← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Καραολή, Αρ. Αγωγής: 6549/00, 30 Νοεμβρίου, 2006

Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Καραολή, Αρ. Αγωγής: 6549/00, 30 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6549/00 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων -και- Ανδρέα Καραολή Εναγομένου 30 Νοεμβρίου,

  1. Για τους Ενάγοντες: κα Πολυβίου Για τον Εναγόμενο: κ. Μέσσιος --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή και μετά από μείωση της απαίτησης η ενάγουσα τράπεζα διεκδικεί από τον εναγόμενο ποσό ΛΚ38.569,01 πλέον τόκους 9% επί ποσού ΛΚ34.591,04 από 13.9.05 μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως αυτοί αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες εγκρίνουν σε αυτούς δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερομηνίας 30.6.1998 σε γραπτή αίτηση του Συνεταιρισμού Χρυσάνθου Καραολής και Σία που έγινε στη Λευκωσία ημερομηνίας 18.6.1998 και δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 31.1.1994, όριο τρεχούμενου λογαριασμού για το ποσό των ΛΚ33,000 προς τον συνεταιρισμό Χρυσάνθου Καραολή και Σία υπό την εγγύηση του Εναγομένου και των Μιχάλη και Κορνηλία Χρυσάνθου με μέγιστο ποσό εγγύησης ΛΚ39,600 πλέον τόκους υπό τους όρους που προβλέπονται σε αυτήν. Κατά παράβαση των όρων της προαναφερθείσας συμφωνίας ο λογαριασμός που ανοίχθηκε δείκνυε ποσό μεγαλύτερο του ορίου και παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα δια επιστολών της τερμάτισε τη συμφωνία και ζήτησε την αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου αυτό παραμένει απλήρωτο το οποίο διεκδικεί η ενάγουσα. Στην έκθεση υπεράσπισης του ο εναγόμενος παραδέχεται την ύπαρξη και τους κύριους όρους της συμφωνίας για παραχώρηση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού, αλλά περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι στις 31.1.94 το ήδη υπάρχον δάνειο προς τον συνεταιρισμό Μιχάλη Χρυσάνθου και Σία, το οποίο ανέρχετο σε ΛΚ31.666,82 σεντ, υπό την εγγύηση των Μιχάλη Χρυσάνθου και Κορνηλία Χρυσάνθου και με εξασφαλισμένες εγγυήσεις 2,275 μετοχές της ενάγουσας και 1,212 μετοχές της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, μεταφέρθηκε επ΄ ονόματι του νέου συνεταιρισμού Χρυσάνθου, Καραολή και Σία, στον οποίο έγινε ο ίδιος συνέταιρος, κατά ή περί 1.10.93, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες εξασφαλίσεις των μετοχών της ενάγουσας και της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και με την πρόσθετη εγγύηση του εναγομένου πέραν των εγγυήσεων που ήδη υπήρχαν. Σε σχέση με την εγγύηση αναφέρει ότι στις 20.4.95 λόγω αύξησης του ορίου του υπάρχοντος δανείου προς τον συνεταιρισμό Χρυσάνθου, Καραολή και Σία, η ενάγουσα ζήτησε να υπογραφεί νέα συμφωνία δανείου για ποσό εγγύησης μέχρι ΛΚ39,600 με τις ίδιες εγγυήσεις και εξασφαλίσεις, πράγμα το οποίο και έγινε και στις 30.6.98 οι ενάγοντες επανέγκριναν το όριο του δανείου στις ΛΚ33,000 με την συνέχιση των ίδιων εγγυήσεων και εξασφαλίσεων. Ο εναγόμενος την 4.1.99 αποχώρησε από τον συνεταιρισμό Χρυσάνθου, Καραολή και Σία και οι ενάγοντες ενεργώντας μονομερώς και παρά τη ρητή άρνηση του εναγομένου αποδέσμευσαν τις εξασφαλίσεις που είχε το δάνειο του συνεταιρισμού Χρυσάνθου, Καραολή και Σία και ως αποτέλεσμα των εν λόγω ενεργειών των εναγόντων το υπόβαθρο για το οποίο έδωσε την εγγύηση του έπαυσε να υφίσταται και ο ίδιος έχει απαλλαγεί από την εγγύηση και οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες εν σχέση με το επίδικο δάνειο. Περαιτέρω είναι η θέση του εναγομένου ότι αν οι μετοχές της ενάγουσας και της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ οι οποίες είχαν δεσμεύσει προς εξασφάλιση του δανείου του συνεταιρισμού