Επίσης, στις παραγράφους 2 και 3 του Εγγράφου Υποθήκης ημερ. 6.2.98 (Τεκμήριο 4) αναφέρονται τα εξής: 2. «Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, είτε αυτή έγινε ή πιθανόν να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλο ή άλλα πρόσωπα και/ή μαζί μου. 3. Η παρούσα υποθήκη είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση από οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η Τράπεζα έχει σήμερα ή δυνατό να έχει μελλοντικά από εμένα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή άλλα πρόσωπα σχετικά με τις υποχρεώσεις τις οποίες αυτή εξασφαλίζει. Η Τράπεζα μπορεί να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή να απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις χωρίς να επηρεάζεται οποιοδήποτε δικαίωμά της, βάσει αυτής της συμφωνίας». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τόσο η συμφωνία εγγυήσεως ημερ. 2.2.98 και το έγγραφο υποθήκης ημερ. 6.2.98 καλύπτουν όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την ενάγουσα είτε οι υποχρεώσεις είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε κατέστησαν ή πιθανόν να καταστούν απαιτητές και παύουν να ισχύουν μόνο σε περίπτωση που η διευκόλυνση για την οποία είχαν χορηγηθεί, έχει εξοφληθεί. Στην παρούσα υπόθεση η συμφωνία με την οποία παρείχονταν οι τραπεζιτικές διευκολύνσεις δεν έχει εξοφληθεί με οποιοδήποτε τρόπο ούτε τερματίσθηκαν ως εκ τούτου ο πιο πάνω ισχυρισμός της υπεράσπισης απορρίπτεται. Επίσης οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι οι ως άνω συμφωνίες δεν καλύπτουν το επίδικο χρέος επειδή αυτές εξαντλούνται με την απαίτηση των εναγόντων στην αγωγή υπ΄ αρ. 882/04, δεν ευσταθούν καθότι η προαναφερθείσα απαίτηση εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. (Τεκμήριο 9) και δεν έχει εξοφληθεί επίσης. Συμφωνώ με τη θέση της κας Καουτζάνη ότι καμία μαρτυρία δεν εδόθη που να αποδεικνύει ή να διαφαίνεται ότι τόσο η συμφωνία εγγυήσεως ημερ. 2.2.98 όσο και η υποθήκη της εναγομένης 2 ημερ. 6.2.98 εδόθησαν μόνο για την παραχώρηση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού ύψους £20.000.- που είχε παραχωρηθεί στην αγωγή υπ΄ αρ. 882/04 αφού κανένα αποδεικτικό υλικό δεν έχει προσκομισθεί που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και 2. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής 882/04 που καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 9 δεν έχει κατατεθεί ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τα όσα εκεί αναφέρονται. Είναι επίσης η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι τα ποσά που αξιούνται είναι αυθαίρετα και δεν συνάδουν με την επίδικη συμφωνία και/ή το συμφωνηθέν επιτόκιο. Πρέπει εξ αρχής να επισημάνω ότι για τα πιο πάνω ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης η οποιά να υποστηρίζει με δεδομένα και στοιχεία ότι τα ποσά που αξιούνται είναι αυθαίρετα ή ότι δεν συνάδουν με την επίδικη συμφωνία ή το συμφωνηθέν επιτόκιο. Το Δικαστήριο επομένως δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα στο οποίο η υπεράσπιση εισηγείται ούτε από τη μαρτυρία του κ. Παπαλαμπριανού μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Επίσης από την κατάσταση λογαριασμού δεν φαίνεται να επιβλήθηκε τόκος πέραν από το 9% ανώτατο επιτρεπτό από τον Περί τόκο Νόμο (Ν.2/77). Από την κατάργηση του Ν.2/77 σημασία έχει η μεταξύ των μερών επί του θέματος συμφωνία. Σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους της συμφωνίας παρείχε δικαίωμα στην ενάγουσα να μεταβάλει το επιτόκιο και να αυξήσει μέχρι του ανωτάτου επιτρεπόμενου ποσοστού επιτοκίου. Η αύξηση του επιτοκίου από αυτό το χρονικό σημείο μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας δεν παραβίαζε οποιαδήποτε νομοθεσία αφού αυτή καταργήθηκε από 1.1.01 ούτε τη συμφωνία των μερών. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι υπήρχε αυθαίρετη χρέωση επιτοκίων δεν ευσταθεί, αλλά ούτε και ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αντίθετη μαρτυρία που να δικαιολογεί τέτοιο εύρημα. Η προβαλλόμενη από τον κ. Πετράκη μόνο από τον Ν.2/77 θέση ότι έγινε αύξηση επιτοκίου χωρίς να ειδοποιηθεί η εναγόμενη 2, αυτή δεν είναι δικογραφημένη και δεν θα εξετασθεί. Μένει να εξετασθεί αν η ενάγουσα απέδειξε την αξίωση της για το ποσό που τελικώς διεκδικεί. Αυτό θα κριθεί με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΕ1 έγινε αποδεκτή. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και από την έγγραφη μαρτυρία (τεκμ.1-τεκμ.7). Ειδικότερα το τεκμήριο 7 που ετοιμάσθηκε από τον μάρτυρα Παπαλαμπριανού βρίσκω ότι απεικονίζει την κίνηση του λογαριασμού του εναγομένου από τη μέρα που λειτουργεί μέχρι τον τερματισμό του. Η διαφοροποίηση στο ποσό που εμφαίνεται μεταξύ του τεκμηρίου 7 και τεκμηρίου 8 δέχομαι ότι υπήρξε γιατί περιλάμβανε επιβαρύνσεις και έξοδα της Τράπεζας και τα οποία δεν διεκδικούνται από την Τράπεζα στο τέλος της διαδικασίας αλλά αυτά δεν διαφοροποιούν τη διακίνηση του λογαριασμού και το ορθό ποσό εμφαίνεται ως χρεωστικό στο τεκμήριο 7 κατά τον τερματισμό της συμφωνίας. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης η Υπεράσπιση εκτός των πιο πάνω αναφερόμενων ζητημάτων δεν έχει θέσει ζήτημα ως προς το οφειλόμενο ποσό. Όπως έχει αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων το Ανώτατο Δικαστήριο η γενική άρνηση στην υπεράσπιση δεν αφήνει ανοικτό το πεδίο για ευκαιριακή απόδειξη οποιουδήποτε ζητήματος τυχόν προκύψει κατά τη δίκη. Συνακόλουθα και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αγωγή των Εναγόντων επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ξεχωριστά για το ποσό των ΛΚ9.371,64 με τόκο προς 9% από 5.11.2003 επί του ποσού των ΛΚ7.757,62 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.6. και 31.12. Επίσης εκδίδεται διάταγμα διατάσσον την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος περιγραφομένου στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης προς ικανοποίηση της απαίτησης μετ΄ εξόδων. Επιδικάζονται επίσης τα έξοδα της αγωγής υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.