Syngenta Hellas SA ν. OG Chakarian Ltd., Αρ. Αγωγής: 4848/05., 29 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4848/
- Μεταξύ: Syngenta Hellas S.A. Ενάγουσας. - και - O.G. Chakarian Ltd. Εναγομένης. Και Εξ Ανταπαιτήσεως Μεταξύ: O.G. Chakarian Ltd. Ενάγουσας. - και -
- Syngenta Hellas S.A.
- Syngenta Ltd. -------------------- Αίτηση Αναστολής Ημερομηνίας 18.4.
- Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2-αιτητές: Ο κ. Γ. Κολοκασίδης. Για τους εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση: Η κ. Ν. Κουβαρά. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η. Οι αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος αναστολής κάθε περαιτέρω διαδικασίας εναντίον τους, ως εξ ανταπαιτήσεως - εναγόμενων 2, λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας στην παράγραφο 16 της συμφωνίας ημερομηνίας 16.3.89 (βλ. τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Οι λόγοι για τους οποίους πιστεύεται ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και δη στις παραγράφους 4-9, όπου αναφέρεται ότι: "4) Το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα του Eναγομένου/Eνάγοντα εξ΄ Aνταπαιτήσεως εναντίον της εξ΄ Aνταπαιτήσεως Eναγομένης 2 πηγάζει ή και προέρχεται ή και βασίζεται πάνω στη συμφωνία (Τεκμήριο 1) που αναφέρεται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η εν λόγω συμφωνία, η οποία διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο, προνοεί ρητά στον όρο 16 ότι σε περίπτωση διαφωνίας όσον αφορά το περιεχόμενο και την εφαρμογή της συμφωνίας, αυτή θα παραπέμπεται σε διαιτησία ενώπιον Διαιτητή στο Λονδίνο. Η εξ΄Aνταπαιτήσεως Eναγομένη 2 επιφυλάσσει το δικαίωμα να αναφερθεί σε λεπτομέρεια στους όρους της συμφωνίας κατά τη δικάσιμο. 5) Η διαφορά μεταξύ των μερών πηγάζει ή και έχει άμεση σχέση με την εν λόγω συμφωνία και επομένως εμπίπτει στον όρο 16 της συμφωνίας. Ο εναγόμενος/ενάγοντας εξ΄ ανταπαιτήσεως καμία αναφορά στον όρο αυτό δεν έκανε στις διάφορες αιτήσεις του που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου ούτε στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, όπως όφειλε να κάνει. 6) Η απαίτηση της Ενάγουσας/Εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1 εναντίον του Εναγομένου/Ενάγοντα Εξ΄ανταπαιτήσεως, καμία σχέση δεν έχει με τη διαφορά μεταξύ της Εξ΄ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 και του Εναγομένου/Ενάγοντα Εξ΄ ανταπαιτήσεως. 7) Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, η συμφωνία διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο οπότε η διαδικασία ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων θα καταστεί πολύπλοκη και χρονοβόρα. Απ΄ ότι γνωρίζω πολλοί μάρτυρες είναι εκτός Κύπρου και γι΄ αυτό τον λόγο θα δαπανηθούν πολλά χρήματα για την κάθοδο τους στην Κύπρο, τόσο για την προετοιμασία όσο και για τις ακροάσεις της υπόθεσης γεγονός που εν πάση περιπτώσει δεν καθιστά την Κύπρο την πιο πρόσφορη δικαιοδοσία (forum conveniens) για την εκδίκαση της υπόθεσης. 8) Η Εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 - Αιτήτρια επιθυμεί να επιλυθεί η διαφορά ενώπιον Διαιτητή στο Λονδίνο που είναι και η διαδικασία που τα μέρη επέλεξαν ή και συμφώνησαν ελεύθερα όταν συνομολόγησαν τη σχετική συμφωνία. Ο Εναγόμενος/Ενάγοντας Εξ΄ ανταπαιτήσεως δε θα επηρεαστεί δυσμενώς με τέτοια διαδικασία. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της απόρριψης ή και παραμερισμού ή και αναστολής της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εναντίον της Εξ΄ ανταπαιτήσεως Εναγομένης
- 9) Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω πιστεύω ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο (just and convenient) όπως οι επίδικες διαφορές αχθούν ενώπιον Διαιτητή στο Λονδίνο...» Οι καθ΄ ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του διατάγματος. Οι λόγοι για αυτό περιέχονται στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης υπό Α-Κ και διευκρινίζονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση, όπου, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρεται, ότι: "
- Κατά ή περί την 1η Ιανουαρίου 1950, η Εναγόμενη/Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, διορίστηκε και άρχισε την συνεργασία της ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος της Αγγλικής Εταιρείας «Plant Protection Ltd" στην Κύπρο για τα φαρμακευτικά προϊόντα για την γεωργία της τελευταίας. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α, αντίγραφο της συμφωνίας αποδοχής εκ μέρους της Εναγομένης/Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας των καθηκόντων της ως αποκλειστική αντιπρόσωπος, εφ΄ εξής θα καλείται η «αρχική συμφωνία».
