← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Βέρα Λυσσιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4868/06., 30 Νοεμβρίου, 2006

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Βέρα Λυσσιώτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4868/06., 30 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4868/

  1. Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Εναγόντων. - και -
  2. Βέρα Λυσσιώτη, από Λευκωσία.
  3. Μύριαμ Λυσσιώτη, από Λευκωσία.
  4. ARIEL ESTATES LTD, από Λευκωσία.
  5. Ρένος Λυσσιώτης, από Λευκωσία. Εναγομένων. Αίτηση Ημερομηνίας 19.9.06 για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης. ---------------------- Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου,
  6. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: Η κ. Ε. Μιχαηλίδου. Για τους εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: Η κ. Σ. Γιάννακα. -------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η. Οι ενάγοντες - αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση, συμφώνως των διατάξεων της Δ.18 Θ
  7. Οι λόγοι που περιβάλλουν το αίτημα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Εκεί αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η απαίτηση στηρίζεται στην παράλειψη της καθ΄ ης η αίτηση 1 να αποπληρώσει τα δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.3.634,33, πλέον τόκο προς 13,70%, επί ποσού Λ.Κ.3.429,97, από 8.6.06, μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο στις 30 Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, που τής χορηγήθηκαν από τους αιτητές βάσει συμφωνίας ημερομηνίας 17.12.99 (βλ. τεκμήριο Β) και επανέγκρισης ορίου τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 13.6.03 (βλ. τεκμήριο Α), με την εγγύηση των υπολοίπων καθ΄ ων η αίτηση (βλ. τεκμήρια Γ-Ε). Υποστηρίζουν επίσης ότι το αναφερόμενο χρέος - το οποίο παρουσιάζεται σε σχετική κατάσταση λογαριασμού (βλ. τεκμήριο Θ) - εξακολουθεί να υφίσταται και να παραμένει απαιτητό χωρίς οι καθ΄ ων η αίτηση να έχουν οποιανδήποτε υπεράσπιση και παρόλο που κλήθηκαν να το εξοφλήσουν, με επιστολές των αιτητών ημερομηνίας 8.6.06 και 19.4.06, (βλ. τεκμήριο Η). Υπάρχει ένσταση στο αίτημα εκ πλευράς καθ΄ ων η αίτηση για τους λόγους που διατυπώνονται στο σώμα της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στις παραγράφους υπό 1-10 και οι οποίοι επεκτείνονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση. Αυτοί, συνοψίζονται στο ότι, δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, όχι μόνον γιατί δεν τηρούνται οι βασικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.1, αλλά και γιατί οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν επαρκείς, σε φύση και βαρύτητα, ισχυρισμούς που τούς δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην απαίτηση. Ο κυριότερος από αυτούς έγκειται στο ότι, ενώ το συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν 8.70% το χρόνο, χρεώθηκαν με επιτόκιο 13.70%, κατά παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 17.12.99, αλλά και των σχετικών προνοιών του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(I)/
  8. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων πριν από λίγο έγιναν στη βάση των λόγων που αναφέρονται στην αίτηση και ένσταση, αντιστοίχως. Οι συνήγοροι ευκόλυναν το Δικαστήριο με το να το εφοδιάσουν με το γραπτό κείμενο των αγορεύσεων και άλλων σημειώσεων τους, αφού η διαδικασία διεξάχθηκε χωρίς τη βοήθεια στενογράφου. Αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι καθώς και το περιεχόμενο της αίτησης, ένστασης, συνοδευτικών ενόρκων δηλώσεων και επισυνημμένων τεκμηρίων. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 Θ.1, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση μόνον σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και όπου, ως εκ τούτου, είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση μόνον και μόνον για σκοπούς καθυστέρησης. Η υπό αναφορά διάταξη προβλέπει ειδική διαδικασία για καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 Θ.1, πρέπει να εκδίδεται μόνον εκεί όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη και σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα, εμφανέστατα, δεν αφήνουν περιθώρια για οποιανδήποτε νόμιμη υπεράσπιση. Η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων της Δ.18 Θ.1, είναι απαραίτητη για την παροχή στο Δικαστήριο δικαιοδοτικής δυνατότητας για έκδοση απόφασης συνοπτικώς. Αν αυτές οι προϋποθέσεις δεν ικανοποιηθούν τότε το θέμα σταματά εκεί, χωρίς εξέταση του κατά πόσον έχουν προβληθεί επαρκείς ισχυρισμοί που να εγείρουν ζήτημα επαρκούς υπεράσπισης στην κυρίως αξίωση. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι ότι, το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.6, ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και ότι θα πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικώς ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και που να δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων αυτών, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση. Στη βάση του περιεχομένου του φακέλου και του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι ικανοποιούνται όλες οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Το ζήτημα μιλά από μόνο του και δε χρειάζεται να επεκταθώ. Εκείνο που απομένει να αποφασιστεί είναι εάν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί εκ πλευράς καθ΄ ων η αίτηση υπέχουν τη βαρύτητα και εμβέλεια για απόσειση του σχετικού βάρους κατάδειξης καλής υπεράσπισης. Ένα από τα βασικά επιχειρήματά των καθ΄ ων η αίτηση αφορά, όπως ήδη ανάφερα, στη νομιμότητα της επιβληθείσας τοκοφορίας. Συγκλίνω με τη θέση της δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία εκ πλευράς αιτητών ότι η αύξηση του ποσοστού τοκοφορίας έγινε με τον συμβατικώς ενδεδειγμένο τρόπο που προνοεί ο όρος 2 της επίδικης συμφωνίας (βλ. τεκμήριο Β). Αυτή είναι και η θέση που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ισχυρίζονται οι καθ΄ ων η αίτηση ότι ουδέποτε έλαβαν οποιανδήποτε ειδοποίηση από τους αιτητές σε σχέση με την αύξηση της τοκοφορίας και σίγουρα, όχι τις επιστολές που επισυνάπτονται στην αίτηση ως τεκμήριο Η. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι επιστολές παραλήφθηκαν από τους καθ΄ ων η αίτηση ή ότι στάλθηκαν σε αυτούς έτσι ώστε να εγείρεται θέμα ανατροπής τεκμηρίου παραλαβής από μέρους τους. Αυτές οι περιστάσεις και το μαρτυρικό κενό που εν προκειμένω παρατηρείται, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση στην αξίωση. Αυτή η διαπίστωση, διαφοροποιεί τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από αυτά στη Γεωργίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 274, 282, στην οποία υπήρχε, πράγματι, μαρτυρία επί του συζητούμενου. Στη βάση των πιο πάνω, έχοντας υπόψη και τις πρόνοιες του Ν. 160/99, όπως τροποποιήθηκε, θεωρώ ότι οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης, έχοντας αποκαλύψει επαρκή γεγονότα για επίρρωση του δικαιώματος υπεράσπισης στην αγωγή. Η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια όπως οι καθ΄ ων η αίτηση καταχωρίσουν Υπεράσπιση μέσα σε 7 μέρες από σήμερα. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 8.12.06 και ώρα 9:00π.μ. Ενόψει των λόγων που οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησης, θεωρώ ότι δικαιότερο και ορθότερο θα ήταν τα έξοδα να ακολουθήσουν την πορεία της αγωγής (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1954, σελ. 204-205). Τα έξοδα στην πορεία της αγωγής. (Υπ).......... Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /εμ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.