← Κύπρος

Joseph P Lasala κ.α. ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5581/05., 14.12.2006

Joseph P Lasala κ.α. ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 5581/05., 14.12.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΣΤ. ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5581/

  1. Μεταξύ:
  2. Joseph P. Lasala, από την Πολιτεία New Jersey των ΗΠΑ,
  3. Fred S. Zeidman, από την Πολιτεία Texas των ΗΠΑ ως Συνδιαχειριστές του Εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust, Εναγόντων, - και -
  4. Λυκούργου Κυπριανού,
  5. Παύλου Μελετίου,
  6. King Mazzax Lines Limited,
  7. Ερμιόνης Κυπριανού,
  8. Semark Consultancy Services Limited,
  9. Global Consolidator Limited,
  10. L. K. Global (Holdings) N.V.,
  11. Aremis Holdings Limited,
  12. Aremis Technology Ventures Limited,
  13. Sincock Holdings Corporation,
  14. Southwood Management Limited,
  15. Palantine Asset Management Ltd, Εναγομένων. ---------------------- Και με Ανταπαίτηση: Μεταξύ: Λυκούργου Κυπριανού - και -
  16. Joseph P. Lasala, από την Πολιτεία New Jersey των ΗΠΑ,
  17. Fred S. Zeidman, από την Πολιτεία Texas των ΗΠΑ ως Συνδιαχειριστών του Εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust. Μαζί με: τον Ρόη Πογιατζή, πρώην από την οδό Χωροφυλακής 5, Λάρνακα και τώρα αγνώστου διαμονής στις Η.Π.Α. ----------------- Αίτηση ημερ. 7.7.06 για Έκδοση Οδηγιών 14.12.
  18. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ : Για τους Αιτητές-Ενάγοντες : κ. Αλ. Μαρκίδης με κ. Αλ. Γαβριηλίδη. Για τους Καθ΄ ων-Eναγόμενους 1, 2, 3, 4 & 6: κ. Λ. Παπαφιλίππου. Για την Καθ΄ ης-Εναγόμενη 5 : κ. Μ. Ορφανίδης. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιζητείται η έκδοση οδηγιών με βάση τη Δ.30 ως προς την παροχή εκτεταμένου αριθμού περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των καθ΄ ων 1, 2, 3, 4 και 6 (εφεξής «οι καθ΄ ων»), καθώς και της καθ΄ ης αρ. 5 (εφεξής «η Semark»), ως προς την υπεράσπιση αυτής, την αποκάλυψη διαφόρων εγγράφων, ορισμένα εκ των οποίων εξειδικεύονται, επιθεώρηση των εγγράφων που θα αποκαλυφθούν, καθώς και διατάγματα ώστε να επιτραπεί στους αιτητές-ενάγοντες να προβούν στις απαραίτητες διευθετήσεις ώστε μάρτυρες που διαμένουν στο εξωτερικό να εξεταστούν ενώπιον commissioner, η δε μαρτυρία που θα προκύψει να επιτραπεί να κατατεθεί κατά την ακρόαση της αγωγής χωρίς να παρουσιαστούν οι μάρτυρες στο Δικαστήριο. Ζητείται επίσης διάταγμα αποκλεισμού ή διαχωρισμού της ανταπαίτησης του εναγόμενου 1 κατά το μέτρο που αφορά τον Ρόη Πογιατζή και καθορισμός ημερομηνίας ακρόασης. Η αίτηση εκτείνεται σε 33 σελίδες, εκ των οποίων οι 23 σελίδες καταγράφουν εξειδικευμένα τις λεπτομέρειες που οι αιτητές επιζητούν από διάφορες παραγράφους της υπεράσπισης αλλά και της ανταπαίτησης των καθ΄ ων, η οποία είναι εξίσου εκτεταμένη εφόσον καταλαμβάνει έκταση 46 σελίδες. Πολύ λιγότερες λεπτομέρειες ζητούνται από τη Semark. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Ο κ. Μαρκίδης αγορεύοντας προς υποστήριξη της αιτήσεως του υποστήριξε ότι οι ενάγοντες εμπρόθεσμα και με βάση τους δικονομικούς θεσμούς εισήγαγαν την αίτηση τους επιδιώκοντας αριθμό διαταγμάτων, όπως ακριβώς προνοεί η Δ.30, προς αποφυγή επιμέρους εξειδικευμένων αιτήσεων, ούτως ώστε η υπόθεση να προετοιμαστεί κατάλληλα για την ακρόαση επί της ουσίας. Αντέταξε προς τους ισχυρισμούς των καθ΄ ων ότι η Δ.30 επιτρέπει την έκδοση διαταγής αποκάλυψης εγγράφων, καθώς και επιθεώρησης αυτών, την οποία, εν πάση περιπτώσει, δικαιούται εφόσον πρόκειται για μια απλή γενική και όπου χρειάζεται και εξειδικευμένη αποκάλυψη, που ούτως ή άλλως θα δικαιούτο, το αυτό δε συμβαίνει και για την παροχή λεπτομερειών, η αίτηση για τις οποίες δεν παύει να είναι έγκυρη, χωρίς την προηγούμενη αποστολή επιστολής προς τους αντιδίκους. Περαιτέρω, όσον αφορά τους καθ΄ ων, δεν εγείρεται συγκεκριμένη ένσταση ως προς τη δυνατότητα παροχής των λεπτομερειών αυτών καθ΄ αυτών, ενώ ως προς τη Semark οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες με βάση τη σχετική νομολογία προς καλύτερο καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και δεν στοχεύουν στην αλίευση μαρτυρίας. Ως προς την ανταπαίτηση που ήγειραν οι καθ΄ ων εναντίον του Ρόη Πογιατζή, η θέση του συνηγόρου ήταν ότι η εισαγωγή αυτής θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει υπέρμετρα η όλη πορεία της αγωγής με ενδεχόμενες αιτήσεις για παραμερισμό της επίδοσης της ανταπαίτησης και/ή διαχωρισμό της από τον ίδιο τον Πογιατζή. Ο κ. Μαρκίδης κατά την αγόρευση του απέσυρε επί του παρόντος τα αιτητικά υπ΄ αρ. 8 και 9 της αίτησης, που σχετίζονται με τη λήψη μαρτυρίας στο εξωτερικό ενώπιον commissioners και τη συνακόλουθη κατάθεση ή χρησιμοποίηση αυτής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αντίθετη ήταν, ως ήταν φυσικό, η θέση των συνηγόρων των καθ΄ ων και της Semark, οι οποίοι υποστήριξαν ενιαία ότι η αίτηση εισήχθη εκπρόθεσμα έχοντας υπόψη τις προθεσμίες που θέτουν οι σχετικοί δικονομικοί θεσμοί, με αναφορά πάντοτε στην έννοια του κλεισίματος της δικογραφίας. Πρόσθετα, οι καθ΄ ων εισηγούνται ότι δεν μπορούν οι αιτητές να ζητούν ταυτόχρονα καλύτερες και περαιτέρω λεπτομέρειες επί της υπερασπίσεως και ανταπαιτήσεως και ταυτόχρονα να ζητούν τον διαχωρισμό ή αποκλεισμό της τελευταίας από την υπόλοιπη δικογραφία. Σε σχέση με τη θεραπεία της αποκάλυψης εγγράφων, αυτή δεν μπορεί να δοθεί, διότι έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και έκδοσης ανάλογης διαταγής στα πλαίσια του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος ημερ. 21.7.05, που εν τέλει οριστικοποιήθηκε στις 20.2.06 και κατά συνέπεια, η αναζήτηση παρόμοιων θεραπειών αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Πριν εξεταστούν τα διάφορα θέματα που έχουν εγερθεί, τα βασικότερα των οποίων έχουν καταγραφεί πιο πάνω, είναι ορθό να υπομνησθεί ο σκοπός του θεσμού για οδηγίες. H Δ.30, όπως αποκαλύπτεται από το Annual Practice 1958, εισήχθηκε στους θεσμούς το 1954 ως μια εντελώς νέα πρόνοια ως αποτέλεσμα των συστάσεων του Evershed Report. Ο βασικός σκοπός και πρόθεση των διατάξεων της Δ.30 (του παλαιού Ο.30 των Αγγλικών Θεσμών που μετέπειτα αναριθμήθηκε μετά από διάφορες τροποποιήσεις σε Ο.25 - Αnnual Practice 1970), είναι η επίλυση όλων των προκαταρκτικών αιτήσεων, κατά το δυνατό, σε μία και μοναδική αίτηση οδηγιών ούτως ώστε να μην σπαταλούνται άδικα έξοδα με πολλαπλές αιτήσεις, αλλά και πρόσθετα, να διασωθούν έξοδα εφόσον με την αίτηση για οδηγίες μπορεί να περιορισθεί η έκταση της αποκάλυψης που δυνατόν να διαταχθεί. Ενώ αρχικά η αντίστοιχη Αγγλική διαταγή δεν ακολούθησε τη σύσταση ότι η εξέταση και επίλυση όλων αυτών των προκαταρκτικών θεμάτων θα πρέπει να γίνεται σε ένα προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και ιδιαίτερα μετά τη συμπλήρωση της αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, οι τροποποιήσεις επί της διαταγής επέφεραν τη διαφοροποίηση της πρακτικής αυτής, ώστε η αίτηση για οδηγίες να γίνεται τώρα μετά το κλείσιμο της δικογραφίας και βέβαια μετά την αποκάλυψη των εγγράφων. Αυτή η μεθοδολογία φαίνεται να ακολουθήθηκε και στην ετοιμασία των Κυπριακών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεδομένου ότι η Δ.30 έπεται όλων των προηγούμενων διαταγών μεταξύ των οποίων η παροχή λεπτομερειών, η καταγραφή παραδοχών, η τροποποίηση και βέβαια η αποκάλυψη και η επιθεώρηση των εγγράφων. Αυτή η ακολουθία των διατάξεων της Πολιτικής Δικονομίας δείχνει χωρίς αμφιβολία ότι σε ένα ιδανικό σύστημα πρακτικής εφαρμογής αυτής, αναμένεται από τους διαδίκους, μέσω βέβαια των δικηγόρων ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης, να εξαντλήσουν όλες τις προηγούμενες δικονομικές διατάξεις ή να θεωρήσουν ότι όλα αυτά τα θέματα μπορούν να επιλυθούν κάτω από την αίτηση για οδηγίες. Επομένως, παρά το γεγονός ότι στην Κυπριακή πρακτική η Δ.30 περιέπεσε σε ουσιαστική αχρησία, εντούτοις παραμένει ένα σημαντικό δικονομικό όπλο στη διάθεση των διαδίκων για την ταχεία επίλυση πλείστων όσων δικονομικών θεμάτων ακριβώς πριν τον ορισμό της υπόθεσης για δίκη, το λεγόμενο όπως αναφέρεται στα Annual Practices, "stocktaking" (δέστε επίσης το σύγγραμμα του David Barnard: The Civil Court in Action, σελ. 153). Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που με την τροποποίηση της Δ.30 με το Διαδικαστικό Κανονισμό αρ. 9/96 ημερ. 19.7.96, εισήχθηκε και η επιφύλαξη ότι το ίδιο το Δικαστήριο οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο και αναγκαίο δύναται να ορίζει και αυτεπάγγελτα την υπόθεση για οδηγίες. Η Δ.30 αποτελεί μια ιδιάζουσα δικονομική διάταξη, όπως αναφέρθηκε και στην Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ. 2)

(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, 1152, εφόσον προβλέπεται η έκδοση της κλήσεως για οδηγίες μέσα σε καθορισμένο χρόνο με έντυπο διαφορετικό από εκείνο των υπολοίπων ενδιαμέσων αιτήσεων και επομένως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της Δ.48 Θ.2 από τις οποίες και εξαιρείται. Πράγματι, το προνοούμενο έντυπο αρ. 25 με το οποίο εισάγεται η αίτηση για οδηγίες δεν περιέχει καμία πρόνοια για στήριξη της αίτησης σε συγκεκριμένους θεσμούς ούτε και προνοείται η υποστήριξη της αίτησης από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, εξ΄ ου και δεν χρησιμοποιήθηκε εδώ καμιά ένορκη δήλωση. Μάλιστα, ο Θ.3 της Δ.30 ρητά προνοεί ότι δεν χρειάζεται η χρήση ενόρκου δηλώσεως κατά τη συζήτηση της αίτησης για οδηγίες, εκτός εάν το Δικαστήριο άλλως διατάξει ή εάν το αίτημα κάτω από την αίτηση σκοπεί στην έκδοση διατάγματος το οποίο εάν εισαγόταν ως αυτόνομο και ανεξάρτητο μέτρο θα χρειαζόταν την υποστήριξη ένορκης δήλωσης. Η επίδικη αίτηση ακολουθεί κατά γράμμα το λεκτικό του εντύπου αρ. 25 και δεν χρειαζόταν να υποστηριχθεί από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, με εξαίρεση τα όσα αργότερα θα συζητηθούν. Με αυτά τα εισαγωγικά πρέπει να επιλυθεί τώρα το εγερθέν ζήτημα της χρονικής καταχώρισης της αίτησης. Η Δ.30 προνοεί ότι η αίτηση εισάγεται εντός 10 ημερών "..... from the time when the pleadings shall be deemed to be closed ...". Η Δ.26 θ.11 προνοεί για το χρονικό σημείο στο οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται ότι έχουν κλείσει. Αναφέρεται εκεί ότι τα δικόγραφα κλείνουν μετά την εκπνοή 7 ημερών από την παράδοση της υπεράσπισης ή όπου υπάρχει της απάντησης (δεν υπάρχει αναφορά σ΄ υπεράσπιση και ανταπαίτηση όπως ανάφεραν οι συνήγοροι), ή μετά την εκπνοή της χρονικής περιόδου που καθορίζεται από το Δικαστήριο όταν δοθεί άδεια για καταχώριση δικογράφου μετά την απάντηση, οπότε και τα ουσιώδη γεγονότα στο τελευταίο δικόγραφο θα θεωρούνται ότι έχουν αμφισβητηθεί καθιστάμενα επίδικα θέματα. Η επιφύλαξη του θεσμού αυτού προνοεί ότι όπου υπάρχει ανταπαίτηση, εκτός και αν ο ενάγων καταχωρίσει υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, τα γεγονότα που περιέχονται στην ανταπαίτηση θα θεωρούνται μετά την εκπνοή 14 ημερών από την παράδοση της ανταπαίτησης ή μετά την εκπνοή επιπρόσθετου χρόνου για την καταχώριση υπεράσπισης σε αυτήν (εάν έχει δοθεί), ως παραδεκτά. Ένα από τα θέματα που ήγειρε ο κ. Παπαφιλίππου ήταν η εισήγηση ότι η επιφύλαξη («proviso») του θ.11 της Δ.26 εξαιρεί την ισχύ του θεσμού σε σχέση με υπερασπίσεις σε ανταπαιτήσεις. Επομένως, κατά την εισήγηση, εφόσον η Απάντηση και Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 21.6.06, η κλήση για οδηγίες έπρεπε να είχε καταχωρηθεί μέχρι την 1.7.06 και όχι μεταγενέστερα, όπως η επίδικη αίτηση, η οποία και είναι κατά συνέπεια εκπρόθεσμη. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με αυτή τη θέση. Η ορθή θεώρηση ολόκληρου του θ.11 δεν αφήνει αμφιβολία ότι η επιφύλαξη (η οποία ας σημειωθεί υπάρχει στο αντίστοιχο παλαιό Ο.27 r.13 της Αγγλίας, αλλά με διαφορετικό λεκτικό), αφορά το ζήτημα της παραδοχής των ισχυρισμών μιας ανταπαίτησης όταν δεν καταχωρείται η υπεράσπιση στον καθορισμένο χρόνο των 14 ημερών ή στο χρόνο που τυχόν έχει επεκταθεί με διάταγμα Δικαστηρίου. Το λεκτικό της επιφύλαξης που αρχίζει με τη φράση: «Provided that this rule shall not apply to a defence to a counter-claim ...», σχετίζεται με το τι τεκμαίρεται να είναι παραδεκτό και τι όχι σε περίπτωση μη καταχώρισης κάποιου δικογράφου και δεν εξαιρεί ολόκληρη την πρόνοια του θ.11. Το ότι αφορά μόνο την παραδοχή των ισχυρισμών της ανταπαίτησης, είναι φανερό από την αντιδιαστολή με τη βασική πρόνοια του θ.11, όπου σε αντίθεση προνοείται ότι σε περίπτωση μη καταχώρισης απάντησης ή μεταγενέστερου δικογράφου οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο τελευταίο καταχωρηθέν δικόγραφο θα τεκμαίρονται ως μη αποδεκτοί καθιστάμενοι επίδικα θέματα. Η θέση του κ. Παπαφιλίππου, εάν γινόταν αποδεκτή, θα αναιρούσε στην ουσία ολόκληρη την πρόνοια του θ.11, με αποτέλεσμα να μην κλείνουν τα δικόγραφα, όπως προνοείται στον ίδιο τον θεσμό. Σίγουρα δεν ήταν αυτός ο σκοπός της επιφύλαξης. Η πρόνοια που υπάρχει στην επιφύλαξη του Ο.27 r.13 της Αγγλίας, αφορά την καταχώριση απάντησης σε ανταπαίτηση στην απουσία της οποίας θα θεωρούνται ως παραδεκτοί οι ισχυρισμοί της ανταπαίτησης διατηρουμένου του δικαιώματος του Δικαστηρίου να δώσει άδεια να καταχωρηθεί εκ των υστέρων απάντηση από τον ενάγοντα. Εδώ οι αιτητές-ενάγοντες καταχώρησαν την έκθεση απαίτησης τους στις 31.10.05. Μετά από διάφορα δικονομικά διαβήματα που αφορούσαν την αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, οι μεν Semark καταχώρισε την έκθεση υπεράσπισης της στις 27.3.06, οι δε καθ΄ ων καταχώρισαν στις 9.5.06 την υπεράσπιση τους, μαζί με ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων συνενώνοντας, ως είχαν δικαίωμα, και νέο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο, δηλαδή τον Ρόη Πογιατζή. Το δικαίωμα για συνένωση ατόμου που δεν ήταν ήδη διάδικος ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος δίνεται από τη Δ.21, θ.8
(1)&
(2). Απάντηση από τους ενάγοντες στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των καθ΄ ων καταχωρήθηκε στις 21.6.06. Δεν καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση της Semark. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η δικογραφία έχει κλείσει 7 μέρες μετά την καταχώριση της απάντησης, δηλαδή στις 28.6.06 περιλαμβανομένης. Αυτό, γιατί δεν μπορούν να μετρούν διαφορετικοί χρόνοι για ένα έκαστο των διαδίκων. Εφόσον οι ενάγοντες-αιτητές επέλεξαν να μην καταχωρίσουν απάντηση στην υπεράσπιση της Semark, ο χρόνος θα έκλεινε κανονικά στην εκπνοή των 7 ημερών από την καταχώριση της υπεράσπισης, με δεδομένο ότι δεν είχε καταχωρηθεί απάντηση και δεν είχε διαταχθεί οποιοδήποτε μεταγενέστερο δικόγραφο, ούτε και βέβαια ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Ο χρόνος των 7 ημερών που προνοεί η Δ.26, θ.11 έχει βέβαια αναφορά στον χρόνο που προνοείται από τη Δ.21 θ.14
(1). Στην παρουσία όμως και των υπολοίπων διαδίκων, δηλαδή των καθ΄ ων, τα δικόγραφα δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως κλειστά, εκτός μετά την τελεσφόρηση της ανταλλαγής και των μεταξύ τους δικογράφων. Αυτή πρέπει να είναι η λογική ερμηνεία της Δ.30, διαφορετικά θα υπήρχε κατακερματισμός των διαδικασιών με τον ενάγοντα να υποχρεώνεται να εκδίδει αίτηση για οδηγίες για κάθε ένα ξεχωριστό εναγόμενο. Όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση για οδηγίες είναι ο τελευταίος δικονομικός θεσμός πριν τη Δ.31, η οποία πλέον προνοεί για τον μηχανισμό του ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση, με δεδομένο ότι είτε μέσα από εξειδικευμένες προηγούμενες αιτήσεις των διαδίκων, είτε με τη χρήση της Δ.30, έχουν επιλυθεί όλα τα διαδικαστικά θέματα. Σκοπός, επαναλαμβάνεται, είναι η καλή και ορθή προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Η Δ.30 επομένως έχει ως φιλοσοφία μια ενιαία προσέγγιση για όλους τους διαδίκους που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εισήγηση του κ. Ορφανίδη ότι η επίδικη αίτηση είναι εκπρόθεσμη ως καταχωρηθείσα μεταγενέστερα του κλεισίματος της μεταξύ της Semark και των αιτητών δικογραφίας δεν ευσταθεί για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Δεν υπάρχει άλλωστε καμία απαγόρευση, είτε στη λογική είτε από πλευράς δικονομικής προσέγγισης, μία αίτηση για οδηγίες να επιζητεί τις διάφορες θεραπείες που εξειδικεύονται σε αυτήν εναντίον διαφόρων εναγομένων ταυτόχρονα. Υπάρχουν δύο περιπλοκές στην υπόθεση που αφορούν την επίδικη αίτηση σε σχέση με το χρονικό σημείο της καταχώρισης της. Η πρώτη είναι η συνένωση του Ρόη Πογιατζή ως διαδίκου κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε και κατ΄ επιλογή βέβαια των καθ΄ ων. Μία από τις θέσεις που πρόβαλε ο κ. Παπαφιλίππου στην αγόρευση του, σκιαγραφικά ομολογουμένως, είναι ότι η επίδικη αίτηση είναι πρόωρη (σ΄ αντίθεση με άλλη θέση του ότι είναι εκπρόθεσμη) επειδή η υπεράσπιση και ανταπαίτηση στον Πογιατζή δεν είχε επιδοθεί κατά τον χρόνο της καταχώρισης της αίτησης και άρα η δικογραφία δεν είχε κλείσει. Κατ΄ αρχάς, να λεχθεί ότι η Δ.30, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.26 θ.11, δεν εμπεριέχουν πρόνοιες σε σχέση με την εισαγωγή εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου άλλου από τον ίδιο τον ενάγοντα αναφορικά και σε συνάρτηση με το κλείσιμο των δικογράφων. Αυτό είναι λογικό διότι η ανταπαίτηση είναι γνωστό ότι αποτελεί ξέχωρη στην ουσία αγωγή και στο βαθμό που η ανταπαίτηση εγείρεται εναντίον του ενάγοντα, τότε μπορούν εύκολα τα θέματα να συνεκδικαστούν, όταν όμως εγείρεται εναντίον τρίτου προσώπου, τότε είναι ο εναγόμενος που έχει εισάξει τον εξ ανταπαιτήσεως νέο διάδικο ως εναγόμενο που καθίσταται ενάγων και έχει τα διάφορα δικαιώματα που του δίδουν οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας. Ένας τέτοιος εναγόμενος που έχει εγείρει ανταπαίτηση εναντίον τρίτου προσώπου δικαιούται με βάση τη Δ.31, θ.1, να ζητήσει ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση μετά το κλείσιμο των δικογράφων, εφόσον υπεισέρχεται στη θέση ενός ενάγοντα. Και κατ΄ αναλογία μπορεί να εκδώσει αίτηση για οδηγίες εναντίον του νέου εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου κάτω από τη Δ.30. Επομένως, δεν έχει καμία επίπτωση στο χρονικό σημείο που τα δικόγραφα έχουν κλείσει ή θεωρούνται ότι έχουν κλείσει για τον ενάγοντα η οποιαδήποτε εγειρόμενη ανταπαίτηση, ιδιαίτερα εναντίον τρίτου προσώπου. Για τη δικογραφία μεταξύ του εναγόμενου και του εξ ανταπαιτήσεως νέου διάδικου, πρέπει να ακολουθηθούν οι θεσμοί, και ιδιαίτερα η Δ.21 θ.8
(2)και θ.
  1. Το δικαίωμα στον ενάγοντα να υποβάλει αίτηση με βάση τη Δ.30, αφορά το κλείσιμο της δικογραφίας που σχετίζεται με τη δική του αγωγή έναντι των εναγομένων που επέλεξε να εναγάγει. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που και η Δ.26 θ.12 προνοεί για τη διαδικασία στην περίπτωση της ύπαρξης επιδίκων θεμάτων σε μια αγωγή μεταξύ ατόμων άλλων από τον ενάγοντα και τον εναγόμενο, όταν ο νέος αυτός διάδικος παραλείπει να καταχωρίσει τη δική του δικογραφία. Στα σχόλια του Annual Practice 1958, σελ. 614, στο αντίστοιχο Ο.27 r.14 αναφέρεται και η περίπτωση ενός τριτοδιάδικου, καθώς και της ανταπαίτησης, με αναφορά στο προηγούμενο r.11, αντίστοιχο με τον θ.10 της δικής μας Δ.
  2. Η άλλη περιπλοκή σχετίζεται με την αίτηση που είχαν υποβάλει οι καθ΄ ων στις 6.7.06 για τροποποίηση του τίτλου της ανταπαίτησης σε σχέση με τη διεύθυνση του Ρόη Πογιατζή. Εκ συμφώνου, εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα στις 21.9.06 και ακολούθησαν οι σχετικές οδηγίες με την καταχώριση των τροποποιημένων δικογράφων. Τα τροποποιημένα αυτά δικόγραφα καταχωρήθηκαν για μεν τους καθ΄ων στις 27.9.06, όταν καταχώρισαν την τροποποιημένη έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, και για μεν τους αιτητές όταν καταχώρισαν την απάντηση και υπεράσπιση στις 2.10.
  3. Με βάση αυτά τα δεδομένα έγινε πρόσθετη εισήγηση από τον κ. Παπαφιλίππου ότι η αίτηση για οδηγίες είναι πρόωρη, σε αντίθεση βέβαια με την προηγούμενη θέση που ήδη εξετάστηκε, ότι η αίτηση ήταν εκπρόθεσμη, δηλαδή καθυστερημένη. Η εισήγηση δεν έχει έρεισμα διότι αφενός μεν, με βάση γνωστή νομολογία, οποιαδήποτε τροποποίηση ανάγεται χρονικά πίσω στην αρχική καταχώριση της αγωγής (Annual Practice 1958, σελ. 624, κάτω από τον υπότιτλο «Before the hearing»), αλλά και αφετέρου διότι επρόκειτο για μια εντελώς τυπική τροποποίηση, και μάλιστα στον τίτλο της αγωγής, αναφορικά με τη διεύθυνση του Ρόη Πογιατζή, και δεν είχε καμία αλλαγή επί της ουσίας. Άλλωστε το κλείσιμο της δικογραφίας δεν εξαρτάται ποσώς από οποιαδήποτε τροποποίηση που έχει ήδη επιτευχθεί ή η οποία ζητείται μεταγενέστερα. (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η Έκδ., σελ. 33). Αυτό συνάδει με το ότι η οποιαδήποτε τροποποίηση άρχεται το πρώτον από την καταχώριση του συγκεκριμένου δικογράφου. Το τελευταίο θέμα που σχετίζεται με το εμπρόθεσμο ή εκπρόθεσμο της επίδικης αίτησης (όπως λέχθηκε και πριν, υπήρξαν αντιφατικές τοποθετήσεις από τους καθ΄ ων), σχετίζεται με την επίδοση που εν τέλει έγινε της υπεράσπισης και ανταπαίτησης στον Ρόη Πογιατζή. Είναι γεγονός ότι όταν καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση δεν είχε ακόμη τεθεί ζήτημα για την επίδοση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης στον Πογιατζή. Τέθηκε τέτοιο ζήτημα όταν καταχωρήθηκε στις 29.9.06 σχετική αίτηση από τους καθ΄ ων, αφού βέβαια προηγήθηκε η προαναφερθείσα τροποποίηση στη διεύθυνση του Πογιατζή, η οποία αντιμετωπίστηκε από το Δικαστήριο κατά τον τρόπο που νομολογιακά ήταν ορθός (δέστε Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1 Α.Α.Δ 1765), δηλαδή δόθηκε πρώτα άδεια για την εκτός Κύπρου επίδοση στον Πογιατζή της σχετικής ειδοποίησης ανταπαίτησης στην τελευταία γνωστή διεύθυνση αυτού, που καθόρισαν βέβαια οι καθ΄ ων, και όταν επεστράφη ως αζήτητη η σχετική διπλοσυστημένη επιστολή, δόθηκε άδεια για υποκατάστατη επίδοση του δικογράφου αυτού στον εν Κύπρω διαμένοντα πατέρα του στις 20.11.06. Τα γεγονότα αυτά προέκυψαν μετά την καταχώριση της επίδικης αίτησης, μετά τον ορισμό της για εκδίκαση και μετά τις οδηγίες του Δικαστηρίου με τη σύμφωνο γνώμη των συνηγόρων για την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων με περαιτέρω προφορική διευκρίνιση επ΄ αυτών. Τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν δεν έχουν όμως καμία απολύτως επίπτωση στο κλείσιμο της δικογραφίας για τους ενάγοντες, διότι δεν αφορούν τη δικογραφία μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, αλλά αποτελούν θέματα που αφορούν κατ΄ εξοχήν τους εναγόμενους-καθ΄ ων και τον Ρόη Πογιατζή. Το ζητούμενο στην αίτηση για οδηγίες διάταγμα αποκλεισμού ή διαχωρισμού της ανταπαίτησης εναντίον του Πογιατζή δεν επηρεάζει την έννοια του κλεισίματος της δικογραφίας, αλλά αφορά την προσπάθεια των εναγόντων να προχωρήσουν το γρηγορότερο με την ουσία της υπόθεσης. Για το θέμα αυτό θα γίνει εκτενέστερη αναφορά αργότερα. Επί της ουσίας τώρα της αιτήσεως, είναι γεγονός ότι στην ένσταση των καθ΄ ων δεν εμπεριέχεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικαίωμα των αιτητών να λάβουν τις αιτούμενες λεπτομέρειες επί της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των καθ΄ ων. Αντίθετα, στην ένσταση της Semark εμπεριέχονται λόγοι ως προς το γιατί να μην δοθεί η παροχή λεπτομερειών σε σχέση με τη δική της υπεράσπιση. Μπορεί η αίτηση που γίνεται με βάση τη Δ.30 να είναι ιδιάζουσας φύσης και με βάση το έντυπο υπ΄ αρ. 25 που προνοείται να μην χρειάζεται οποιαδήποτε ένορκη δήλωση ή γεγονότα που τη στηρίζουν (εκτός όπου προνοεί ο θ.3 της Δ.30, όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω αναλυτικά), αλλά ο θ.1(α) της Δ.30, καθώς και το έντυπο 25, προνοούν για τον ορισμό της αιτήσεως σε χρόνο ουχί λιγότερο των 4 ημερών και για τον καθ΄ ου να δείξει λόγο γιατί μία διαταγή για οδηγίες δεν θα έπρεπε να εκδοθεί. Αυτό σημαίνει (απαντώντας και το σχετικό επιχείρημα του κ. Παπαφιλίππου), ότι το Δικαστήριο έπρεπε να δώσει οδηγίες για την καταχώριση ένστασης, ιδιαίτερα σε μια περίπλοκη υπόθεση όπως αυτή, ώστε να διαφανούν οι λόγοι της ενστάσεως. Δεν θα μπορούσε κατά συνέπεια να χρησιμοποιηθεί διαφορετικός τύπος ενστάσεως από αυτόν της Δ.48, θ.4 (άσχετα αν η Δ.48 δεν εμφαρμόζεται για την ίδια τη Δ.30, που είναι όπως λέχθηκε, ιδιάζουσας φύσης), η οποία και προνοεί ότι θα πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι της ένστασης, και μάλιστα συγκεκριμένα, όπου δε δεν εμφαίνονται τα γεγονότα από τον φάκελο της διαδικασίας, θα αναφέρονται σε ένορκη δήλωση. Στην ένσταση των καθ΄ ων αναφέρεται ότι τα γεγονότα υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας και επομένως δεν καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση, αλλά στο σώμα της ένστασης δεν υπάρχει σε κανένα από τους 10 λόγους που έχουν καταγραφεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη και εξειδικευμένη ένσταση σε σχέση με οποιοδήποτε λόγο που να αποκλείει τους αιτητές από του να ζητήσουν τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Ορθά ο κ. Μαρκίδης ανέφερε ότι πέραν των ενστάσεων ότι δεν μπορούν να ζητούνται λεπτομέρειες στην ανταπαίτηση εφόσον ταυτόχρονα επιδιώκεται και ο αποκλεισμός της και ότι οι αιτητές δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις της Δ.19 θ.7, ουδέν άλλο αναφέρεται. Η Δ.19 θ.7 δεν προνοεί τίποτε πέραν του ότι ο αιτούμενος τις λεπτομέρειες μπορεί να τις ζητήσει το πρώτον από τον αντίδικο του δι΄ επιστολής, τα έξοδα της οποίας και λογίζονται στο τέλος της διαδικασίας. Ο θεσμός αυτός προνοεί ότι στον υπολογισμό των εξόδων για οποιοδήποτε διάταγμα παροχής λεπτομερειών θα συνυπολογίζονται και οι πρόνοιες του θεσμού. Είναι φανερό και από το αντίστοιχο O.19, r.7(Α) των Αγγλικών θεσμών, ότι δεν υπάρχει καμία επίπτωση στην εγκυρότητα μιας αίτησης για λεπτομέρειες λόγω του ότι δεν απεστάλη προηγουμένως επιστολή. Εξηγείται εκεί ότι ο θ.7(Α) είχε ενσωματωθεί στους θεσμούς για να αποφεύγονται αιτήσεις για λεπτομέρειες στοχεύοντας σε καθυστέρηση της διαδικασίας. Η δυνατότητα να δοθούν οι λεπτομέρειες επί τη βάση επιστολής και μόνο, αφήνει ακριβώς ανοικτό το ενδεχόμενο να μην χρειαστεί να καταχωρηθεί καν αίτηση για λεπτομέρειες. Όσον αφορά το θέμα της παροχής λεπτομερειών επί της ανταπαιτήσεως, της οποίας ταυτόχρονα σκοπείται ο αποκλεισμός της, κρίνεται ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα, εφόσον διαφορετικά είναι τα θέματα που εγείρονται στην αίτηση για λεπτομέρειες και διαφορετικά τα θέματα για το αιτητικό του αποκλεισμού της ανταπαίτησης. Η Δ.30 θ.2(α) εμπεριέχει τη δυνατότητα αυτή και σίγουρα κατά το στάδιο της εισαγωγής της αίτησης για οδηγίες ο αιτούμενος τις διάφορες οδηγίες δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο το Δικαστήριο θα εκδώσει ή όχι διάταγμα αποκλεισμού της ανταπαίτησης, οπότε βέβαια και δεν θα διαταχθούν λεπτομέρειες επ΄ αυτής. Συνεπώς, παρόλο που οι λεπτομέρειες που ζητούνται από τους καθ΄ ων είναι εκτεταμένες, εφόσον δεν υπάρχει ένσταση, θα εκδοθεί το σχετικό διάταγμα διότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να οριοθετήσει από μόνο του την ορθότητα των ζητούμενων λεπτομερειών ή και την έκταση αυτών. Όσον αφορά τη Semark, υπάρχουν, όπως προαναφέρθηκε, εξειδικευμένοι λόγοι στην ένσταση με βάση τους οποίους δεν θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα παροχής λεπτομερειών. Οι λεπτομέρειες που ζητούνται από τους αιτητές σε σχέση με τη Semark σχετίζονται με πέντε παραγράφους της υπεράσπισης όπως εξειδικεύονται στην αίτηση και όπως περαιτέρω αναλύθηκαν στην αγόρευση των κ. Μαρκίδη και κ. Ορφανίδη. Οι λεπτομέρειες που ζητούνται σε σχέση με τις παρ. 11 και 14 ανάγονται στην ουσία στον προσδιορισμό του ισχυρισμού της Semark ότι οι ισχυριζόμενες δόλιες μεταβιβάσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες παραγράφους 83 και 97 της έκθεσης απαίτησης, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν είναι ορθά δικογραφημένες. Κατά τον κ. Μαρκίδη, από τη στιγμή που η Semark επέλεξε να θέσει τον ισχυρισμό στην υπεράσπιση της ότι οι αιτούμενες ζημιές δεν είναι ορθά δικογραφημένες, αυτό χρήζει λεπτομερειών διότι είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός. Ως λεπτομέρειες ζητείται να καταγραφούν οι λόγοι «.. πώς και γιατί δεν είναι ορθά δικογραφημένες». Η εισήγηση του συνηγόρου συνεχίζει με τη θέση ότι θα πρέπει οι αιτητές να γνωρίζουν αυτές τις λεπτομέρειες ώστε να μπορούν να απαντήσουν. Δεν υπήρξε αναφορά σε οποιαδήποτε αυθεντία ούτε από τον κ. Μαρκίδη ούτε από τον κ. Ορφανίδη, αλλά με βάση τις γενικές αρχές περί των δικογραφημάτων, κρίνεται ότι δεν εναπόκειται στη Semark να επεξηγήσει οτιδήποτε περαιτέρω γιατί εκείνο το οποίο κατέγραψε στην ουσία είναι την αρνητική τοποθέτηση της ως προς τον τρόπο με τον οποίο αξιώνονται αυτές οι ισχυριζόμενες δόλιες μεταβιβάσεις. Το κατά πόσο έγινε ή όχι ορθή δικογράφηση των αντίστοιχων ισχυρισμών στην έκθεση απαίτησης είναι θέμα που αφορά κατ΄ εξοχήν τους ενάγοντες ως τους διαδίκους που εισήξαν την έκθεση απαίτησης και σ΄ αυτούς εναπόκειται να δικογραφούν ορθά οποιοδήποτε σχετικό ισχυρισμό με βάση τις παραμέτρους που λαμβάνονται από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. Το αν είναι κάποιος ισχυρισμός ορθά ή όχι δικογραφημένος είναι θέμα για το Δικαστήριο να αποφασίσει είτε κατά το στάδιο ενστάσεως στην ακροαματική διαδικασία όταν θα εισάγεται μαρτυρία προς υποστήριξη αυτών των ισχυρισμών, είτε σε κάποια αίτηση ενδεχομένως για διαγραφή. Δεν νοείται να δοθούν λεπτομέρειες για ποιο λόγο δεν είναι κατ΄ ισχυρισμόν ορθά δικογραφημένες κάποιες θέσεις, αλλά εναπόκειται στους αιτητές ενδεχόμενα να επανεξετάσουν από μόνοι τους το δικογράφημα τους και να εισάξουν, αν επιθυμούν, το ενωρίτερο δυνατό τυχόν αίτηση τροποποίησης. Ούτε και χρειάζονται τέτοιες λεπτομέρειες για σκοπούς απάντησης από τους αιτητές, όπως είπε ο κ. Μαρκίδης. Άλλωστε, δεν καταχωρήθηκε καν απάντηση στην υπεράσπιση της Semark, ενώ είναι θέμα καθαρά νομικό αν ένας ισχυρισμός είναι δικογραφημένος ορθά ή όχι και δεν τίθεται θέμα απάντησης επί γεγονότων. Επομένως, δεν μπορούν να διαταχθούν λεπτομέρειες για τις παρ. 11 και 14 της υπεράσπισης της Semark. Το ίδιο σκεπτικό ισχύει και για την παρ. 15 της υπεράσπισης, όπου η Semark θεώρησε ορθό να καταγράψει ότι οι ισχυρισμοί γενικά της έκθεσης απαίτησης είναι «... γενικοί, ασαφείς και αόριστοι, με αποτέλεσμα οι ράγες πάνω στις οποίες πρέπει να βαδίζει η υπόθεση να μην είναι στερεή». Στην ουσία τέτοια δικογράφηση είναι τουλάχιστον ατυχής, αντίκειται στους δικογραφικούς κανόνες και πρόκειται περί επιχειρήματος παρά για καταγραφή ισχυρισμού. Ανεξάρτητα όμως απ΄ αυτό, δεν νοείται να δοθεί οποιαδήποτε λεπτομέρεια ως προς το γιατί η Semark θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης είναι γενικοί, ασαφείς και αόριστοι. Δεν υπάρχει οτιδήποτε ουσιαστικό σ΄ αυτή τη θέση της Semark που πρέπει να γνωρίζουν οι ενάγοντες πέραν του ότι η Semark ουσιαστικά θεωρεί την αξίωση και απαίτηση των εναγόντων ασαφή και αόριστη, ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Τυχόν παροχή λεπτομερειών σε τέτοιου είδους δικογράφηση θα περιπλέξει την όλη θεματολογία αχρείαστα. Εναπόκειται στους ενάγοντες να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους σύμφωνα με το βάρος απόδειξης που φέρουν. Στην ουσία όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί των παρ. 11, 14 και 15, θα μπορούσαν κατ΄ αναλογία να παραλληλισθούν με ισχυρισμούς ενός εναγομένου ότι οι χρεώσεις του ενάγοντα είναι υπερβολικές και παράλογες. Σε τέτοιους ισχυρισμούς δεν διατάσσονται κατά κανόνα λεπτομέρειες, εφόσον το βάρος απόδειξης ότι οι χρεώσεις είναι λογικές ανήκει στον ίδιο τον ενάγοντα (δέστε Annual Practice 1970, σελ. 263, κάτω από τον υπότιτλο «Excessive or unreasonable charges»). Σε σχέση με τις λεπτομέρειες που επιδιώκονται από την παρ. 12(Α) της υπεράσπισης της Semark, για το μόνο που μπορεί να διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών είναι ο χρόνος κατά τον οποίο η συνολική αξία των μετοχών της Softbrands Inc ήταν, κατ΄ ισχυρισμόν της Semark, πέραν των $350 εκατομ. Ο χρόνος είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί ούτως ώστε να έχει άμεση συνάφεια με τα επίδικα γεγονότα και την επίδικη περίοδο. Οι αριθμοί όμως που αναφέρονται από τη Semark δεν χρειάζεται να αναλυθούν από πλευράς υπολογισμού ή της βάσης που χρησιμοποιήθηκε γιατί δεν αποτελεί αξίωση, αλλά ισχυρισμό σε υπεράσπιση. Είναι οι ενάγοντες που πρέπει να αποδείξουν τους δικούς τους ισχυρισμούς ως προς τα ποσά και είναι εκείνοι που πρέπει να φέρουν την ανάλογη μαρτυρία για να θεμελιώσουν τους ισχυρισμούς. Και αυτό είναι ένα δικαίωμα που αναγνωρίζεται και από τη νομολογία, ότι δηλαδή όπου αναφέρεται ένα συνολικό χρηματικό ποσό ως αξίωση, τότε ο εναγόμενος δικαιούται να τύχει αναγκαίων λεπτομερειών ώστε να μπορεί να γνωρίζει τι μαρτυρία θα αντιτάξει ως προς το ποσό το οποίο αξιώνεται. (δέστε Annual Practice 1970, σελ. 267, κάτω από τον υπότιτλο «Lump Sums»). Για ένα εναγόμενο έχει σημασία ο τρόπος υπολογισμού και η συγκεκριμενοποίηση ή η ανάλυση ποσών, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο για τον ενάγοντα ως προς ανάλογους ισχυρισμούς ενός εναγόμενου. Η υπόθεση Perestrello e Companhia Limitada v. United Paints Co. Ltd
(1969)3 All E.R. 479, 485-486, δεν έχει εφαρμογή στα όσα ζητούνται από τους αιτητές. Τέλος, ως προς την παρ. 5 της υπεράσπισης, όπου η Semark έχει επιφυλάξει το δικαίωμα της κατά τη δικάσιμο «.. να αναφερθεί στα πραγματικά και νομικά γεγονότα της παρούσης», επιφύλαξη που σχετίζεται με τη θέση της Semark ότι δεν είναι ο εναγόμενος ο πραγματικός ιδιοκτήτης της, όπως ισχυρίζεται η παρ. 16 της έκθεσης απαίτησης, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να διαταχθούν λεπτομέρειες σε σχέση με οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα που δεν εμπεριέχονται ήδη στην υπεράσπιση, και ιδιαίτερα στην παρ. 5, εφόσον όλα τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία ένας διάδικος βασίζει την αξίωση ή την υπεράσπιση πρέπει να καταγράφονται με βάση τη Δ.19 θ.
  1. Στο Αnnual Practice 1970, σελ. 276, αναγράφεται ότι: «A traverse whether by denial or refusal to admit, must not be evasive but must answer the point of substance.» Με άλλα λόγια, η Semark εάν κατά τη δίκη έχει πρόθεση να βασιστεί και σε άλλα γεγονότα εκτός από αυτά που ήδη κατέγραψε, οφείλει να τα αναφέρει κατά συνοπτικό τρόπο, διότι διαφορετικά τυχόν προσπάθεια εισαγωγής τους κατά τη δικάσιμο θα προκαλέσει έκπληξη στους αιτητές και επομένως δεν θα μπορέσουν καν να αναφερθούν. Τα γεγονότα είναι βέβαια διάφορα από τα νομικά αποτελέσματα επί των οποίων δεν διατάσσεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια. Όσον αφορά τα ζητούμενα διατάγματα αποκάλυψης, και από τους καθ΄ ων και από τη Semark, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι δεν υπάρχει κατ΄ αρχήν οποιοδήποτε πρόβλημα γιατί να μην δοθούν οδηγίες ως προς την έκδοση διατάγματος για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, εάν δεν χρειάζεται γενική ή ουσιαστική αποκάλυψη εγγράφων σε μια υπόθεση (που είναι ένα ουσιαστικό βήμα στην προδικασία), τότε δυνατόν να εκδοθούν διατάγματα για όλα τα υπόλοιπα θέματα ώστε η υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Αν όμως χρειάζεται ουσιαστική αποκάλυψη εγγράφων, τότε το εκδιδόμενο διάταγμα για οδηγίες μπορεί να συνδυάσει την αποκάλυψη εγγράφων με όσα άλλα περισσότερα θέματα είναι αναγκαία ώστε να περισωθούν τα σχετικά έξοδα. Προστίθεται στο Annual Practice 1970, σελ. 390, ότι το απλό γεγονός ότι η αποκάλυψη εγγράφων δεν έχει ζητηθεί και δεν έχει λάβει χώρα με βάση τον εξειδικευμένο θεσμό περί αποκάλυψης, δεν αποτελεί λόγο για τη μη καταχώριση αίτησης για οδηγίες, δεδομένου ότι η αίτηση αυτή «... is tied to the close of pleadings, and not to the completion of discovery». Η επιθεώρηση εγγράφων, που επίσης ζητείται με την επίδικη αίτηση, είναι επίσης δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο έκδοσης οδηγιών, δεδομένου ότι είναι η φυσιολογική επόμενη διαδικασία μετά την αποκάλυψη εγγράφων. Σημειώνεται ότι η Δ.28 θ.5 προνοεί μεν για την υποστήριξη αίτησης επιθεώρησης εγγράφων με ένορκη δήλωση και άρα θα μπορούσαν να ενεργοποιούνταν οι διατάξεις της Δ.30 θ.3, αλλά ο θ.2 προνοεί ρητά ότι το Δικαστήριο δύναται κατά την ακρόαση αίτησης για οδηγίες να εκδώσει διάταγμα και για αποκάλυψη και για επιθεώρηση εγγράφων. Ο κ. Μαρκίδης αγορεύοντας για την αποκάλυψη και την επιθεώρηση των εγγράφων, εισηγήθηκε ότι τα διατάγματα που ζητούνται με τις παρ. 4, 5, 6 και 7 της αίτησης του εναντίον των καθ΄ ων και της Semark είναι τα συνηθισμένα διατάγματα που θα μπορούσαν να εκδοθούν ως θέμα ρουτίνας επί τη βάση μονομερούς αίτησης στηριζόμενος στη Δ.28 θ.
  2. Ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι τα έγγραφα τα οποία επιζητούνται δεν εμπίπτουν κάτω από τη Δ.28 θ.11, αλλά αποτελούν είτε έγγραφα που δικαιωματικά θα μπορούσαν οι αιτητές να λάβουν ως γενική αποκάλυψη ή συγκεκριμένα έγγραφα και πάλι κάτω από τη Δ.28 θ.
  3. Κατά την εισήγηση του, τα έγγραφα αναφέρονται σε κατηγορία εγγράφων και εμπίπτουν στη γενικότερη αποκάλυψη και δεν ζητείται από το Δικαστήριο να διατάξει τους καθ΄ ων να δηλώσουν κατά πόσο συγκεκριμένα έγγραφα βρίσκονται ή όχι στην κατοχή τους, πότε αυτά έπαυσαν να κατέχονται, και τι απέγιναν, ώστε να ενεργοποιούνται οι διατάξεις του θ.11 της Δ.
  4. Η Δ.28 θ.11 πράγματι αναφέρει ότι επί τη αιτήσει οποιουδήποτε διαδίκου και ανεξάρτητα από το κατά πόσο είχε ήδη διαταχθεί ή όχι ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα που να διατάσσει το έτερο μέρος να δηλώσει κατά πόσο συγκεκριμένο έγγραφο ή έγγραφα ή κατηγορία εγγράφων που καθορίζονται στην αίτηση βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή του, πότε τα αποχωρίστηκε και τι απέγιναν. Τέτοια αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που να καθορίζει ότι στην πεποίθηση του ενόρκως δηλούντος το έτερο μέρος έχει ή είχε αυτά τα έγγραφα στην κατοχή του και ότι αυτά σχετίζονται με επίδικο θέμα. Τι είναι που ζητούν οι αιτητές με την αίτηση τους; Ανάγνωση των σχετικών παραγράφων 4, 5, 6 και 7 αποκαλύπτει ότι πέραν της γενικής αποκάλυψης που ζητείται εισαγωγικά, καταγράφονται σωρεία εξειδικευμένων εγγράφων που είτε αναφέρονται στη δικογραφία των καθ΄ ων και της Semark, είτε αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία εγγράφων. Για παράδειγμα, οι παρ. 4(α) και (β) και 7(α) αφορούν έγγραφα που αναφέρονται στην αντίστοιχη υπεράσπιση των καθ΄ ων και της Semark. Γι΄ αυτά τα έγγραφα, καθώς και για άλλα που αναφέρονται στην αίτηση και που έχουν άμεση αντιστοιχία με έγγραφα που κατονομάζονται στις υπερασπίσεις, η ορθή διαδικασία προς χρησιμοποίηση δεν είναι ούτε η Δ.28 θ.1, ούτε η Δ.28 θ.11, αλλά η Δ.28 θ.6, η οποία προνοεί για τη διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις όπου έγγραφο αναφέρεται σε δικόγραφο, λεπτομέρειες ή ένορκη δήλωση. Σε τέτοια περίπτωση, μπορεί να δοθεί ειδοποίηση για την προσαγωγή αυτών των εγγράφων με βάση το έντυπο αρ. 23, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσης με αυτή την ειδοποίηση, τότε δεν μπορεί να εισαχθεί η μαρτυρία για τα έγγραφα αυτά, εκτός αν δικαιολογηθεί αυτή η παράλειψη επί ταυτόχρονη ποινή καταβολής των σχετικών εξόδων. Όσον αφορά τα υπόλοιπα έγγραφα, των οποίων η αποκάλυψη ζητείται, και που δεν εμπίπτουν στα εισαγωγικά αιτητικά των προαναφερθέντων παραγράφων της αιτήσεως, δεν υπάρχει κατά το Δικαστήριο αμφιβολία ότι πρόκειται για ιδιαίτερα έγγραφα ή κατηγορία εγγράφων και τα οποία κατονομάζονται ως τέτοια στην αίτηση, διαφορετικά οι αιτητές θα αρκούνταν στο αίτημα για γενική αποκάλυψη όλων των εγγράφων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα κατά τις πρόνοιες της Δ.28 θ.
  5. Τόσο τα έγγραφα που αναφέρονται στη δικογραφία των υπερασπίσεων, όσο και τα υπόλοιπα έγγραφα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εμπίπτοντα στη γενική κατηγορία εγγράφων της Δ.28 θ.1, διαφορετικά οι αιτητές δεν θα τα εξειδίκευαν, όπως το έχουν πράξει. Επομένως, η χρήση της Δ.28 θ.11 είναι αναγκαία εφόσον η αίτηση αναφέρεται σε ειδικά έγγραφα ή κατηγορία εγγράφων για την οποία και θα χρειαζόταν, εάν εισαγόταν η αίτηση αυτόνομα και όχι κάτω από τη Δ.30, σχετική ένορκη δήλωση η οποία πρέπει να δείχνει τον λόγο που τα έγγραφα αυτά είναι αναγκαία, ότι στην πεποίθηση του ενόρκως δηλούντος τα έγγραφα βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή του αντιδίκου και τέλος ότι σχετίζονται με κάποιο ή κάποια από τα επίδικα θέματα. Ο θ.3 της Δ.30 εξαιρεί τις περιπτώσεις εκείνες που ο αιτητής επιλέγει στην αίτηση για οδηγίες να εισάξει και αίτημα για την έκδοση διατάγματος το οποίο αν εισαγόταν ξέχωρα θα χρειαζόταν να υποστηριχθεί από ένορκη δήλωση. Ο θ.11 της Δ.28 καθιστά σαφέστατο ότι τέτοια ένορκη δήλωση χρειάζεται. Έπεται ότι η χρήση ένορκης δήλωσης για όλα αυτά τα έγγραφα ήταν αναγκαία και στην απουσία τέτοιας, δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης. Η Δ.28 θ.11 έχει αντιστοιχία με το παλαιό O.31 και μεταγενέστερα με το Ο.24 r.7, σύμφωνα με τα Annual Practices των 1958 και
  6. Από την ανάγνωση των σχολίων στα πιο πάνω συγγράμματα, φανερώνεται ότι η εξειδικευμένη αυτή πρόνοια για την κατηγορία των εγγράφων αυτών κατέστη αναγκαία διαφοροποιώντας την παλαιότερη πρακτική, όπου δεν χρειαζόταν ένορκη δήλωση. Η Δ.28 θ.11 έχει χρησιμότητα όταν η αίτηση στοχεύει στην αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων για τα οποία ο αιτητής μπορεί να πιστεύει ότι ο αντίδικος του τα είχε στην κατοχή του αλλά δεν τα απεκάλυψε με ένορκη δήλωση κάτω από τη γενική αποκάλυψη που προνοείται από τη Δ.28 θ.
  7. Είναι γι΄ αυτό που η αίτηση κάτω από τον θ.11 μπορεί να εισαχθεί ακόμη και μετά την καταχώριση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Η χρήση της φράσης «generally or limited» που απαντάται στον θ.1 της Δ.28, δεν έχει την έννοια που προσπάθησε να αποδώσει ο κ. Μαρκίδης, ότι δηλαδή η αποκάλυψη μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένη κατηγορία εγγράφων και αυτό διότι εάν θα μπορούσε η γενική αποκάλυψη να περιορισθεί σε κατηγορία εγγράφων τέτοια όπως την επιζητεί ο κ. Μαρκίδης με την αίτηση του, τότε η Δ.28 θ.11 θα ήταν άνευ σημασίας. Ο περιορισμός της γενικής αποκάλυψης κάτω από τον θ.1 σε κατηγορία εγγράφων αναφέρεται μάλλον στις περιπτώσεις που δεν ζητείται μια γενική αποκάλυψη εγγράφων, αλλά ίσως λόγω των επιδίκων θεμάτων να περιορίζεται σε συγκεκριμένη κατηγορία εγγράφων που έχουν αντιστοιχία στις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Με άλλα λόγια, τα εξειδικευμένα έγγραφα ή κατηγορία εγγράφων που εννοούνται κάτω από τη θ.11, δεν μπορούν ταυτόχρονα να εμπίπτουν στην κατηγορία του «limited to certain classes of documents» του θ.1 της Δ.
  8. Είναι φανερό ότι οι αιτητές με την αίτηση τους ζητούν έγγραφα με αφορμή τις καταχωρηθείσες υπερασπίσεις και εξαιτίας αυτών. Γι΄ αυτό είναι που εμπίπτουν στις πρόνοιες του θ.
  9. Ορθότερο θα ήταν οι πρόνοιες της Δ.11 να τύχουν της προσοχής των αιτητών μετά τη γενική αποκάλυψη που ζητούν εναντίον των καθ΄ ων και της Semark. Σ΄ αυτό το στάδιο θα μπορούσε να λεχθεί πρόσθετα ότι αποκάλυψη όλων των επιμέρους αυτών εγγράφων δεν είναι «.. necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs», όπως αναφέρεται στη Δ.28 θ.1, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν την ανάλυση επί της σχετικής ένστασης της Semark για τη χρήση της Δ.28 θ.11 και το Δικαστήριο κρίνει ορθό να μην διαταχθεί η αποκάλυψη όλων αυτών των εγγράφων. Όσον αφορά την ένσταση των καθ΄ ων, αυτή, όπως και στο θέμα των λεπτομερειών, δεν εγείρει παρόμοια ένσταση επί της ουσίας των αιτουμένων διαταγμάτων αποκάλυψης και επιθεώρησης. Κρίνεται όμως ότι εφόσον η ίδια η αίτηση για οδηγίες έπρεπε στο σημείο αυτό να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, δεν μπορεί, χάριν λογικής ακολουθίας, να διαταχθούν οι καθ΄ ων να προβούν σε τέτοια αποκάλυψη τη στιγμή που το Δικαστήριο δεν έχει εγκρίνει παρόμοια αποκάλυψη από τη Semark. Μοιραίως δεν θα εκδοθεί διαταγή ούτε για τους καθ΄ ων. Επί των υπολοίπων ενστάσεων των καθ΄ ων, εκείνο το οποίο αμφισβητείται είναι η χρήση της κλήσης για οδηγίες προς το σκοπό έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης, επιδιώκοντας τις ίδιες θεραπείες που είχαν χορηγηθεί στα πλαίσια του προσωρινού διατάγματος ημερ. 21.7.
  10. Ως προς αυτό το ζήτημα κρίνεται ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα στην έκδοση διαταγής αποκάλυψης, διότι ο σκοπός της έκδοσης διατάγματος στα πλαίσια προσωρινού μέτρου έγινε επί τη βάση άλλων νομοθετικών προνοιών και της νομολογίας, ενώ η νομική βάση πάνω στην οποία ζητείται τώρα η αποκάλυψη είναι διάφορος. Ο σκοπός του προσωρινού διατάγματος περιορίζεται στα πλαίσια της διαφύλαξης της περιουσίας των καθ΄ ων και οποιαδήποτε αποκάλυψη εγγράφων είχε διαταχθεί στα πλαίσια εκείνα σχετιζόταν με εκείνο το συγκεκριμένο αντικείμενο. Η αποκάλυψη εγγράφων που ζητείται είτε κάτω από τη Δ.28, είτε κάτω από την αίτηση για οδηγίες με βάση τη Δ.30, εξυπηρετεί ένα πολύ διαφορετικό σκοπό και αυτός είναι η προετοιμασία του εδάφους με τον κατάλληλο τρόπο για να εκδικαστεί στην ουσία της η υπόθεση. Σκοπός της αποκάλυψης εγγράφων εκατέρωθεν είναι η περίσωση δικαστικού χρόνου, αλλά και η σμίκρυνση των επιδίκων θεμάτων, εφόσον μέσα από τα αποκαλυφθέντα έγγραφα οι διάδικοι είναι σε θέση να τοποθετηθούν ακριβέστερα ως προς τις δικογραφημένες θέσεις τους προσάγοντας έτσι και την ανάλογη μαρτυρία. Δεν υπάρχει επομένως κανένας αποχρών λόγος γιατί να μην διαταχθεί για τους καθ΄ ων (αλλά και για τη Semark) η γενική αποκάλυψη και η επιθεώρηση των εγγράφων ως η αίτηση. Όσον αφορά το αίτημα για αποκλεισμό της απαίτησης του εναγόμενου 1, στο μέτρο που αυτή αφορά τον Ρόη Πογιατζή, αυτό έχει ως βάση, στην ουσία, τη Δ.21 θ.10, η οποία δίδει ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει τον αποκλεισμό ανταπαίτησης όταν ο ενάγων ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που γίνεται διάδικος με την ανταπαίτηση ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να είχε εγερθεί άλλη ανεξάρτητη αγωγή και όχι να εξετασθεί το θέμα στα πλαίσια ανταπαίτησης. Η αντίστοιχη Αγγλική Διαταγή Ο.21 r.15, σχολιάζεται στο Annual Practice του 1958, σελ. 506-507, ως δίδουσα το δικαίωμα στις κατάλληλες περιπτώσεις να αποκλεισθεί η ανταπαίτηση, μεταξύ άλλων, και για τον λόγο ότι θα επέφερε μη αναγκαία ή μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής ή ότι η εκδίκαση της ανταπαίτησης θα επέφερε αμηχανία ή άλλως πως δυσχέρεια στον αντίδικο. Στη Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 A.A.Δ 710, αναφέρθηκε ότι παρά το γεγονός ότι η δικονομική αυτή πρόνοια δεν παρέχει τις παραμέτρους ενάσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου, εντούτοις, σκοπός είναι η με τέτοιο τρόπο άσκηση αυτής της ευχέρειας ούτως ώστε να εξυπηρετούνται τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της απονομής της δικαιοσύνης, που σχετίζονται βέβαια με την όσο το δυνατό απρόσκοπτη διεξαγωγή και τελεσφόρηση της δίκης, ούτως ώστε να αποκλείεται η ανταπαίτηση οποτεδήποτε θεωρείται υπό το φως των γεγονότων της συγκεκριμένης υπόθεσης, ότι η εκδίκαση της δεν θα ήταν πρόσφορος ή θα προκαλούσε δυσχέρεια στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Εξηγείται ταυτόχρονα ότι η ανταπαίτηση γενικά ως δικονομικός θεσμός, που στόχο έχει την αποφυγή πολλαπλασιασμού αγωγών και τη δημιουργία αχρείαστων εξόδων, δεν είναι ανάγκη να έχει πάντοτε συνάφεια με τα επίδικα θέματα της αγωγής, η δε σχετικότητα ή συνάφεια των θεμάτων δεν αποτελεί ανελαστικό παράγοντα ή κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Στην υπόθεση Βeddall v. Maitland 17 Ch. D. 181 αναφέρθηκε από τον Fry J. ότι η ανταπαίτηση δεν χρειάζεται να είναι «an action of the same nature as the original action». Προστίθεται ότι με τη Δ.21 θ.θ.8, 9 και 10, ένας ανταπαιτών εναγόμενος μπορεί να συνενώσει στην αίτηση του και άτομο άλλο από τον ενάγοντα. Το Δικαστήριο έχει αναλογισθεί με προσοχή την εισήγηση του κ. Μαρκίδη και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ασκήσει την ευχέρεια του εναντίον της αποδοχής αυτού του μέρους της αίτησης για τους εξής λόγους: (
  1. i)Υπάρχει θεματική συνάφεια μεταξύ της αγωγής των εναγόντων εναντίον των καθ΄ ων, και ιδιαίτερα του εναγόμενου 1, με την ανταπαίτηση που εγείρει ο τελευταίος εναντίον του Πογιατζή. Ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαφιλίππου στην αγόρευση του ότι σε πλείστες όσες παραγράφους της απαίτησης γίνεται αναφορά στον Ρόη Πογιατζή, όπως είχε γίνει άλλωστε κατά κόρον αναφορά και κατά τη διάρκεια της εκδίκασης του προσωρινού διατάγματος, όπου είχαν εισαχθεί ισχυρισμοί εκατέρωθεν για την όλη εμπλοκή του Πογιατζή στην υπόθεση. Η εμπλοκή αυτή είναι φανερή, για παράδειγμα, από τις παρ. 5(ε) & (στ), 6, 12, 18(γ), 23(δ) και 34, για να μνημονευθούν μόνο ορισμένες από τις παραγράφους, στις οποίες αναφέρεται ο Πογιατζής. Και δεν γίνεται απλή αναφορά στο όνομα του, αλλά ο ισχυρισμός των εναγόντων είναι ότι ο εναγόμενος 1 ενήργησε τη συνδρομή ή σε συνωμοσία με τον Πογιατζή για την καταδολίευση τους. Είναι επομένως φανερό ότι θεματικά η ανταπαίτηση που στρέφεται εναντίον του Πογιατζή από τον εναγόμενο 1 είναι απόλυτα συνδεδεμένη και με την αξίωση των εναγόντων εφόσον η υπεράσπιση και ανταπαίτηση φέρει τον Πογιατζή ως τον ιθύνοντα νου των ισχυριζόμενων κατά τους ενάγοντες πράξεων που επέφεραν σε αυτούς ζημιά, σε χρόνο μάλιστα που ο εναγόμενος 1 απουσίαζε από την Αμερική. (
  2. ii)Μεταγενέστερα της καταχώρισης της επίδικης αίτησης και με τη διαδικασία που προαναφέρθηκε κατέστη δυνατή η επίδοση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης στον Ρόη Πογιατζή, οπότε και οι φόβοι του κ. Μαρκίδη, ότι δεν θα επιτυγχανόταν επίδοση λόγω της αγνώστου διαμονής του Πογιατζή, έχουν παρέλθει. Η διαδικασία έχει νομότυπα προχωρήσει όσον αφορά τον Πογιατζή. (iii) Δεν είναι νοητό σε μια εξαιρετικά περίπλοκη υπόθεση όπως την παρούσα να γίνεται λόγος για καθυστέρηση, που είναι και η ουσιαστική επιχειρηματολογία του κ. Μαρκίδη για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης, επειδή έχει ασκήσει ο εναγόμενος 1 το νόμιμο δικαίωμα του να συνενώσει τον Ρόη Πογιατζή ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο. Δεν μπορεί να λεχθεί βάσιμα ότι εξαιτίας της ανταπαιτήσεως αυτής ο εναγόμενος 1 στοχεύει αποκλειστικά και μόνο στη διαιώνιση ή τον εκτροχιασμό της παρούσας υπόθεσης. Είναι φανερό από το φάκελο της διαδικασίας ότι τα γεγονότα είναι ιδιαίτερα περιπλεγμένα, υπάρχει τεράστιος αριθμός εγγράφων, οι δε συνήγοροι μέχρι στιγμής έχουν εκατέρωθεν καταχωρίσει πλείστες όσες αιτήσεις, οι οποίες έχουν ήδη εκδικαστεί ή είναι στο στάδιο της εκδίκασης, επιμηκύνοντας έτσι, κάποτε αχρείαστα, την όλη απρόσκοπτη πορεία της υπόθεσης. Αν ο Πογιατζής καταχωρίσει εμφάνιση και στα πλαίσια αυτά θελήσει να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα είτε για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είτε άλλως πως, αυτό είναι ένα δικαίωμα το οποίο δεν μπορεί να του στερηθεί, έστω και αν θα σημαίνει ανάλογη επιβράδυνση της εξέτασης της ουσίας της αξίωσης των εναγόντων. Άλλωστε εκκρεμούν ακόμη προς εκδίκαση διάφορες αιτήσεις μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων. Με βάση όλη την πιο πάνω ανάλυση, εκδίδονται τα ακόλουθα Διατάγματα: (α) Διάταγμα όπως οι καθ΄ ων καταχωρίσουν εντός 60 ημερών από σήμερα περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της υπεράσπισης τους, όπως ζητείται στην παρ. 1 της αιτήσεως. (β) Διάταγμα όπως ο εναγόμενος 1 καταχωρίσει εντός 60 ημερών από σήμερα περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες επί της ανταπαιτήσεως του εναντίον των εναγόντων, όπως ζητείται στην παρ. 2 της αίτησης. (γ) Διάταγμα όπως η Semark καταχωρίσει εντός 15 ημερών από σήμερα περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της υπεράσπισης της όσον αφορά: (
  3. i)τυχόν περαιτέρω πραγματικά γεγονότα που έχουν επιφυλαχθεί να αναφερθούν στην παρ. 5 της υπεράσπισης, (
  4. ii)του χρόνου που αναφέρεται στην παρ. 12(Α) της υπεράσπισης κατά τον οποίο η αξία των μετοχών της Softbrands Inc. ήταν πέραν των $350 εκατομ. (δ) Διάταγμα όπως οι καθ΄ ων καταχωρίσουν εντός 60 ημερών από σήμερα ένορκη δήλωση αποκάλυψης όλων των εγγράφων που βρίσκονταν ή βρίσκονται στην κατοχή και/ή υπό τη φύλαξη και/ή υπό τον έλεγχο τους και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. (ε) Διάταγμα όπως ο εναγόμενος 1 καταχωρίσει εντός 60 ημερών από σήμερα ένορκη δήλωση αποκάλυψης όλων των εγγράφων που βρίσκονταν ή βρίσκονται στην κατοχή και/ή φύλαξη και/ή έλεγχο του σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ανταπαίτησης του εναντίον των εναγόντων. (στ) Διάταγμα όπως ο εναγόμενος 2 αποκαλύψει ενόρκως εντός 60 ημερών από σήμερα όλα τα έγγραφα που βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή και/ή φύλαξη και/ή έλεγχο του σε σχέση με τα επίδικα θέματα. (ζ) Διάταγμα όπως η Semark αποκαλύψει ενόρκως εντός 60 ημερών από σήμερα όλα τα έγγραφα που βρίσκονταν ή βρίσκονται στην κατοχή και/ή φύλαξη και/ή έλεγχο της και που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. (η) Διάταγμα όπως τόσο οι καθ΄ ων όσο και η Semark προσαγάγουν προς επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων από τους ενάγοντες όλα τα έγγραφα τα οποία θα αποκαλυφθούν από αυτούς συμφώνως των πιο πάνω Διαταγών εντός 30 ημερών μετά την καταχώριση των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων τους. Τα αιτητικά των παρ. 9 και 10 απορρίπτονται ως αποσυρθέντα και με την επιφύλαξη που έθεσε ο κ. Μαρκίδης. Το αιτητικό της παρ. 11 της αίτησης, καθώς όλα τα υπόλοιπα αιτητικά, είτε με αναφορά στις λεπτομέρειες που ζητούνται από τη Semark, είτε με αναφορά στην αποκάλυψη όλων των εξειδικευμένων εγγράφων ή κατηγορία εγγράφων που αναφέρονται στις παρ. 4-7 της αίτησης, απορρίπτονται. Ενόψει της πολυπλοκότητας των επίδικων θεμάτων αφενός και της εργασίας που πρέπει να γίνει από τους καθ΄ ων και τη Semark σε σχέση με την παροχή λεπτομερειών και την αποκάλυψη εγγράφων, αλλά και λόγω της εκκρεμοδικίας και άλλων αιτήσεων μεταξύ των διαδίκων, μία εκ των οποίων είναι ορισμένη για ακρόαση στις 20.12.06 και άλλη στις 15.1.07, θεωρείται ορθό όπως μη δοθεί ακόμη οποιαδήποτε ημερομηνία για ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Όσον αφορά τα έξοδα, θεωρείται λογικό όπως επιδικαστούν υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων και της Semark, αλλά μόνο κατά το ήμισυ, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.