- Η «Plant Protection Ltd" άλλαξε το όνομα της σε «Imperial Chemical Industries Plc" κατά ή περί το έτος 1953, διατηρώντας όμως την νομικής της προσωπικότητα αλλά και τις συναλλαγές της με την Εναγόμενη/Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα.
- Στη συνέχεια η «Imperial Chemical Industries Plc" ανανέωσε την αρχική συμφωνία και επιβεβαίωσε την μεταξύ τους συμβατική σχέση για την αντιπροσωπεία των γεωργικών προϊόντων στην Κύπρο με μια νέα συμφωνία αντιπροσώπευσης, την ως άνω καλούμενη συμφωνία αντιπροσωπείας ημερομηνίας 01.01.
- Κατά την διάρκεια της εν λόγω συνεργασίας των δύο συμβαλλομένων, η Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, η οποία είναι εταιρεία που ανήκει στον διεθνή όμιλο εταιρειών "Imperial Chemical Industries" που κατά την περίοδο υπογραφής της συμφωνίας αντιπροσωπίας ενεργούσε ως υπεύθυνη της τήρησης της εν λόγω συμφωνίας (εφ΄εξής θα καλείται ο «διεθνής όμιλος εταιρειών»). Όμως η Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 κατά την συνεργασία της με την Εναγόμενη/Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα συχνά χρησιμοποιούσε και άλλες εταιρείες που ανήκαν στον διεθνή όμιλο εταιρειών, που ανήκει και η ίδια, έτσι ώστε να βοηθούν στην ολοκλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων ως αυτοί φαίνονται στην συμφωνία αντιπροσωπίας, ειδικότερα της παροχής των γεωργικών και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων για πώληση στην Κύπρο.
- Κατά ή περί την 22α Ιανουαρίου 1991, η ICI Agrochemicals που είναι μέλος της «Imperial Chemical Industries Plc" έστειλε επιστολή στην Εναγόμενη/ Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα με την οποία την πληροφορούσε ότι την ευθύνη παροχής υπηρεσιών και σχετικών φαρμακευτικών προϊόντων προς την Κύπρο θα αναλάμβανε η Ελληνική θυγατρική εταιρεία του διεθνούς ομίλου εταιρειών, ήτοι "Imperial Chemical Industries Hellas S.A.", η οποία μετέπειτα ως θα εξηγήσω και πιο κάτω μετονομάστηκε σε "Syngenta Hellas S.A." δηλαδή η Ενάγουσα/Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1 στην παρούσα αγωγή. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Β, αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 22 Ιανουαρίου
- Η Εταιρεία "Imperial Chemical Industries Plc" άλλαξε σε μετέπειτα χρονικό διάστημα σε ICI Bioscience Ltd, κατόπιν εσωτερικών εταιρικών αλλαγών στον διεθνή όμιλο εταιρειών, αποστέλλοντας προς την Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα επιστολή με την οποία η "Imperial Chemical Industries Plc" απαλασσόταν από οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση κάτω από την συμφωνία αντιπροσωπίας, και την οποία η Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα αποδέχτηκε. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Γ, αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας Νοέμβριου
- Σημειώνω ότι ο όμιλος εταιρειών "Imperial Chemical Industries", δηλαδή το συμβαλλόμενο μέρος στην συμφωνία αντιπροσωπίας, μετά από σειρά συγχωνεύσεων με άλλες φαρμακευτικές εταιρίες και άλλων εσωτερικών εταιρικών αλλαγών άλλαξε το όνομα του σε "Syngenta", επωνυμία που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα. Οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2, ως θυγατρικές και άλλως πως ελεγχόμενες εταιρείες του εν λόγω διεθνούς ομίλου εταιρειών, άλλαξαν επίσης την επωνυμία τους σε "Syngenta Ltd" και "Syngenta Hellas SA"αντίστοιχα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Δ, αντίγραφο του ιστορικού του διεθνής ομίλου εταιρειών "Syngenta", ως αυτό φαίνεται στην ιστοσελίδα του εν λόγω ομίλου.
