← Κύπρος

Όσον αφορά τον Cemil Cufi αποβιώσαντα, Αρ. Αίτησης: 128/04, 24 Οκτωβρίου, 2006

Όσον αφορά τον Cemil Cufi αποβιώσαντα, Αρ. Αίτησης: 128/04, 24 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Δικαιοδοσία Διαθηκών Αρ. Αίτησης: 128/04 Όσον αφορά τον Cemil Cufi αποβιώσαντα. Αίτηση από την Raziye Cemil. Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου, 2006. Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: Ο κ. M. Βλαδιμήρου. Για τους καθ΄ων η αίτηση: Η κ. Σ. Χούρη. ------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια, ως η διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της, Cemil Cufi, ζητά την έκδοση διατάγματος έγκρισης πώλησης τού κτήματος με αριθμό εγγραφής 5844, στη Γεροσκήπου («το κτήμα»), το οποίο αποτελεί μέρος της περιουσίας του. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 31, 32, 33, 51 και 53

(1)(στ) του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, στη Δ.48Θ1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, συνοδεύεται δε, από ένορκη δήλωση της διαχειρίστριας Raziye Cemil. Εκεί, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν απεβίωσε ο Cemil Cufi, δημιούργησε μεγάλα χρέη λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα να αναλάβει η ίδια την πληρωμή όλων των χρεών του. Στις 16.1.04, η μητέρα αποποιήθηκε του κληρονομικού της μεριδίου προς όφελος της θυγατέρας της (βλ. τεκμήριο 1). Στις 23.5.04, συμφώνησε, ως διαχειρίστρια, να πουλήσει το κτήμα σε κάποιον Κώστα Φιλίππου, υπογράφοντας σχετικώς και συμβόλαιο πώλησης (βλ. τεκμήριο 3). Οι καθ΄ ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του διατάγματος, για τους λόγους που παρατίθενται στις παραγράφους 1 μέχρι 14, στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και στις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις. Οι κυριότεροι απ΄ αυτούς, είναι δύο. Ο πρώτος, αφορά στην έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να επιληφθεί του αιτήματος, δοθέντος του ότι το κτήμα βρίσκεται στην Επαρχία Πάφου. Ο δεύτερος, σχετίζεται με την εμβέλεια εφαρμογής, στην παρούσα περίπτωση, των προνοιών του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91, όπως τροποποιήθηκε («ο Ν.139/91»), με δεδομένο ότι ο αποβιώσας, κατά το χρόνο του θανάτου του, είχε τη μόνιμη διαμονή του στις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά την ακροαματική διαδικασία, δηλώθηκε από τους συνηγόρους και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι, πράγματι, ο Cemil Cufi, κατά το χρόνο του θανάτου του διέμενε μονίμως στις κατεχόμενες περιοχές και ότι, στις ίδιες περιοχές, διαμένει μονίμως και η διαχειρίστρια - θυγατέρα του. Δεν προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, κατά τις αγορεύσεις, έκαναν αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και στους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι δικές τους θέσεις, σε αντίθεση με αυτές του αντιδίκου. Ο κ. Βλαδιμήρου εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Τόνισε ότι η στέρηση από την αιτήτρια, των υπηρεσιών του κράτους για τη διαχείριση της επίδικης περιουσίας λόγω του γεγονότος ότι ο αποβιώσας είναι τουρκοκύπριος και μόνον, αντίκειται στην Οδηγία 2000/43ΕΚ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στον Περί Ίσης Μεταχείρισης Προσώπων Άσχετα από Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή Νόμο 59(I)/04 και στον Περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμο 42(I)/04. Υπογράμμισε επίσης ότι, μετά την κύρωση της συνθήκης προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τον Περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Κυρωτικό) Νόμο 35(III)/03, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καθορίζονται από τη Συνθήκη έχουν άμεσο αποτέλεσμα εντός της Δημοκρατίας και υπερέχουν έναντι κάθε άλλης νομοθετικής ή κανονιστικής πρόνοιας. Στη βάση αυτού του σκεπτικού, κατέληξε, αν ορθώς αντιλήφθηκα, στο ότι ο Ν.139/91, δεν είναι συμβατός με το ευρωπαϊκό δίκαιο και συνεπώς, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών («ο Κηδεμόνας»), δε νομιμοποιείται να ενίσταται στην αίτηση. Η κ. Χούρη αντέκρουσε τις θέσεις του δικηγόρου του αιτητή τροχοδρομώντας την αγόρευσή της στη βάση των λόγων ένστασης. Τόνισε, επίσης, τη φιλοσοφία που διέπει το Ν.139/91 και τη θεμελίωσή του στη βάση του δικαίου της ανάγκης. Υπέβαλε, τέλος, ότι καμιά απολύτως προϋπόθεση δε συντρέχει έτσι ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Άκουσα και αξιολόγησα όλα τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων δικηγόρων με υπόψη, πάντοτε, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Ως πρώτο ζήτημα, θα πρέπει να αποφασισθεί η τοπική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να επιληφθεί της αίτησης. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης και συνεπώς δε μπορεί να θεωρηθεί ως εναρκτήρια ή πρωτογενής. Ως εκ τούτου, το άρθρο 53 του Κεφ.189, το οποίο προνοεί για τη δυνατότητα, ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή άλλα πρόσωπα που εξειδικεύονται στο άρθρο, να αποταθούν σε Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση για την επίλυση, χωρίς διαχείριση, συγκεκριμένων θεμάτων, δεν έχει εφαρμογή. Το άρθρο 33 του Κεφ.189, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να διατάξει την πώληση, εκμίσθωση, υποθήκευση, εγκατάλειψη, απαλλαγή, διαίρεση ή άλλη διάθεση τής περιουσίας που αποτελεί μέρος της κληρονομιάς. Δεν προβλέπεται εναρκτήρια διαδικασία, όπως στη περίπτωση του άρθρου 53, του Κεφ. 189, αλλά η υποβολή αίτησης μέσα στα πλαίσια της υφιστάμενης αίτησης διαχείρισης. Όμως, η αίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 33 τού Κεφ.189, δεν αποτελεί «πολιτική διαδικασία αρχομένη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού» και συνεπώς δεν εμπίπτει στον ορισμό του όρου «αγωγή», με βάση το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Συνεπάγεται ότι, το άρθρο 21
(2)του Ν.14/60, το οποίο προβλέπει ότι, όταν η αγωγή αφορά σε διανομή ή πώληση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία, αυτή θα εισάγεται στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας μέσα στην οποία βρίσκεται η ιδιοκτησία, δεν ισχύει στη παρούσα περίπτωση. Επιπροσθέτως, στο Κεφ.189, υπάρχει ρητή πρόνοια η οποία καθορίζει το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, υιοθετώντας, όμως, άλλα κριτήρια από αυτά του άρθρου 21 του Ν.14/60, που θα πρέπει να θεωρούνται ότι υπερέχουν αυτών του Ν.14/60, με δεδομένο ότι άπτονται γενικών διατάξεων, εν αντιθέσει με τις εξειδικευμένες πρόνοιες του Κεφ.189, οι οποίες δεν καταργήθηκαν από το Ν.14/60, είτε με ρητή αναφορά είτε εξ αναγκαίου συμπεράσματος (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση των Ατελιέ Επίπλων "La Qualite" Κώστας Άσπρος Λτδ (Αρ. 2)
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 363). Περαιτέρω και με δεδομένο ότι ο Ν.14/60, είναι μεταγενέστερος τού Κεφ.189, μπορεί να συναχθεί ότι αν, πράγματι, η νομοθετική πρόθεση ήταν η διαφοροποίηση του νομικού καθεστώτος που ίσχυε κατά τη θέσπιση του Ν.14/60, για θέματα που εμπίπτουν εντός της εμβέλειας του άρθρου 33 του Κεφ.189, θα γινόταν περί τούτου ρητή αναφορά (βλ. Bennion, Statutory Interpretation, 3η έκδ., 1997, παρ. 88, σελ.226-227). Προκύπτει λοιπόν ότι, με βάση το άρθρο 33 του Κεφ.189, δικαιοδοσία και τοπική αρμοδιότητα για να επιληφθεί του αιτήματος έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, έστω και αν η αίτηση αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται σε άλλη επαρχία και δη, στην Πάφο. Η ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση περί έλλειψης τοπικής αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, να επιληφθεί της αίτησης απορρίπτεται. Ως εκ της πιο πάνω κατάληξης, το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί, αφορά στην παρεχόμενη νομοθετική δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος, με δεδομένο ότι το κτήμα αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία, ο ιδιοκτήτης της οποίας, κατά το χρόνο του θανάτου του, διέμενε μονίμως στις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που προσδίδει στο αίτημα, ιδιάζουσα υπόσταση. Στόχος του Ν.139/91, είναι η προστασία και διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών από την εγκατάλειψη των ιδιοκτητών τους (βλ. Κίτση v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077). Ο νόμος αυτός θα έχει διάρκεια μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίησή του, δημοσιευμένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της κατάστασης που δημιουργήθηκε ένεκα των γεγονότων του 1974 - κάτι ασφαλώς που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, αφού οι τούρκοι εισβολείς εξακολουθούν, κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου, να κατέχουν παρανόμως το βόρειο τμήμα της Κύπρου. Συμφώνως των προνοιών του άρθρου 5 του Ν.139/91, με το διορισμό του Κηδεμόνα, όλες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες περιέρχονται