← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Κωνσταντίνου Αποστολίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 884/2004, 29 Σεπτεμβρίου, 2006

Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Κωνσταντίνου Αποστολίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 884/2004, 29 Σεπτεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 884/2004 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Λτδ Ενάγουσας και

  1. Κωνσταντίνου Αποστολίδη,
  2. Ανδρούλλας Κυριακίδου,
  3. Σωτήρη Σάββα. Εναγομένων ___________________________________________________________________ 29 Σεπτεμβρίου,
  4. Για την Ενάγουσα: κα Θ. Καουτζάνη. Για τους Εναγομένους 1 και 2: κ. Π. Πετράκης. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα τράπεζα με την παρούσα αγωγή αξιώνει, μετά από μείωση της απαίτησης κατά την ακροαματική διαδικασία ποσό £879,53 με τόκο 11% από 3.11.2005 επί του ποσού των £846,93 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Η πιο πάνω αξίωση της ενάγουσας σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στηρίζεται σε συμφωνία δανείου που καταρτίστηκε στις 16.10.1998 υπό τους όρους που περιγράφονται η οποία συνάφθηκε μεταξύ του εναγομένου 1 υπό την εγγύηση της εναγομένης 2 και του εναγομένου 3, εναντίον του οποίου έχει ήδη εκδοθεί απόφαση στις 29.3.
  5. Η Συμφωνία αυτή τερματίστηκε με επιστολή των εναγόντων ημερ. 27.6.02 λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας και εκλήθησαν οι εναγόμενοι να πληρώσουν, παραμένει το προαναφερθέν υπόλοιπο, το οποίο και διεκδικούν. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους εκτός από την άρνηση τους στους ισχυρισμούς των εναγόντων εγείρουν τρία βασικά θέματα. Εγείρουν θέμα απόσυρσης του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας και ότι ο λογαριασμός του δανείου λειτούργησε μέχρι 20.11.03 με ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία που έγινε με τους ενάγοντες και ότι η μετέπειτα συμπεριφορά τους τους παρεμποδίζει να διεκδικούν οτιδήποτε από δικαιώματα που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν από την επιστολή τερματισμού ημερ. 27.6.
  6. Επιπρόσθετα εγείρουν ζήτημα χρέωσης αυθαίρετων επιτοκίων και παραβίασης της επίδικης συμφωνίας. Επ΄ αυτού η εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι άλλαξαν τα επιτόκια της συμφωνίας με τον εναγόμενο 1 χωρίς τη συγκατάθεσή της. Τέλος, ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω έγερσης της αγωγής 885/04 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία υπάρχει ισχυρισμός που αφορά συμφωνία μεταξύ των ιδίων μερών της ίδιας ημερομηνίας όπως η παρούσα. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι Ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες, τον κ. Ανδρέα Τζιωρτζή (ΜΕ1) και τον κ. Χριστόδουλο Παπαλαμπριανού (ΜΕ2) ενώ η Υπεράσπιση δεν πρόσφερε μαρτυρία. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε ότι έχει στην κατοχή του το φάκελο της υπόθεσης 885/04 και ότι σε αυτή μέσω της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης έχουν κατατεθεί τα πρωτότυπα έγγραφα που αφορούν τους ίδιους διαδίκους. Πιστά αντίγραφα αυτών κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Ειδικότερα ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκε η Συμφωνία ημερ. 16.10.1998, ως Τεκμήριο 2 η Έγγραφη Έγκριση της ενάγουσας τράπεζας ημερ. 16.10.98 και ως Τεκμήριο 3 η Συμφωνία Εγγυήσεως ημερ. 16.10.
