PAMAC HOTELS LIMITED ν. Μαρίνας Χατζηχάννας, Αρ. Αγωγής: 13406/02, 13 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13406/02 Μεταξύ: PAMAC HOTELS LIMITED, εκ Αμμοχώστου. Ενάγοντες. - και - Μαρίνας Χατζηχάννας, εκ Λευκωσίας. Εναγομένης. Αίτηση Ημερομηνίας 24.10.06 για Τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. ------------------------ Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: Ο κ. Γ. Λοϊζου. Για την εναγόμενη - καθ΄ ης η αίτηση: Ο κ. Φ. Χατζηχάννας. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απευθείας από την Έδρα). ------------------------- Τέσσερα χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, δηλαδή, στις 11.12.02, ζητείται εκ πλευράς των εναγόντων - αιτητών η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η προετοιμασία τού εδάφους για την καταχώρηση της αίτησης έγινε στις 20.10.06, όταν οι αιτητές εξέφρασαν πρόθεση περί τούτου δια στόματος του κ. Λοϊζου, με αποτέλεσμα, η αγωγή να οριστεί για την 31.10.05, με οδηγίες όπως, η προς καταχώρηση, τότε, αίτηση τροποποίησης ορισθεί για πρώτη εμφάνιση στις 31.10.06 - όπερ και εγένετο. Η αίτηση καταχωρίσθηκε στις 4.10.06 και έκτοτε ακολουθήθηκαν τα προβλεπόμενα δικονομικά διαβήματα με την καταχώρηση της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και ορισμό της για ακρόαση για τη σημερινή ημερομηνία. Θα αναφερθώ στο δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης μια και αυτό θα έχει, όπως θα διαφανεί, τη δική του ξεχωριστή σημασία. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρίσθηκαν στις 3.9.03, ενώ η Απάντηση στην Υπεράσπιση και η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, στις 11.9.
- Από τότε, η αγωγή ορίστηκε επανειλημμένως για ακρόαση στις 11.4.05, 20.10.05, 17.2.06, 15.6.06 και 25 και 26.9.06, πλην όμως η ακροαματική διαδικασία δεν κατέστη δυνατό να αρχίσει λόγω αιτημάτων αναβολής και των δύο πλευρών τα οποία εγκρίνονταν από το Δικαστήριο, αλλά και λόγω αναβολών από το Δικαστή ενώπιον του οποίου βρισκόταν η υπόθεση, λόγω έλλειψης χρόνου. Οι λόγοι που στηρίζουν το αίτημα διατυπώνονται στην αίτηση και επεκτείνονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αναπτύχθηκαν δε, σήμερα, από το δικηγόρο του αιτητή, στην αγόρευσή του. Συνοψίζονται στο ότι ο διευθυντής των εναγόντων - αιτητών, που είχε δώσει, μάλιστα, και την εντολή στους δικηγόρους για έγερση της αγωγής, εκ παραδρομής και από καλόπιστο λάθος και παράλειψη δεν είχε πληροφορήσει τους δικηγόρους ή δεν τους είχε πληροφορήσει ορθώς, με επάρκεια και ακρίβεια, αναφορικά με ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και που αφορούν στον ορθό προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς με την εναγομένη - καθ΄ ης η αίτηση. Τα γεγονότα αυτά, που περιγράφονται στις αιτούμενες τροποποιήσεις στο σώμα της αίτησης, αναφέρθηκαν στους δικηγόρους των αιτητών στις 11.10.06, κατά τη διάρκεια ενδελεχούς ανασκόπησης των περιστατικών που σχετίζονται με την αξίωση. Όπως συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους αλλά αντιλαμβάνεται και κατανοεί ο ενόρκως δηλών, διευθυντής των αιτητών, είναι σκόπιμο και απαραίτητο να τροποποιηθεί η Έκθεση Απαίτησης - η αναφορά στην ένορκη δήλωση σε «Έκθεση Υπεράσπισης» οφείλεται, προφανώς, σε τυπογραφικό λάθος - έτσι ώστε να καθοριστούν επακριβώς και με σαφήνεια τα πραγματικά ζητήματα της διαφοράς. Οι λόγοι ένστασης διατυπώνονται στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και διευκρινίζονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, έτυχαν δε επέκτασης, προ ολίγου, από τον κ. Χατζηχάννα, κατά την αγόρευσή του. Οι λόγοι αυτοί θα μπορούσαν να συνοψιστούν, στην κυριότερη τους έκφανση, στο ότι, η τροποποίηση θα προκαλέσει δυσμένεια στην καθ΄ ης η αίτηση γιατί θα προσθέσει νέα αιτία και βάση αγωγής, με τη βλάβη που θα προκύψει, να μην είναι δυνατόν να αποζημιωθεί σε χρήμα και στο ότι η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα με αποτέλεσμα, αυτό, να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αξιολόγησα τις αγορεύσεις των δικηγόρων οι οποίες ήσαν γραπτές και έτυχαν προφορικών διευκρινίσεων κατά το στάδιο ακρόασης της αίτησης. Θα πρέπει να πω ότι η αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών ήταν ικανή και ιδιαίτερα επιμελής. Η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έγκριση αιτημάτων τροποποίησης, δε διέπεται από ανελαστικά κριτήρια και δεν περιορίζεται σε στεγανά. Αυτό, φαίνεται να αναγνωρίζεται - λίγο πολύ - και από τους δύο συνηγόρους, αν κρίνω και από το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους. Θα ασχοληθώ μετά, με κάποιες πτυχές των τοποθετήσεων του κ. Λοϊζου με τις οποίες δεν υπάρχει απόλυτη σύγκλιση. Το δικαίωμα τροποποίησης δικογράφου δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε και απεριόριστο. Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας στις νομικές διαδικασίες. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση ενδέχεται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δε μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ενώ επιτρέπεται, κατά κανόνα, εκεί όπου δεν τού προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση ανάλογης διαταγής ως προς τα έξοδα. Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου, στις κατάλληλες εκείνες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για το διάβημα απορρέει από αμέλεια ή καθυστέρηση, νοουμένου ότι δε θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά ή οποία δε θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραιτήτως αποφασιστικός. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως, σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας τής τροποποίησης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου, όπως αυτά διαγράφονται, μεταξύ άλλων, από τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 τής Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με υπόψη όμως, ότι η δικαιότητα της δίκης πρέπει να αποφασίζεται στο τέλος της και όχι ενδιαμέσως. Το πρώτο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί είναι το κατά πόσον η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αυτό, γιατί, τυχόν αποδοχή της εισήγησης, θα εκθεμελιώσει το όλο αίτημα. Δε χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Το γεγονός της φερόμενης καθυστέρησης, δεν είναι εδώ αρκετό, από μόνο του, για να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Αν και το στοιχείο της χρονοτριβής μπορεί να αποτελέσει - και αποτελεί εδώ - ένα από τα στοιχεία που αξιολογούνται προς διαπίστωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, δεν είναι και απαρεγκλίτως αποφασιστικό. Δεν προωθήθηκε θέση ότι οι αιτητές, με οποιονδήποτε τρόπο, προσπαθούν να εκμεταλλευθούν αθέμιτα και με κακή πίστη ή με τρόπο απαράδεκτο, άσχετο, εκδικητικό ή καταπιεστικό το προσφερόμενο δικονομικό διάβημα ή ευρύτερα, τις δυνατότητες που παρέχονται για καταφυγή στο Δικαστήριο προς επίλυση της διαφοράς με οποιονδήποτε από τους διαθέσιμους τρόπους. Αυτή λοιπόν η θέση της καθ΄ ης η αίτηση, απορρίπτεται. Συγκλίνω όμως με τη θέση του κ. Χατζηχάννα ότι οι αιτητές δεν αιτιολογούν επαρκώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Το περισσότερο που θα μπορούσε να λεχθεί επί τούτου είναι ότι, από τα συμφραζόμενα στην ένορκη δήλωση, θα μπορούσαν να εξαχθούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί επί του θέματος οι οποίοι, ούτως ή άλλως, δε θα ήσαν ικανοποιητικοί προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Η αναφορά του ομνύοντα περί παράλειψης του να πληροφορήσει τους δικηγόρους των αιτητών αναφορικά με τα φερόμενα, ως ουσιώδη, πραγματικά γεγονότα, των οποίων η προσθήκη ζητείται με την τροποποίηση, συγκρούεται με άλλη τοποθέτηση του περί του, ότι αν και τους είχε πληροφορήσει, αυτό δεν το έπραξε ορθώς ή με επαρκή ακρίβεια. Η ανακολουθία αυτή, πηγάζει από τη διαζευκτική διατύπωση των ισχυρισμών του στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ωσάν εάν πρόκειται περί δικογράφου. Η ένορκη δήλωση όμως δεν είναι δικόγραφο. Αποτελεί, απλώς, μηχανισμό παράθεσης μαρτυρίας η οποία, αναμένεται, ότι θα χαρακτηρίζεται από κάποια σαφήνεια και συνέπεια, ακόμη και όταν χρησιμοποιείται σε ενδιάμεσες διαδικασίες, όπως η παρούσα. Κάποιες επισημάνσεις στις οποίες προέβηκε ο κ. Λοϊζου στην αγόρευσή του - και τούτο προκύπτει και από το σκεπτικό στη Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα[1] (η ακριβής παραπομπή της οποίας, όπως και σχεδόν όλων των άλλων αποφάσεων στις οποίες θα αναφερθώ εδώ, θα διατυπωθεί στο συνταγμένο κείμενο της απόφασης), δε συμπληρώνουν το κενό, στην απουσία συγκεκριμένων ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση. Αποτέλεσε θέση του κ. Λοϊζου - και με αυτή δεν υπάρχει, εδώ, σύγκλιση, για λόγους που θα εξηγήσω, αν και αυτό θα πρέπει ήδη να έχει γίνει κατανοητό από τα προηγούμενα που ανάφερα - ότι οι αιτητές δεν είχαν οποιανδήποτε υποχρέωση να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος από την ημερομηνία καταχώρησης τής αγωγής, αλλά ούτε και την αναγκαιότητα υποβολής του, αφού, βάσει της νομολογίας, στις περιπτώσεις εκείνες όπου το αίτημα για τροποποίηση υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η έγκριση του θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, εκτός και εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για το αντίθετο. Διατύπωσε την άποψη ότι η δυνατότητα επιδίκασης εξόδων εναντίον αυτού που ζητεί την τροποποίηση, είναι, σχεδόν πάντοτε, επαρκής θεραπεία για την όποια ταλαιπωρία θα μπορούσε να προκληθεί ως εκ της έκδοσης του διατάγματος και ότι η δικαστική προσέγγιση δεν πρέπει να είναι τιμωρητική για τον αιτητή ή - και επεκτείνω το συλλογισμό του ευπαίδευτου συνηγόρου - πατερναλιστική, υπό την έννοια, δηλαδή, του ότι αντί να υπάρχει επικέντρωση στα ευρύτερα συμφέροντα απονομής της δικαιοσύνης, να επιδεικνύεται, με τάσεις απαρέσκειας, μια μικροσκοπική θεώρηση των όποιων χειρισμών δεν έγιναν εγκαίρως και εντός των παρεχομένων δικονομικών πλαισίων, με δεικτική, μάλιστα, διάθεση υπόδειξης και του τρόπου και του χρόνου υποβολής παρομοίων αιτημάτων. Έρεισμα για την τοποθέτηση αυτή φαίνεται να αποτέλεσε, ιδιαίτερα, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην William Patrick Jack & Another v Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607 (αντίγραφο της οποίας έχω στα χέρια μου) και ειδικότερα στις σελίδες 612 μέχρι 614. Η απόφαση όμως αυτή θα πρέπει να ιδωθεί μέσα από το φακό των ιδιαίτερων περιστατικών που τη συναποτέλεσαν και όχι ως δεσμευτική σε σχέση με τις αρχές που διατύπωσε. Οι αναφορές, εκεί, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη μη αναγκαιότητα αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης αλλά και του γεγονότος ότι η αναγκαιότητα για την τροποποίηση συνάγεται από μόνον το γεγονός ότι καταχωρίσθηκε η αίτηση τροποποίησης αυτή καθ΄ αυτή, συγκρούεται με προγενέστερη και μεταγενέστερη της εν λόγω απόφασης νομολογία. Για παράδειγμα, έρχεται στη μνήμη η απόφαση Doric, του 1969, η ακριβής ονομασία της οποίας μού διαφεύγει αυτή τη στιγμή, αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία - η οποία δεν αναφέρθηκε στην William Patrick Jack - όπου η αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης απορρίφθηκε λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, στη βάση περιστάσεων που αξιολογήθηκαν, ακριβώς, στα πλαίσια της αναγκαιότητας για αιτιολόγηση της καθυστέρησης που προκλήθηκε[2]. Αναφορικά με νομολογία νεότερη της William Patrick Jack, μπορεί να γίνει χρήσιμη παραπομπή στην C & A Pelekanos Associates Ltd v Πελεκάνου[3], όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τη σημασία της καθυστέρησης, με την έννοια της αργοπορίας στην εκδήλωση του διαβήματος για τροποποίηση, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου,[4] επισημάνθηκε η σημασία απουσίας εξήγησης της παράλειψης καταχώρησης αίτησης τροποποίησης, με επικρότηση της πρωτόδικης απόφασης να απορρίψει το αίτημα ενόψει της μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην υποβολή του. Στη Fereos Ltd v Martin Brothers Tobacco Company Inc.,[5] επαναλήφθηκε η εμπεδωμένη αρχή ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος τροποποίησης και της καθυστέρησης της διατύπωσης των θέσεων του αιτητή ποικίλλει αναλόγως του σταδίου στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, με όσον μεγαλύτερη την καθυστέρηση, τόσον μεγαλύτερο να είναι και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί από τον αιτητή για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης. Είναι γεγονός ότι εδώ δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Αυτό όμως, αν και οπωσδήποτε σταχυολογεί την περίπτωση σε αυτές όπου η δικαστική αντίκριση είναι ελαστικότερη, δεν αποτελεί, χωρίς άλλο, επαρκή λόγο για έγκριση του αιτήματος. Το ότι, προβλήθηκε κάποια δικαιολογία, ότι, δηλαδή, έγινε εκτενής συζήτηση μεταξύ πελατών και δικηγόρων στις 11.10.06, από την οποία διαφάνηκε η αναγκαιότητα για τροποποίηση, δε λέγει και πολλά, ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί το γεγονός ότι η αγωγή είχε και στο παρελθόν οριστεί κατ΄ επανάληψη για ακρόαση και ότι, σε κάποια από τις περιπτώσεις αυτές, θα έπρεπε στη λογική συνέχεια των πραγμάτων να είχε αποκρυσταλλωθεί η θέση των αιτητών, μετά από συζήτηση ή άλλως πως, σε σχέση με το τι ακριβώς θα ήταν αυτό που θα επιζητούσαν με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Καμιά τέτοια μνεία δε γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, στην οποία, ευσχήμως, θεωρώ, δεν έγινε αναφορά στους προηγούμενους ορισμούς για ακρόαση αλλά στα αιτήματα αναβολών από τους αιτητές, έστω και εάν τέτοια αιτήματα υποβλήθηκαν και εγκρίθηκαν και εκ πλευράς καθ΄ ης η αίτηση. Θεωρώ, λοιπόν ότι υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη, υπό τις περιστάσεις, καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, σε βαθμό καθοριστικό για την τύχη της αίτησης. Όλα τα γεγονότα που άπτονται τού αιτήματος και όλα όσα επιθυμούν σήμερα οι αιτητές να προσθέσουν στο δικόγραφο τους, τα γνώριζαν ευθύς εξ΄ αρχής, από το στάδιο των οδηγιών προς καταχώρηση της αγωγής. Οι αιτιάσεις που περιβάλλουν το αίτημα, πέραν από γενικές είναι και ανεπαρκείς για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, θετικού