← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία Furco (Furnishing) Limited, Αναφορά αρ: 352/06, 2 Οκτωβρίου, 2006

Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία Furco (Furnishing) Limited, Αναφορά αρ: 352/06, 2 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αναφορά αρ: 352/06 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία Furco (Furnishing) Limited. και Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, ως ετροποποιήθη. ------------------------ Αίτηση για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Η κ. Β. Χριστοδουλίδου. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Μ. Ιακώβου. ----------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 19.7.06, το Δικαστήριο μετά από μονομερή αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 17.7.06, βασιζόμενο στο μαρτυρικό υλικό που συνόδευε την αίτηση, δηλαδή, το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 17.7.06, των Χρίστου Ιωαννίδη και Κώστα Πυρκεττή (ο οποίος στις 19.7.06, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση) και τα επισυνημμένα στις ένορκες αυτές δηλώσεις τεκμήρια, εξέδωσε, μονομερώς, το ακόλουθο διάταγμα: «...ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ, ΠΑΓΟΠΟΙΕΙ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΕΙ όλους τους λογαριασμούς και/ή καταθέσεις της Εταιρείας Furco (Furnishing) Limited στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή τους λογαριασμούς της Εταιρείας Furco (Furnishing) Limited υπ΄ αριθμό 0165-04-000072 και/ή 0165-04000098 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή τους λογαριασμούς της Εταιρείας Furco (Furnishing) Limited σε οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα και/ή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία και/ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και/ή χρηματοδοτικό (financing) οργανισμό και/ή εταιρεία και/ή ασφαλιστική εταιρεία και/ή επενδυτική εταιρεία μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τον Στέφανο Αγγελίδη και/ή τον Μιχάλη Αγγελίδη και/ή τον Κώστα Αγγελίδη και/ή την εταιρεία Furco (Furnishing) Limted και/ή οποιοδήποτε άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και/ή αντιπρόσωπο και/ή υπάλληλο της εταιρείας όπως μη αποξενώνουν οποιοδήποτε εισόδημα και/ή χρηματικό ποσό εισπράττουν και/ή του οποίου είναι νόμιμος δικαιούχος η Εταιρεία Furco (Furnising) limited και/ή όπως καταθέτουν οποιοδήποτε εισόδημα και/ή χρηματικό ποσό εισπράττουν και/ή του οποίου είναι νόμιμος δικαιούχος η Εταιρεία Furco (Furnishing) Limited στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπως περιγράφονται στην παράγραφο ανωτέρω, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ στην Εταιρεία Furco (Furnishing) Limited όπως αποσύρει από τους πιο πάνω αναφερόμενους λογαριασμούς ποσό μέχρι Λ.Κ.2.350 - μηνιαίως για την πληρωμή και κάλυψη των αναγκαίων λειτουργικών εξόδων της ως άνω εταιρείας μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ, ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ την εταιρεία Furco (Furnishing) Limited από του να παύσει τον αιτητή Κώστα Πυρκεττή από Διοικητικό Σύμβουλο της Εταιρείας και/ή απαγορεύει και/ή εμποδίζει την εταιρεία Furco (Furnishing) Limited από του να λάβει οποιοδήποτε ψήφισμα και/ή απόφαση για παύση του Κώστα Πυρκεττή από Διοικητικό Σύμβουλο της εταιρείας Furco (Furnishing) Limited μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου...» . Το διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια πρωτογενούς αίτησης των Αιτητών εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 17.7.06, με την οποία, βασιζόμενοι στις πρόνοιες του άρθρου 202 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, αιτούνται: « Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εταιρεία όπως εξαγοράσει τις μετοχές που κατέχουν οι Αιτητές στην Εταιρεία σε δίκαιη τιμή ως ήθελε αυτή καθοριστεί από το Δικαστήριο συμφώνως των προνοιών του άρθρου 202 του Περί Εταιρειών Νόμου. Διαζευκτικά του Α) Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους μετόχους της πλειοψηφίας και/ή τους Καθ΄ ων η αίτηση όπως εξαγοράσουν τις μετοχές που κατέχουν οι Αιτητές στην Εταιρεία σε δίκαιη τιμή ως ήθελε αυτή καθοριστεί από το Δικαστήριο συμφώνως των προνοιών του άρθρου 202 του Περί Εταιρειών Νόμου. Γ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη το Δικαστήριο. Δ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Μετά την επίδοση του διατάγματος και τη δεδηλωμένη πρόθεση των Καθ΄ ων η Αίτηση να ενστούν στη συνέχιση ισχύος του, δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης. Αυτή, καταχωρίσθηκε στις 28.8.06 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Στέφανου Αγγελίδη, διευθυντή και μετόχου των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στην αίτηση αυτή επισυνάπτονται και σειρά τεκμηρίων. Μετά από αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 21.9.06 και συναίνεση των Καθ΄ ων η Αίτηση, καταχωρίσθηκε συμπληρωματική απαντητική ένορκη δήλωση με ημερομηνία 25.9.06 και ακολούθως, απαντητική ένορκη δήλωση των Καθ΄ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 28.9.