Χρυσάνθου, Καραολή και Σία είχαν δεσμευθεί προηγουμένως για άλλο δάνειο των Μιχάλη Χρυσάνθου και Κορνηλία Χρυσάνθου και τούτο δεν απεκαλύφθη στον εναγόμενο αλλά αντίθετα οι ενάγοντες διαβεβαίωσαν τον εναγόμενο ότι οι εν λόγω μετοχές εξασφάλιζαν μόνο το επίδικο δάνειο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι όταν τερματίστηκε η συμφωνία δανείου και ζητήθηκε η πληρωμή του ποσού των ΛΚ38.715,03 σεντ, η αξία των μετοχών που είχαν ενεχυριασθεί προς εξασφάλιση του δανείου υπερκάλυπτε το χρέος. Τέλος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες ενήργησαν αμελώς και παρέλειψαν να προβούν στην επίσχεση για την πώληση των πιο πάνω αναφερομένων μετοχών με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί το δάνειο. Με βάση τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η πλευρά της ενάγουσας αρκέστηκε στα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία συμφωνήθηκαν κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δεν προσέφερε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, ενώ η πλευρά του εναγόμενου κάλεσε τον εναγόμενο ΜΥ1 και τον Στέλιο Πασχάλη ΜΥ
  2. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης έγινε παραδεκτό και συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 31.1.94 που αναφέρεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Επιστολή των εναγόντων προς το συνεταιρισμό, τον οποίο εγγυήθηκε ο εναγόμενος, ημερομηνίας 20.4.95 για αύξηση ορίου τρεχουμένου από ΛΚ30.000 σε ΛΚ33,000 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Απόφαση υπ΄ αριθμό 633 των εναγόντων ημερομηνίας 30.6.98 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Κατατέθηκε ως τεκμήριο 4 συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 20.4.95 με την οποία ο εναγόμενος και οι Μιχαήλ και Κορνηλία Χρυσάνθου εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του συνεταιρισμού Χρυσάνθου, Καραολή και Σία. Σύμφωνα με το οποίο το ποσό του κεφαλαίου για το οποίο θα ευθύνεται ο εναγόμενος δεν θα υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ39.600 πλέον τόκους προς 9% από 20.4.95 μέχρι εξοφλήσεως. Στις 21.2.91 υπεγράφη έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών εκ μέρους του κ. Μιχαήλ Χρυσάνθου δυνάμει του οποίου ενεχυριάσθησαν 4.550 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και 2.424 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας. Η αρχική δέσμευση των μετοχών έγινε δια μεν την Τράπεζα Κύπρου στις 21.2.91 και για τη Λαϊκή Τράπεζα στις 3.12.
  6. Υπό τους όρους του εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών ημερομηνίας 21.2.91 αντίγραφο εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 και με τη δήλωση ότι οι ενάγοντες άνοιξαν στον συνεταιρισμό Χρυσάνθου, Καραολή και Σία τρεχούμενο λογαριασμό και του έδωσαν τον αριθμό 0128-11-001224 (110-22-062575) ο οποίος κατά την 9.6.04 έδειχνε υπόλοιπο ΛΚ34.591,
  8. Όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5, έχουν γίνει δύο καταθέσεις από τους Κορνηλία και Μιχαήλ Χρυσάνθου οι οποίοι ήταν συνεγγυητές με τον εναγόμενο, για το ποσό ΛΚ3,500 στις 29.2.00 και για το ποσό ΛΚ20.000 στις 9.6.04, έναντι του επίδικου χρέους. Για το ίδιο χρέος είχε κινηθεί η αγωγή 3936/04 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας από τους ενάγοντες εναντίον των κ.κ. Κορνηλία και Μιχαήλ Χρυσάνθου ως εγγυητές για το επίδικο χρέος και η αγωγή που κινήθηκε αναφορικά με τα εν λόγω άτομα και μόνο αποσύρθηκε ως διευθετηθείσα στις 9.7.
  9. Με τη διευθέτηση που αναφέρεται πιο πάνω οι ενάγοντες προχώρησαν στην αποδέσμευση των ενεχυριασμένων μετοχών του Μιχαήλ Χρυσάνθου. Το επίδικο χρέος σήμερα παρουσιάζει υπόλοιπο ΛΚ38.569,01 πλέον τόκους 9% επί ποσού ΛΚ34.591,04 από 13.9.
