Λουκά Μιχαήλ κ.α. ν. Φώτος Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής:10583/04, 4 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:10583/04 Μεταξύ:
- Λουκά Μιχαήλ του Λουκά, από τη Φλάσου, Ανεξαρτησίας
- Λουκά Ανδρέα του Μιχαήλ, από τη Λεμεσό, Συν. Μουτταγιάκας, Μακαρίου Γ΄12Γ υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας Λουκά Ευπραξίας του Λουκά, τέως από τη Φλάσου, δυνάμει Αιτ. Διαχ.417/03 Ε.Δ. Λευκωσίας. Ενάγοντος. - και -
- Φώτος Γεωργίου, από Στρόβολο, Αβραάμ
- Ορθόδοξος Ορθοδόξου, από Ξυλοφάγου, Οδυσσέα Ανδρούτσου
- Εναγομένων ----------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 12.7.06 για Προσθήκη Εναγόμενου. Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: Ο κ. Π. Παπαγεωργίου. Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Η κ. Στ. Ερωτοκρίτου. ------------------------ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Aπευθείας από την Eδρα) Ζητείται η προσθήκη, ως εναγόμενου 3, κάποιου Αχιλλέα Παπαχριστοδούλου και συνακολούθως, η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης. Οι λόγοι γι' αυτό περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και έτυχαν σήμερα επέκτασης από τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών κατά την αγόρευσή του. Η αιτιολογία συνοψίζεται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, στην οποία αναφέρεται ότι: «7). Πρόσφατα, έχουν περιέλθει στην αντίληψη μας ισχυρισμοί ή/και μαρτυρία σε ποινική υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στο εν λόγω δυστύχημα εμπλέκεται και το αυτοκίνητο τύπου Pajero με Αρ.Εγγρ. EEP657, ιδιοκτησία και με οδηγό τον Αχιλλέα Παπαχριστοδούλου από την Κυπερούντα και το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο διενεργούσε ή/και επιχειρούσε προσπέρασμα του φορτηγού HMA736, που ήταν συνοδηγός η αποβιώσασα και ότι δυνατό να έχει ευθύνη και ο οδηγός και ιδιοκτήτης του εν λόγω Pqjero, ή/και εγείρονται εύλογες αμφιβολίες για το ποιος ή ποιοι ευθύνονται για το πιο πάνω δυστύχημα και κατ΄ επέκταση για τη νομική ευθύνη για το δυστύχημα. Η εξέταση του θέματος αυτού χρειάζεται περισσότερο χρόνο και έρευνα». Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.9Θ10 και Δ.25Θ1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Υπάρχει ένσταση στο αίτημα. Οι λόγοι για αυτό, παρατίθενται στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υπό (α) μέχρι (κ) και επεξηγούνται, σε κάποιο βαθμό, στη συνοδευτική ένορκη δήλωση του Αχιλλέα Παπαχριστοδούλου, έτυχαν δε επέκτασης στην αγόρευση τής ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση η οποία πρόβαλε, κυρίως, δύο λόγους για απόρριψη της αίτησης. Ο πρώτος, αφορά στο ότι, το όποιο αγώγιμο δικαίωμα μπορούσε να υπάρχει εναντίον του Αχιλλέα Παπαχριστοδούλου έχει ήδη παραγραφεί με αποτέλεσμα η επιδιωκόμενη προσθήκη να μην έχει οποιοδήποτε αντίκρισμα, ενώ ο δεύτερος, στηρίζεται στη θέση ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Άκουσα και αξιολόγησα τις αγορεύσεις των δικηγόρων καθώς και το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης, με τις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις. Η νομολογία που έχει ερμηνεύσει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται το αίτημα, καταδεικνύει ότι δεν υπάρχουν ανελαστικές αρχές που τείνουν να εντάξουν την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μέσα σε στεγανά. Η κάθε υπόθεση χρήζει θεώρησης μέσα από τα δικά της γεγονότα, με την αξιολόγηση των εκάστοτε παραγόντων να οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα στην κάθε περίπτωση. Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικώς, στους ενάγοντες, με το Δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία δυνάμει και της Δ.9θ10, να διατάξει, σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του, είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις. Εν προκειμένω, όπως ευστόχως υπέδειξε η κ. Ερωτοκρίτου, προκύπτει ζήτημα αδικαιολόγητης καθυστέρησης εκ πλευράς αιτητών να επικαλεστούν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ζητώντας ενάσκηση της με τρόπο που να τους επιτρέπει την προσθήκη του νέου εναγόμενου. Ο παράγοντας χρόνος είναι στοιχείο σημαντικό σε κάθε σχεδόν περίπτωση ενδιάμεσου δικονομικού διαβήματος, με τη σημασία που τού προσδίδεται να ποικίλει, αναλόγως της περίπτωσης και της φύσης του αιτήματος. Η καθυστέρηση λοιπόν δε σημαίνει ότι οδηγεί αναπόδραστα και στην απόρριψη του αιτήματος, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου προκύπτει ως εκ της αμέλειας ή και κακού χειρισμού από μέρους του αιτούντα. Όμως, όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τόσον μεγαλύτερο είναι συνήθως και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσειστεί προς αποδοχή. Η καθυστέρηση, ακόμη και εκεί όπου δε γίνεται ρητή αναφορά στη δικονομική διάταξη εν σχέση με την οριοθέτηση του δικαιώματος, έχει δυο πτυχές. Η πρώτη, αφορά και συσχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτούντα στην υποβολή του αιτήματος και η δεύτερη, χωρίς κατ' ανάγκη να αναιρεί την πρώτη, στην επιφορά δυσμενούς επηρεασμού στα δικαιώματα του αντιδίκου, σε βαθμό βλάβης άλλης από εκείνη που θα μπορούσε να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Αποδίδεται λοιπόν σημασία σε αυτή την πτυχή του πράγματος, της οποίας η εμβέλεια μπορεί μεν να αποφασίζεται αναλόγως της περίπτωσης, θα πρέπει όμως να δικαιολογείται, πόσον μάλλον να εξηγείται στην κάθε περίπτωση. Εδώ, οι αιτητές δεν αιτιολογούν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Το περισσότερο που θα μπορούσε να λεχθεί επί τούτου είναι ότι από τα συμφραζόμενα στην ένορκη δήλωση θα μπορούσαν να εξαχθούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί επί του θέματος οι οποίοι, ούτως ή άλλως δε θα μπορούσαν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν ικανοποιητικοί για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση. Δεν προσδιορίζεται, για παράδειγμα, με την αναμενόμενη ακρίβεια, το πότε περιήλθαν στην αντίληψη των αιτητών οι ισχυρισμοί και η μαρτυρία που αφορά σε ποινική υπόθεση στην οποία, φερόμενα, εμπλέκεται ο Αχιλλέας Παπαχριστοδούλου. Κάποιες επισημάνσεις τις οποίες προέβηκε ο κ. Παπαγεωργίου στην αγόρευσή του, δε συμπληρώνουν το κενό στην απουσία σχετικής μαρτυρίας ή συγκεκριμένων ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση και παραπέμπω πάνω σ΄ αυτό στη Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, 228. Η αγωγή καταχωρίσθηκε πριν δύο και πλέον χρόνια και ως εκ τούτου υπήρχε αυξημένο καθήκον κατάδειξης λόγων που να δικαιολογούν την αργοπορία, με σημείο αναφοράς, ενδεχομένως, το χρόνο έναρξης της ποινικής διαδικασίας ή/και το χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε σε γνώση των αιτητών η όποια σχετιζόμενη με τα εδώ επίδικα θέματα πτυχή της. Η δικαιολόγηση της καθυστέρησης έλκει το εκτόπισμά της από τις περιβάλλουσες περιστάσεις και όχι από την επίκληση του δικαιώματος αυτού καθ' αυτού, όπως άφησε να νοηθεί ο κ. Παπαγεωργίου. Άλλη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με ποδηγέτηση, για να μην πω αποστέρηση, της σύμφυτης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και θα εξυπονοούσε τη δημιουργία απόλυτου δικονομικού δικαιώματος υποκείμενου σε δικαστική έγκριση, άνευ εταίρου. Κάθε περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης θα επηρέαζε δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων, χωρίς η επιδίκαση εξόδων να αποτελεί επαρκές αντίβαρο, ιδιαίτερα αν κάποιος αναλογιστεί την απουσία επαρκούς αιτιολόγησης της βραδύτητας που επιδείχθηκε στην υποβολή του αιτήματος. Το ότι οι αιτητές, όπως λέγουν, κινήθηκαν σε άλλα στάδια της υπόθεσης χωρίς χρονοτριβή, δε δικαιολογεί, χωρίς άλλο, τους χειρισμούς που έκαναν ή που παρέλειψαν να κάνουν σε σχέση με την έγερση της αγωγής εναντίον όλων όσων θα έπρεπε να συμπεριληφθούν ως εναγόμενοι ή σε σχέση με τη συνέχιση της και την έγκαιρη προσθήκη επιπρόσθετων εναγομένων. Είναι γεγονός ότι στόχευση στην κάθε περίπτωση αποτελεί η παροχή δυνατότητας επίλυσης όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου με την αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών. Αυτό όμως αν και αξιολογείται, δεν αποτελεί παράγοντα καταλυτικής σημασίας στην κάθε περίπτωση - και τούτο συμβαίνει και εδώ, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει - αλλά περιέρχεται σε δεύτερη μοίρα λόγω της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε, κάτι που αποβαίνει καθοριστικό για την τύχη του αιτήματος το οποίο, ένεκα τούτου, χρήζει απόρριψης. Με δοσμένη αυτή την κατάληξη, δε χρειάζεται να υπεισέλθω στα της παραγραφής και στις εκατέρωθεν τοποθετήσεις που έγιναν. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων και εναντίον του αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ)......... Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /εμ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο