← Κύπρος

SOFG CO LTD ν. VGA ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 7002/06., 30 Νοεμβρίου, 2006

SOFG CO LTD ν. VGA ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 7002/06., 30 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7002/

  1. Μεταξύ: S.O.F.G. CO. LTD. Εναγόντων. - και -
  2. V.G.A ENTERPRISES LTD.
  3. BOZHKO MYKOLA.
  4. VYATCHESLAV GROZA. Εναγομένων. ----------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 25.10.06 για Έκδοση Απαγορευτικού Διατάγματος. Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου,
  5. Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: Ο κ. Σ. Δράκος (για να ακούσει την απόφαση, η κ. Κ. Ξυδά). Για τους καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2: Ο κ. Δ. Κούτρας. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απευθείας από την Έδρα) Στις 26.10.06, το Δικαστήριο μετά από μονομερή αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 25.10.06, βασιζόμενο στο μαρτυρικό υλικό που συνόδευε την αίτηση, δηλαδή, το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 25.10.06, του φερόμενου ως εκπροσώπου των αιτητών στην Κύπρο, Tikhonov Nikita (ο οποίος στις 26.10.06, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση) και στα επισυνημμένα τεκμήρια, εξέδωσε, μονομερώς, το ακόλουθο διάταγμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 («οι καθ΄ ων η αίτηση»): «.ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους εναγόμενους 1 και 2 από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν, ή καθ΄ οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν, διαθέσουν ή επιβαρύνουν τα δικαιώματα τους επί ακίνητης ιδιοκτησίας που έχουν με βάση αγοραπωλητηρίων εγγράφων για να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες με βάση το νόμο και/ή να αποσύρουν τα πιο κάτω περιγραφόμενα αγοραπωλητήρια έγγραφα από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής: Περιγραφή κτημάτων
  6. Για εναγόμενη 1, Κατοικία 8, Πωλητήριο Έγγραφο 2/06, επί ακινήτου ιδιοκτησίας Αρ. Εγγραφής 20200, Τμήμα 16, Κτημ. Σχέδιο 2-296-375, Τεμ. 343, Παραλίμνι, Αμμόχωστος, η οποία ευρίσκεται επ΄ ονόματι των Χριστάκη Τζιουβάνη & Σία Λτδ (84/100 μερίδιο) και Σίμος Ανδρέα Σιόπουρος (16/100 μερίδιο).
  7. Για εναγόμενη 2, Κατοικία 1, Πωλητήριο Έγγραφο 237/02, επί ακινήτου ιδιοκτησίας Αρ. Εγγραφής 20200, Τμήμα 16, Κτημ. Σχέδιο 2-296-375, Τεμ.343, Παραλίμνι, Αμμόχωστος, η οποία ευρίσκεται επ΄ ονόματι των Χριστάκη Τζιουβάνη & Σία Λτδ (84/100 μερίδιο) και Σίμος Ανδρέα Σιόπουρος (16/100 μερίδιο). Οι εναγόμενοι αρ.1 και 2 δύνανται να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 10.11.06 και ώρα 8.30π.μ. και δείξουν λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην συνεχίσει να ισχύει». Το διάταγμα, μετά από κάποιες αναβολές για σκοπούς επίδοσης, ήταν επιστρεπτέο για σήμερα, οπόταν και εμφανίστηκαν οι καθ΄ ων η αίτηση, αμφισβητώντας τη συνέχιση ισχύος του, έχοντας μάλιστα καταχωρίσει πριν από λίγο και την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Οι δικηγόροι κλήθηκαν από το Δικαστήριο να προχωρήσουν αμέσως σε ακροαματική διαδικασία της αίτησης, νοουμένου ασφαλώς ότι κάτι τέτοιο ήταν για αυτούς εφικτό και όχι δυσμενώς επηρεαστικό των δικαιωμάτων των πελατών τους και αυτοί συναίνεσαν, προχωρώντας απευθείας στις αγορεύσεις. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλώσαντες. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγήθηκαν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, ότι θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι θέσεις τους, σε αντίθεση με αυτές των αντιδίκων. Ο κ. Δράκος πρότεινε ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και η νομολογία που το ερμήνευσε, για οριστικοποίηση του διατάγματος μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Προτρέχοντας, απόρριψε τους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο, αποδίδοντας σε αυτούς αλλότρια κίνητρα καθώς και κατηγορίες για πλαστογράφηση κάποιων τεκμηρίων από αυτά που επισυνάπτονται στην ένσταση. Παρόμοιους ισχυρισμούς για πλαστογράφηση τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην αίτηση έκανε και ο κ. Κούτρας ο οποίος, περαιτέρω, αντέτεινε ότι το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, όχι μόνον γιατί δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, αλλά, κυρίως, γιατί υπήρξε μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων σε σχέση με τα επίδικα θέματα και δη, του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας στις 16.6.06, με επιστολή των καθ΄ ων η αίτηση 1, την οποία έστειλαν προς τους αιτητές (βλ. τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Επιπροσθέτως, υπέβαλε ότι, δεδομένου του γεγονότος ότι ο ενόρκως δηλών δε γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγράφου 7, στην κάθε μια