- Όπως με έχει συμβουλεύσει ο δικηγόρος της Εναγόμενης/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, η Ενάγουσα/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 και η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 ήταν δύο εταιρείας μέλη του ιδίου ομίλου εταιρειών και ενεργούσαν μαζί, συνεπώς ήταν τόσο συνδεδεμένες που θεωρούνται ως ένα νομικό πρόσωπο και δεσμεύονται από κοινού από τις ίδιες συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένης και της συμφωνίας αντιπροσώπευσης. Αυτό έχει φανεί και πρακτικά κατά την διάρκεια συνεργασίας των δύο εταιρειών με την Εναγόμενη/Εξ΄ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη.
- Κατά την μακρόχρονη συνεργασία της Εναγόμενης/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα με την Ενάγουσα/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 και η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, και οι δύο εταιρείες σαν μέλη του ιδίου ομίλου εταιρειών, τηρούσαν από κοινού τις υποχρεώσεις στους υπό την συμφωνία αντιπροσωπίας και οιανδήποτε άλλη σχετική συμφωνία που γινόταν από καιρό σε καιρό. Ήταν εμφανές προς την Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα ότι οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν τόσο συνδεδεμένες ώστε να θεωρείται ως ένα νομικό πρόσωπο.
- Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι παρά το ότι τα τελευταία χρόνια της συνεργασίας μας με τον όμιλο εταρειών αφορούσε το κατευθείαν εμπόριο των φαρμακευτικών και γεωργικών προϊόντων του διεθνή ομίλου εταιρειών μέσω της Ελληνικής θυγατρικής, λόγω του γεωγραφικού πλεονεκτήματος που είχε το εμπόριο από Ελλάδα σε Κύπρο, παρά ταύτα, η συνολική συνεργασία μας υπό τους όρους της συμφωνίας αντιπροσωπίας δέσμευε τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1 και 2 από κοινού και εξίσου. Συγκεκριμένα, παρά το ότι η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1 απέστελλε το προϊόντα στην Κύπρο από τα διάφορα εργοστάσια του διεθνούς ομίλου εταιρειών, η Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα πλήρωνε κατευθείαν την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, ως φαίνεται από σχετικά τιμολόγια και πληρωμές που επισυνάπτω ως Τεκμήριο Ε. Δηλαδή η νομική σχέση των Εναγομένων ήταν και παρέμεινε με την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 ανεξαρτήτως εάν η παραγγελία εκτελείτο από την Ελληνική θυγατρική ή άλλη θυγατρικές εταιρείες όπως φαίνεται από το Τεκμήριο Ε.
- Και έτσι όταν ο διεθνής όμιλος εταιρειών αποφάσισε να τερματίσει την μεταξύ μας μακρόχρονη συνεργασία αντιπροσωπείας, σχετική επιστολή τερματισμού εστάλη από το διεθνή όμιλο εταιρειών, και συγκεκριμένα από τα γραφεία τους στην Αγγλία όπου και στεγάζεται η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 προς την Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο ΣΤ, αντίγραφο της επιστολής τερματισμού της συμφωνίας αντιπροσώπευσης, με την οποία ο διεθνής όμιλος εταιρειών τερματίζει την συμφωνία. Συνεπώς τερματίστηκαν οποιεσδήποτε συναλλαγές και εμπόριο με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1 και
- Κατά το έτος 2001, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας αντιπροσωπίας, υπήρξαν διαβουλεύσεις με τα κεντρικά γραφεία του διεθνής ομίλου εταιρειών και της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2, για την πληρωμή αποζημιώσεων για τον παράνομο τερματισμό προς την Εναγόμενη /Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, οι οποίες δεν ήταν καρποφόρες. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ της Εναγομένης και της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Ζ δέσμη της σχετική αλληλογραφίας του Δικηγόρου μας κ. Δημήτρη Παπαδόπουλου και της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης
- Φαίνεται ξεκάθαρα σε μια από αυτές τις επιστολές ημερομηνίας 11/01/2002 ότι η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 πρόσφερε αποζημίωση αξίας Λ.Κ.50,000 για την λήξη του θέματος.
- Ενώ το θέμα μετά την εν λόγω επιστολή ξεχάστηκε, δηλαδή ουσιαστικά η Syngenta Ltd συμπεριφέρθηκε ως εάν θεωρούσε οποιοδήποτε χρέος, εάν υπήρχε πράγμα το οποίο αρνούμαστε, προς αυτήν ή προς την θυγατρική της στην Ελλάδα ως εξοφληθέν υπό την έννοια ότι καλύπτονταν από την προσφορά της και οδήγησε τους Εναγομένους να πιστεύουν έτσι. Ξαφνικά, η Ενάγουσα/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1, καταχώρησε το κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 15.6.2005 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, απαιτώντας πληρωμή τιμολογίων, αγνοώντας τόσο την προσφορά της μητρικής της εταιρείας όαο και την ρήτρα διαιτησίας που εμπεριέχεται στην συμφωνία αντιπροσωπίας, συγκεκριμένα στο όρο
- Την εν λόγω ρήτρα διαιτησίας, όμως, την επικαλείται η Εξ Ανταπαιτήσως Εναγομένη 2 ως λόγο για αναστολή και διακοπή της δικαστική διαδικασίας στην σχετική αίτηση ημερομηνίας 18.04.2006 πράγμα απαράδεκτο.
- Ως εκ τούτου, με συμβουλεύει ο Δικηγόρος της Εναγόμενης/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, η αίτηση της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2, είναι (α) αντικανονική και νομικά και πραγματικά αστήρικτη και αβάσιμη και δεν είναι σύμφωνα με τους σχετικούς Νόμους και Διαδικαστικούς Κανονισμούς. (β) Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες υπό του Νόμου και Νομολογίας προϋποθέσεις για την έκδοση Διατάγματος για την αναστολή της διαδικασίας προώθησης και εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. (γ) αόριστη και γενική και παραπλανητική και καταχραστική και αντιμάχεται τον σκοπό της σχετικής διαδικασίας και των σχετικών Δικονομικών και Διαδικαστικών Θεσμών.
- Με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας από την Ενάγουσα, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1 και 2, παραιτήθηκαν ουσιαστικά του δικαιώματος επίκλησης της ρήτρας διαιτησίας, ισχυριζόμενοι ότι η Ενάγουσα/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, δεν δεσμεύεται από την συμφωνία αντιπροσωπείας. Μετέπειτα, με την παρούσα αίτηση, η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, αιτείται αναστολή και διακοπή της διαδικασίας εναντίον της παρουσιάζοντας στο Σεβαστό Δικαστήριο το λόγο ότι υπάρχει δεσμευτική ρήτρα διαιτησίας, που η ίδια η εταιρεία, μέσω της θυγατρικής της, δεν θέλει να υιοθετήσει και να ενεργοποιήσει. Συνεπώς, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2, δεν είναι πρόθυμοι να ασκήσουν την ρήτρα διαιτησίας και αντιθέτως έχουν αποταθεί στα Κυπριακά Δικαστήρια για επίλυση των διαφορών τους με την Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα. Αντιθέτως, η Εναγόμενη/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα, είχε δείξει την προθυμία της παλαιότερα να αποταθούν τα μέρη σε Διαιτητή για επίλυση των διαφορών τους, ως φαίνεται και από την αλληλογραφία του δικηγόρου της προς την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο Η, όμως η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 δεν ανταποκρίθηκε.
- Περαιτέρω, στην αίτηση τους η Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, δεν αιτείται παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία ενώπιον διαιτητή στην Αγγλία, συνεπώς και πάλι φαίνεται η μη πρόθεση και θέληση της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 να παραπέμψει την υπόθεση για επίλυση της σε διαιτησία.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους πιστεύω ότι θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2/Αιτήτριας και επίλυσης όλων συνολικά των διαφορών των μερών σε μια αγωγή. Οι διαφορές των μερών είναι συνδεδεμένες πλήρως και δεν μπορούν να ειδωθούν αποσπασματικά διότι έτσι συμφέρει την Ενάγουσα. Η νομική σύνδεση της Ενάγουσας και της Εναγομένης προκύπτει λόγω της συμβατικής σχέσης της Εναγομένης με την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη
- Ουσιαστικά η Ενάγουσα ήταν το εκτελεστικό όργανο της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 και κάποιες παραγγελίες της Εναγομένης προς την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 τις διενεργούσε αυτή, συνεπώς η συμβατική σχέση των μερών εκ πηγάζει από την βασική σύμβαση αντιπροσωπείας με την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη
- Τέλος, πιστεύω και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Εναγομένης/Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας, το Κυπριακό Δικαστήριο είναι καλός και βολικός χώρος για εκδίκαση της υπόθεσης διότι όλη η μαρτυρία βρίσκεται στην Κύπρο, όπως για παράδειγμα οι αγοραστές των προϊόντων των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 και 2.» Οι αγορεύσεις των μερών ήσαν γραπτές και έτυχαν προφορικών διευκρινίσεων κατά την ακροαματική διαδικασία. Αποτέλεσαν, κατ΄ ουσίαν, επέκταση των θέσεων που αναφέρονται στην αίτηση και ένσταση, αντιστοίχως. Δε δόθηκε προφορική μαρτυρία και δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε των ομνυόντων. Άκουσα με προσοχή και αξιολόγησα όλες τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως και το περιεχόμενο των συνοδευτικών ενόρκων δηλώσεων και επισυνημμένων τεκμηρίων. Όπως έχω ήδη επισημάνει, κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα θέματα που εγείρονται στην προκειμένη περίπτωση, συνιστούν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ.
- Οι εν λόγω πρόνοιες, οι οποίες, ας σημειωθεί, είναι ουσιαστικά πανομοιότυπες με αυτές του άρθρου 4 του αγγλικού Περί Διαιτησίας Νόμου 1950, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα κυπριακών υποθέσεων (βλ. ενδεικτικώς, Oretom Ltd v Χριστοδουλίδη
(2002)1(Β) Α.Α.Δ.1081 Steamer Shipping Co Ltd v Sibyl Trading & Shipping Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1069). Στο σύγγραμμα Russell On Arbitration, 19η έκδοση, σελ.125, ο συγγραφέας πραγματεύεται τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για την παραπομπή μιας υπόθεσης σε διαιτησία. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω κυπριακή νομολογία, οι εν λόγω προϋποθέσεις και ο τρόπος με τον οποίο το θέμα προσεγγίζεται από το συγγραφέα, έχουν υιοθετηθεί πλήρως από τα κυπριακά δικαστήρια. Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της αμφισβήτησης σε διαιτησία, (β) η έναρξη διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, (γ) η έναρξη δικαστικής διαδικασία από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό, εναντίον του αντισυμβαλλομένου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό, (δ) η δικαστική διαδικασία να είναι αναφορικά με την αμφισβήτηση που συμφωνήθηκε για παραπομπή, (ε) η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία, (στ) υποβολή της αίτησης μετά την καταχώρηση εμφάνισης και πριν την ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία και (ζ) ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας. Το γεγονός ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας σε μια συμφωνία, δεν οδηγεί αναγκαστικώς σε αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και παραπομπή τής αξίωσης σε διαιτησία. Όπως έχει επανειλημμένως λεχθεί: «η ρήτρα διαιτησίας εκφράζοντας τη συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίδουν οι όροι της και όχι άλλοι ή περισσότεροι (βλ. Steamer Shipping Co Ltd (πιο πάνω)). Το γεγονός ότι, στη προκειμένη περίπτωση, οι πρόνοιες του όρου 16 του τεκμηρίου 1, καλύπτουν "οποιαδήποτε διαφορά», δεν εξυπακούει ότι οποιαδήποτε αξίωση, έστω και αν αυτή πηγάζει από τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας, συνιστά υποχρεωτικώς και «διαφορά» που καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην Tradax v.Gueensea Marine Co
(1986)1 C.L.R. 559,562-563, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία και ο Γαβριηλίδης, Δ, στην Oretom Ltd (πιο πάνω), στη σελίδα 1089, είναι απολύτως σχετικό: «A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implication of such facts in law . The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the facts and establishment of the contractual liabilities of the parties." Το κατά πόσον υπάρχει «διαφορά», κρίνεται με βάση τους όρους τής ρήτρας διαιτησίας σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, το δε βάρος απόδειξης ότι υπάρχει τέτοια διαφορά, βρίσκεται στους ώμους εκείνου που επικαλείται τη διαφορά, στην προκειμένη περίπτωση των αιτητών. Σε περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα του κατά πόσον υπάρχει ή όχι διαφορά για την οποία συμφωνήθηκε παραπομπή σε διαιτησία, είναι καταφατική, το Δικαστήριο προχωρεί και εξετάζει κατά πόσον ενδείκνυται ή όχι η άσκηση της διακριτικής του εξουσίας υπέρ της αναστολής της διαδικασίας και στην περίπτωση αυτή, οι αιτητές έχουν το βάρος να πείσουν το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής της διαδικασίας. Υπάρχει, όντως, «διαφορά» βάσει των γεγονότων, για παραπομπή σε διαιτησία, το θέμα όμως έγκειται αλλού και συγκλίνω με τη θέση της κ. Κουβαρά