← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παναγιώτης Ανδρέου Φώτο Φέρστ Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3428/06, 30.11.06

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παναγιώτης Ανδρέου Φώτο Φέρστ Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3428/06, 30.11.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3428/06 Μεταξύ : - Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Παναγιώτης Ανδρέου Φώτο Φέρστ Λτδ
  2. Παναγιώτης Ανδρεου
  3. Ανδρέας Παναγιώτου
  4. Μαρία Παναγιώτου Εναγομένοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.11.06 Αίτηση ημερομηνίας 6/7/06 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Σπύρου Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση: κα Ανδρέου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές με αίτηση του ημερομηνίας 6/7/06 προώθησαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η αξίωση είναι για Λ.Κ.1.825.43 σ πλέον τόκοι και έξοδα. Η βάση της αγωγής είναι για τραπεζικό δάνειο που οι ενάγοντες παρείχαν στην εναγόμενη εταιρεία με το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, και με την εγγύηση των υπόλοιπων εναγομένων. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 Θ. 1-2 και 9 (α) και στην Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρισόδουλου Παπαλαμπριανού, υπάλληλου των εναγόντων. Σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση είναι εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί και εργάζεται στο τμήμα των προβληματικών λογαριασμών σαν ένας εκ των υπεύθυνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών, μεταξύ των οποίων και εκείνου των εναγομένων. Έχει θετική γνώση στα γεγονότα γιατί του έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των εναγομένων. Έχει στην κατοχή και τον έλεγχο του όλα τα σχετικά έγγραφα του λογαριασμού και ετοιμάζει καταστάσεις λογαριασμών. Επισυνάπτει, πέραν των δανειοδοτικών εγγράφων, την αλληλογραφία τερματισμού του λογαριασμού, καθώς και κατάσταση λογαριασμού, προσυπογραμένη μαζί με τον διευθυντή του τμήματος προβληματικών λογαριασμών. Τέλος προσθέτει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και ως εκ τούτου αιτείται την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Έχω παραθέσει το μέρος αυτό από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των εναγόντων- αιτητών, γιατί υπάρχει η εισήγηση από την πλευρά του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση, στην γραπτή του αγόρευση, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και αντιβαίνει τους κανονισμούς. Εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 που συνοδεύει την ένσταση, ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις της Δ.18 Θ.1 γιατι ο ομνύον εκ μέρους των εναγόντων δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ 782. Έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση του αιτητή. Η πηγή των πληροφοριών του προέρχεται από την κατοχή των σχετικών εγγράφων του λογαριασμού των εναγομένων. Στην βάση αυτών παρακολουθούσε τον λογαριασμό και ετοίμασε και επισύναψε την σχετική κατάσταση και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος απο τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αυτά συνιστούν στοιχεία μαρτυρίας που δεν αμφισβητήθηκαν, αφου δεν αντεξετάστηκε. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας ( Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 ). Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 12059 ημερ.9.8.06 στην οποία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ήταν ακριβώς το ίδιο με την παρούσα κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική. ( βλπ. ακόμα Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 274). Θα πρέπει ακόμα να σημειώσω ότι στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Πολ. Έφεση 11618 ημερ. 24.3.06 υπεδείχθη ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά πρός τα σημερινά δεδομένα. Λέχθηκε ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.( Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)K.B. 1253 ). Εν όψει των πιό πάνω, η περαιτέρω εξέταση του θέματος κρίνεται περιττή. Η ένορκη δήλωση ικανοποιεί πλήρως όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18. Επόμενο θέμα που θίγεται τόσο στην ένσταση όσο και στην αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση, είναι ότι με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας - γίνεται αναφορά στην Δ.16 και Δ.21 - δεν έχει παρέλθει ο χρόνος που παρέχουν οι θεσμοί, των 14 ημερών από την καταχώρηση της εμφάνισης, για να καταχωρηθεί η υπεράσπιση. Με αυτή την έννοια είναι η θέση των εναγομένων ότι η αίτηση είναι πρόωρη. Με άλλα λόγια κατά την εισήγηση, αίτηση για συνοπτική απόφαση καταχωρείται μόνο στην περίπτωση που δεν καταχωρηθεί υπεράσπιση εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Συμφωνώ απόλυτα με την θέση των αιτητών ότι δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια στην Δ.18, με την έννοια της προθεσμίας μέσα στην οποία θα πρέπει να υποβληθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση. Εκείνο που απαιτείται απο την Δ.18 είναι η προηγούμενη καταχώρηση εμφάνισης από τον εναγόμενο. Η εισήγηση των εναγομένων ρυθμίζεται απο την Δ.26 Θ.2, σε αντίθεση βέβαια με την Δ.18 που η φιλοσοφία της, ως θα εξηγηθεί και πιό κάτω, είναι εντελώς διαφορετική. Είναι ακριβώς γι' αυτό τον λόγο που μπορεί να εκδοθεί απόφαση, συνοπτικά, ακόμα και εκεί που καταχωρήθηκε, εκτός απο την εμφάνιση, και υπεράσπιση. Στο Annual Practice 1958 σελ.260 αναφέρεται ότι : « But it is clear that the plaintiff may apply for summary judgment even after defence delivered» Στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd v. Chris Joannou Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1238 υπεδείχθη ότι στο αλυσιτελές διάβημα της καταχώρησης υπεράσπισης, σε αίτημα για συνοπτική απόφαση, η εξουσία του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 παραμένει άθικτη. Σύμφωνα με τη νομολογία η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968. Οι πιό πάνω παρατηρήσεις μας φέρνουν και στην ουσία της υπεράσπισης. Η υπεράσπιση των εναγομένων, όπως διαγράφεται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 είναι κάτι λιγότερο από λιτή. Ισχυρίζονται ότι η συμφωνία είναι άκυρη και ανυπόστατη γιατί δεν τηρήθηκαν οι όροι των τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων. Ούτε ακόμα ότι τηρήθηκαν οι νομικές και πραγματικές προυποθέσεις για την εγκυρότητα και τη νομιμότητα τους. Ως εκ τούτου έχουν καλήν υπεράσπιση, και ότι ακόμα το τυχόν οφειλόμενο είναι κατά πολύ μικρότερο του αξιούμενου. Ότι και αν σημαίνουν οι πιό πάνω θέσεις των εναγομένων, με κανένα τρόπο δεν έχουν εξειδικευτεί. Καμιά λεπτομέρεια ή άλλο στοιχείο δεν έχει τεθεί ή επεξηγηθεί ώστε η υπεράσπιση που διατείνονται ότι έχουν να παίρνει σάρκα και οστά. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους σε τελική ανάλυση ισχυρισμούς. Διαχρονικά και πάγια η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.α ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο απο σκιώδης αλλά λιγότερο απο πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση οι πιό πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί εντελώς αναπόδεικτοι ως είναι, ούτε καν λιγότερο από σκιώδεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Αποτελούν και παραμένουν κινούμενοι στο επίπεδο της απλής ρητορικής, χωρίς τίποτε περισσότερο. Και τούτο γιατί ως υποδεικνύεται στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912, το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Κάποια προσπάθεια που γίνεται στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των εναγομένων να επεξηγήσει την υπεράσπιση, συνιστά μαρτυρία που βεβαίως είναι ανεπίτρεπτη, ουσιαστικά δε, δεν προσθέτει τίποτε. Τα πιό πάνω με οδηγούν στην κατάληξη ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν ούτε και προβάλλουν στοιχεία τέτοια που να ικανοποιούν και αλλά και να δίνουν το στίγμα και τις παραμέτρους της υπεράσπισης τους. Εν όψει όλων των προαναφερθέντων, κρίνω ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση καταδεικνύοντας, έστω και τα ελάχιστα εκείνα στοιχεία, που έφεραν και το βάρος να το πράξουν, με αποτέλεσμα η αίτηση να επιτυγχάνει εναντίον τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων αλληλέγγυα και προσωπικά ως η το 8 (α) της απαίτησης, πλέον τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.