από τις ένορκες του δηλώσεις, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση συντάχθηκε στην ελληνική γλώσσα χωρίς την απαιτούμενη συνοδευτική μετάφραση και ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να τη βεβαιώνει. Άκουσα τις αγορεύσεις των δικηγόρων και αξιολόγησα κάθε τι στο οποίο αναφέρθηκαν. Το ίδιο έπραξα και σε σχέση με το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης, συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς και των συνοδευτικών ενόρκων δηλώσεων και επισυνημμένων τεκμηρίων. Υπάρχουν δύο προκαταρτικά ζητήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν. Το πρώτο, αφορά στη γλώσσα σύνταξης της ένορκης δήλωσης και στα όποια συνεπόμενα προκύπτουν, ενώ το δεύτερο, άπτεται του ισχυρισμού περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κατά τη μονομερή έκδοση του διατάγματος. Γίνεται αντιληπτό ότι κατάληξη πάνω σε οποιοδήποτε από τα δύο αυτά ζητήματα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο κ. Κούτρας, δυνατόν να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος, χωρίς ενασχόληση με οποιαδήποτε άλλη πτυχή από αυτές που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Κούτρας, δικαίως παραπονιέται και ζητά ακύρωση του διατάγματος ως εκ της γλώσσας στην οποία είναι συνταγμένες οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση. Για ενίσχυση της θέσης του παρέπεμψε στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar

(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 772, 776-777, όπου ο Φ. Νικολαϊδης, Δ, ανάφερε τα ακόλουθα σχετικά: «Πριν καταλήξω θα ήθελα να επισημάνω ένα τελευταίο σημείο. Η ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, αν και ο ενόρκως δηλών είναι Πακιστανός ο οποίος, όπως αντιλαμβάνομαι, μιλά μόνο τη διάλεκτο Urdu. Κάτω από τη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιόν του, έχει προστεθεί η ακόλουθη χειρόγραφη σημείωση: «Το περιεχόμενο της Ε/Δ μεταφράστηκε ενώπιον μου στον εν. δηλούντα στα Urdu (Πακιστάν) από τον Wagas Zafar Bhatti". Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφρασή της (Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ΄ αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury´s Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314). Η σημείωση του Πρωτοκολλητή δε μπορεί να έχει οποιανδήποτε αξία, αφού, απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη γλώσσα του. Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Αντρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.α. v Arizona Trading Co Ltd, Π.Ε.9728, ημ. 22.11.1997, τα κενά ή οι ελλείψεις σε μια ένορκη δήλωση δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Σκοπός της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή (jurat), είναι η αποφυγή, με τρόπο αναντίλεκτο, οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων. (Βλέπε όμως In re El-Boustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, 742). Την πεποίθησή μου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκη του δήλωση δεν είναι αληθής, μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από το μεταφραστή, όταν αυτός δε βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασής του.» Στην προκειμένη περίπτωση, το πράγμα μιλά από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Ως εκ της παράλειψης που εντοπίστηκε, θεωρώ ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή από αυτήν της ακύρωσης του διατάγματος μια και αυτό έχει εκδοθεί στη βάση της μαρτυρίας που παρατέθηκε στις ένορκες αυτές δηλώσεις. Λόγω της κεφαλαιώδους σημασίας του και ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, θα εξετάσω και το δεύτερο προκαταρτικό θέμα που αφορά στον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης γεγονότων. Σε ό,τι λοιπόν σχετίζεται με τούτο, εκείνο που χρειάζεται να αποφασιστεί, είναι όντως, αν υπήρξε ουσιώδης μη αποκάλυψη γεγονότων στο στάδιο της μονομερούς αιτήσεως. Αν διαπιστωθεί ότι, όντως, υπήρξε μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων, τότε το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς άλλο. Είναι γνωστό ότι τα προσωρινά διατάγματα έλκουν τη καταβολή τους από το δίκαιο της επιείκειας και ότι η μονομερής αίτηση που υποβάλλεται από τον αιτητή για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θεωρείται ως υψίστης καλής πίστεως ("uberrima fides"), έτσι ώστε, αν εκ των υστέρων, διαπιστωθεί ότι ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύφτηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Το αγγλικό εφετείο στην Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and Others
(1988)3 All E.R. 188 - locus classicus επί του θέματος - ο Λόρδος Δικαστής Gibson, απαρίθμησε και ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο είναι επιθυμητό να προσεγγίζεται το ζήτημα τής μη αποκάλυψης γεγονότων, κατά το μονομερές στάδιο. Ανάφερε σχετικά ότι: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following. (