ότι, από τα δεδομένα, δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση τής προθυμίας και ετοιμότητας εκ πλευράς αιτητών για τη διεξαγωγή διαιτησίας. Από το τεκμήριο Η, ημερομηνίας 13.3.02, που επισυνάπτεται στην ένσταση, φαίνεται ότι οι καθ΄ ων η αίτηση κάλεσαν τους αιτητές να εξετάσουν το ζήτημα της παραπομπής σε διαιτησία, επιλογή που για τους καθ΄ ων η αίτηση ήταν δεδομένη. Δεν υπήρξε αντίδραση εκ πλευράς αιτητών. Ορθώς ο κ. Κολοκασίδης εισηγήθηκε ότι αυτό, δε μπορεί να ισοδυναμεί με άρνηση. Όμως, από την άλλη, η στάση αυτή δε βοηθά στην επίρρωση της θέσης που φραστικώς διατυπώνεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι: «Η αιτήτρια επιθυμεί την επίλυση της διαφοράς ενώπιον διαιτητή στο Λονδίνο». Πέραν της εκφρασμένης προθυμίας, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να υποστηρίζει τη θέση, δεδομένης μάλιστα της συναφούς αμφισβήτησης στην ένσταση. Μάλλον το αντίθετο. Το βάρος ήταν στους ώμους των αιτητών οι οποίοι θα έπρεπε, επίσης, να πείσουν για το κατά πόσον, στο τέλος, θα ήταν ορθό και δίκαιο να ανασταλεί η διαδικασία και η διαφορά να παραπεμφθεί σε διαιτησία, αντί να δικαστεί από τα κυπριακά δικαστήρια. Τα δυο είναι αλληλένδετα, αφού δε νοείται, εδώ, αναστολή ως εκ της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας, χωρίς δικαιολόγηση αυτής καθ' αυτής της παραπομπής. Παράμετρο για την παραπομπή, αποτελεί και η παρουσία των μαρτύρων και τα όποια συνακόλουθα έξοδα δυνατόν να δαπανηθούν ως αποτέλεσμα της διαιτησίας και επ΄ αυτού, η μαρτυρία των αιτητών είναι πράγματι ασαφής. Αναφέρεται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι, από ό,τι γνωρίζει ο ενόρκως δηλών, πολλοί μάρτυρες είναι εκτός Κύπρου και για αυτό το λόγο θα δαπανηθούν πολλά χρήματα για την κάθοδό τους εδώ, με αποτέλεσμα η Κύπρος να μην καθίσταται η πιο πρόσφορη δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης. Το περιεχόμενο της παραγράφου αυτής, αμφισβητείται από αυτό της παραγράφου 20 τής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Χωρίς την ύπαρξη ή έστω, προσπάθεια, εκ πλευράς αιτητών, αντίδρασης και αμφισβήτησης στη σαφή τοποθέτηση των καθ' ων η αίτηση, δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν του γενικού ισχυρισμού του Ιωάννη Χριστοφή, ότι, πράγματι, έτσι έχουν τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω, το περιεχόμενο τής παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης είναι αόριστο, δεδομένου ότι ούτε καν ο ίδιος ο ομνύων δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει την έκταση και φύση της μαρτυρίας που βρίσκεται εκτός Κύπρου αλλά και να καθορίσει με την αναμενόμενη εν προκειμένω σαφήνεια, την πηγή της γνώσης του, η οποία παρατίθεται, θα πρέπει να πω, με πολύ γενικό τρόπο. Δεδομένης της δραστικότητας του διατάγματος που επιζητείται, η μαρτυρία θα έπρεπε να ήταν εναργής. Κάτι τελευταίο το οποίο, ως εκ της διαφαινόμενης κατάληξης, δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία, αξίζει όμως να αναφερθεί. Υπάρχει σειρά γεγονότων τα οποία επικαλούνται οι αιτητές για υποστήριξη του αιτήματος τα οποία αμφισβητούνται από τους καθ΄ων η αίτηση και που θα έπρεπε να αποτελούσαν κοινή συνισταμένη - κάτι που δεν ισχύει - αν ήταν για το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, να αποφαινόταν περαιτέρω επί των ζητούμενων, χωρίς αναφορά σε άλλα γεγονότα. Τούτο όμως παρέλκει. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ).......... Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο. Πρωτοκολλητής. /εμ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο