← Κύπρος

EUROINVESTMENT FINANCE LTD ν. ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 8665/02, 2 Νοεμβρίου, 2006

EUROINVESTMENT FINANCE LTD ν. ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 8665/02, 2 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8665/02 EUROINVESTMENT & FINANCE LTD. Ενάγοντες. και ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ. Εναγόμενος. ------------------------ Αίτηση Ημερομηνίας 25.9.06 για Τροποποίηση της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης. Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο - αιτητή: Ο κ. Στ. Σταυρινίδης. Για τους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: Η κ. Α. Παπαδοπούλου. ----------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (extempore). Πέρασαν τέσσερα χρόνια περίπου από την ημερομηνία που καταχωρίσθηκε η Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση, δηλαδή, στις 7.3.
  2. Σήμερα, ζητείται, για δεύτερη φορά, η τροποποίηση της, μια και η πρώτη προσπάθεια, που έγινε με την αίτηση ημερομηνίας 22.3.06, απέτυχε αφού το συναφές αίτημα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του στις 3.4.
  3. Οι λόγοι που στηρίζουν το αίτημα διατυπώνονται στην αίτηση και επεκτείνονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αναπτύχθηκαν δε, σήμερα, από το δικηγόρο του αιτητή στην αγόρευσή του. Είναι θέση του ότι, ως εκ της αλλαγής δικηγόρου που έγινε στις 13.2.06 και της μελέτης της υφιστάμενης Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης που είχε καταχωρισθεί από τους προηγούμενους δικηγόρους, αλλά και από τις λεπτομέρειες που τούς έδωσε ο πελάτης καθώς και οι καθ΄ ων η αίτηση στις 15.6.06, σε απάντηση παράκλησης τους ημερομηνίας 23.5.06, για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, προέκυψε άμεση ανάγκη τροποποίησης. Οι λόγοι ένστασης διατυπώνονται στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και διευκρινίζονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, έτυχαν δε επέκτασης, προ ολίγου, από την κ. Παπαδοπούλου, κατά την αγόρευσή της. Οι λόγοι αυτοί θα μπορούσαν να συνοψιστούν, στη κυριότερη τους έκφανση, στο ότι, το αίτημα για τροποποίηση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο, ότι υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση του, ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση, αν γίνει αποδεκτή με τον τρόπο που ζητείται, θα μετουσιώσει την Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση σε δικόγραφο το οποίο παραβιάζει κάθε αρχή σύνταξης δικογράφων και ότι το διάβημα θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστικό, δεδομένης της υποβολής του για δεύτερη φορά χωρίς, ουσιαστικά, να διαφέρει από το πρώτο αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 3.4.
  4. Αξιολόγησα τις αγορεύσεις των δικηγόρων οι οποίες ήσαν γραπτές και έτυχαν προφορικών διευκρινίσεων κατά το στάδιο ακρόασης της αίτησης. Η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έγκριση αιτημάτων τροποποίησης, δε διέπεται από ανελαστικά κριτήρια και δεν περιορίζεται μέσα σε στεγανά. Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας στις νομικές διαδικασίες. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση ενδέχεται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δε μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα ενώ επιτρέπεται, κατά κανόνα, εκεί όπου δεν τού προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση ανάλογης διαταγής ως προς τα έξοδα. Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για το διάβημα απορρέει από αμέλεια ή καθυστέρηση, νοουμένου ότι, δε θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δε θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραιτήτως, αποφασιστικός. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως, σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας τής τροποποίησης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, όπως αυτά διαγράφονται, μεταξύ άλλων, από τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 τής Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με υπόψη όμως, ότι η δικαιότητα της δίκης πρέπει να αποφασίζεται στο τέλος της και όχι ενδιαμέσως, όπως φαίνεται να εισηγήθηκε ο κ. Σταυρινίδης. Το πρώτο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί είναι αν η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αυτό, γιατί, τυχόν σύγκλιση με την εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση, θα εκθεμελιώσει το όλο αίτημα. Δε χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Το γεγονός και μόνον ότι η αίτηση υποβάλλεται για δεύτερη φορά, μετά την πρώτη απορριπτική απόφαση, δε μπορεί να ενισχύσει και να ενδυναμώσει με επάρκεια το υπόβαθρο για ύπαρξη κατάχρησης. Είναι γεγονός ότι η παρούσα αίτηση παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την πρώτη, αυτό όμως είναι αναμενόμενο ως εκ της φύσης της αιτούμενης θεραπείας. Γεγονός αποτελεί επίσης και το ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι περιεκτικότερη και εκτενέστερη από αυτήν που συνόδευε την πρώτη αίτηση. Βεβαίως, η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί, από μόνη της, τους προβληματισμούς που εκφράστηκαν από την κ. Παπαδοπούλου, πλην όμως, το ζήτημα, στη διάσταση που συζητείται εδώ, δεν αφορά τόσον στην έκταση και φύση της μαρτυρίας που συνοδεύει το αίτημα, όσον στην ποιότητα και εμβέλεια των ισχυρισμών. Δε συντρέχουν, κρίνω, οι προϋποθέσεις για αποδοχή της εισήγησης περί ύπαρξης κατάχρησης. Συγκλίνω με τη θέση της κ. Παπαδοπούλου ότι ο αιτητής δεν αιτιολογεί επαρκώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, είτε πριν είτε μετά την αλλαγή δικηγόρου, αλλά ούτε και αυτή που παρατηρείται μεταξύ της τελευταίας απόρριψης και τής καταχώρησης της παρούσας αίτησης, όπως ούτε και εκείνη μεταξύ της παροχής των περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών τον Ιούνιο του 2006, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, στα τέλη του Σεπτέμβρη του
  5. Το περισσότερον που θα μπορούσε να λεχθεί επί τούτου είναι ότι, από τα συμφραζόμενα στην ένορκη δήλωση, θα μπορούσαν να εξαχθούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί επί του θέματος οι οποίοι, ούτως ή άλλως, δε θα μπορούσαν, με κανέναν τρόπο, να θεωρηθούν ως ικανοποιητικοί προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Κάποιες επισημάνσεις στις οποίες προέβηκε ο κ. Σταυρινίδης στην αγόρευσή του, δε συμπληρώνουν το κενό, στην απουσία συγκεκριμένων ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση. Θεωρώ, λοιπόν, ότι υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, η οποία παραπέμπει, εν προκειμένω, σε απουσία επίδειξης καλής πίστης εκ πλευράς αιτητή. Όλα τα γεγονότα που άπτονται τού αιτήματος και όλα όσα επιθυμεί ο αιτητής να προσθέσει στο δικόγραφο του, είχαν τεθεί ενώπιον των προηγούμενων δικηγόρων, εκ παραδρομής όμως - ισχυρίζεται - δεν είχαν αναφερθεί ή συμπεριληφθεί στην αρχική Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση. Αυτός ο ισχυρισμός, πέραν της γενικότητας που το διακρίνει, είναι ανεπαρκής για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος θετικού για το αίτημα, στο βαθμό που αυτό είναι επιτρεπτό σε ενδιάμεση διαδικασία αυτής της φύσης. Τα περί χορήγησης περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών και την ως εκ τούτου, κατ΄ ισχυρισμόν, προκύψασα αναγκαιότητα για τροποποίηση, παρέμειναν μετέωρα και ασύνδετα με την ουσία της θέσης που προωθήθηκε και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Απουσιάζει ο προσδιορισμός εκείνων των στοιχείων που επιβάλλουν την τροποποίηση και τη διαφαινόμενη μεταβολή τού πλαισίου της δίκης, ως εκ της έκτασης και φύσης των προτιθέμενων τροποποιήσεων, μια και τα στοιχεία αυτά δεν εξειδικεύονται και δεν αναφέρονται με λεπτομέρεια, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται, καν, η δυνατότητα αξιολόγησης τους, στον απαιτούμενο βαθμό. Κάτι παρόμοιο έγινε και στη περίπτωση με την οποία καταπιάστηκε η Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11, στην οποία παρέπεμψε η κ. Παπαδοπούλου, εφοδιάζοντας μάλιστα το Δικαστήριο και με αντίγραφο της απόφασης. Η συνάρτηση τού περιεχομένου των προτεινόμενων τροποποιήσεων με το υφιστάμενο δικόγραφο, παραμένει ασαφές και ασύνδετο σε ό,τι αφορά στο ποια γεγονότα μεσολάβησαν από την καταχώρηση του, έτσι ώστε να δικαιολογείται το επίδικο διάβημα, αλλά ούτε και πώς αυτά παίρνουν, πλέον, πιο εξειδικευμένη μορφή μέσω της προτιθέμενης Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης. Δεν είναι επαρκές να προσδιορίζεται, απλώς, η προτιθέμενη τροποποίηση χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο ή να επιχειρείται καταφυγή σε γενικότητες και αοριστίες, που ουσιαστικά τίποτε δεν προσθέτουν στη δυναμική του αιτήματος. Αυτή η πτυχή των πραγμάτων άπτεται της αιτιολόγησης του αιτήματος που ο αιτητής είχε υποχρέωση να παραθέσει. Ως θέμα γενικότερης αρχής, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να ερευνήσει το φάκελο της υπόθεσης και να αντιπαραβάλει και συγκρίνει τα δικόγραφα, ιδιαίτερα, στη σημαντική έκταση και λεπτομέρεια που απαιτείται εδώ, χωρίς εξειδικευμένη αναφορά και καθοδήγηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, με σκοπό να καταλήξει στο τι πράγματι είναι που επιδιώκεται να τροποποιηθεί, δεν αποτελεί επαρκές έρεισμα για υιοθέτηση τέτοιας πρακτικής. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι εμπεριέχει σύμφυτους κινδύνους, για όλους τους ευνόητους λόγους. Έγινε εισήγηση από την ευπαίδευτη δικηγόρο των καθ΄ ων η αίτηση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού, αν εγκριθεί, το δικόγραφο θα μετουσιωθεί, κατ΄ ουσίαν, σε υπόδειγμα παραβίασης, σχεδόν κάθε κανόνα δικογράφησης, αφού η προτεινόμενη τροποποίηση εμπεριέχει, όπως υπέδειξε, εκτενή αναφορά σε μαρτυρία και πραγματεία επί νομικών θεμάτων. Δε συγκλίνω με τη θέση αυτή, στο βαθμό, βεβαίως, που εκφράζει τοποθέτηση αρχής. Το κατά πόσον το δικόγραφο που θα προκύψει θα αποτελεί κλασσική ή όχι περίπτωση διαγραφής θα πρέπει να αποφασιστεί μέσα στα πλαίσια που καθορίζουν οι προβλεπόμενοι θεσμοί και η σχετική νομολογία, μετά, ασφαλώς, που θα ακουστούν και οι δύο πλευρές ως προς τα ζητήματα που προκύπτουν. Σε βασικό επίπεδο ανάλυσης, δεν είναι επιθυμητό να αποφασίζεται η τύχη οποιασδήποτε δικονομικής δυνατότητας, εκτός τού προβλεπόμενου, γι΄ αυτόν το σκοπό, δικονομικού πλαισίου. Τούτο, όμως, είναι διαφορετικό από την ευχέρεια αξιολόγησης, για παράδειγμα, του περιεχομένου της τροποποίησης ως επουσιώδους και αχρείαστου, κάτι για το οποίο, πράγματι, παρέχεται η εξουσία και η δυνατότητα ενασχόλησης, σε αυτό το στάδιο. Το ζήτημα, δε συζητήθηκε πάνω σε αυτή τη βάση και έτσι δε χρειάζεται να καταπιαστώ με το κατά πόσον, όντως, παρέχεται εδώ πεδίο για μια τέτοια διαπίστωση. Καταλήγοντας, θα πρέπει να πω ότι - και συμφωνώ με τη συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, με αναφορά στην απόφαση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 - ότι η αλλαγή δικηγόρου, αυτή καθ΄ αυτή, δεν αποτελεί, από μόνη της, καταλυτικό λόγο για αποδοχή αιτήματος τροποποίησης. Βεβαίως, η απόφαση Στρίντζη, διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα της με αυτά που μας ενδιαφέρουν εδώ, αφού εκεί, σε αντίθεση με εδώ, είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Τούτο όμως, αν και αξιολογείται, δε μεταβάλλει τα πράγματα, ως εκ της συνολικής εικόνας που προέκυψε από τους χειρισμούς του αιτητή και των δικηγόρων του. Κάθε άλλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση, χωρίς η επιδίκαση εξόδων να θεωρείται επαρκής θεραπεία. Αντιθέτως, ο αιτητής είχε κάθε ευκαιρία να θέσει την υπόθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Αναφέρομαι στο ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς να έχω κατά νουν την επίδραση του στο ζήτημα της δίκαιης δίκης. Αυτό, είπαμε, είναι θέμα που θα αξιολογηθεί αλλού. Το αναφέρω όμως παρεμφερώς, θεωρώντας την καθυστέρηση ως στοιχείο αυτόνομο και αυτοτελές και το οποίο, αν και σχετίζεται φυσικά με τη δικαιότητα της δίκης, δε σημαίνει ότι δε μπορεί να αξιολογηθεί, σε αυτό το στάδιο, με διαφορετική όμως προοπτική και στόχευση, αυτή, με άλλα λόγια, της δυνητικής επίδρασης του εν λόγω παράγοντα στα ευρύτερα συνταγματικά δικαιώματα των διαδίκων, ιδωμένων μέσα από τις παραμέτρους που ενδιαφέρουν την παρούσα διαδικασία. Στη βάση όλων των πιο πάνω και ενασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, απορρίπτω το αίτημα, με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν δε, στο τέλος της δίκης, εκτός και αν υπάρξει στο μεταξύ διαφορετική διαταγή του Δικαστηρίου. Η αγωγή θα πρέπει, επιτέλους, να διεκπεραιωθεί στην ουσία της. Δε χωρούν άλλες καθυστερήσεις. Έχουν ήδη παρέλθει περισσότερα από τέσσερα χρόνια από την ημερομηνία καταχώρησης της. Κάθε άλλο σχόλιο, νομίζω, περιττεύει. Τα πράγματα, δυστυχώς, μιλούν από μόνα τους. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 5.12.06 και ώρα 11:30π.μ. (Υπ.) ............................................ Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εμ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.