← Κύπρος

Καφεκοπτείο και Βιομηχανία Κληρίδη και Σία Λτδ ν. Αντρέα Αναστάση, Αρ. Αγωγής 7551/02, 26/10/06

Καφεκοπτείο και Βιομηχανία Κληρίδη και Σία Λτδ ν. Αντρέα Αναστάση, Αρ. Αγωγής 7551/02, 26/10/06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 7551/02 Μεταξύ Καφεκοπτείο και Βιομηχανία Κληρίδη και Σία Λτδ εναγόντων και Αντρέα Αναστάση εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/10/06 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Χατζηπέτρου Για τον εναγόμενο: κ. Παυλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος από το 1990 ήταν μεταπωλητής προϊόντων των εναγόντων. Ειδικότερα αγόραζε και μεταπωλούσε ξηρούς καρπούς και αλεσμένο καφέ. Το 1997 ανέλαβε διευθυντής των εναγόντων ο Χρίστος Γρέκας (Μ.Ε.1) και η συνεργασία των διαδίκων συνέχισε όπως και προηγουμένως. Η συμφωνία των μερών ήταν ο εναγόμενος να πληρώνει με τρίμηνη πίστωση με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών ώστε να του δίνεται η ευκαιρία να πωλεί τα εμπορεύματα που αγόραζε από τους ενάγοντες. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 ο εναγόμενος είχε εκδώσει δύο επιταγές μεταχρονολογημένες που δεν είχαν εξαργυρωθεί. Εκκρεμούσαν για αγορά επί πιστώσει εμπορευμάτων συνολικής αξίας Λ.Κ. 5.734.- Στα πλαίσια της αγοράς του πελατολογίου του εναγομένου, αφού θα αναλάμβανε ως διευθυντής πωλήσεων των εναγόντων, οι ενάγοντες αγόρασαν από τον εναγόμενο ένα αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε για την εργασία της μεταπώλησης των προϊόντων τους και ανέλαβαν το χρέος του στην τράπεζα. Επιπλέον του επέστρεψαν τις πιο πάνω επιταγές εξοφλώντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης των προϊόντων. Περαιτέρω και στα πλαίσια της νέας συνεργασίας συμφώνησαν να προσληφθεί και η σύζυγος του εναγομένου ως πωλήτρια με μισθό και ποσοστά. Η νέα επαγγελματική σχέση των διαδίκων συνέχισε μέχρι τέλος Αυγούστου του 2000 οπότε και τερματίστηκε. Η θέση του εναγομένου ήταν πως ο Μ.Ε.1 τον απέλυσε γιατί δεν είχαν εργασία και ότι η απόλυση δηλώθηκε στο Υπουργείο Εργασίας. Όμως, για το θέμα αυτό δεν προσκόμισε μαρτυρία ή κάποιο έγγραφο προς αυτή την κατεύθυνση, παρά την επί τούτου επίμονη θέση του. Ο Μ.Ε.1 από την άλλη, κατέθεσε ότι ήταν επιθυμία του εναγομένου να τερματιστεί η εργοδότηση γιατί δεν επιτεύχθηκαν οι στόχοι που ο ίδιος ο εναγόμενος έθεσε. Επ' αυτού του θέματος και αξιολογώντας τη μαρτυρία, αποδέχομαι τη θέση του Μ.Ε.1 γιατί, πέραν του ότι ο εναγόμενος δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό του, δυσκολεύομαι να αποδεκτώ ότι ενώ απελύθη λόγω έλλειψης εργασίας ταυτόχρονα αποδέχθηκε να επανέλθει ως μεταπωλητής των προϊόντων των εναγόντων και μάλιστα ως διεφάνη να αγοράσει και το πελατολόγιο του πίσω για το ποσό των Λ.Κ.5,000.- Ο εναγόμενος επανερχόμενος στο παλιό καθεστώς του μεταπωλητή εμπορευμάτων συμφώνησε να αγοράσει από τους ενάγοντες το πελατολόγιο του για το ποσό των Λ.Κ.5,000.- Για το πιο πάνω ποσό ο εναγόμενος έκδωσε τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές. Είναι οι επίδικες επιταγές στη βάση των οποίων οι ενάγοντες ήγειραν αγωγή εναντίον του γιατί για τις μεν δύο σταμάτησε την πληρωμή τους, η δε τρίτη επιστράφηκε ως απλήρωτη. Επιπλέον έγινε καταγραφή των εμπορευμάτων που είχε στην κατοχή του και εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο και ο εναγόμενος έκδωσε επιταγή προς εξόφληση του τιμολογίου. Η θέση του εναγομένου ήταν πως οι συναλλαγές του με τους ενάγοντες γίνονταν με επιταγές και αν επέστρεφε πίσω εμπορεύματα τότε του έδιναν πίσω επιταγές. Βέβαια αυτό και στην απουσία άλλης εξειδίκευσης ή αναφοράς από την πλευρά του εναγομένου θεωρώ πως δεν θα ήταν εφικτό να γίνει. Γιατί ακόμα αν και επέστρεφε πίσω εμπορεύματα η αξία τους δεν θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στο ποσό των επιταγών που έκδιδε αφού η επιστροφή ήταν μέρος από τη συνολική αγορά και αξία των εμπορευμάτων. Επί των επίδικων επιταγών δεν αμφισβητήθηκε ούτε η έκδοση τους από τον εναγόμενο, ούτε η παράδοση τους στους ενάγοντες, ούτε ότι επιστράφηκαν πίσω απλήρωτες. Αντίθετα ως ο εναγόμενος κατέθεσε έκαμε «ανάκληση» των επιταγών στην τράπεζα αλλά η μια, δεν πρόλαβε και κατατέθηκε και επιστράφηκε πίσω απλήρωτη. Η ουσία της διαφοράς που προέκυψε είναι το αντάλλαγμα των επίδικων επιταγών κατά το χρόνο της έκδοσης τους. Και τούτο σε συνάρτηση με το προηγούμενο καθεστώς που διήπε τις σχέσεις τους. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ο εναγόμενος όταν θα αναλάμβανε διευθυντής πωλήσεων ήθελε «αέρα» για το πελατολόγιο του και επειδή τους χρωστούσε χρήματα από προηγούμενες πιστώσεις του επέστρεψαν πίσω τις δύο εκκρεμούσες επιταγές. Αρνήθη ότι η επιστροφή των επιταγών αυτών έγινε γιατί ο εναγόμενος δεν όφειλε τίποτε και αρνήθη επίσης ότι οι επιταγές αυτές επιστράφηκαν όταν έγινε αλλαγή στη συνεργασία τους και ο εναγόμενος τους επέστρεψε πίσω εμπορεύματα. Και τούτο γιατί σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 όταν γινόταν επιστροφή εμπορευμάτων αφαιρείτο από το τιμολόγιο. ΄Εχω ήδη σχολιάσει το θέμα και θεωρώ ότι, πέραν της αντιφατικότητας των δύο υποβολών, αφού άλλο να μην οφείλει τίποτα και άλλο να επέστρεψε πίσω εμπορεύματα, η εκδοχή του Μ.Ε.1 είναι ορθή και λογική ως η μόνη πρακτικώς εφικτή. Επιστροφή επιταγών επί επιστροφής εμπορευμάτων δεν μπορούσε πρακτικώς να γίνει παρά μόνο αφαίρεση της αξίας των επιστραφέντων εμπορευμάτων από τα τιμολόγια αγοράς. Η αναφορά μου αυτή επί του προκειμένου γίνεται γιατί ο εναγόμενος στήριξε μέρος της εκδοχής και του ισχυρισμού του στο θέμα αυτό και στη σχέση επιστροφής εμπορευμάτων με την επιστροφή των επιταγών. Δέκτηκε ότι πώλησε το πελατολόγιο του στους ενάγοντες αλλά ήταν η θέση του ότι οι ενάγοντες τον πλήρωσαν με επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.5,000.- ενώ οι δικές του επιταγές του δόθηκαν πίσω γιατί επέστρεψε τα εμπορεύματα όταν θα αναλάμβανε διευθυντής πωλήσεων. Σημειώνω όμως πως τέτοια θέση ποτέ δεν υπεβλήθη στον Μ.Ε.

  1. Ειδικότερα ποτέ δεν του υπεβλήθη ότι αγόρασε το πελατολόγιο του εναγομένου για το ποσό των Λ.Κ.5,000.- και μάλιστα με επιταγή. Και θεωρώ πως πρόκειται για σημαντικό ισχυρισμό. Αντίθετα η σταθερή του θέση ήταν ότι επέστρεψαν πίσω τις εκκρεμούσες επιταγές του εναγομένου, ως μέρος της αγοράς του πελατολογίου του. Πέραν αυτού ήταν η θέση του στη γραπτή δήλωση που κατέθεσε ως μέρος της κυρίας εξέτασης του ότι αγόρασαν και το αυτοκίνητο του εναγομένου και ανέλαβαν τη δόση του δανείου στην τράπεζα και ότι περαιτέρω θα προσλάμβαναν και τη σύζυγο του εναγομένου. Ούτε και επ' αυτού αντεξετάστηκε ο Μ.Ε.
  2. Επανερχόμενος στον εναγόμενο και ως προς την έκδοση των επίδικων επιταγών ήταν η θέση του πως όταν επανήλθε ως μεταπωλητής των προϊόντων των εναγόντων έκδωσε τις επιταγές για να αναλάβει πίσω το πελατολόγιο του. Δηλαδή με άλλα λόγια αγόρασε πίσω το πελατολόγιο του. ΄Οταν όμως αντελήφθη ότι η εταιρεία τον κορόιδευε γιατί του έδωσαν εμπορεύματα - καρπούς - περασμένης εσοδείας και συνεπώς παρέβηκαν την μεταξύ τους συμφωνία, τότε τα επέστρεψε πίσω και δεν ανέλαβε την αντιπροσωπεία και ζήτησε να του επιστραφούν οι επίδικες επιταγές. Υπάρχει όμως κατά την αντίληψη μου κενό στην εκδοχή αυτή του εναγομένου. Αφού οι επιταγές, και ήταν κοινό επί τούτου έδαφος ότι εκδόθηκαν για την αγορά του πελατολογίου του, τίθεται το ερώτημα πως αγόρασε τα εμπορεύματα που σύμφωνα μάλιστα με τον ισχυρισμό του ήταν περασμένης εσοδείας. Μια και η βάση της συμφωνίας τους ήταν, ως και ο ίδιος κατέθεσε, η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών ώστε να του δίνεται χρόνος να μεταπωλεί τα προϊόντα, παραμένει το ερώτημα και είναι άγνωστο τι απέγιναν οι επιταγές αυτές. ΄Ομως και αν ακόμα ακολούθησαν άλλη μέθοδο πληρωμής, πλήν της έκδοσης επιταγών, ως προς την πώληση των προϊόντων αυτών, το ερώτημα παραμένει αναπάντητο. Με άλλα λόγια τι απέγινε η αξία των προιόντων αυτών. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι κατέθεσε πως επέστρεψε αμέσως τα προϊόντα πίσω και ξεκαθάρισαν τους λογαριασμούς τους και ότι οι ενάγοντες αρνούνται να του δώσουν τις επίδικες επιταγές. Όμως τέτοια εκδοχή ποτέ δεν τέθηκε στον Μ.Ε.
  3. Θεωρώ πως πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις του εναγόμενου και μια ανεπιτυχή προσπάθεια του να δώσει κάποιες εξηγήσεις. Που εκ των πραγμάτων όχι μόνο δεν είναι ικανοποιητικές αλλά κρίνονται και ως αντιφατικές και ως εκ τούτου απορριπτέες. Αφού δε ως ήταν η θέση του, οι ενάγοντες όφειλαν να του επιστρέψουν τις επίδικες επιταγές, μια και τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία, σημειώνω ότι δεν φαίνεται να έλαβε κανένα απολύτως μέτρο για την προστασία και τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Όπως το έθεσε έκδοσε τις επίδικες επιταγές για να πεισθεί ότι η εταιρεία ανταποκρινόταν σωστά απέναντι του στη συμφωνία τους. Όμως και πάλι να παρατηρήσω ότι οι επιταγές εκδόθηκαν για την αγορά του πελατολογίου του. Έτσι ακόμα και οι ενάγοντες να τον κοροίδεψαν ως ήταν η εκδοχή του με το να του δώσουν περασμένης εσοδείας προιόντα, το οποίο και έχω απορρίψει, το πελατολόγιο εξακολουθούσε να του ανήκει και παρέμενε ιδιοκτησία του. Να σημειώσω ακόμα ότι η αγωγή εναντίον του ηγέρθη τον Ιούλιο του 2002 και ο ίδιος προηγουμένως δεν έλαβε κανένα μέτρο προς αυτή την κατεύθυνση. Ούτε και ήγειρε αγωγή για παράβαση συμφωνίας, ούτε καν ανταπαιτητικώς αξιώνει οτιδήποτε. Η εκδοχή του εναγομένου στηρίχθηκε στην εκ μέρους του υπόθεση ότι ο Μ.Ε.1 ουσιαστικά τον ξεγέλασε με το να τον προσλάβει αγοράζοντας το πελατολόγιο του και μετά να τον απολύσει επαναφέροντας την μεταξύ τους σχέση στο παλαιό καθεστώς. Με το να του δώσει δε περασμένης εσοδείας εμπορεύματα το αποτέλεσμα ήταν να τον βγάλει εκτός αγοράς. Η εκδοχή αυτή πέραν της γενικότητας και της αοριστίας που την διακατείχε, περί αορίστου φιλολογικής εικατολογίας ουσιαστικά πρόκειται, παραγνωρίζει ότι ανακατέλαβε πίσω το πελατολόγιο του, αφού σύμφωνα και με το δικό του ισχυρισμό το αγόρασε εκδίδοντας τις τρεις επίδικες επιταγές. Να προσθέσω ότι ακόμα και έτσι να είχαν τα πράγματα, και πάλι δεν μπορώ να αντιληφθώ πως, με το να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών τερμάτιζε την μεταξύ τους συμφωνία, αφού αυτές εκδόθηκαν για την αγορά του πελατολογίου του και όχι για εμπορεύματα. Και εν πάση περιπτώσει, τι απέγινε τελικά το πελατολόγιο του, που του κόστισε, ως κατέθεσε πολλά λεφτα να το κτίσει, δεν δόθηκε καμιά εξήγηση στο Δικαστήριο. Εξ' άλλου αν οι ενάγοντες και κυρίως ο Μ.Ε.1 ήθελαν να τον ξεγελάσουν με το να αναλάβουν το πελατολόγιο του, αγοράζοντας το βέβαια, και στη συνέχεια να τον θέσουν εκτός αγοράς, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να τον προσλάμβαναν ξανά ως αντιπρόσωπο τους και να του πωλούσαν πίσω το πελατολόγιο του. Δυσκολεύομαι να εξεύρω λογική αλληλουχία στην εκδοχή του και κατ' επέκταση δεν μπορώ να την αποδεκτώ. Οι πιο πάνω κρίσεις και σχόλια γίνονται για να καταδείξουν ότι η εκδοχή του εναγομένου δεν αντέχει σε ιδιαίτερη βάσανο αξιολόγησης και λογικής. Και τούτο, πέραν της σαφώς καλύτερης εντύπωσης που άφησε ο Μ.Ε.1 που η μαρτυρία του είχε ειρμό καθώς και λογική αλληλουχία και κρίνεται ως αληθής. Σε αντίθεση με τον εναγόμενο που η εντύπωση που άφησε ήταν ότι περισσότερο επιδίωκε ασαφώς και αορίστως να δικαιολογηθεί παρά να δώσει σαφείς και συγκεκριμένες απαντήσεις ως προς την πραγματική και αληθή συναλλαγή του με τους ενάγοντες. Δεν έχω αμφιβολία ούτε και κανένα δισταγμό να αποδεκτώ ανεπιφύλακτα τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια με την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων. Εν κατακλείδι και υπό μορφή σύνοψης των ευρημάτων, καταλήγω ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν για την εκ μέρους του εναγομένου αγορά του πελατολογίου του απο τους ενάγοντες, το οποίο τους είχε πωλήσει προηγουμένως με την εκ νέου ανάληψη της αντιπροσωπείας των προϊόντων των εναγόντων. Τις παρέδοσε στους ενάγοντες που τις κατείχαν ως νόμιμοι κομιστές. Αποτελεί επίσης περαιτέρω εύρημα ότι ο εναγόμενος άνευ καμιάς νομίμου δικαιολογίας, σταμάτησε την πληρωμή των δύο εκ των τριών επίδικων επιταγών ενώ η τρίτη επιστράφη ως απλήρωτη με την ένδειξη αποταθείτε στον εκδότη, ως ήταν η μαρτυρία του Μ.Ε.1 στη γραπτή του δήλωση αλλά και την παραδοχή του εναγομένου στη μαρτυρία του. Το συνολικό ποσό των επιταγών που εξακολουθούν να είναι απλήρωτες ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.5,000.- Εδώ παρενθετικά να υπενθυμίσω ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών από τον εναγόμενο όσο και η παράδοση τους στους ενάγοντες ποτέ δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε στα δικόγραφα ούτε κυρίως στη μαρτυρία. Αντίθετα αποτέλεσε κοινό έδαφος κατά την ακρόαση και στη μαρτυρία που δόθηκε τόσο η έκδοση των επίδικων επιταγών όσο και η μη πληρωμή τους. Η κάθε πλευρά έδωσε τις δικές της εξηγήσεις επί του θέματος οι οποίες έχουν ήδη κριθεί. Η αναφορά αυτή γίνεται γιατί οι ενάγοντες δεν κατέθεσαν τις επίδικες επιταγές ως τεκμήρια, μια και αυτές βρίσκονταν ήδη στο φάκελο του Δικαστηρίου όταν σε προηγούμενο στάδιο εκδόθηκε ερήμην απόφαση εναντίον του εναγομένου. Ο Μ.Ε.1 στη γραπτή του δήλωση ευθέως παραπέμπει σε αυτές και πρόκειται για ένα θέμα που ποτέ δεν αμφισβητήθηκε απο τον εναγόμενο στις σχετικές επι τούτου υποβολές. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγομένου και υπέρ των εναγόντων για το ποσό των Λ.Κ.5,000.- με νόμιμο τόκο, πλέον τα έξοδα της διαδικασίας που θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.