ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΑ ν. EUROINVESTMENT FINANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 2841/02., 3 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2841/
- Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΑ από την Λευκωσία. Ενάγοντας. - και - EUROINVESTMENT & FINANCE LTD, εκ Λευκωσίας. Εναγομένων. ΣΥΝΕΝΩΜΕΝΗ ΜΕ ΑΓΩΓΗ: Αρ. Αγωγής: 8666/
- Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE LTD, εκ Λευκωσίας. Εναγόντων. - και - ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΣΜΑΣ από την Λευκωσία. Εναγόμενος. Αίτηση Ημερομηνίας 25.9.06 για Τροποποίηση Της Υπεράσπισης. --------------------------- Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο - αιτητή: O κ. Α. Παπαντωνίου. Για τους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: O κ. Μ. Ηλιάδης. ----------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (extempore). Κοντεύουν τέσσερα χρόνια από την ημερομηνία που καταχωρίσθηκε η Υπεράσπιση, δηλαδή, στις 7.3.
- Σήμερα, ζητείται, για τέταρτη φορά, η τροποποίηση της εκ πλευράς του αιτητή Μιχάλη Κοσμά, μετά την έκδοση του διατάγματος συνένωσης των αγωγών στις 3.6.
- Η τελευταία προσπάθεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης έγινε με την αίτηση ημερομηνίας 17.3.06, η οποία όμως δεν είχε ευμενή κατάληξη για τον αιτητή αφού το αίτημα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του στις 3.4.
- Οι λόγοι που στηρίζουν το αίτημα διατυπώνονται στην αίτηση και επεκτείνονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αναπτύχθηκαν δε, σήμερα, από το δικηγόρο του αιτητή στην αγόρευσή του. Είναι θέση του ότι, ως εκ της αλλαγής δικηγόρου που έγινε στις 17.3.05 και της μελέτης της υφιστάμενης Υπεράσπισης που είχε καταχωρισθεί από τους προηγούμενους δικηγόρους, αλλά και από τις λεπτομέρειες που τούς έδωσε ο πελάτης τους, καθώς και οι καθ΄ ων η αίτηση στις 15.6.06, σε απάντηση παράκλησης τους ημερομηνίας 23.5.06, για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, προέκυψε άμεση ανάγκη τροποποίησης. Οι λόγοι ένστασης διατυπώνονται στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και διευκρινίζονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, έτυχαν δε επέκτασης, προ ολίγου, από τον κ. Ηλιάδη, κατά την αγόρευσή του. Οι λόγοι αυτοί θα μπορούσαν να συνοψιστούν, στην κυριότερη τους έκφανση, στο ότι, το αίτημα για τροποποίηση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο, ότι υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση του, ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση, αν γίνει αποδεκτή με τον τρόπο που ζητείται, θα μεταβάλει τη βάση Υπεράσπισης, εισάγοντας μια νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσον σε νομικό όσον και σε πραγματικό επίπεδο και ότι το διάβημα θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστικό, δεδομένης της μεσολάβησης και των προηγούμενων αποτυχημένων προσπαθειών τροποποίησης της δικογραφίας χωρίς, μάλιστα, η παρούσα αίτηση να διαφέρει ουσιαστικώς από το τελευταίο αίτημα που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 3.4.
- Αξιολόγησα τις αγορεύσεις των δικηγόρων οι οποίες ήσαν γραπτές και έτυχαν προφορικών διευκρινίσεων κατά το στάδιο ακρόασης της αίτησης. Η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έγκριση αιτημάτων τροποποίησης, δε διέπεται από ανελαστικά κριτήρια και δεν περιορίζεται μέσα σε στεγανά. Αυτό φαίνεται να αναγνωρίζεται και από τους δύο συνηγόρους αν κρίνω και από το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους. Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας στις νομικές διαδικασίες. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση ενδέχεται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δε μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα ενώ επιτρέπεται, κατά κανόνα, εκεί όπου δεν τού προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση ανάλογης διαταγής ως προς τα έξοδα. Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου, στις κατάλληλες εκείνες περιπτώσεις ακόμη και όταν η ανάγκη για το διάβημα απορρέει από αμέλεια ή καθυστέρηση, νοουμένου ότι δε θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά ή οποία δε θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραιτήτως, αποφασιστικός. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως, σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας τής τροποποίησης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, όπως αυτά διαγράφονται, μεταξύ άλλων, από τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 τής Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με υπόψη όμως, ότι η δικαιότητα της δίκης πρέπει να αποφασίζεται στο τέλος της και όχι ενδιαμέσως, όπως φαίνεται να εισηγείται ο κ. Παπαντωνίου στην τελευταία σελίδα της αγόρευσης του. Το πρώτο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί είναι αν η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αυτό, γιατί, τυχόν σύγκλιση με την εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση, θα εκθεμελιώσει το όλο αίτημα. Δε χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Το γεγονός και μόνον ότι η αίτηση υποβάλλεται για τρίτη φορά, σε ό,τι αφορά στην τροποποίηση της Υπεράσπισης και για τέταρτη φορά, αν συνυπολογιστεί και η αίτηση ημερομηνίας 28.12.05, για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, δε μπορεί, χωρίς άλλο, να ενισχύσει και να ενδυναμώσει με επάρκεια το υπόβαθρο για ύπαρξη κατάχρησης, παρόλο που τα πράγματα χαρακτηρίζονται ως οριακά. Είναι γεγονός ότι η παρούσα αίτηση παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις προηγούμενες και ιδιαίτερα με την τελευταία, ημερομηνίας 13.3.06, αυτό όμως είναι αναμενόμενο ως εκ της φύσης της αιτούμενης θεραπείας. Γεγονός αποτελεί επίσης και το ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι περιεκτικότερη και εκτενέστερη από τις προηγούμενες χωρίς αυτό, βεβαίως να αναιρεί, από μόνον του, τους προβληματισμούς που εκφράστηκαν από τον κ. Ηλιάδη, πλην όμως, το ζήτημα, στη διάσταση που συζητείται εδώ, δεν αφορά τόσον στην έκταση και φύση της μαρτυρίας που συνοδεύει το αίτημα, όσον στην ποιότητα και εμβέλεια των ισχυρισμών που το περιβάλλουν. Δε συντρέχουν, κρίνω, οι προϋποθέσεις για αποδοχή της εισήγησης περί ύπαρξης κατάχρησης. Συγκλίνω όμως με τη θέση του κ. Ηλιάδη ότι ο αιτητής δεν αιτιολογεί επαρκώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, είτε πριν είτε μετά την αλλαγή δικηγόρου, αλλά ούτε και αυτή που παρατηρείται μεταξύ της τελευταίας απόρριψης και τής καταχώρησης της παρούσας αίτησης, όπως ούτε και εκείνη μεταξύ της παροχής των περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών τον Ιούνιο του 2006, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης στα τέλη του Σεπτέμβρη του τρέχοντος έτους. Το περισσότερο που θα μπορούσε να λεχθεί επί τούτου είναι ότι, από τα συμφραζόμενα στην ένορκη δήλωση, θα μπορούσαν να εξαχθούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί επί του θέματος οι οποίοι, ούτως ή άλλως, δε θα μπορούσαν, με κανέναν τρόπο, να θεωρηθούν ως ικανοποιητικοί προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Κάποιες επισημάνσεις στις οποίες προέβηκε ο κ. Παπαντωνίου στην αγόρευσή του, δε συμπληρώνουν το κενό, στην απουσία συγκεκριμένων ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση. Μέσα απ΄ αυτό το φακό - και θα επεκταθώ κάπως, αργότερα - θα πρέπει να αντικριστεί και η παράλειψη του αιτητή να αποκαλύψει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το γεγονός ότι, σε δύο άλλες περιπτώσεις πέραν της αίτησης ημερομηνίας 13.3.06, κατέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας, τη μια φορά τροποποίηση της Υπεράσπισης με αίτηση ημερομηνίας 22.10.05, την οποία, ακολούθως, απέσυρε στις 20.12.05, και την άλλη, με αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 28.12.05, η οποία εκδικάστηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 14.2.