  10. Αυτό το ποσό εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 5 που ήδη έχει κατατεθεί ως οφειλόμενο και είναι το ποσό που εξακολουθεί να οφείλεται σαν υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, υπό την αίρεση της θέσης του εναγομένου αναφορικά με την ευθύνη του ιδίου ως εγγυητή του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Στις 8.7.99 οι ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού υπ΄ αριθμό 0128-11-01242 και ειδοποίησαν δεόντως τον εναγόμενο και τους άλλους δύο εγγυητές ήτοι τους Μιχαήλ και Κορνηλία Χρυσάνθου. Αντίγραφο της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 8.7.99 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Ακολούθως ακολούθησαν οι επιστολές, ημερομηνίας 23.8.99 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, ημερομηνίας 7.9.99 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 και 16.9.99 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 μεταξύ των διαδίκων οι οποίες κατατέθηκαν μόνο ως προς το ότι ανταλλάγησαν αυτές οι επιστολές και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους και αντικατοπτρίζουν τις θέσεις της κάθε πλευράς. Ο εναγόμενος στη δική του μαρτυρία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι εγκεκριμένος ελεγκτής. Όταν έγινε συνέταιρος την 1.10.93 στον συνεταιρισμό Μιχάλη Χρυσάνθου και Σία αυτός μετονομάστηκε σε Χρυσάνθου, Καραολής και Σία. Μετά την εισδοχή του στον συνεταιρισμό ο Μιχάλης Χρυσάνθου του ανέφερε ότι έπρεπε να πάνε στην Τράπεζα Κύπρου για να αλλάξουν το όνομα του υφιστάμενου λογαριασμού παρατραβήγματος, ο οποίος είναι ο επίδικος λογαριασμός και να ενεργεί προκειμένου να υπογράφει και ο ίδιος επιταγές. Κατά τον Ιανουάριο του 1994 ο Μιχάλης Χρυσάνθου του είχε αναφέρει ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν γύρω στις ΛΚ32,000 και ο ίδιος διαπίστωσε εκ των υστέρων ότι 31.1.94 ήταν ΛΚ31.666,
  12. Ο ίδιος είχε προτείνει στον Μιχάλη Χρυσάνθου αντί να συνεχίσουν με υφιστάμενο λογαριασμό να ξεκινήσουν με νέο λογαριασμό με μηδενικό υπόλοιπο. Ο ίδιος του δήλωσε ότι αναγνωρίζει το υπόλοιπο ως αποκλειστικά δικό του χρέος αλλά προτιμούσε να συνεχίσει ο υφιστάμενος λογαριασμός ως συνηθιζόταν σε περίπτωση εισδοχής νέων συνεταίρων σε υφιστάμενο συνεταιρισμό και επειδή το υπόλοιπο αυτό ήταν εξασφαλισμένο με μετοχές που κατείχε ο ίδιος εγγεγραμμένες στο όνομα του της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας καθώς και με προσωπικές εγγυήσεις του ιδίου και της συζύγου του Κορνηλίας Χρυσάνθου. Τον Ιανουάριο 1994 πήγαν στην τράπεζα για να διευθετήσουν τις αλλαγές στον επίδικο λογαριασμό και του είχε αναφερθεί από την τράπεζα ότι υπήρχαν οι μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής εγχωρισμένες για εξασφάλιση του παρατραβήγματος καθώς και οι προσωπικές εγγυήσεις του Μιχάλη και Κορνηλίας Χρυσάνθου. Ενόσω ήταν ακόμη συνέταιρος στον εν λόγω λογαριασμό επανεγκρίθηκε με τους ίδιους όρους και εξασφαλίσεις. Ο συνεταιρισμός λόγω προβλημάτων διαλύθηκε στις 4.1.
  13. Στη συνέχεια η Τράπεζα Κύπρου του έστειλε επιστολή 8.7.99 (Τεκμήριο 6) και 23.8.99 (Τεκμήριο 7). Ενώ ο ίδιος έστειλε επιστολή 7.9.99 προς την Τράπεζα (Τεκμήριο 8) και από την Τράπεζα επιστολή ημερομηνίας 16.9.99 (Τεκμήριο 9). Με την επιστολή του Τεκμήριο 8 έκανε προσφορά υπό την ιδιότητα του ως πρώην συνέταιρος και ως εγγυητής στην Τράπεζα Κύπρου, είτε να πωληθούν οι μετοχές για να εξοφληθεί ο επίδικος λογαριασμός είτε να εξοφλήσει ο ίδιος ολόκληρο το ποσό νοουμένου ότι η Τράπεζα θα δεσμεύετο να του μεταβιβάσει τόσες μετοχές όσες αντιστοιχούσαν στο ποσό που θα πλήρωνε. Οι μετοχές που ήταν ενεχυριασμένες μετά το split που έγινε σε αναλογία 1:2 θα απέφερε ΛΚ67,614 κατά τον ουσιώδη χρόνο και η Τράπεζα θα μπορούσε να εξοφληθεί χωρίς δυσκολία. Η τράπεζα ως δικαιούχος θα μπορούσε πολύ εύκολα να πωλήσει τις μετοχές αφού αυτό προνοείτο στο Τεκμήριο 10, έγγραφο ενεχυρίασης. Η Τράπεζα Κύπρου δεν αποδέχθηκε καμία από τις δύο προσφορές του και τον παρέπεμψε στο συνέταιρο του Μιχάλη Χρυσάνθου με τον οποίο δεν είχε οποιαδήποτε σχέση. Σε ανύποπτο χρόνο πληροφορήθηκε ότι με την καταβολή του ποσού των ΛΚ20,000 από τους συνεγγυητές του Μιχάλη και Κορνηλία Χρυσάνθου αυτοί απαλλάχθηκαν από την Τράπεζα όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό και χωρίς να ερωτηθεί αποδεσμεύθηκαν οι επίδικες μετοχές. Επίσης ανάφερε ότι αν χάσει την υπόθεση θα κληθεί να καταβάλει το ποσό των ΛΚ38.569,01 πλέον τόκους και έξοδα ενώ οι συνεγγυητές του μαζί πλήρωσαν ποσό ΛΚ23,500 και ενώ η συνολική αξία των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής στις 3.9.99 ήταν ΛΚ68,689 και στις 4.10.99 ΛΚ67,
  14. Επίσης στις 28.6.2000 ήταν αξία τους ΛΚ64,366 και στις 9.6.2004 ημερομηνία αποδέσμευσης μετοχών ήταν ΛΚ9,455, ενώ στις 21.9.2005 πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής η αξία τους ήταν ΛΚ14,
  15. Ο ΜΥ2 Στέλιος Πασχάλη Χρηματιστηριακός εκπρόσωπος εγγεγραμμένος από το ΧΑΚ και πιστοποιημένος από την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ο οποίος εργάζεται στη Λαϊκή Χρηματιστηριακή Εταιρεία ανέφερε ότι ασχολείται με την εξυπηρέτηση πελατών σχετικά με λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών για συναλλαγές στο ΧΑΚ, διαχείριση κεφαλαίων και την παροχή συμβουλών σε σχέση με χρηματιστηριακά θέματα. Ανέφερε ότι εάν κάποιος κατείχε 2275 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου και 1212 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας την 1.1.1999 θα επωφελείτο από διάφορες εταιρικές πράξεις των δύο εταιρειών που έχουν ακολουθήσει μέχρι και σήμερα που αφορούν μερίσματα, υποδιαιρέσεις μετοχών, δωρεάν έκδοση μετοχών και παραχώρηση δικαιωμάτων προτίμησης. Στο στάδιο των αγορεύσεων οι δικηγόροι των διαδίκων στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Στις επιμέρους θέσεις τους θα αναφερθώ στο κατάλληλο στάδιο. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι σε μεγάλο βαθμό παραδεκτά. Επίσης παραδεκτό είναι και το περιεχόμενο των εγγράφων Τεκμήρια 1-6 που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 4 στις 20.4.95 υπεγράφη συμφωνία εγγύησης εκ μέρους του εναγομένου και των Μιχαήλ και Κορνηλία Χρυσάνθου προς όφελος των εναγόντων με μέγιστο ποσό εγγύησης ΛΚ39,600 πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά έξοδα και δικαστικά έξοδα. Ήταν ισχυρισμός του ΜΥ1 μέσα από την προφορική του μαρτυρία ότι οι ενάγοντες τον διαβεβαίωσαν ότι δεν θα αποδέσμευαν τις μετοχές που είχαν ενεχυριασθεί προς όφελος των εναγόντων για τον επίδικο λογαριασμό. Επ΄ αυτού του σημείου η κα Πολυβίου αμφισβήτησε ότι αυτή η μαρτυρία μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού η συμφωνία Τεκμήριο 4 και ειδικότερα η παράγραφος 5 καλύπτει την συμφωνία των μερών. Προτού εξετασθεί το πιο πάνω θέμα θα πρέπει να ελεχθεί αν η συμφωνία αποτελεί την ολοκληρωμένη καταγραφή των όσων συμφωνήθηκαν. Η παράγραφος 5 της συμφωνίας εγγύησης Τεκμήριο 4 έχει ως ακολούθως: «Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης .... (δ) Να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα που η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατό να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή εναντίον του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (ε) Να προβαίνει σε συμβιβασμούς με τον Πρωτοφειλέτη ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή εγγυητή». Στη παρούσα υπόθεση τίθεται θέμα εφαρμογής του κανόνα που απαγορεύει την προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας (The Parol Evidence Rule) σύμφωνα με τον οποίο αν μια συμφωνία έχει αποτυπωθεί γραπτώς, προφορική μαρτυρία δεν επιτρέπεται να δοθεί έτσι ώστε να προσθέσει σ΄ αυτήν ή να αφαιρέσει από αυτήν ή με οποιοδήποτε τρόπο να τροποποιήσει τη γραπτή συμφωνία.[1] Ο λόγος της μη αποδοχής είναι η ανάγκη πρόσδεσης βεβαιότητας στις καθημερινές γραπτές συναλλαγές.[2] Με βάση το λεκτικό της παραγράφου 5 του τεκμηρίου 4 προκύπτει ότι το γραπτό κείμενο συνιστά ολοκληρωμένη καταγραφή των όσων συμφωνήθηκαν ως προς τις περαιτέρω εξασφαλίσεις του επίδικου λογαριασμού και δέχομαι ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΥ1 για γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής του πιο πάνω τεκμηρίου ή και για γεγονότα μεταγενέστερα με την υπογραφή που έρχονται σε αντίθεση με αυτό δεν θα ληφθούν υπόψη. Επίσης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αυτά αφού δεν καλύπτονται ούτε από τη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης. Ως εκ τούτου η μαρτυρία για προφορικές παραστάσεις εκ μέρους των εναγόντων για την μη αποδέσμευση των μετοχών δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και απορρίπτονται. Ούτε τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΥ1 για την αποδοχή του χρεωστικού υπόλοιπου από τον Χρυσάνθου έχει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση αφού σε κανένα στάδιο ο εναγόμενος τερμάτισε με οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη συμφωνία ούτε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός. Ούτε και το γεγονός ότι ο εναγόμενος αποχώρησε από τον συνεταιρισμό στις 4.1.99 επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση. Ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι με την παράγραφο 18 του Τεκμηρίου 4 ο εναγόμενος αποδέχθηκε ότι θα έχει πλήρη ευθύνη προς την Τράπεζα ωσάν να είναι Πρωτοφειλέτης. Επίσης ο δικογραφημένος ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι αν οι μετοχές που είχαν δεσμευθεί προς εξασφάλιση του δανείου του συνεταιρισμού Χρυσάνθου, Καραολή και Σία είχαν δεσμευθεί προηγουμένως για άλλο δάνειο των Μιχάλη Χρυσάνθου και Κορνηλία Χρυσάνθου αυτό δεν απεκαλύφθει στον εναγόμενο αλλά αντιθέτως οι ενάγοντες διαβεβαίωσαν τον εναγόμενο ότι οι εν λόγω μετοχές εξασφάλιζαν μόνο το επίδικο δάνειο, δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν προωθήθηκε επίσης από τον δικηγόρο της υπεράσπισης στο στάδιο των αγορεύσεων και δεν θα απασχολήσει άλλο το Δικαστήριο. Επίσης η δικογραφημένη θέση ότι οι ενάγοντες ενήργησαν αμελώς και παρέλειψαν να προβούν στην επίσχεση και πώληση των πιο πάνω αναφερομένων μετοχών με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί το επίδικο χρέος ενώ κατά τον τερματισμό της συμφωνίας και όταν ζητήθηκε η πληρωμή του ποσού των ΛΚ38.715,03 σεντ, η αξία των μετοχών, που είχαν ενεχυριασθεί προς εξασφάλιση του επίδικου λογαριασμού, υπερκάλυπταν το χρέος. Ο ισχυρισμός αυτός δεν προωθήθηκε ούτε από την μαρτυρία του εναγομένου ούτε από το δικηγόρο του εναγομένου κατά τις τελικές αγορεύσεις και θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Αλλά ακόμη και αν μπορούσε να εξετασθεί δεν θα μπορούσε με οποιοδήποτε να θεωρηθεί ως πράξη ασυμβίβαστη σύμφωνα με το άρθρο 97 του Κεφ. 149 καθότι οι ενάγοντες δεν έχουν τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή ούτε παρέλειψαν να τελέσουν πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις τους προς τον εγγυητή. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 134

(1)του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 ο ενεχυρούχος δανειστής δεν έχει υποχρέωση αλλά δικαίωμα να εκποιήσει το ενέχυρο. Σύμφωνα επίσης με την παράγραφο 5(δ) του τεκμηρίου 4 ο εναγόμενος συμφώνησε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να «ακυρώνει ή απέχει από του να τελειοποιηθεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις .... που έχει από τον Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο». Στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοσυμβουλίου, China and South Sea Bank Ltd V. Tan Soon Gin
(1989)3 ALL ER 839, η οποία αφορούσε αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποφασίστηκε ότι "the creditor owed no duty to the surety to exercise its power of sale over the mortgaged securities and could decide in its own interest whether to sell and when to do so; that since the creditor had done no act injurious to the surety or inconsistent with his rights, nor failed to perform any act which it was under a duty to do, equity would not intervene to protect the surety; and that, therefore the surety had no arguable defence to the creditor's claim under the guarantee". Περαιτέρω, στην απόφαση Νίκος Ανδρέου V. Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Π.Ε.11702) ημερ. 13.6.05 γίνεται αναφορά στην απόφαση China and South Sea Bank (ανωτέρω) και τονίζεται ότι οι πιστωτές δεν έχουν υποχρέωση επιμέλειας προς τον εγγυητή να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων από τρίτους μετοχών, ούτως ώστε να μην προκληθεί στον εγγυητή ζημία (σελίδες 4 και 5 απόφασης). Ήταν η θέση του κ. Μέσσιου στην αγόρευση του ότι με βάση τις παραγράφους 7 και 12 της Υπεράσπισης αλλά και ως νομικό ζήτημα το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ζητήματα απαλλαγής του εναγομένου εγγυητού λόγω πράξεων των εναγόντων ασυμβίβαστες προς τα συμφέροντα του εγγυητή κατά παράβαση του άρθρου 97 του Κεφ.