  1. i)The duty of the applicant is to make ´a full and fair disclosure of all the material facts´: see R v Kensington Income Tax Comrs, ex p Princess Edmond de Polignac [1971] 1 KB 486 at 514 per Scrutton LJ. (
  2. ii)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made; materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see the Kensington Income Tax Comrs case [1917] 1 KB 486 at 504 per Lord Cozens-Hardy MR, citing Dalglish v Jarvie
(1850)2 Mac & G 231 at 238, 42 ER 89 at 92, and Thermax Ltd v Schott Industrial Glass Ltd [1981] FSR 289 at 295 per Browne-Wilkinson J. (iii) The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v Nikpour [1985] FSR 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries. (
  1. iv)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  2. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application, (
  3. b)the order for which application is made and the probable effect of the order on the defendant: see, for example, the examination by Scott J of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc v Robinson [1986] 3 All ER 338, [1987] Ch 38, and (
  4. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries: see Bank Mellat v Nikpour [1985] FSR 87 at 92-93 per Slade LJ. (
  5. v)If material non-disclosure is established the court will be ´astute to ensure that a plaintiff who obtains .an ex parte injunction without full disclosure is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty.´: see Bank Mellat v Nikpour (at 91) per Donaldson LJ, citing Warrington LJ in the Kensington Income Tax Comrs case. (
  6. vi)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented. (vii) Finally ´it is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded´: see Bank Mellat v Nikpour [1985] FSR 87 at 90 per Lord Denning MR." Η πιο πάνω καθοδήγηση - η οποία ακολουθήθηκε επανειλημμένως τόσον από τα κυπριακά όσον και από τα βρετανικά δικαστήρια - είναι, απλώς, ενδεικτική και με κανένα τρόπο ανελαστική και απολύτως περιεκτική, χωρίς τη δυνατότητα ή πιθανότητα απόκλισης ή συμπλήρωσης στην κάθε περίπτωση. Η προσέγγιση της μαρτυρίας με σκοπό τη κατάληξη σε συμπέρασμα περί της ύπαρξης μη αποκάλυψης αλλά και της αξιολόγησης των φερόμενα, μη αποκαλυφθέντων γεγονότων, ως ουσιωδών ή επουσιωδών, πρέπει να γίνεται με κατά νουν την αρχή ότι, σε αυτό το στάδιο, δεν είναι επιτρεπτή η ανάλυση της μαρτυρίας με σκοπό τη διαπίστωση απόδειξης, είτε των προβαλλόμενων ως ουσιαστικών, δικαιωμάτων, είτε των οποιωνδήποτε ισχυρισμών που στόχευση έχουν, την κατάδειξη των προϋποθέσεων που απαιτούνται προς στοιχειοθέτηση είτε της ενδιάμεσης θεραπείας είτε ή άλλων ζητημάτων, παρεμφερών με τούτο. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της αποκάλυψης, η αντιπαραβολή της μαρτυρίας και η αξιολόγηση της προς αποκρυστάλλωση των αληθινών γεγονότων - όπως έχει επανατονιστεί στη Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 - θα πρέπει να λαμβάνει χώρα στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς και όχι ενδιαμέσως. Συμφωνώ με τον κ. Κούτρα ότι η μη αναφορά των αιτητών στο γεγονός της ακύρωσης της επίδικης συμφωνίας (βλ. τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), με το τεκμήριο 4, το οποίο δε συγκαταλέγεται σε εκείνα που ο κ. Δράκος πρότεινε ότι είναι πλαστογραφημένα, δε μπορεί παρά να σταχυολογηθεί ως ουσιώδες μια και αποτελεί στοιχείο που οπωσδήποτε χρωματίζει τη συνολική εικόνα των εμπορικών δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων και όλων όσων προκύπτουν από αυτές. Το έγγραφο αυτό φέρεται να έχει συνταχθεί και αποσταλεί από τους αιτητές προς τους καθ΄ ων η αίτηση 1, ακριβώς, για ό,τι αφορά σε πτυχές των επίδικων γεγονότων. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε ούτε κατά τις αγορεύσεις αλλά ούτε και δικονομικώς - και υπήρχε ο τρόπος. Η παράλειψη αποκάλυψης του στοιχείου αυτού είναι τέτοιας έκτασης και εμβέλειας που, κρίνω, αποτελεί ένα επιπρόσθετο και αυτοτελή λόγο ακύρωσης του διατάγματος. Εν΄ όψει των πιο πάνω, δεν κρίνω σκόπιμο να ενασχοληθώ με τα άλλα θέματα που ήγερθησαν και στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί περί πλαστογράφησης εγγράφων. Σε σχέση με αυτό το τελευταίο δε θα ήταν, ούτως ή άλλως, επιτρεπτό να διατυπωθεί οποιοδήποτε εύρημα στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 26.10.06, ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της υπόθεσης. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως μεριμνήσει αμέσως για φωτοτύπηση τής απόφασης και διανομή της στους συνηγόρους. (Υπ) .......... Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /εμ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.