  2. Αμφότερες οι ένορκες δηλώσεις συνοδεύονται από διάφορα τεκμήρια. Οι λόγοι ένστασης είναι έντεκα και διατυπώνονται στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Συνοψίζονται στο ότι, η αίτηση είναι νομικώς και πραγματικώς ανυπόστατη και αστήριχτη, οι αιτούμενες θεραπείες στη κυρίως αίτηση είναι νομικώς αβάσιμες, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρουν και τις θεραπείες που επιζητούνται με τη μονομερή αίτηση, οι Καθ΄ ων η Αίτηση δε μπορούν να διαταχθούν νομικώς όπως αγοράσουν τις μετοχές τους, δεν είναι δυνατόν να επιζητείται από τρεις μόνον μετόχους της πλειοψηφίας, και όχι από όλους τους μετόχους της πλειοψηφίας, να εξαγοράσουν τις μετοχές των μειοψηφούντων μετόχων, τα εκδοθέντα διατάγματα εναντίον των Στέφανου Αγγελίδη, Μιχάλη Αγγελίδη και Κώστα Αγγελίδη είναι ανυπόστατα μια και δεν είναι διάδικοι στη διαδικασία, οι Αιτητές δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν από αυτό, στη μονομερή διαδικασία, σωρεία γεγονότων και στοιχείων τα οποία γνώριζαν, χωρίς να παρουσιάσουν την πραγματική και αληθινή εικόνα, με αποτέλεσμα να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα σε μια εμφανή προσπάθειά τους να παραπλανήσουν και να επιτύχουν την έκδοση του διατάγματος, καμία παρατυπία και κανένα γεγονός ή ενέργεια έλαβε χώραν εκ πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση που θα μπορούσε να δικαιολογήσει είτε την έκδοση είτε τη συνέχιση ισχύος του διατάγματος, η έκδοση και η συνέχιση ισχύος του διατάγματος καταστρατηγεί τις αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η λειτουργία μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης γενικότερα, και ειδικότερα, των Καθ΄ ων η Αίτηση και ότι, τέλος, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση και συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Δεν προβάλλεται παράπονο ότι το διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία. Οι συνήγοροι αγόρευσαν με επιμέλεια παραπέμποντας σε όγκο νομολογίας και εφοδιάζοντας, ταυτοχρόνως, το Δικαστήριο με αντίγραφα των αποφάσεων, επί του σκεπτικού των οποίων, εν μέρει, βάσισαν κάποιες από τις εισηγήσεις τους. Η θέση της κ. Χριστοδουλίδου, στη γενικότερη της διάσταση, ήταν ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, για την οριστικοποίηση του διατάγματος. Στην ειδικότερη της έκφανση, η θέση της ήταν ότι, αυτές καθ΄ αυτές οι πρόνοιες του άρθρου 202 του Κεφ.113, όπως τροποποιήθηκε, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που παρατίθενται προς υποστήριξη της αίτησης, καταδεικνύουν με σαφήνεια, όχι μόνον το νομικώς βιώσιμο και ευσταθές της αίτησης και συνεπώς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, αλλά και την πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στη κυρίως αίτηση. Έκανε εξειδικευμένη αναφορά περί τούτου στο περιεχόμενο των παραγράφων 26 - 45 της ένορκης δήλωσης του Κώστα Πυρκεττή, ημερομηνίας 17.7.06, χωρίς όμως να παραγνωρίζει και άλλες πτυχές του προσκομισθέντος μαρτυρικού υλικού προς υποστήριξη της αίτησης. Τόνισε ότι σε περίπτωση που το διάταγμα δεν εξακολουθήσει να βρίσκεται σε ισχύ, δε θα μπορεί, στο τέλος εκδίκασης της κυρίως αίτησης, να αποδοθεί πλήρης θεραπεία και δικαιοσύνη αφού, η μείωση της τιμής εξαγοράς της εταιρείας λόγω της συνεχούς ιδιοποίησης (όπως τη χαρακτήρισε, χωρίς να χρειάζεται και να επιτρέπεται απόφανση περί τούτου σ΄ αυτό το στάδιο), τού ενεργητικού της εταιρείας, θα δημιουργήσει αυτονόητα συνεπόμενα, άμεσα και έμμεσα, στους μειοψηφούντες μετόχους, αφού η συνεχής απομύζηση χρημάτων από το εταιρικό ενεργητικό θα επιφέρει, στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, συνακόλουθη μείωση του. Επί τούτου και προς υποστήριξη της εισήγησης της σε ό,τι αφορά στις πραγματικές προθέσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση, παρέπεμψε στο περιεχόμενο της παραγράφου 40 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και δη, σε οφειλή των Καθ΄ ων η Αίτηση του μεγαλύτερου μέρους ποσού εκ Λ.