  7. Ο ΜΕ2 υπάλληλος στο τμήμα παρακολούθησης προβληματικών λογαριασμών της ενάγουσας τράπεζας από το 1995 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση και ότι είχε υπό την παρακολούθηση του το συγκεκριμένο λογαριασμό της παρούσας υπόθεσης. Επεξήγησε τα επίδικα Τεκμήρια 1-3 και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 4, Τεκμήριο 4Α και Τεκμήριο 4Β επιστολές προς τον εναγόμενο 1 και εναγομένους 2 και 3 καθώς επίσης και κατάσταση λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού ως Τεκμήριο 5 τα οποία επεξήγησε. Σε σχέση με την αγωγή αρ. 885/04 που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου μεταξύ των ίδιων διαδίκων, ανέφερε ότι αυτή αφορά παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ανέφερε επίσης ότι μετά την επιστολή τερματισμού, με επιστολή περί τον Ιούλιο 2002, κάλεσε τους πελάτες για ενημέρωση σε σχέση με τη μεταφορά του λογαριασμού στο τμήμα του και για να εξευρεθεί τρόπος διευθέτησης του λογαριασμού. Έκτοτε είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους πελάτες και είχε επίσης συναντήσεις με τον πρωτοφειλέτη τον Αύγουστο του
  8. Η καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής οφείλετο σε υποσχέσεις που έδιναν οι πελάτες προς καταβολή ποσών τις οποίες ουδέποτε υλοποίησαν. Επίσης δέχθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6) κατατέθηκε στα πλαίσια της συνοπτικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, έδειχνε μεγαλύτερο ποσό από το Τεκμήριο 5 αλλά η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στο Τεκμήριο 6 συμπεριλήφθηκαν ορισμένες χρεώσεις όπως επιβαρύνσεις οι οποίες δεν απαιτούνται από την τράπεζα. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1-3 που κατατέθηκαν και ενώπιον του Δικαστηρίου εκ συμφώνου, στις 16.10.98 συνήφθη συμφωνία ημερ. 16.10.98 για παροχή τραπεζιτικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 1) κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 δανείου £1.000 το οποίο εγκρίθηκε από τους ενάγοντες με απόφαση/έγκριση τους ίδιας ημερομηνίας η οποία υπογράφηκε από τον εναγόμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 2). Επίσης το Τεκμήριο 3 αποτελεί την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 ίδιας ημερομηνίας που έδωσαν οι εναγομένοι 2 και 3 για το ποσό των ΛΚ4.200 πλέον τους αναλογούντες τόκους. Επίσης με βάση το Τεκμήριο 2, η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με 24 μηνιαίες δόσεις των ΛΚ46.00 έκαστη οι οποίες θα ήταν πληρωτέες ένα μήνα μετά τη χορήγηση του δανείου. Όπως επίσης επισήμανε ο ΜΕ2 ο εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε τις δόσεις σύμφωνα με τους όρους αποπληρωμής της συμφωνίας και της απόφασης/έγκρισης των εναγόντων, οι τελευταίοι προχώρησαν στον τερματισμό της συμφωνίας στις 27.6.2002 ειδοποιώντας τόσο τον πρωτοφειλέτη όσο και τους εγγυητές καλώντας τους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του λογαριασμού και ειδοποιώντας επίσης ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνετο με επιτόκιο 11% ετησίως (Τεκμήριο 4, 4(α) και 4(β). Η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης δεν αμφισβητεί ότι οι επιστολές Τεκμήρια 4, 4(α), 4(β) αποστάλησαν αλλά ότι οι εν λόγω επιστολές αποσύρθηκαν κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων ήδη ο λογαριασμός δεν τερματίσθηκε και ως εκ τούτου η ενάγουσα κωλύεται να διεκδικήσει το οφειλόμενο