← Κύπρος

Όσον αφορά την Φιρτέζ Χουσείν Σιακαλλή τέως από τη Νήσου αποβιώσασα, Αρ. Αίτησης: 627/03., 30 Νοεμβρίου, 2006

Όσον αφορά την Φιρτέζ Χουσείν Σιακαλλή τέως από τη Νήσου αποβιώσασα, Αρ. Αίτησης: 627/03., 30 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Διαθηκών Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 627/

  1. Όσον αφορά την Φιρτέζ Χουσείν Σιακαλλή τέως από τη Νήσου αποβιώσασα. Αίτηση από τον Ibrahim Kemal. Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: Ο κ. M. Βλαδιμήρου. Για τους καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Α. Μαππουρίδης (καμιά εμφάνιση στο στάδιο απαγγελίας της απόφασης). ------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής, ως ένας από τους κληρονόμους τής αποβιωσάσης γιαγιάς του, Φιρτέζ Χουσείν Σιακαλλή, ζητά την έκδοση διατάγματος έγκρισης πώλησης των κτημάτων με αριθμό εγγραφής 8/371, τεμ.432, Φ.Σχ.30/47 Ε2 και 8/576, τεμ.604, Φ.Σχ.30/47 Ε2, που βρίσκονται στο Δάλι και αποτελούν μέρος της περιουσίας της, καθώς και διανομή του προϊόντος της πώλησης, μεταξύ των κληρονόμων. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 31, 32, 33, 51 και 53

(1)(στ) του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, στη Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, συνοδεύεται δε, από ένορκες δηλώσεις του αιτητή, ημερομηνίας 19.4.05 και 5.7.
  1. Εκεί, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής είναι ένας από τους κληρονόμους τής αποβιωσάσης, η οποία πέθανε στις 26.1.74, στη Λευκωσία, αφήνοντας ως μοναδικούς κληρονόμους της, τον πατέρα του αιτητή και το θείο του, δηλαδή, τον αδελφό του πατέρα του, Ahmet Mehmet. Στις 16.7.74, ο αιτητής εγκατέλειψε το Δάλι, χωριό στο οποίο γεννήθηκε και διέμενε, γιατί, ως τουρκοκύπριος, κινδύνευσε η ζωή του λόγω του πραξικοπήματος. Το σπίτι στο οποίο διαμένει σήμερα, βρίσκεται στη Λευκωσία και αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία, ενώ η περιουσία της γιαγιάς του, αποτελείται μόνον από ακίνητα, με όλους τους κληρονόμους να συμφωνούν ότι, αυτά, πρέπει να πουληθούν και τα έσοδα να διανεμηθούν μεταξύ τους. Έχει προβλήματα υγείας, είναι άεργος και αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες. Οι καθ΄ ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του διατάγματος για τους λόγους που παρατίθενται στις παραγράφους (α)-(στ) στο σώμα τής ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Στην κυριότερη τους έκφανση, συνοψίζονται στο ότι, η αποβιώσασα είχε τη μόνιμη διαμονή της κατά την ώρα του θανάτου της εντός των ελευθέρων περιοχών της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα, η περιουσία της να θεωρείται ως εγκαταληφθείσα από τον Ιούλιο του 1974, λόγω της τουρκικής εισβολής και να περιπέσει στον έλεγχο του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών («ο Κηδεμόνας»), συμφώνως των προνοιών του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91, όπως τροποποιήθηκε, χωρίς να μπορεί, ως εκ τούτου, να αποτελέσει αντικείμενο διάθεσης, στο ότι, η επίδικη περιουσία μπορεί να διανεμηθεί στους κληρονόμους οι οποίοι δύνανται να αποκτήσουν την κυριότητά της δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, με την κατοχή και έλεγχο της, όμως, να παραμένει στον Κηδεμόνα διαρκούσης τής έκρυθμης κατάστασης και στο ότι, ο αιτητής δε νομιμοποιείται στην υποβολή της αίτησης μια και δεν είναι ένας από τους διαχειριστές τής επίδικης περιουσίας, αφού αυτοί, από την 2.2.04 είναι, παραδεκτώς, οι Mehmet Turker Ahmet και Salih Ousta, εγγονοί τής αποβιωσάσης. Κατά τις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έκαναν αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και στους λόγους για τους οποίους ενδείκνυται να γίνουν αποδεκτές οι δικές τους θέσεις, σε αντίθεση με αυτές του αντιδίκου. Ο κ. Βλαδιμήρου εισηγήθηκε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Τόνισε ότι η στέρηση από τον αιτητή, των υπηρεσιών του κράτους για τη διαχείριση της επίδικης περιουσίας, μόνον και μόνον γιατί είναι τουρκοκύπριος, αντίκειται, γενικώς, στην Οδηγία 2000/43ΕΚ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στον Περί Ίσης Μεταχείρισης Προσώπων Άσχετα από Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή Νόμο 59(I)/04 και στον Περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και Ορισμένων Άλλων Διακρίσεων (Επίτροπος) Νόμο 42(I)/
  2. Υπογράμμισε επίσης ότι, μετά την κύρωση της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τον Περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Κυρωτικό) Νόμο 35(III)/03, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που καθορίζονται από τη Συνθήκη έχουν, πλέον, άμεσο αποτέλεσμα εντός της Δημοκρατίας και υπερέχουν έναντι κάθε άλλης νομοθετικής ή κανονιστικής πρόνοιας. Στη βάση αυτή, ο Ν.139/91, δεν είναι συμβατός με το ευρωπαϊκό δίκαιο και συνεπώς, ο Κηδεμόνας δε νομιμοποιείται να ενίσταται στην αίτηση. Ο κ. Μαππουρίδης αντέτεινε ότι λόγω της υφιστάμενης έκρυθμης κατάστασης ως εκ της τουρκικής εισβολής τού 1974, ο Κηδεμόνας νομιμοποιείται στην καταχώρηση της ένστασης, βάσει των προνοιών του Ν.139/91, ακριβώς, γιατί, η θέσπιση της εξειδικευμένης αυτής νομοθεσίας αποσκοπεί στη ρύθμιση των ανακυψάντων προβλημάτων λόγω της παράνομης τουρκικής κατοχής που επακολούθησε, μέχρι την ομαλοποίηση της κατάστασης. Για ενίσχυση της θέσης του, παρέπεμψε σε δύο αποφάσεις Επαρχιακού Δικαστηρίου,[1] υιοθετώντας, ταυτοχρόνως, το σκεπτικό τους. Πρότεινε επίσης ότι, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος, κυρίως, λόγω του γεγονότος ότι ο αιτητής δεν είναι ο διαχειριστής της περιουσίας τής αποβιωσάσης και δεν έχει υπάρξει απογραφή της περιουσίας αυτής έτσι ώστε να συνδεθούν τα επίδικα ακίνητα με την εν λόγω περιουσία. Αξιολόγησα όλα τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων δικηγόρων με υπόψη, πάντοτε, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Επ΄ αυτού του τελευταίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται, ευσχήμως, θεωρώ, λόγω της φύσης του αιτήματος, ότι ο αιτητής, μετά που εγκατέλειψε το Δάλι λόγω της τουρκικής εισβολής (και όχι ένεκα του πραξικοπήματος, όπως λέγει στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 19.4.05), διαμένει στην κατεχόμενη Λευκωσία (και όχι, γενικώς, στη Λευκωσία, όπως διατείνεται στην ίδια ένορκη δήλωση) και ότι, επιπλέον, οι γονείς του διέμεναν μέχρι το θάνατό τους στο Δάλι. Ο αιτητής δεν αμφισβήτησε τις θέσεις αυτές - και δικονομικώς υπήρχε η δυνατότητα - και συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων της ένορκης δήλωσης, ως αναντίλεκτο (βλ. παρ.4 και 5 της ένστασης). Οι καθ΄ων η αίτηση νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της ένστασης και πάνω σε αυτή την πτυχή, αν και δεν είναι ασφαλώς δεσμευτικές, συμφωνώ με το σκεπτικό των δυο πρωτόδικων αποφάσεων στις οποίες παραπέμφθηκα. Στόχος του Ν.139/91, είναι η προστασία και διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών ως εκ της εγκατάλειψης τους, όπως εδώ, από τους ιδιοκτήτες τους, εξαιτίας της τουρκικής εισβολής (βλ. Κίτση v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077). Ο νόμος αυτός θα έχει διάρκεια μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίησή του, δημοσιευμένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της υφιστάμενης έκρυθμης κατάστασης, κάτι ασφαλώς που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα αφού οι Τούρκοι εισβολείς εξακολουθούν να κατέχουν παρανόμως το βόρειο τμήμα της Κύπρου, κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου. Συμφώνως των προνοιών του άρθρου 5 του Ν.139/91, με το διορισμό του Κηδεμόνα, όλες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες περιέρχονται σε αυτόν, με εξουσία να λαμβάνει την άμεση κατοχή τους και να τις διαχειρίζεται προσηκόντως. Το άρθρο 2 του Ν.139/91, καθορίζει ότι ο όρος «τουρκοκυπριακή περιουσία», περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία, κινητή ή ακίνητη, που ανήκει σε τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές - και τέτοια είναι και η επίδικη - ενώ ο όρος «τουρκοκύπριος», σημαίνει, μεταξύ άλλων, τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις περιοχές αυτές, όπως, δηλαδή και ο αιτητής. Στη Mustafa v Υπουργείου Εσωτερικών, Αρ. Υπόθ. 25/04, ημ. 24.9.04, τονίστηκε ότι κυρίαρχο ρόλο για τους σκοπούς του Ν.139/91, έχει ο ορισμός του όρου «τουρκοκύπριος» και ότι ο Κηδεμόνας δε διαχειρίζεται όλες τις περιουσίες που ανήκουν σε μέλη της τουρκικής κοινότητας, παρά μόνον, εκείνες, που ανήκουν σε τουρκοκύπριους που δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία και ότι, με την ανάθεση της κατοχής και διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία, σκοπός του Ν.139/91, δεν είναι να γίνει τούτο σε αντίδραση και αντάλλαγμα προς την κατοχή και εκμετάλλευση των ελληνοκυπριακών περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές που, αν ήταν τέτοιος, ενδεχομένως, να συνιστούσε και παράβαση του Άρθρου 6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως δυσμενούς διάκρισης σε βάρος της τουρκικής κοινότητας, αλλά ακριβώς, όπως αναφέρεται στο Προοίμιο του νομοθετήματος, η προστασία των εν λόγω περιουσιών ως εκ της απουσίας των ιδιοκτητών τους. Υπογραμμίστηκε, περαιτέρω, ότι αν δοθεί διαφορετική ερμηνεία στο νομοθέτημα ώστε να καλύπτει τη συνέχιση της διαχείρισης τουρκοκυπριακής περιουσίας μετά την επανακαθιέρωση τής συνήθους διαμονής του ιδιοκτήτη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές (κάτι που δεν ισχύει στην παρουσία περίπτωση),αυτό, πιθανόν, να συνιστούσε αδικαιολόγητο και υπέρμετρο περιορισμό τού θεμελιώδους συνταγματικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ακόμη και ως προς την ίδια την ανάγκη, που ρητώς αναφέρεται στο Ν.139/91, ως δικαιολογητικό του έρεισμα. Δεν καταδεικνύεται λοιπόν οποιαδήποτε σύγκρουση ή ασυμβατότητα του Ν.139/91, με «το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο», όπως γενικώς και αορίστως εισηγήθηκε ο κ. Βλαδιμήρου με αναφορά στην Οδηγία 2000/ΕΚ και στους Νόμους 59(Ι)/04 και 42(Ι)/04 (κάτι που αποτελεί αυτόνομο λόγο απόρριψης της θέσης του), ούτε και απορρέει από τα προαναφερθέντα ότι, στη γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων και δεδομένου ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τις πρόνοιες του Κεφ. 189, ο αιτητής δε δικαιούται να διεκδικεί τα οποία δικαιώματα έχει επί της κληρονομιάς, όπως θα μπορούσε να έπραττε, τηρουμένων των αναλογιών, αν ήταν ελληνοκύπριος, παρά μόνον ότι, υπό τις κρατούσες συνθήκες και για πολύ καλούς λόγους, η δυνατότητα αυτή τελεί υπό προσωρινούς περιορισμούς οι οποίοι, ωστόσο, ούτε αίρουν ούτε και ακυρώνουν τα όποια παρεχόμενα δικαιώματα. Με δεδομένα τα πιο πάνω και όχι γιατί - και το λέγω τούτο με κάθε σεβασμό - όπως αδίκως, αδικαιολογήτως και προσβλητικώς για την Κυπριακή Δημοκρατία, εισηγήθηκε ο κ. Βλαδιμήρου, ο αιτητής, τυγχάνει, απλώς, να είναι τουρκοκύπριος, η επίδικη τουρκοκυπριακή περιουσία θεωρείται ως εγκαταληφθείσα για τους σκοπούς τού Ν.139/91 και επομένως, ο Κηδεμόνας έχει εξουσία, όχι μόνον να ενίσταται στην παρούσα αίτηση, αλλά και να λάβει την άμεση κατοχή της και να ασκεί τις νόμιμες αρμοδιότητές του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Bahchecioglou και Άλλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 426). Συμφωνώ με τη θέση του κ. Μαππουρίδη ότι το γεγονός της καταχώρησης της αίτησης από τον αιτητή, χωρίς να είναι ο διαχειριστής τής περιουσίας της αποβιωσάσης ή - κατά το επιεικέστερο - χωρίς να έχει αποδείξει[2] ότι είναι, όντως, διαχειριστής ή ένας από αυτούς και δίχως να γίνεται αναφορά περί συγκατάθεσης των διαχειριστών - και όχι μόνον των υπολοίπων κληρονόμων - περί του διαβήματος, σε συνδυασμό με το κενό που προκύπτει, ελλείψει απογραφής της περιουσίας, σε ό,τι αφορά στη σύνδεση της επίδικης περιουσίας με την όποια άλλη περιουσία συναποτελεί την κληρονομιά, δημιουργούν καίριο κενό αφού, πέραν του ασύνδετου της περιουσίας αυτής με την επίδικη, δεν είναι δυνατόν να εκδοθεί διάταγμα πώλησης στην απουσία μαρτυρίας περί της έκτασης του κληρονομικού μεριδίου του αιτητή σε σχέση με τα κληρονομικά μερίδια των άλλων συγκληρονόμων, ούτε και να παρακαμφτούν οι διαχειριστές, στην απουσία οποιασδήποτε άλλης ευσταθούς νομοθετικής επίκλησης, με αποτέλεσμα, η αίτηση, όχι μόνον να στερείται νομικής βασιμότητας αλλά και να υποσκάπτει, ταυτοχρόνως, αυτήν καθ' αυτήν τη θεμιτώς και δικαιολογημένως, ως εκ των σκοπών του, διαχειριστοκεντρική φιλοσοφία του Κεφ.189, σε σχέση με παρόμοια ζητήματα. Προκύπτει λοιπόν αναπόδραστα ότι οι χειρισμοί του αιτητή δε μπορεί παρά να οδηγήσουν σε απόρριψη του αιτήματος αφού αυτό στερείται της αναγκαίας νομικής και πραγματικής επίρρωσης. Πιο συγκεκριμένα - και απορρίπτοντας ευθύς εξ αρχής και χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό την αόριστη και νεφελώδη στήριξη της αίτησης σε δήθεν δικαστικές συμφυείς εξουσίες και πρακτική - το άρθρο 31 του Κεφ.189, δεν έχει, εδώ, εφαρμογή αφού αφορά στα δικαιώματα και υποχρεώσεις προσώπου στο οποίο χορηγείται η διαχείριση της κληρονομιάς αποθανόντος προσώπου, κάτι το οποίο δεν ισχύει για τον αιτητή μια και τα έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας παραχωρήθηκαν σε άλλα άτομα. Το άρθρο 32 του Κεφ.189, δεν ενεργοποιείται, όχι μόνον γιατί αφορά στις εξουσίες προσωπικού αντιπροσώπου - που δεν είναι ο αιτητής - αλλά και γιατί σχετίζεται με τις δυνατότητες πώλησης, τέτοιου μέρους τής ακίνητης ιδιοκτησίας τού αποθανόντος, όσον είναι αναγκαίο, για σκοπούς καταβολής των δαπανών από διατάξεις τελευταίας βούλησης καθώς και κάθε νόμιμου χρέους του αποβιώσαντα, που δεν είναι εδώ η περίπτωση. Διάταγμα με βάση το άρθρο 33 του Κεφ.189, μπορεί να εκδοθεί μόνον σε περιπτώσεις όπου ο διαχειριστής δε θα είχε διαφορετικά την εξουσία να προχωρήσει στην προτεινόμενη διάθεση της περιουσίας. Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής, όπως ήδη σημειώθηκε, δεν είναι καν διαχειριστής της περιουσίας. Ένα τέτοιο διάταγμα αποσκοπεί στο να εξουσιοδοτήσει το διαχειριστή να προχωρήσει σε πράξη που διαφορετικά δε θα είχε την εξουσία να πραγματοποιήσει και όχι στο να αναγκάσει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο να αποδεχθεί διάθεση περιουσίας που ο διαχειριστής θα είχε, ούτως ή άλλως, την εξουσία να διαθέσει. Το άρθρο 51 του Κεφ.189, δεν έχει ούτε και αυτό οποιαδήποτε εφαρμογή στα επίδικα αφού αφορά στην αποποίηση κληρονομιάς εκ πλευράς κληρονόμου και στη διαδικασία που σχετίζεται με αυτή, ενώ το άρθρο 53 του Κεφ.189, προνοεί για τη δυνατότητα, ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή άλλα πρόσωπα που εξειδικεύονται στο άρθρο (και στα οποία δεν εμπίπτει ο αιτητής), να αποταθούν σε Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση για την επίλυση, χωρίς διαχείριση, συγκεκριμένων θεμάτων, κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δε μπορεί να πετύχει. Δεν έχει εγερθεί ευθέως και με την απαιτούμενη σαφήνεια, θέμα αντισυνταγματικότητας του Ν.139/91. Τουλάχιστον αυτή είναι η αντίληψη που αποκόμισα από την αγόρευση του κ. Βλαδιμήρου. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα και με βάση την αρχή ότι θέματα αντισυνταγματικότητας εξετάζονται μόνον εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο για να αποφασιστεί η έκβαση της υπόθεσης και με δοσμένο ότι η αίτηση, ούτως ή άλλως, δε μπορεί να επιτύχει για τους λόγους που αναφέρθηκαν, η εξέταση τέτοιου ζητήματος δε θα ήταν ορθή (βλ. Δήμος Αγίου Αθανασίου v Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Υπόθ. 374/01, ημ.30.1.04 (Ολομέλεια)). Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .................................... Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής /εμ [1] Βλ. Αναφορικά με την περιουσία του αποβιώσαντος Ahmed Mehmet, Αρ. Αιτ.599/03, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημ. 7.6.06 (Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ.) και Αναφορικά με τονMehmet Zihni Imamzade, Αρ. Αιτ. 9/03, Επαρχιακού Δικαστηρίου Κερύνειας, ημ. 31.1.05 (Φ. Ν. Ζωμενής, Α.Ε.Δ.). [2] βλ. Williams, Mortimer and Sunnucks, Executors, Administrators and Probate, 16η εκδ., 1982, σελ.793-794. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.