  1. Ειδικότερα ήταν η εισήγηση του ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι (α) η άρνηση της ενάγουσας να δεχθεί προσφορά του πελάτη του για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού νοουμένου ότι θα του μεταβίβαζαν το ανάλογο μέρος των ενεχυριασμένων επίδικων μετοχών και/ή (β) η μη δέσμευση όλων των δωρεάν μετοχών και η μη πίστωση των μερισμάτων των επίδικων μετοχών στον επίδικο λογαριασμό και (γ) η τελική αποδέσμευση των ενεχυριασμένων μετοχών προς τον Μιχάλη Χρυσάνθου συνεγγυητή, πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγόντων ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα του εγγυητή που η κάθε μια εξ΄ αυτών ή σωρευτικά απαλλάσσουν τον εναγόμενο από τη δοθείσα εγγύηση. Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι τα πιο πάνω αποτελούν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα του εγγυητή κατά παράβαση του άρθρου 97 και αυτές θα πρέπει να εξετασθούν ασχέτως αν αποτελούν δικογραφημένους ισχυρισμούς ή όχι. Η κα Πολυβίου επ΄ αυτού υποστήριξε ότι το περιεχόμενο της επιστολής 7.9.1999 έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης ως προς τις ισχυριζόμενες ασυμβίβαστες πράξεις των εναγόντων αλλά και η μαρτυρία του εναγομένου είναι αντιφατική με την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 2.3.
  2. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι μια απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 8 δεικνύει ότι ο εναγόμενος απλά εισηγήθηκε εναλλακτικές λύσεις και απλά πρότεινε προς τους ενάγοντες την εξόφληση ολόκληρου του ποσού υπό τον όρο και νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα μετέφεραν στην ιδιοκτησία του εναγομένου μετοχές του συνεγγυητού του. Παραπέμποντας σε νομολογία εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος δεν πλήρωσε το οφειλόμενο ποσό και θα είχε το δικαίωμα αν το έκανε να στραφεί εναντίον του συνεγγυητή του και δεν επηρεάσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο δυσμενώς η θέση του από την εκ των υστέρων αποδέσμευση των μετοχών αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχαν αποδεσμευθεί οι μετοχές. Προτού εξετασθούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί της υπεράσπισης θα πρέπει να εξετασθεί αν αυτά καλύπτονται από την δικογραφία αφού τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από το σύνολο της δικογραφίας, την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση. Η ίδια η δίκη δρομολογείται με βάση τις θέσεις που οριοθετούνται από τη δικογραφία η οποία αποτελεί το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση εκείνων των θεμάτων που ρητά προβλέπονται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων[3]. Στην Υπεράσπιση εντοπίζονται μόνο τα ακόλουθα με το, υπό εξέταση σ΄ αυτό το στάδιο, ζήτημα: «
  3. Οι Ενάγοντες ενεργώντας μονομερώς και παρά την ρητή άρνηση του Εναγόμενου απεδέσμευσαν τις εξασφαλίσεις που είχεν το δάνειο του συνεταιρισμού Χρυσάνθου Καραολής & Σία.
  4. Ειδικά οι Ενάγοντες απεδέσμευσαν τις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ και της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και επέτρεψαν την μεταβίβαση τούτων ή/και την μεταφοράν τους προς εξασφάλιση άλλων δανείων των Μιχαήλ Χρυσάνθου και Κορνηλίας Χρυσάνθου.
  5. Ως αποτέλεσμα των εν λόγω ενεργειών των Εναγόντων και της μονομερούς αποδέσμευσης των εξασφαλίσεων, οι Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το υπόβαθρο για το οποίο έδωσε την εγγύηση του έπαυσε να υφίσταται και ο ίδιος έχει απαλλαγεί της εγγυήσεως και οποιασδήποτε υποχρεώσεως του προς τους Ενάγοντες εν σχέση με το επίδικο δάνειο.
  6. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Εναγομένου ότι εάν οι μετοχές της Ενάγουσας και της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, οι οποίες είχαν δεσμευθεί προς εξασφάλιση του δανείου του συνεταιρισμού Χρυσάνθου Καραολή & Σία, είχαν δεσμευθεί προηγουμένως για άλλα δάνεια των Μιχαήλ Χρυσάνθου και Κορνηλίας Χρυσάνθου, τούτο δεν απεκαλύφθη στον Εναγόμενο, αλλά αντίθετα οι Ενάγοντες διαβεβαίωσαν τον Εναγόμενο ότι οι εν λόγω μετοχές εξασφάλιζαν μόνο το επίδικο δάνειο.
  7. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι όταν ετερματίσθη η συμφωνία δανείου και εζητήθη η πληρωμή του ποσού των £38.715,03 σεντ, η αξία των μετοχών της Ενάγουσας και της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, που είχαν ενεχυριασθεί προς εξασφάλιση του δανείου, υπερκάλυπτε το χρέος.