ποσό. Επ΄ αυτού του σημείου ο κ. Παπαλαμπριανού δεν αποδέχθηκε αυτό τον ισχυρισμό αλλά ανέφερε ότι μετά την επιστολή ημερ. 27.6.2002 υπήρχαν κάποιες επαφές τόσο τηλεφωνικές όσο και κατ΄ ιδίαν με τον πρωτοφειλέτη ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα κατέθετε έναντι των υποχρεώσεων του συγκεκριμένα ποσά χωρίς όμως να το πράξει. Επίσης ανέφερε ότι συνεπεία της παράλειψης του πρωτοφειλέτη να υλοποιήσει αυτά που υποσχέθηκε οι ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ήταν η θέση του τέλος, ότι ουδέποτε απέσυραν τον τερματισμό της συμφωνίας. Η πιο πάνω μαρτυρία και σε απουσία μαρτυρίας από πλευράς της Υπεράσπισης ότι έγινε προφορική συμφωνία απόσυρσης του τερματισμού της συμφωνίας αφήνει μετέωρο τον εν λόγω ισχυρισμό. Η μαρτυρία η οποία δόθηκε από πλευράς εναγόντων μένει στην ουσία αναντίλεκτη. Δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία να την αντικρούσει. Δέχομαι ότι ο μάρτυρας κ. Παπαλαμπριανού είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εξ άλλου το πλείστον των όσων ανάφερε στο Δικαστήριο είναι στην ουσία επεξήγηση και ανάλυση της γραπτής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Βρίσκω ότι η συμφωνία τερματίστηκε με τις επιστολές των εναγόντων, Τεκμήριο 4, 4(α), 4(β) και δεν ανακλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και απορρίπτεται ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας. Εν όψει αυτής της διαπίστωσης η υπόθεση Lombart Natwest Ltd v. Λαζαρίδη

(1999)1 Β ΑΑΔ 1465 και τα όσα ελέχθηκαν σε αυτή όταν δεν υπάρχει τερματισμός συμφωνίας δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Στη παρούσα περίπτωση ο τερματισμός της συμφωνίας εμπεριέχεται στις επιστολές τεκμ. 4, 4Α και 4Β οι οποίες απεστάλησαν στους εναγόμενους ενέργεια που ήταν αρκετή από πλευράς ενάγουσας για διεκδίκηση του οφειλόμενου ποσού. Το ότι το ποσό που ζητήθηκε από την ενάγουσα στις πιο πάνω επιστολές έχει μειωθεί κατά την ακροαματική διαδικασία δεν διαφοροποιεί ποσώς τη δυνατότητα της ενάγουσας να διεκδικήσει με αγωγή το ποσό μειωμένο κατά την ακρόαση. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της υπεράσπισης περί του αντιθέτου δεν ευσταθεί. Επίσης ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου δεδομένου ότι οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει την αγωγή αρ. 885/04 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορά συμφωνία μεταξύ των ιδίων μερών της ίδιας ημερομηνίας με την παρούσα αγωγή δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την αποτροπή σχετικής κατάχρησης έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Διευθυντή των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 ΑΑΔ 27. Όπως επισημαίνεται στην πιο πάνω απόφαση, η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. (Βλ. Castanho v. Brown Root (U.K.) Ltd and another
(1981)1 All E.R. 143 (H.L.). Όπως αναφέρθηκε από το ΜΕ2 κ. Παπαλαμπριανού από τη μαρτυρία του οποίου έχω αποδεχθεί κινήθηκε η υπ΄ αριθμό αγωγή 885/04 εναντίον των ιδίων των εναγομένων η οποία όμως αφορά την παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό ενώ η παρούσα βασίζεται σε συμφωνία δανείου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι δύο απαιτήσεις αφορούν δύο διαφορετικές αιτίες αγωγής. Στην υπόθεση Ηλία Τσακλίδη v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ Π.Ε. 11616 ημερ. 14.6.2005 που εγέρθηκε παρόμοιο ζήτημα στην οποία είχαν εγερθεί τρεις αγωγές από την Τράπεζα ενώπιον των ιδίων εναγομένων και οι οποίες σχετίζονταν με τις ίδιες εξασφαλίσεις και τον ίδιο τρεχούμενο λογαριασμό ο δικαστής κ. Αρτέμης ανέφερε τα εξής: «Η παρούσα περίπτωση αφορούσε τρεις διαφορετικούς λογαριασμούς, που συνιστούσαν ξεχωριστές αιτίες αγωγής και έτσι ήταν ελεύθερη η εφεσίβλητη να εγείρει τρεις διαφορετικές αγωγές για κάθε λογαριασμό. Κατά συνέπεια τούτο απαντά και το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας. Όπως παρατήρησε και το Εφετείο στην Π.Ε. 11326, οι άνω αγωγές αφορούσαν τρία διαφορετικά δάνεια και η καταχώρηση υπό τις περιστάσεις τριών αγωγών δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Το Εφετείο επίσης ορθά επεσήμανε πως ο ίδιος ο εφεσείων θα μπορούσε να ζητήσει την συνένωση αγωγών, κάτι που δεν έπραξε». Βλέπε επίσης Ηλία Μιχαήλ Τσακλίδη v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ Π.Ε. 11326 ημερ. 14.7.2003. Βλέπε επίσης PHIPSON ON EVIDENCE, 12η έκδοση σελ. 543 § 1343. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν δικαιολογείται εύρημα ότι υπήρχε κατάχρηση διαδικασίας υπήρχαν δύο διαφορετικές αιτίες αγωγής και ήταν λογικό να καταχωρηθούν δύο διαφορετικές αγωγές από την ενάγουσα. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός για κατάχρηση απορρίπτεται. Είναι επίσης η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι τα επιτόκια που χρεώνουν οι ενάγοντες είναι αυθαίρετα και παραβιάζουν την επίδικη συμφωνία. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 5 ο τόκος που επιβαλλόταν ήταν βάσει της συμφωνίας τεκμ. 2 μέχρι τη φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου 1.1.01. Η διαφοροποίηση του επιτοκίου γίνεται μετά τη φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου με τον Ν.160
(1)/
  1. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η συμφωνία διέπετο από τον Περί τόκου Νόμου Ν.2/77και δεν θα μπορούσε να υπάρχει χρέωση τόκου που να υπερβαίνει το ποσό του 9% γιατί θα ήταν παράνομη και η χρέωση επιτοκίου πέρα του 9% είναι παράνομη αφού αντίκειται στο τόκο που προνοούσε ο πιο πάνω νόμος. Κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας ίσχυε το άρθρο 3 του Περί τόκου του 1977 (Ν.2/77)που προέβλεπε ότι το επιτόκιο σε οποιοδήποτε χρέος δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% ετησίως και σύμφωνα με το άρθρο 5 κάθε παράβαση του άρθρου 3 πιο πάνω συνιστά ποινικό αδίκημα. Στη παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε χρέωση πέρα του συμφωνηθέντος επιτοκίου μέχρι την φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου και άρα οι οποιεσδήποτε χρεώσεις μέχρι τότε ήταν νόμιμες και σύμφωνες με τον όρο 2(α) της συμφωνίας τεκμ. 1 και του όρου Γ του τεκμ.
  2. Σε σχέση με την διαφοροποίηση του επιτοκίου από 1.1.01 και τη θέση ότι διέπετο από τον Περί τόκου Νόμου 2/77 θα πρέπει να ελεχθεί το λεκτικό των συμφωνιών ως προς αυτό το ζήτημα. Η επιφύλαξη της υποπαραγράφου (α) του όρου 2 της συμφωνίας τεκμηρίου αναφέρει: «Εννοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα που είναι πέραν των διευκολύνσεων που καθορίζονται κάθε φορά από την Τράπεζα θα επιβαρύνονται με τόκο που θα υπολογίζεται με ποσοστό επιτοκίου 160 με το επιτρεπόμενο μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου που ορίζεται κάθε φορά από το Νόμο». Επίσης ο όρος Γ του τεκμηρίου 2: «ΕΠΙΤΟΚΙΟ σύμφωνα με το ανώτατο νόμιμο χρεωστικό επιτόκιο