για το αίτημα, στο βαθμό που αυτό είναι επιτρεπτό σε ενδιάμεση διαδικασία, όπως η παρούσα. Απουσιάζει ο προσδιορισμός εκείνων των στοιχείων που επιβάλλουν την τροποποίηση και τη διαφαινόμενη μεταβολή τού πλαισίου της δίκης, ως εκ της έκτασης και φύσης των προτιθέμενων τροποποιήσεων, μια και τα στοιχεία αυτά δεν εξειδικεύονται και δεν αναφέρονται με λεπτομέρεια, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται, καν, η δυνατότητα αξιολόγησης τους, στον απαιτούμενο βαθμό. Κάτι παρόμοιο έγινε και στην περίπτωση με την οποία καταπιάστηκε η Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.[6]. Η συνάρτηση τού περιεχομένου των προτεινόμενων τροποποιήσεων με το υφιστάμενο δικόγραφο, παραμένει αόριστο και ασύνδετο σε ό,τι αφορά στο ποια γεγονότα μεσολάβησαν από την καταχώρηση του, έτσι ώστε να δικαιολογείται το επίδικο διάβημα, αλλά ούτε και πώς αυτά παίρνουν, πλέον, πιο εξειδικευμένη μορφή. Δεν είναι επαρκές να προσδιορίζεται, απλώς, η προτιθέμενη τροποποίηση χωρίς αναφορά σε οτιδήποτε άλλο ή να επιχειρείται καταφυγή σε γενικότητες και αοριστίες με παραπομπή, για παράδειγμα, στη γνώμη που σχημάτισαν οι δικηγόροι περί του αναγκαίου της τροποποίησης, ως εκ της μελέτης των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον τους και ούτω καθεξής, τα οποία, ουσιαστικά, τίποτε δεν προσθέτουν στη δυναμική του αιτήματος. Αυτή η πτυχή των πραγμάτων άπτεται της αιτιολόγησης του αιτήματος που οι αιτητές είχαν υποχρέωση να παραθέσουν. Σε αυτό το στάδιο και όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, κάθε άλλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης - και αυτή είναι ήδη μακρά - θα πλήξει ανεπανόρθωτα το δικαίωμα της καθ΄ ης η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου - ασχέτως του αν συνέδραμε και αυτή, σε κάποιο βαθμό, στη βραδυδικία - χωρίς η επιδίκαση εξόδων να θεωρείται, πλέον, επαρκής θεραπεία. Αντιθέτως, οι αιτητές είχαν κάθε ευκαιρία να θέσουν την υπόθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τα τελευταία τέσσερα χρόνια, με τον τρόπο που έπρεπε. Αναφέρομαι στο θέμα τής καθυστέρησης, χωρίς να έχω κατά νουν την επίδραση τού παράγοντα αυτού στο ζήτημα της δίκαιης δίκης. Αυτό, είπαμε, είναι θέμα που θα αξιολογηθεί αλλού. Το αναφέρω όμως παρεμφερώς, θεωρώντας την καθυστέρηση ως στοιχείο αυτόνομο και αυτοτελές και που, αν και σχετίζεται φυσικά με τη δικαιότητα της δίκης, δε σημαίνει ότι δε μπορεί να ζυγιαστεί, σε αυτό το στάδιο, με διαφορετική όμως προοπτική και στόχευση, αυτή, με άλλα λόγια, της δυνητικής επίδρασης του στα ευρύτερα συνταγματικά δικαιώματα των διαδίκων, ιδωμένων στα πλαίσια των παραμέτρων που ενδιαφέρουν στην παρούσα διαδικασία. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα πράγματα πλέον, φαίνεται, να έχουν, κάπως, αλλάξει στην Αγγλία σε σχέση με τα αιτήματα τροποποίησης. Κάποια αναθεώρηση ίσως χρειάζεται να γίνει και στην Κύπρο. Η αγγλική αντιμετώπιση συναφών αιτημάτων, αν και διαχρονικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, όπως και στην Κύπρο, ως τρόπον τινά, ελαστική - και είναι ορθός επ΄ αυτού ο κ. Λοϊζου - εντούτοις, παρουσιάζεται να διακατέχεται, πια, από μια κάποια μεγαλύτερη ευαισθησία σε ό,τι αφορά στην εύκολη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων έγκριση τους (στη βάση του ότι, ενόσω η ταλαιπωρία και κάθε τι άλλο δυσμενές ενδεχομένως να προκύψει για τον καθ΄ ου η αίτηση ως εκ της τροποποίησης θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, δε δημιουργείται οποιαδήποτε σημαντική παρέκκλιση, πλην, ίσως, κάποιας καθυστέρησης που φυσιολογικά προκύπτει), ένεκα των μεταβαλλόμενων αναγκών της δικαιοσύνης και των υφιστάμενων πραγματικοτήτων που έχουν ως εκ τούτου δημιουργηθεί, με το σκεπτικό ότι οι όποιοι κακοί ή αμελείς δικηγορικοί χειρισμοί (και δε λέγω ότι η παρούσα, είναι μια τέτοια περίπτωση), μπορούν να τύχουν ανάλογων αντιδράσεων από τους επηρεαζόμενους διαδίκους, με τη λήψη των οποιωνδήποτε ενδεικνυόμενων διαβημάτων, χωρίς να αναγκάζεται η Πολιτεία να επωμίζεται το βάρος των καθυστερήσεων που προκύπτουν, τη στιγμή μάλιστα που αυτοί που έχουν την κύρια ευθύνη για την κατάληξη που παίρνουν τα πράγματα, ποσώς να μην επηρεάζονται. Αυτή η συλλογιστική ενισχύεται, εμμέσως και σε κάποιον βαθμό, από τους προβληματισμούς επιφανών ακαδημαϊκών, όπως του Neil Andrews στο σύγγραμμά του, Principles of Civil Procedure[7], αλλά και αυτών που εξέφρασε η Ανωτάτη Δικαστική Επιτροπή τής Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Ketteman and Others v Hansel Properties Ltd
(1988)1 All ER 38, 62, υπό διαφορετικές, ομολογουμένως, περιστάσεις από αυτές που συζητούνται εδώ, αφού εκεί, είχε ζητηθεί ουσιώδης τροποποίηση της Υπεράσπισης, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ενώ είχε αναφερθεί και το ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αν το αίτημα υποβαλλόταν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Έχω εις χείρας την απόφαση και θα σας διαβάσω το σχετικό απόσπασμα. Λέχθηκε, λοιπόν, εκεί ότι: «.Another factor that a judge must weigh in the balance is the pressure on the courts caused by the great increase in litigation and the consequent necessity that, in the interests of the whole community, legal business should be conducted efficiently. We can no longer afford to show the same indulgence towards the negligent conduct of litigation as was perhaps possible in a more leisured age. There will be cases in which justice will be better served by allowing the consequences of the negligence of the lawyers to fall on their own heads rather than by allowing an amendment at a very late stage of the proceedings." Οι επισημάνσεις του αγγλικού δικαστηρίου, αν και αντικρίζονται με κάποιο συντηρητισμό, ακόμη και στη Βρετανία, έχουν τη σημασία τους και μπορεί να αποτελέσουν χρήσιμο σημείο αναφοράς και στην Κύπρο, στην όποια προσπάθεια ήθελε επιχειρηθεί για προσέγγιση των πραγμάτων από μια πλατύτερη και πιο προοδευτική σκοπιά, με δεδομένες τις σημερινές ημεδαπές πραγματικότητες. Αυτό όμως, εναπόκειται αποκλειστικά στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μέχρι τότε, βεβαίως, η θεώρηση θα πρέπει να γίνεται - και έτσι πράχθηκε και εδώ - στη βάση της υφιστάμενης κυπριακής νομολογίας, όπως παρατέθηκε, εν μέρει, πριν από λίγο. Στη βάση όλων των πιο πάνω και ενασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, απορρίπτω το αίτημα, με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν δε, στο τέλος της δίκης, εκτός και αν υπάρξει στο μεταξύ διαφορετική διαταγή του Δικαστηρίου. (Υπ.) ............................................ Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εμ [1]
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, 228. [2] Doric Cyprian Lines Limited v Argiris Maritime (Lebanon), S.A.L
(1969)1 C.L.R .555, 556. [3]
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, 2079-2080. [4]
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, 561. [5]
(1997)1 Α.Α.Δ. 378, 382. [6]
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.
- [7] Στις σελίδες, 110-
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο