← Κύπρος

Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ ν. ΄Αγγελου Σαμουήλ, Αρ. Αγωγής: 7775/04, 31/10/06

Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ ν. ΄Αγγελου Σαμουήλ, Αρ. Αγωγής: 7775/04, 31/10/06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7775/04 Μεταξύ Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων - και - ΄Αγγελου Σαμουήλ, από τη Λευκωσία Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31/10/06 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κα Ελισσαίου Για εναγόμενο: κα Χριστοδουλίδου Για εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 1: Καμιά εμφάνιση Για εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2: κα Κωνσταντίνου με κα Πασχαλίδου Για ενάγουσα - εναγομένη εξ ανταπαιτήσεως: κα Ελισσαίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Εκείνο που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, είναι κατά πόσο θα επιστρέψει την απόσυρση της απαίτησης του εναγομένου εναντίον του εξ' ανταπαίτησεως εναγομένου 2 επιβάλλοντας ή όχι όρους. Με άλλα λόγια αν θα επιτρέψει την απόσυρση ή τη διακοπή της απαίτησης. Στο αίτημα έφερε ένσταση η δικηγόρος των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων

  1. Ο εναγόμενος σε αγωγή εναντίον του από τους ενάγοντες ήγειρε ανταπαίτηση και ταυτόχρονα δυνάμει των προνοιών της Δ.21 αξίωσε εναντίον των εναγομένων εξ' ανταπαιτήσεως 1 και 2 διάφορες θεραπείες. Πολύ συνοπτικά η απαίτηση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου είναι για Λ.Κ.36,000.- οφειλόμενες από συμμετοχή του εναγομένου στο σχέδιο Πανεπενδυτής των εναγόντων. Του παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.30,000.- που αφορούσαν αποκλειστικά την αγορά χρηματιστηριακών αξιών. ΄Ηταν όρος της συμφωνίας ότι η διεκπεραίωση των αγοραπωλησιών και η διαχείριση των αξιών θα γίνονταν από χρηματιστηριακό γραφείο που θα εξουσιοδοτούσε ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος με πληρεξούσιο έγγραφο διόρισε τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 να ενεργούν εκ μέρους του ως χρηματιστές. Το 2003 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη μεταξύ τους συμφωνία και απαίτησαν το πιο πάνω ποσό. Ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του προβάλλει διαφορετικούς ισχυρισμούς, με την προσθήκη ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 είχαν την ευθύνη για την ορθή και προσοδοφόρα διαχείριση του λογαριασμού. Ακόμα ότι η πληρωμή των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων θα γίνονταν από τους ενάγοντες. Είναι η θέση του ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι προέβηκαν σε αγορές που δεν τους είχε εξουσιοδοτήσει και περαιτέρω ότι οι ενάγοντες τους πλήρωσαν για συναλλαγές που δεν συμπεριλαμβάνονταν στο πιο πάνω σχέδιο και ακόμα ότι πλήρωσαν για συναλλαγές που δεν είχε δώσει σχετική εξουσιοδότηση. Συμφώνησε επίσης μαζί τους για την πώληση κάποιων μετοχών και κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι τις πώλησαν σε χαμηλότερη τιμή με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Επικαλείται ακυρότητα της συμφωνίας, γιατί αφ' ενός οι εργασίες των εναγόντων αποτελούν χρηματιστηριακές εργασίες και δεν είχαν τέτοια άδεια και αφ' ετέρου ότι συνομολογήθηκε υπό καθεστώς ψυχικής βίας και/ή κυριαρχίας ή και ψευδών παραστάσεων των εναγόντων. Επίσης είναι η θέση του ότι οι πληρωμές που έγιναν στους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 από την 12.1.99 είναι άκυρες γιατί ήταν κατά παράβαση εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και εν πάση περιπτώσει οι μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις δημιουργούσαν καθήκον επιμέλειας το οποίο παρέβηκαν. Το αποτέλεσμα είναι ότι ανταπαιτεί αποζημιώσεις εναντίον όλων για ζημιές που υπέστη στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του. Οι ενάγοντες ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι απάντησαν στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση όσο και στην απαίτηση του εναγομένου. Οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 δεν καταχώρησαν εμφάνιση, ενώ οι εναγόμενοι εξ' ανταπαιτήσεως 2 καταχώρησαν υπεράσπιση. Συνοπτικά παραδέχονται ότι δυνάμει δύο πληρεξουσίων εγγράφων ημερ. 24.7.01 και 29.8.01 ήταν πληρεξούσιοι του εναγομένου και ότι λάμβαναν τις οδηγίες του τις οποίες και εκτελούσαν. Ο ρόλος τους δεν ήταν συμβουλευτικός προς τον ενάγοντα αλλά στην εκτέλεση των οδηγιών του και αποκλειστικά υπεύθυνος για τις συναλλαγές ήταν ο εναγόμενος. Ως προς τα δικαιώματα που είσπρατταν είναι η θέση τους ότι ήταν συμφωνηθέντα με τον εναγόμενο ο οποίος ουδέποτε αμφισβήτησε είτε τα δικαιώματα είτε τις συναλλαγές. Αρνούνται τέλος οποιαδήποτε αμέλεια καταλογίζει σε αυτούς ο εναγόμενος. Να σημειωθεί βέβαια ότι όλα τα δικόγραφα είναι πολυσέλιδα. Εδώ μεταφέρω ένα πολύ μικρό και συνοπτικό μέρος των εκατέρωθεν ισχυρισμών, απλώς για να σκιαγραφηθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το επίδικο θέμα. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 23.1.
  2. Ακολούθησαν διάφορες εμφανίσεις και τελικά στις 23.10.06 η αγωγή και η ανταπαίτηση αποσύρθηκαν, όπως και η απαίτηση εναντίον των εναγόντων και του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου
  3. Παρέμεινε μόνο η απαίτηση εναντίον του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου
  4. Ζητήθηκε άδεια από την κα Χριστοδουλίδου να διακόψει την απαίτηση δυνάμει των προνοιών της Δ.
  5. Θ.1 με δικαίωμα να επαναφέρει την αξίωση εναντίον τους. Η κα Κωνσταντίνου για τους εναγομένους εξ' ανταπαιτήσεως 2 έφερε ένσταση και ήταν η θέση της ότι η απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς κατ' επέκταση δικαίωμα επανακαταχώρησης. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις. Δεν τίθεται εν αμφιβόλω ότι το αίτημα στηρίζεται στη Δ.15 Θ.
  6. ΄Οτι δηλαδή απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για διακοπή διαδικασίας, αφού λήφθηκαν μέτρα για προώθηση της υπόθεσης μετά την καταχώρηση των δικογράφων. Η μεν κα Χριστοδουλίδου για τον εναγόμενο, εισηγήθη ότι το αίτημα προήλθε ως αναπόφευκτη δικονομική ανάγκη αφού όλες οι εκατέρωθεν εκκρεμούσες απαιτήσεις αποσύρθηκαν, πλην εκείνες εναντίον του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2, οπότε αναπόφευκτα θα πρέπει να διακοπεί η απαίτηση εναντίον του με δικαίωμα όμως επαναφοράς της στο μέλλον. Αντίθετη περί τούτου ήταν η θέση της κας Κωνσταντίνου. Σύμφωνα με τη θέση της, η απαίτηση του εναγομένου μπορεί να προχωρήσει και να εκδικαστεί εναντίον του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2, ως έγινε για παράδειγμα στην υπόθεση Ανδρέας Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Αργυρίδη Πολ. ΄Εφεση 12060 ημερ. 27.7.06 που ενώ συμβιβάστηκε η απαίτηση του ενάγοντα παρέμεινε προς εκδίκαση και εκδικάστηκε η ανταπαίτηση του εναγομένου, στην οποία είχε προσθέσει και ως διάδικο τρίτο πρόσωπο. Στήριξε την εισήγηση της και στη Δ.21 Θ.11, η οποία όμως κατά την κα Χριστοδουλίδου δεν εφαρμόζεται αφού δεν αναφέρεται σε εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους αλλά μόνο σε ανταπαίτηση. ΄Εχω την γνώμη πως από πρακτική άποψη δεν έχει σημασία αν ο εναγόμενος θα μπορούσε να προχωρήσει την υπόθεση του εναντίον του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2, έστω και αν η κα Χριστοδουλίδου το επικαλέστηκε ως δικονομικό κώλυμα, αφού το αίτημα θα κριθεί αυτοτελώς. Τα όσα βέβαια προέκυψαν μεταξύ των υπόλοιπων διαδίκων πλαισιώνουν μεν το τοπίο, αλλά δεν καθορίζουν ούτε και σηματοδοτούν την ουσία του αιτήματος. Το αίτημα ως λέχθηκε στηρίζεται στη Δ.15 Θ.1 που αντιστοιχεί με την Αγγλική Δ.26 Θ.1,
  7. Οι συνέπειες και οι παραμέτροι της Δ.15 εξηγούνται αρκούντως στις υποθέσεις Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ

(1995)1 ΑΑΔ 670, Κypreos v. Kypreos
(1984)1 ΑΑΔ 565 καθώς και στην υπόθεση Eleftheriades v. Cyprus Hotels Ltd
(1985)1 CLR 677. Το ερώτημα που τίθεται είναι με βάση ποια κριτήρια το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία αποφασίζει να δώσει άδεια για διακοπή μιας διαδικασίας που βρίσκεται σε κάποιο προχωρημένο στάδιο, όπως είναι η παρούσα υπόθεση, με τις συνέπειες βέβαια και τις παραμέτρους που προκύπτουν ως προς το δεδικασμένο αν τέτοια άδεια δοθεί με όρους. Από την Αγγλική νομολογία θεωρώ σημαντικά και ιδιαίτερα χρήσιμα και καθοριστικά εκείνα που λέχθηκαν από το δικαστή Graham στην υπόθεση Covel Matthews & Partners v. French Wools Ltd
(1977)2 All E.R. 591 που επιβεβαιώθηκε κατ' έφεση. ( βλπ.
(1978)2 All. E.R. 800). «The principles to be called from these cases are, in my judgment, that the court will, normally at any rate, allow a plaintiff to discontinue if he wants to, provided no injustice will be caused to the defendant. It is not desirable that a plaintiff should be compelled to litigate against his will. The court should therefore grant leave, if it can without injustice to the defendant, but in doing so should be careful to see that the defendant is not deprived of some advantage which he has already gained in the litigation and should be ready to grant him adequate protection to ensure that any advantage he has gained is preserved. Στην Kypreos ανωτέρω, εξηγήθη ότι ο σκοπός της διαταγής αυτής είναι να διασφαλίσει ότι δεν υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας. (no abuse is made of the judicial process). Από αυτή την άποψη ακόμα και να μπορούσε να εκδικαστεί η απαίτηση του εναγομένου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ως ήταν η θέση της κας Κωνσταντίνου και πάλι δεν μπορώ να διακρίνω ότι στο αίτημα του εναγομένου υποκρύπτεται οτιδήποτε που τείνει ή ακόμα να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Παλαιότερες Αγγλικές αποφάσεις (Fox v. Star Newspaper Co
(1898)1 Q.B. 636 και Hess v. Labouchere 14 T.L.R. 350 και Annual Practice 1958 σελ. 593) τονίζουν την ευρύτητα της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου χωρίς να αποσκοπούν στον περιορισμό της με οποιονδήποτε τρόπο που θα έδενε τα χέρια του Δικαστηρίου να κάμει δικαιοσύνη ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. ΄Οπως λέχθηκε στην υπόθεση Demetriou v. Hilides
(1980)1 J.S.C. 211. "The authorities on the subject of discontinuance stress the width of the Court´ s discretion without seeking to limit it in any way that might fetter the Court´ s hands to do justice in the individual circumstances of a case." Είναι ακόμα σαφές από τη νομολογία ότι ο ενάγων, λόγω της διακοπής, δεν μπορεί να αποκτήσει ή να διασφαλίσει κάποιο παράλληλο ή άλλο πλεονέκτημα έναντι του αντιδίκου του ή να προκληθεί, εξ αυτού του λόγου, αδικία στον αντίδικο του. Ούτε και εξ' αντιθέτου ο εναγόμενος να απολέσει κάποιο πλεονέκτημα που τυχόν απέκτησε στη πορεία της διαδικασίας. Η κα Κωνσταντίνου εισηγήθη ότι ο εναγόμενος θα αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων και έκαμε επί τούτου αναφορά στα δικόγραφα, και κυρίως στις ημερομηνίες που δόθηκαν τα πληρεξούσια, ενώ η κα Χριστοδουλίδου ανέφερε ότι η απαίτηση του εναγομένου δεν αφορά μόνο μια πράξη ή συναλλαγή αλλά στηρίζεται σε σωρεία πράξεων και συναλλαγών. ΄Εχω τη γνώμη ότι ως προς την έννοια του πλεονεκτήματος και τις ακριβώς τούτο συνιστά, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υπόθεση Robertson v. Purder
(1906)2 Ch.
  1. Το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή, ενώ έδωσε άδεια για απόσυρση αγωγής για παραβίαση προνομίου (patent) έθεσε όρο να μην καταχωρηθεί νέα αγωγή για την ίδια παράβαση. Και τούτο γιατί θα είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ειδική νομοθεσία που ρύθμιζε το θέμα και στα ειδικά γεγονότα της υπόθεσης, ο ενάγων θα έπαιρνε πλεονέκτημα που ο Νόμος ειδικά απαγόρευε να πάρει σε εκείνο το στάδιο της δίκης. Στην δε Hilides ανωτέρω, δεν δόθηκε άδεια γιατί το αίτημα έγινε μετά που συμπληρώθηκε η ακρόαση και η απόφαση είχε επιφυλαχθεί. Με βάση τις εκατέρωθεν θέσεις όπως εκφράζονται μέσα από τα δικόγραφα, το δικαίωμα του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2 δεν εμποδίζεται, αν ο εναγόμενος επανέλθει με νέα απαίτηση εναντίον του, να θέσει τις ίδιες υπερασπίσεις ή οποιεσδήποτε άλλες κρίνει ότι έχει ή δικαιούται. (Kypreos ανωτέρω). Ούτε και έχω αντιληφθεί ποιο είναι το πλεονέκτημα που θα αποκτήσει ο εναγόμενος έναντι του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2 με το να επαναφέρει, αν αποφασίσει κάτι τέτοιο, την απαίτηση εναντίον του. Η αναφορά που έγινε στα δικόγραφα και από τις δύο πλευρές, συνιστούν ισχυρισμούς που δεν μεταβάλλονται ούτε και επηρεάζονται, αν δοθεί άδεια για διακοπή. Οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών παραμένουν σταθερές και ακλόνητες και εξακολουθούν να υπάρχουν και δεν επηρεάζονται από τη διακοπή της απαίτησης. Πηγάζουν μέσα από συμβόλαια και πληρεξούσια με τους επί τούτου ισχυρισμούς ενός εκάστου. Να σημειώσω ακόμα ότι ο εναγόμενος δήλωσε ότι είναι έτοιμος να καταβάλει όλα τα έξοδα της διαδικασίας υπέρ του εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου
  2. Στη βάση των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα και λαμβάνοντας υπόψη μου τη φύση, τον τρόπο αλλά και τη μορφή κάτω από την οποία προβλήθηκε η απαίτηση, και ανεξάρτητα αν αυτή θα μπορούσε να συνεχιστεί και να εκδικαστεί, το αίτημα κρινόμενο αυτοτελώς, δεν συνιστά ούτε κατάχρηση της διαδικασίας ούτε και δημιουργεί κάποιο πλεονέκτημα προς όφελος του εναγομένου και σε βάρος των συμφερόντων του αντιδίκου του, ώστε αν επανέλθει με νέα απαίτηση να δημιουργηθεί αδικία σε αυτόν. Με βάση τη διακριτική εξουσία που παρέχει η Διαταγή 15 στο Δικαστήριο και λαμβάνοντας υπόψη μου όλες τις συναφείς παραμέτρους και συνέπειες που προκύπτουν από το αίτημα διακοπής, κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτό, χωρίς να θέσω όρους για την πιθανότητα καταχώρησης νέας απαίτησης. Ασκώντας συνεπώς τη διακριτική μου ευχέρεια δίνω άδεια στον εναγόμενο να διακόψει την απαίτηση του εναντίον του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2 χωρίς να επιβάλλω οποιονδήποτε όρο. Εκ του περισσού να αναφέρω ότι τα δικαιώματα του εναγομένου δεν παραβλάπτονται και έχει το δικαίωμα επαναφοράς της απαίτησης του στο μέλλον. ΄Ολα τα έξοδα της διαδικασίας θα βαρύνουν τον εναγόμενο και επιδικάζονται προς όφελος του εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένου 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.