που ισχύει από καιρού εις καιρό επί του παρόντος 8.00% το χρόνο πάνω στα ημερήσια υπόλοιπα». Από την κατάργηση του Ν.2/77 σημασία έχει η μεταξύ των μερών επί του θέματος συμφωνία. Σύμφωνα με τους πιο πάνω όρους της συμφωνίας παρείχε δικαίωμα στην ενάγουσα να μεταβάλει το επιτόκιο και να το αυξήσει μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό επιτοκίου. Η αύξηση του επιτοκίου από αυτό το χρονικό σημείο δεν παραβίαζε οποιαδήποτε νομοθεσία αφού αυτή καταργήθηκε από 1.1.01 ούτε τη συμφωνία των μερών. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι υπήρχε αυθαίρετη χρέωση επιτοκίων δεν ευσταθεί αλλά ούτε και ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αντίθετη μαρτυρία που να δικαιολογεί τέτοιο εύρημα. Επίσης η θέση ότι η ενάγουσα άλλαξε τα επιτόκια χωρίς την συγκατάθεση της εναγομένης2 δεν υποστηρίχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ούτε ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό που να υποστηρίζει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ως εκ τούτου ο πιο πάνω ισχυρισμός απορρίπτεται. Μένει να εξετασθεί αν η ενάγουσα απέδειξε την αξίωση της για το ποσό που τελικώς διεκδικεί. Αυτό θα κριθεί με βάση τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω ο ΜΕ2 είπε αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και από την έγγραφη μαρτυρία (τεκμ. 1-τεκμ. 5). Ειδικότερα το τεκμήριο 5 που ετοιμάσθηκε από τον μάρτυρα Παπαλαμπριανού βρίσκω ότι απεικονίζει την κίνηση του λογαριασμού του εναγομένου από τη μέρα που λειτουργεί μέχρι τον τερματισμό του. Η διαφοροποίηση στο ποσό που εμφαίνεται μεταξύ του τεκμηρίου 5 και τεκμηρίου 6 δέχομαι ότι υπήρξε γιατί παρατηρήθηκαν επιβαρύνσεις και έξοδα της Τράπεζας που επιβαρύνεται ο λογαριασμός από την Τράπεζα και τα οποία δεν διεκδικούνται από την Τράπεζα στο τέλος της διαδικασίας αλλά αυτά δεν διαφοροποιούν τη διακίνηση του λογαριασμού και το ορθό ποσό εμφαίνεται ως χρεωστικό στο τεκμήριο 5 μέχρι του τερματισμού της συμφωνίας. Εκτός από τα πιο πάνω θέματα η Υπεράσπιση ήγειρε ζήτημα ως προς τον τρόπο που προέκυψε το ποσό των ΛΚ551,98 αφού αυτό προέρχεται από εμπρόθεσμη δέσμευση ΛΚ1.500 που είχε κατατεθεί από τον πρωτοφειλέτη ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες και αυτό θα έπρεπε να δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης η Υπεράσπιση εκτός των πιο πάνω αναφερόμενων ζητημάτων που έχουν αναφερθεί δεν έχει θέσει ζήτημα ως προς το οφειλόμενο ποσό. Όπως έχει αναφερθεί σε σειρά αποφάσεων το Ανώτατο Δικαστήριο η γενική άρνηση στην υπεράσπιση δεν αφήνει ανοικτό το πεδίο για ευκαιριακή απόδειξη οποιουδήποτε ζητήματος τυχόν προκύψει κατά τη δίκη. Η αναφορά που έγινε από το μάρτυρα στις ΛΚ1.500 για να επεξηγηθεί το χρεωστικό υπόλοιπο του τεκμ. 5 καλύπτετο από την έκθεση απαίτησης και δεν χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση. Η πιο πάνω δυνατότητα της ενάγουσας εμπεριέχεται στον όρο Β του τεκμηρίου 1 και καλύπτετο από την επίδικη συμφωνία. Με βάση τα πιο πάνω ούτε ο πιο πάνω ισχυρισμός της υπεράσπισης δεν ευσταθεί. Συνακόλουθα και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αγωγή των Εναγόντων επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ξεχωριστά για το ποσό των ΛΚ879,93 με τόκο προς 11% από 3.11.05 επί του ποσού των ΛΚ846,93 μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΧ/ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.