  8. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν αμελώς και παρέλειψαν να προβούν στην επίσχεση και την πώληση των πιο πάνω αναφερόμενων μετοχών, με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί το υπάρχον δάνειο». Από το λεκτικό των πιο πάνω παραγράφων είναι καθαρό ότι ουδεμία μνεία γίνεται είτε για την επιστολή του εναγομένου ημερομηνίας 7.9.1999 και για τις συνέπειες της, ούτε προβάλλεται ισχυρισμός για μη δέσμευση δωρεάν μετοχών ούτε η μη πίστωση μερισμάτων των επίδικων μετοχών στον επίδικο λογαριασμό. Όπως έχει επισημανθεί σε σειρά αποφάσεων το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχθεί μαρτυρία εκτός δικογράφων και να ενεργήσει βασιζόμενο σε αυτή. Είναι υποχρέωση του, έστω και αν εισαχθεί μαρτυρία εκτός δικογράφων να την αγνοήσει. Ακόμη και μαρτυρία αδιαμφισβήτητη ή παραδεκτή από την άλλη πλευρά πρέπει να αγνοηθεί. Ως εκ τούτου η μαρτυρία τόσο του εναγομένου ΜΥ1 όσο και του ΜΥ2 που αφορά τα πιο πάνω ζητήματα καθώς και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και αγνοούνται. Διαφορετική αντιμετώπιση θα παραβίαζε τις αρχές του δικονομικού δικαίου που περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από την δικογραφία και κατ΄ επέκταση τον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων ο οποίος συναρτάται άμεσα από το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαϊκό μας σύστημα. Επίσης θα παραβίαζε τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλει την διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντίδικου του. Ο ισχυρισμός του κ. Μέσσιου επίσης ότι άσχετα αν δικογραφούνται οι πιο πάνω ισχυρισμοί θα πρέπει να εξετασθούν λόγω παρανομίας δεν ευσταθεί. Είναι νομολογημένο ότι διάδικος που επιθυμεί να εγείρει την παρανομία ως υπεράσπιση με βάση τη Δ.19 Θ.13 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πρέπει να αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις γεγονότα που να δεικνύουν την παρανομία. [4] Στην υπεράσπιση δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός για παρανομία και κατ΄ επέκταση δεν εξειδικεύεται για ποια παρανομία πρόκειται και σίγουρα από την Υπεράσπιση δεν μπορεί να εξαχθεί η εκ των υστέρων προβληθείσα θέση του συνηγόρου της υπεράσπισης στην αγόρευση του για τα πιο πάνω θέματα. Εν όψει των πιο πάνω τα εν λόγω εγερθέντα θέματα και για αυτό τον λόγο δεν μπορούν να εξετασθούν και απορρίπτονται. Όυτε η θέση του κ. Μέσσιου ότι οι παράγραφοι 5, 9 και 13 του εγγυητηρίου εγγράφου Τεκμήριο 4 είναι παράνομοι για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορούν να εξετασθούν αφού και πάλι δεν έχουν με οποιονδήποτε τρόπο περιληφθεί στην υπεράσπιση ούτε υπάρχει ισχυρισμός σε αυτή για οποιαδήποτε παρανομία στη σύμβαση εγγύησης. Η εγκυρότητα της εν λόγω συμφωνίας δεν αμφισβητήθηκε επίσης σε κανένα στάδιο πριν τη τελική αγόρευση του δικηγόρου της υπεράσπισης και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του. Ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω ακόμη και αν μπορούσαν να εξετασθούν είμαι της γνώμης ότι η παράγραφος 9 της Συμφωνίας και ειδικότερα το μέρος αυτής που αναφέρει «και με την αποκύρηξη και εξαίρεση όλων τω δικαιωμάτων μου σαν εγγυητής που έχω σε συναγωνισμό με την Τράπεζα παρ΄ όλες τις τυχόν αντίθετες πρόνοιες οποιουδήποτε νόμου ή δικαίου συμπεριλαμβανομένων των κανόνων Επιείκειας και του Νόμου περί Πτωχεύσεως». Ο όρος αυτός που έρχεται σε αντίθεση με το νόμο δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ. Όμως οι άκυρες πρόνοιες της συμφωνίας δεν επηρεάζουν την συμφωνία εγγύησης εκτός από τα επιμέρους ζητήματα και όρους που κρίνονται άκυροι. Έχει νομολογηθεί ότι η ύπαρξη παρανομίας δεν οδηγεί αναπόφευκτα, στην ακυρότητα της όλης σύμβασης από την αρχή αλλά η παρανομία δυνατόν να επηρεάζει μόνο μέρη της συναλλαγής που βασίζεται η σύμβαση και αυτά τα μέρη να διαχωρίζονται χωρίς να επηρεάζεται το υπόλοιπο μέρος. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι ο πιο πάνω όρος στην συμφωνία δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη συμφωνία αλλά δεν λαμβάνεται υπόψη. Όμως η παράγραφος 13 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη. Ούτε επίσης οι πρόνοιες της παραγράφου 5 μπορούν να θεωρηθούν με οποιοδήποτε τρόπο ότι αντιστρατεύονται το Νόμο αφού για αυτές τις πρόνοιες έχει συγκατατεθεί ο εναγόμενος σύμφωνα με το άρθρο 93 του περί Συμβάσεως Νόμου. Το μόνο που χρήζει εξέτασης από τα πιο πάνω είναι η δικογραφημένη θέση της Υπεράσπισης ότι οι ενάγοντες ενεργώντας μονομερώς και παρά την ρητή άρνηση του εναγομένου αποδέσμευσαν τις εξασφαλίσεις που είχε το δάνειο του συνεταιρισμού Χρυσάνθου, Καραολή και Σία και ως αποτέλεσμα των εν λόγω ενεργειών των εναγόντων το υπόβαθρο για το οποίο έδωσε την εγγύηση του, έπαυσε να υφίσταται και ο ίδιος έχει απαλλαγεί από την εγγύηση και οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες εν σχέση με το επίδικο δάνειο. Όπως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης η υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 10.9.