σε αυτόν, με εξουσία να λαμβάνει άμεση κατοχή τους και να τις διαχειρίζεται συμφώνως των διατάξεων τής νομοθεσίας. Το άρθρο 2 του Ν.139/91, καθορίζει ότι ο όρος «τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία, κινητή ή ακίνητη, που ανήκει σε τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στο ίδιο άρθρο, αναφέρεται ότι «τουρκοκύπριος», σημαίνει, μεταξύ άλλων, τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στην υπόθεση Mustafa v Υπουργείου Εσωτερικών, Αρ. Υπόθ. 25/04, ημ. 24.9.04, τονίστηκε ότι, κυρίαρχο ρόλο για τους σκοπούς τής αναφερόμενης νομοθεσίας, έχει ο ορισμός του όρου «τουρκοκύπριος» και ότι δεν είναι όλες οι περιουσίες που ανήκουν σε μέλη της τουρκικής κοινότητας που διαχειρίζεται ο Κηδεμόνας, αλλά μόνον εκείνες που ανήκουν σε τουρκοκύπριους που δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία και ότι, με την ανάθεση της κατοχής και διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία, σκοπός του Ν.139/91, δεν είναι να γίνει τούτο σε αντίδραση και αντάλλαγμα προς την κατοχή και εκμετάλλευση των ελληνοκυπριακών περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές που, αν ήταν τέτοιος, ενδεχομένως, να συνιστούσε και παράβαση του άρθρου 6 του Συντάγματος, ως δυσμενής διάκριση σε βάρος της τουρκικής κοινότητας, αλλά ακριβώς, όπως αναφέρεται στο Προοίμιο, η προστασία των εν λόγω περιουσιών ως εκ της απουσίας των ιδιοκτητών τους. Υπογραμμίστηκε, περαιτέρω, ότι αν δοθεί διαφορετική ερμηνεία στο νομοθέτημα, ώστε να καλύπτει τη συνέχιση της διαχείρισης τουρκοκυπριακής περιουσίας μετά την επανακαθιέρωση τής συνήθους διαμονής του ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, αυτό, πιθανόν, να συνιστούσε αδικαιολόγητο και υπέρμετρο, ακόμη και ως προς την ίδια την ανάγκη που ρητώς αναφέρεται στο Ν.139/91- ως δικαιολογητικό του έρεισμα - περιορισμό του θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι πριν το θάνατό του, ο αποβιώσας διέμενε μονίμως στις κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχές της Δημοκρατίας - όπου διαμένει, επίσης, μονίμως και η διαχειρίστρια - το κτήμα, ως τουρκοκυπριακή περιουσία, θεωρείται ως εγκαταλειμμένο για τους σκοπούς τού Ν.139/91 και επομένως, όπως ορθώς, θεωρώ, εισηγήθηκε η κ. Χούρη, ο Κηδεμόνας έχει εξουσία να λάβει την άμεση κατοχή του και να ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο εν λόγω νομοθέτημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Bahchecioglou και Άλλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 426). Αντικριζόμενες μέσα από το φακό που προτάθηκε πιο πάνω, οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας, δε μπορούν, με κάθε σεβασμό, να υιοθετηθούν για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Ούτως ή άλλως, η αιτήτρια δεν ικανοποίησε, σε οποιονδήποτε βαθμό, τις προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα τού Κεφ.189, πάνω στα οποία στηρίζει την αίτηση της. Δε χρειάζεται να γίνει εκτεταμένη ανάλυση πάνω σ΄ αυτή τη πτυχή, αρκεί μόνον να αναφερθεί ότι απουσιάζει η απαιτούμενη εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση των χρεών τού αποβιώσαντα, όχι μόνον σε ό,τι αφορά στο ύψος τους, αλλά και στις καταβολές τους, έτσι ώστε να παρέχεται πεδίο κρίσης περί της νομιμότητας τους. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι η αιτήτρια, μέσα στα πλαίσια αίτησης που είχε υποβάλει στις 26.2.04, για να διοριστεί ως διαχειρίστρια τού αποβιώσαντα, δήλωσε, σε αντίθεση με το τι ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, ότι αυτός δεν είχε χρέη (βλ. τεκμήριο 3). Δεν έχει εγερθεί ευθέως και με την απαιτούμενη σαφήνεια, θέμα αντισυνταγματικότητας του Ν.139/91. Τουλάχιστον αυτή είναι η αντίληψη που αποκόμισα από την αγόρευση του κ. Βλαδιμήρου. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα και με βάση την αρχή ότι θέματα αντισυνταγματικότητας εξετάζονται μόνον εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο για να αποφασιστεί η έκβαση της υπόθεσης και με δοσμένο ότι η αίτηση, ούτως ή άλλως, δε μπορεί να επιτύχει για τους λόγους που αναφέρθηκαν, η εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος δε θα ήταν, εδώ, ορθή (βλ. Δήμος Αγίου Αθανασίου v Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Υπόθ. 374/01, ημ.30.1.04 (Ολομέλεια). Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .................................... Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής /εμ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.