Κ.80,300, με το οποίο δανειοδοτήθηκαν από την εταιρεία M.S.K. Ltd. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών υπενθύμισε επίσης ότι, όπως και να έχουν τα πράγματα, η τελική τοποθέτηση, υπό μορφή ευρημάτων, για οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επίδικο, δε μπορεί να γίνει στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, αλλά στο στάδιο ακρόασης της κυρίως αίτησης. Υποστήριξε επίσης ότι με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρξε μη αποκάλυψη γεγονότων κατά τη μονομερή παρουσίαση του αιτήματος, πόσον μάλλον, μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, έτσι ώστε να δημιουργείται βάσιμο ή έστω συζητήσιμο παράπονο από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση πάνω σε αυτή την πτυχή. Για λόγους που ανέπτυξε, εισηγήθηκε τέλος, εξ΄ αφορμής σχετικής νύξης στην ένσταση, ότι ορθώς η αίτηση στρέφεται μόνον εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση και όχι εναντίον και των πλειοψηφούντων μετόχων ξεχωριστά και ότι, το ίδιο σωστά, τους επιδόθηκε και αντίγραφο του διατάγματος. Η αγόρευση του κ. Ιακώβου τροχοδρομήθηκε στη βάση των λόγων ένστασης που διατυπώθηκαν στο σώμα της ένστασης και τους οποίους παράθεσα συνοπτικώς πιο πάνω. Αναφέρθηκε σε πτυχές της μαρτυρίας των Αιτητών, υποβάλλοντας ότι αποδεικνύουν, όχι μόνον μη αποκάλυψη γεγονότων που θα έπρεπε να δηλώνονταν ενώπιον του Δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο αλλά και αλλότρια κίνητρα των Αιτητών επί σκοπό παραπλάνησης του Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος. Ενδεικτικώς, αναφέρθηκε σε δύο πτυχές. Η πρώτη, αφορά σε εναλλακτική θεραπεία δέσμευσης ακίνητης περιουσίας των Καθ΄ ων η Αίτηση, ύψους εκατομμυρίων λιρών, η οποία, κατά την άποψη του δικηγόρου, θα μπορούσε να επιδιωχθεί εκ πλευράς Αιτητών, αλλά δεν επιδιώχθηκε, αφού μόνον με διάταγμα της φύσης αυτού που εκδόθηκε, θα μπορούσαν να εκβιάσουν τους Καθ΄ ων η Αίτηση για αυτά που απαιτούν, παραλύοντας, ουσιαστικώς, τη λειτουργία της εταιρείας ως εκ της φύσης και δραστικότητας του. Η δεύτερη, αφορά στο γεγονός ότι το διάταγμα επιδόθηκε στους πλειοψηφούντες μετόχους, χωρίς αυτοί να είναι διάδικοι στη διαδικασία. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο έκαναν αναφορά οι συνήγοροι. Το γεγονός ότι κάποιες από τις τοποθετήσεις τους δυνατόν να μη διατυπώνονται στο κείμενο της παρούσας απόφασης, δε σημαίνει ότι παραγνωρίστηκαν ή με οποιονδήποτε τρόπο θεωρήθηκαν ως δευτερευούσης σημασίας, αντιπαραβαλλόμενες με άλλες τοποθετήσεις τους για τις οποίες γίνεται ρητή αναφορά στο σκεπτικό. Το πλήρες περιεχόμενο των εισηγήσεων τους, οι οποίες πρέπει να είναι ακόμη νωπές στη μνήμη αφού συμπληρώθηκαν μόλις πριν μερικά λεπτά, βρίσκεται πλήρως καταγραμμένο στα πρακτικά. Οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψαν αναφορικά με τον τρόπο ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, έχουν επίσης αξιολογηθεί, με κατά νουν όμως, πάντοτε, την πάγια θέση της νομολογίας επί του ζητήματος - η οποία επαναλήφθηκε προσφάτως από το Ανώτατο Δικαστήριο δια στόματος Παπαδοπούλου, Δ. στην Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd, Π.Ε.11895/ημ. 28.9.05[1] - ότι, δεν υπάρχουν αυστηρώς οροθετημένα πλαίσια μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με σταθερό γνώμονα το κατά πόσον η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί έτσι δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν ήθελεν εκδοθεί. Υπάρχουν δύο προκαταρτικά ζητήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν. Το πρώτο, αφορά στο νόμιμο και νομότυπο καταχώρησης της πρωτογενούς αίτησης και της επίδοσης του διατάγματος, πέραν των Καθ΄ ων η Αίτηση και σε κάποιους από τους διευθυντές και μετόχους τους. Το δεύτερο, σχετίζεται με τους ισχυρισμούς περί μη αποκάλυψης γεγονότων. Γίνεται αντιληπτό ότι, κατάληξη πάνω σε οποιοδήποτε από τα δύο αυτά ζητήματα με το τρόπο που εισηγήθηκε ο κ. Ιακώβου, δυνατόν να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος, χωρίς ενασχόληση με οποιανδήποτε άλλη πτυχή απ΄ αυτές που ηγέρθησαν. Η αίτηση ορθώς καταχωρίσθηκε εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, το δε διάταγμα επιδόθηκε σε διευθυντές και μετόχους τους ως φυσική απόρροια της φύσης της αίτησης και του περιεχομένου των προνοιών του διατάγματος. Αποφαινόμενος πάνω σ΄ αυτό, είχα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 202 του Κεφ.113, καθώς και τη νομολογιακή ερμηνεία που έτυχε - και παραπέμπω ενδεικτικώς πάνω σ΄ αυτό, στις αποφάσεις In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap. 113

(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Αναφορικά με την Εταιρεία Pelmako Development Ltd, Π.Ε. 8966/ημ. 16.9.99[2] - στις οποίες αναφέρθηκε η κ. Χριστοδουλίδου. Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της αποκάλυψης, αυτό που χρειάζεται να αποφασιστεί είναι αν υπήρξε ουσιώδης μη αποκάλυψη γεγονότων στο στάδιο της μονομερούς αιτήσεως. Αν διαπιστωθεί ότι, όντως, υπήρξε μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων, τότε το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς άλλο. Είναι γνωστό ότι τα προσωρινά διατάγματα έλκουν τη καταβολή τους από το δίκαιο της επιείκειας και ότι η μονομερής αίτηση που υποβάλλεται από τον Αιτητή για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θεωρείται ως υψίστης καλής πίστεως ("uberrima fides"), έτσι ώστε, αν εκ των υστέρων, διαπιστωθεί ότι ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύφθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Στο στάδιο των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων, έδωσα οδηγίες και εξασφάλισα το κείμενο της απόφασης του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and Others
(1988)3 All E.R. 188 - locus classicus επί του θέματος - στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Gibson, απαρίθμησε και ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο είναι επιθυμητό να προσεγγίζεται το ζήτημα τής μη αποκάλυψης γεγονότων, κατά το μονομερές στάδιο. Ανάφερε σχετικά ότι: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following. (
  1. i)The duty of the applicant is to make ´a full and fair disclosure of all the material facts´: see R v Kensington Income Tax Comrs, ex p Princess Edmond de Polignac [1971] 1 KB 486 at 514 per Scrutton LJ. (
  2. ii)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made; materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see the Kensington Income Tax Comrs case [1917] 1 KB 486 at 504 per Lord Cozens-Hardy MR, citing Dalglish v Jarvie
(1850)2 Mac & G 231 at 238, 42 ER 89 at 92, and Thermax Ltd v Schott Industrial Glass Ltd [1981] FSR 289 at 295 per Browne-Wilkinson J. (iii) The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v Nikpour [1985] FSR 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries. (
  1. iv)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  2. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application, (
  3. b)the order for which application is made and the probable effect of the order on the defendant: see, for example, the examination by Scott J of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc v Robinson [1986] 3 All ER 338, [1987] Ch 38, and (
  4. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries: see Bank Mellat v Nikpour [1985] FSR 87 at 92-93 per Slade LJ. (
  5. v)If material non-disclosure is established the court will be ´astute to ensure that a plaintiff who obtains .an ex parte injunction without full disclosure is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty.´: see Bank Mellat v Nikpour (at 91) per Donaldson LJ, citing Warrington LJ in the Kensington Income Tax Comrs case. (
  6. vi)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented. (vii) Finally ´it is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded´: see Bank Mellat v Nikpour [1985] FSR 87 at 90 per Lord Denning MR." Η πιο πάνω καθοδήγηση - η οποία ακολουθήθηκε πλειστάκις τόσον από τα κυπριακά όσον και από τα βρετανικά δικαστήρια - είναι, απλώς, ενδεικτική και με κανένα τρόπο ανελαστική και απολύτως περιεκτική, χωρίς τη δυνατότητα ή πιθανότητα απόκλισης ή συμπλήρωσης στην κάθε περίπτωση. Η προσέγγιση της μαρτυρίας με σκοπό τη κατάληξη σε συμπέρασμα περί της ύπαρξης μη αποκάλυψης αλλά και της αξιολόγησης των φερόμενα, μη αποκαλυφθέντων γεγονότων, ως ουσιωδών ή επουσιωδών, πρέπει να γίνεται με κατά νουν την αρχή ότι, σε αυτό το στάδιο, δεν είναι επιτρεπτή η ανάλυση της μαρτυρίας με σκοπό τη διαπίστωση απόδειξης, είτε των προβαλλόμενων ως ουσιαστικών, δικαιωμάτων, είτε των οποιωνδήποτε ισχυρισμών που στόχευση έχουν, την κατάδειξη των προϋποθέσεων που απαιτούνται προς στοιχειοθέτηση είτε της ενδιάμεσης θεραπείας είτε ή άλλων ζητημάτων, παρεμφερών με τούτο. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της αποκάλυψης, η αντιπαραβολή της μαρτυρίας και η αξιολόγηση της προς αποκρυστάλλωση των αληθινών γεγονότων - όπως έχει επανατονιστεί στη Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 - θα πρέπει να λαμβάνει χώρα στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς και όχι ενδιαμέσως. Έχω διεξέλθει τη μαρτυρία, με ειδικότερη αναφορά στο μέρος εκείνο που αφορά στο ζήτημα της μη αποκάλυψης γεγονότων. Κρίνω - έχοντας υπόψη τις αρχές που προανέφερα - ότι στη προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο και ότι οι Αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ακόμη και εάν η ερμηνεία που δόθηκε, σε κάποιες εκφάνσεις της μαρτυρίας από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση αναφορικά με την κατάταξη αυτών που προσδιόρισε, ως μη αποκαλυφθέντων γεγονότων, ήθελε γίνει, εν μέρει, αποδεκτή, ότι δηλαδή, υπήρξε πράγματι μη αποκάλυψη κάποιων γεγονότων, τα γεγονότα αυτά, με κανένα τρόπο δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ουσιώδη έτσι ώστε να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της προβαλλόμενης εκδοχής του. Οι Αιτητές ήταν αρκετό να αναφέρονταν, συνοπτικώς, τα γεγονότα πάνω στα οποία σκόπευαν να βασιστούν για την εξασφάλιση του διατάγματος, όπως και έπραξαν. Προέβησαν σε εκτεταμένες και λεπτομερείς ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη του αιτήματος τους και παρέθεσαν ό,τι ήταν δυνατό, υπό τις περιστάσεις, για πληροφόρηση του Δικαστηρίου σε σχέση με τις προεκτάσεις της όλης διαφοράς. Τα δύο λοιπόν προκαταρτικά ζητήματα, αποφασίζονται υπέρ των Αιτητών. Τούτου δοθέντος, θα πρέπει να εξετασθεί το κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, έτσι ώστε να αποφασιστεί η οριστικοποίηση ή όχι του διατάγματος. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (και ασφαλώς οριστικοποίησης τους, εκεί όπου αυτό είναι το ζητούμενο, όπως εδώ), είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται σε θεραπεία ο Ενάγοντας (και χρησιμοποιώ εδώ τον όρο με την ευρεία του έννοια έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνει και τον Αιτητή σε πρωτογενή αίτηση, όπως στη προκειμένη περίπτωση) και το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση, για την ύπαρξη δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάληξης συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. Η δεύτερη προϋπόθεση, της ύπαρξης δηλαδή πιθανότητας ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία, έχει επεξηγηθεί ως αναφερόμενη στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το τι απαιτείται από τον Αιτητή είναι η κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, το ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση ή οριστικοποίηση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κάτω από το πρίσμα του κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπροσθέτως των προϋποθέσεων αυτών, θα πρέπει να σταθμιστεί και το κατά πόσον είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί η ισχύς του διατάγματος. Αυτό υποδηλώνει τη δικαστική βάσανο για ισοζυγισμό του κινδύνου αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Η ανάγκη προστασίας του Αιτητή σταθμίζεται, πάντοτε, με την αντίστοιχη ανάγκη προστασίας των Καθ΄ ων η Αίτηση από ζημιά που θα ήταν δυνατόν να υποστούν κατά την άσκηση των δικών τους δικαιωμάτων. Το ζύγιασμα πρέπει να οδηγεί σε καθορισμό του ποια από τις δύο πλευρές θα υπόκειτο σε μεγαλύτερη ταλαιπωρία. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, τις ευρύτερες πρόνοιες του Κεφ.113 καθώς και τις εξειδικευμένες διατάξεις και εμβέλεια του άρθρου 202 του Κεφ. 113, όπως και την ενώπιον μου μαρτυρία, καταλήγω ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του διατάγματος μέχρι τη τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Με υπόψη τα συνεπόμενα που δυνατόν να προκύψουν ως εκ της μη οριστικοποίησης, θεωρώ ότι, εν προκειμένω, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Αιτητών. Υιοθετώ επί τούτου όλες τις εισηγήσεις της κ. Χριστοδουλίδου, όπως συνοψίστηκαν πιο πάνω. Καμιά από τις υπόλοιπες εισηγήσεις του κ. Ιακώβου -όσες δηλαδή δεν έτυχαν ήδη απόφανσης - δε μπορεί, με κάθε σεβασμό, να γίνει αποδεκτή στη βάση των αρχών που προαναφέρθηκαν και αναλύθηκαν σε συγκερασμό, πάντοτε, με το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό. Η ισχύς του διατάγματος ημερομηνίας 19.7.06, οριστικοποιείται μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της υπόθεσης. Μετά την καταχώρηση της ένστασης, η κυρίως αίτηση θα οριστεί για ακρόαση συντομότατα και καθώς αρμόζει, ιδιαίτερα ως εκ της ύπαρξης, πλέον, του οριστικοποιημένου διατάγματος, έτσι ώστε να αποφευχθεί τυχόν εφησυχασμός και να μειωθούν τα όποια αρνητικά συνεπόμενα στους Καθ' ων η αίτηση και στην εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. τα κατ' αναλογία και προέκταση, σχετικά σχόλια τού Χατζηχαμπή, Δ. στην υπόθεση Αναφορικά με την Εταιρεία Quantum Telecommunications Ltd, Αιτ. Αρ.47/05/ημ.28.6.05)[3]. Η ένσταση να καταχωρισθεί μέσα σε 10 ημέρες από σήμερα. Η κυρίως αίτηση ορίζεται για οδηγίες στις 13.10.06 και ώρα 9.00 π.μ. (Υπ).......................................... Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής /ΕΜ [1]
(2005)1 Α.Α.Δ. 1237. [2]
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 1369. [3]
(2005)1 (Β ) Α.Α.Δ. 901,913. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.