  9. Με βάση την πιο πάνω ημερομηνία η θέση του εναγόμενου ως έχει δικογραφηθεί αποδίδει μονομερή ενέργεια αποδέσμευσης των εξασφαλίσεων από τους ενάγοντες προτού καταχωρηθεί η υπεράσπιση. Από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι η αποδέσμευση των συνεγγυητών έγινε στις 9.6.2004 μετά την πληρωμή από αυτούς του ποσού των ΛΚ3.500 στις 29.2.00 και του ποσού των ΛΚ20.000 στις 9.6.
  10. Επίσης την ίδια ημέρα αποδεσμεύθηκαν οι ενεχυριασμένες μετοχές που είχαν δοθεί από τους συνεγγυητές προς εξασφάλιση του λογαριασμού του Συνεταιρισμού. Ως εκ τούτου με βάση τα όσα δικογραφούνται φαίνεται ότι η θέση του εναγομένου ότι έγινε αποδέσμευση των εξασφαλίσεων πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Μένει να εξετασθεί αν οι ενάγοντες απέδειξαν την αξίωση τους για το ποσό που τελικώς διεκδικεί. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι με βάση τη συμφωνία παροχής τρεχούμενου λογαριασμού Τεκμήριο 1 οι ενάγοντες άνοιξαν στον συνεταιρισμό τρεχούμενο λογαριασμό και με βάση την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 5 το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι ΛΚ38.569,
  11. Η Υπεράσπιση εκτός των πιο πάνω αναφερόμενων ζητημάτων δεν έχει θέσει ζήτημα ως προς το οφειλόμενο ποσό και είναι παραδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού τον οποίο έχει εγγυηθεί ο εναγόμενος. Στις 8.7.99 οι ενάγοντες έχουν τερματίσει τον επίδικο λογαριασμό και έχουν ειδοποιήσει τον εναγόμενο και τους άλλους δύο εγγυητές. Συνακόλουθα και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αγωγή των εναγόντων επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των ΛΚ38.569,01 με τόκο προς 9% από 13.5.2005 επί του ποσού των ΛΚ34.591,04 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται επίσης τα έξοδα της αγωγής υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Δέστε το σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACT, GENERAL PRINCIPLES, 27η έκδοση, σελ. 600 παρα. 12-081: «Whether document conclusive. It is often said to be a rule of law that "if there be a contract which has been reduced to writing, verbal evidence is not allowed to be given . so as to add to or subtract from, or in any manner to vary or qualify the written contract. Indeed, in 1897, Lord Morris accepted that "Parol testimony cannot be received to contradict, vary, add to or subtract from the terms of a written contract, or the terms in which the parties have deliberately agreed to record any part of their contract". This rule is usually known as the "parol evidence" rule. Its operation is not confined to oral evidence: it has been taken to exlude extrinsic matter in writing, such as drafts, preliminary agreements, and letters of negotiation. The rule has been justified on the ground that it upholds the value of written proof, effectuates the finality intended by the parties in recording their contract in written form, and eliminates "great inconvenience and troublesome litigation in many instances.» [2] Πολυκάρπου v. Πολυκάρπου
(1982)1 ΑΑΔ σελ. 182-192. [3] (Βλ. Αλέκος Νικολάου v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολ. Έφ. 10708, ημερ. 20.12.01 και Βραχίμη v. Κουλουμπρή
(1992)1 ΑΑΔ 836). (Βλ. Υπόθ.
  1. Frederickou Schools Co Ltd κ.ά v. Acuec Inc., Πολ. Έφ. 8266 και 8530, ημερ. 10.10.02). Στην υπ. Frederickou (ανωτέρω) σελ. 21, τονίστηκε πως «χωρίς πλήρη δικογραφική κάλυψη του πραγματικού υποστρώματος της υπόθεσης το δικαστήριο δεν διακινδυνεύει τη χορήγηση θεραπείας που δεν διεκδικήθηκε γιατί θα αντιστρατευόταν έτσι βασικό δικονομικό αξίωμα»). [4] «
  2. The defendant or plaintiff, as the case may be, must raise by his pleading all matters which show the action or counter-claim not to be maintainable, or that the transaction is either void or voidable in point of law, and all such grounds of defence or reply, as the case may be, as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, or would raise issues of fact not arising out of the preceding pleadings as, for instance, fraud, prescription or limitation of time, release, payment, performance, or facts showing illegality of any kind, or rendering the claim or counter-claim unenforceable.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.