- Επαναλαμβάνω τη σημασία που έχει η διαπίστωση αυτή, αν ιδωθεί στη βάση της ύπαρξης διατάγματος συνένωσης των αγωγών από τις αρχές Ιουνίου του
- Πάνω σε αυτό όμως, όπως είπαμε, θα επανέλθω. Θεωρώ, λοιπόν, για να επιστρέψω στο ζήτημα του χρόνου, ότι υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, η οποία παραπέμπει, εν προκειμένω, σε απουσία επίδειξης καλής πίστης εκ πλευράς αιτητή. Τούτο, με φέρνει σε αυτό που σημείωσα πιο πάνω σε σχέση με την παράλειψη αναφοράς προηγούμενων προσπαθειών τροποποίησης της δικογραφίας εκ μέρους του αιτητή. Η παράλειψη του ήταν ουσιώδης, ανεξαρτήτως του πώς θα αξιολογούνταν τα πράγματα σε περίπτωση αποκάλυψης των σχετικών γεγονότων. Δεν είναι αυτό που έχει σημασία. Σημασία έχει ότι τα στοιχεία αυτά, κατά τεκμήριο, θα πρέπει να θεωρούνταν ως σημαντικά, δεδομένου του ότι άπτονταν της χρήσης που έκανε ο αιτητής των δικαστικών διαδικασιών και της οποίας η έκταση και μεθοδολογία, θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε προβολή εισήγησης περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, πράγμα που ασφαλώς έγινε. Δεν αποτελεί δικαιολογία το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά βρίσκονταν, ούτως ή άλλως, εντός του φακέλου. Ο αιτητής όφειλε να έκαμνε αναφορά σε όλες τις προσπάθειες τροποποίησης της δικογραφίας στην ένορκη του δήλωση. Η παράλειψη του είναι και αυτή, ακόμη μια ένδειξη της κακής πίστης που συνοδεύει το αίτημα. Όλα τα γεγονότα που άπτονται τού αιτήματος και όλα όσα επιθυμεί ο αιτητής να προσθέσει στο δικόγραφο του, είχαν τεθεί ενώπιον των προηγούμενων δικηγόρων, εκ παραδρομής όμως, ισχυρίζεται, δεν είχαν αναφερθεί ή συμπεριληφθεί στην αρχική Υπεράσπιση. Αυτός ο ισχυρισμός, πέραν της γενικότητας που το διακρίνει είναι και ανεπαρκής για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος θετικού για το αίτημα, στο βαθμό που αυτό είναι επιτρεπτό σε ενδιάμεση διαδικασία, όπως η παρούσα. Τα περί χορήγησης περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών και την ως εκ τούτου, κατ΄ ισχυρισμόν, προκύψασα αναγκαιότητα για τροποποίηση, παρέμειναν μετέωρα και ασύνδετα με την ουσία της θέσης που προωθήθηκε και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Απουσιάζει ο προσδιορισμός εκείνων των στοιχείων που επιβάλλουν την τροποποίηση και τη διαφαινόμενη μεταβολή τού πλαισίου της δίκης, ως εκ της έκτασης και φύσης των προτιθέμενων τροποποιήσεων, μια και τα στοιχεία αυτά δεν εξειδικεύονται και δεν αναφέρονται με λεπτομέρεια, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται, καν, η δυνατότητα αξιολόγησης τους, στον απαιτούμενο βαθμό. Κάτι παρόμοιο έγινε και στην περίπτωση με την οποία καταπιάστηκε η Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Ηλιάδης, εφοδιάζοντας μάλιστα το Δικαστήριο και με αντίγραφο της απόφασης. Η συνάρτηση τού περιεχομένου των προτεινόμενων τροποποιήσεων με το υφιστάμενο δικόγραφο, παραμένει αόριστο και ασύνδετο σε ό,τι αφορά στο ποια γεγονότα μεσολάβησαν από την καταχώρηση του, έτσι ώστε να δικαιολογείται το επίδικο διάβημα, αλλά ούτε και πώς αυτά παίρνουν, πλέον, πιο εξειδικευμένη μορφή μέσω της προτιθέμενης Υπεράσπισης. Δεν είναι επαρκές να προσδιορίζεται, απλώς, η προτιθέμενη τροποποίηση χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο ή να επιχειρείται καταφυγή σε γενικότητες και αοριστίες με αναφορά, για παράδειγμα, στη γνώμη που σχημάτισαν οι δικηγόροι περί του αναγκαίου της τροποποίησης ως εκ της μελέτης των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον τους και ούτω καθεξής, τα οποία, ουσιαστικά, τίποτε δεν προσθέτουν στη δυναμική του αιτήματος. Αυτή η πτυχή των πραγμάτων άπτεται της αιτιολόγησης του αιτήματος που ο αιτητής είχε υποχρέωση να παραθέσει. Ως θέμα γενικότερης αρχής, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να ερευνήσει το φάκελο της υπόθεσης, όχι με σκοπό διαπίστωσης ή ανίχνευσης κάποιων πασιφανών, κατά τα άλλα, στοιχείων ή διαδικαστικών διαβημάτων, αλλά για σκοπούς αντιπαραβολής και σύγκρισης των δικογράφων, ιδιαίτερα, στη σημαντική έκταση και λεπτομέρεια που απαιτείται εδώ, χωρίς εξειδικευμένη αναφορά και καθοδήγηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση από αυτούς που είχαν το πρώτο λόγο να πείσουν περί τούτου, με σκοπό να καταλήξει στο τι πράγματι είναι που επιδιώκεται να τροποποιηθεί, δεν αποτελεί επαρκές έρεισμα για υιοθέτηση τέτοιας πρακτικής. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι εμπεριέχει σύμφυτους κινδύνους, για όλους τους ευνόητους λόγους. Καταλήγοντας, θα πρέπει να πω ότι - και συμφωνώ με το συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, με αναφορά στην απόφαση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 - ότι η αλλαγή δικηγόρου, αυτή καθ΄ αυτή, δεν αποτελεί, από μόνη της, καταλυτικό λόγο για αποδοχή αιτήματος τροποποίησης. Βεβαίως, η απόφαση Στρίντζη, διαφοροποιείται ως προς τα γεγονότα της, με αυτά που μας ενδιαφέρουν εδώ, αφού εκεί, σε αντίθεση με εδώ, είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Τούτο όμως, αν και αξιολογείται, δε μεταβάλλει τα πράγματα, ως εκ της συνολικής εικόνας που προέκυψε από τους χειρισμούς του αιτητή και των δικηγόρων του. Κάθε άλλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση, χωρίς η επιδίκαση εξόδων να θεωρείται επαρκής θεραπεία. Αντιθέτως, ο αιτητής είχε κάθε ευκαιρία να θέσει την υπόθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Αναφέρομαι στο ζήτημα της καθυστέρησης, χωρίς να έχω κατά νουν την επίδραση του στο ζήτημα της δίκαιης δίκης. Αυτό, είπαμε, είναι θέμα που θα αξιολογηθεί αλλού. Το αναφέρω όμως παρεμφερώς, θεωρώντας την καθυστέρηση ως στοιχείο αυτόνομο και αυτοτελές και το οποίο, αν και σχετίζεται φυσικά με τη δικαιότητα της δίκης, δε σημαίνει ότι δε μπορεί να αξιολογηθεί, σε αυτό το στάδιο, με διαφορετική όμως προοπτική και στόχευση, αυτή, με άλλα λόγια, της δυνητικής επίδρασης του εν λόγω παράγοντα στα ευρύτερα συνταγματικά δικαιώματα των διαδίκων, ιδωμένων μέσα από τις παραμέτρους που ενδιαφέρουν την παρούσα διαδικασία. Το δικαίωμα τροποποίησης δικογράφου δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε και απεριόριστο. Τα πράγματα πλέον, φαίνεται, να έχουν, κάπως, αλλάξει. Η δικανική αντιμετώπιση συναφών αιτημάτων, αν και διαχρονικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως, τρόπον τινά, ελαστική, εντούτοις παρουσιάζεται να διακατέχεται, πια, από μια κάποια μεγαλύτερη ευαισθησία σε ό,τι αφορά στην εύκολη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων έγκριση τους (στη βάση του ότι, ενόσω η ταλαιπωρία και κάθε τι άλλο δυσμενές ενδεχομένως να προκύψει για τον καθ΄ ου η αίτηση ως εκ της τροποποίησης θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, δε δημιουργείται οποιαδήποτε σημαντική παρέκκλιση, πλην, ίσως, κάποιας καθυστέρησης που φυσιολογικά προκύπτει), ένεκα των μεταβαλλόμενων αναγκών της δικαιοσύνης και των υφιστάμενων πραγματικοτήτων που έχουν ως εκ τούτου δημιουργηθεί, με το σκεπτικό ότι οι όποιοι κακοί ή αμελείς δικηγορικοί χειρισμοί (και δε λέγω ότι η παρούσα, είναι μια τέτοια περίπτωση), μπορούν να τύχουν ανάλογων αντιδράσεων από τους επηρεαζόμενους διαδίκους με τη λήψη των οποιωνδήποτε ενδεικνυόμενων διαβημάτων, χωρίς να αναγκάζεται η Πολιτεία να επωμίζεται το βάρος των καθυστερήσεων που προκύπτουν, τη στιγμή μάλιστα που αυτοί που έχουν την κύρια ευθύνη για την κατάληξη που παίρνουν τα πράγματα, ποσώς να μην επηρεάζονται. Αυτή η συλλογιστική ενισχύεται, εμμέσως και σε κάποιον βαθμό, από τους προβληματισμούς επιφανών ακαδημαϊκών, όπως του Neil Andrews στο σύγγραμμά του, Principles of Civil Procedure[1], αλλά και αυτών που εξέφρασε η Ανωτάτη Δικαστική Επιτροπή τής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Ketteman and Others v Hansel Properties Ltd
(1988)1 All ER 38, 62[2], υπό διαφορετικές, ομολογουμένως, περιστάσεις από αυτές που συζητούνται εδώ, αφού εκεί, είχε ζητηθεί ουσιώδης τροποποίηση της Υπεράσπισης, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ενώ είχε αναφερθεί και το ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αν το αίτημα υποβαλλόταν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Οι επισημάνσεις όμως του αγγλικού δικαστηρίου έχουν τη σημασία τους και μπορεί να αποτελέσουν χρήσιμο σημείο αναφοράς, στην όποια προσπάθεια προσέγγισης των πραγμάτων από μια πλατύτερη και πιο προοδευτική σκοπιά. Στη βάση όλων των πιο πάνω και ενασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, απορρίπτω το αίτημα, με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν δε, στο τέλος της δίκης, εκτός και αν υπάρξει στο μεταξύ διαφορετική διαταγή του Δικαστηρίου. (Υπ.) ............................................ Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εμ [1] Στις σελίδες, 110-111. [2] "Whether an amendment should be granted is a matter for the discretion of the trial judge and he should be guided in the exercise of the discretion by his assessment of where justice lies. Many and diverse factors will bear on the exercise of this discretion. I do not think it possible enumerate them all or wise to attempt to do so. But justice cannot always be majored in terms of money and in my view a judge is entitled to weigh in the balance the strain the litigation imposes on litigants, particularly if they are personal litigants rather than business corporations, the anxieties occasioned by facing new issues, the raising of false hopes, and the legitimate expectation that the trial will determine the issues one way or the other.Another factor that a judge must weigh in the balance is the pressure on the courts caused by the great increase in litigation and the consequent necessity that, in the interests of the whole community, legal business should be conducted efficiently. We can no longer afford to show the same indulgence towards the negligent conduct of litigation as was perhaps possible in a more leisured age. There will be cases in which justice will be better served by allowing the consequences of the negligence of the lawyers to fall on their own heads rather than by allowing an amendment at a very late stage of the proceedings." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο