← Κύπρος

CHARBONDED LIMITED ν. TEP LIFTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 473/01., 22 Δεκεμβρίου, 2006

CHARBONDED LIMITED ν. TEP LIFTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 473/01., 22 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 473/

  1. Μεταξύ: CHARBONDED LIMITED. Ενάγοντες. - και - TEP LIFTS LIMITED. Εναγόμενοι. Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου,
  2. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Μ. Βορκάς. Για τους εναγόμενους: Οι κ.κ. Α. Μάγος και Α. Προεστός. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήσαν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομοτύπως εγγεγραμμένη συμφώνως των προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, με έδρα τη Λευκωσία (όπως και οι εναγόμενοι), τυγχάνουν δε, ιδιοκτήτες υποστατικού που βρίσκεται στο Μπλοκ Β, στην ανατολική πλευρά του ακινήτου με αριθμό εγγραφής F923, Φ.Σχ.ΧΧΙ/47 Ε.1, τεμάχιο 751, εκτάσεως 344τ.μ., στην οδό Κολοκοτρώνη 37, στο Καϊμακλί («το υποστατικό»). Αποτελεί εκδοχή των εναγόντων ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 1.11.93, ως το τεκμήριο 1 («η συμφωνία»), οι ενάγοντες συμφώνησαν να πουλήσουν το υποστατικό προς τους εναγόμενους έναντι τιμήματος πώλησης Λ.Κ.63.000,
  3. Συμφωνήθηκε επίσης όπως οι εναγόμενοι καταβάλουν Λ.Κ.5.000,00, ως προκαταβολή, με την υπογραφή της συμφωνίας, Λ.Κ.5.000,00, μέχρι την 30.12.93, ενώ το υπόλοιπο ποσό ύψους Λ.Κ.53.000,00, θα πληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.700,
  4. Η μεταβίβαση του υποστατικού στο όνομα των εναγομένων θα γινόταν με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης μαζί με τους τόκους προς 9% το χρόνο. Τα μεταβιβαστικά έξοδα καθώς και οι κτηματικοί και άλλοι φόροι από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, θα να πληρώνονταν από τους εναγόμενους. Όλοι οι όροι της συμφωνίας ήσαν ουσιώδεις. Οι ενάγοντες, έχοντας εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια (βλ. τεκμήρια 21 και 22) και άδεια οικοδομής (βλ. τεκμήρια 10, 23 και 24), στις 16.3.98, υπέβαλαν αίτηση για διαίρεση που έφερε ημερομηνία 11.3.98 (βλ. τεκμήριο 25), επειδή όμως οι οικοδομές μέσα στο επίδικο τεμάχιο δε διέθεταν πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, μετά από επιθεώρηση της αρμόδιας αρχής, κατέστη αναγκαία η επιβολή συγκεκριμένων όρων προς τους ενάγοντες έτσι ώστε το αίτημά τους να υλοποιηθεί (βλ. τεκμήριο 2). Μετά από αυτό, ακολούθησε αποστολή από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους, της επιστολής - τεκμήριο 3, καθώς και επιστολής προς το Δήμο Λευκωσίας στις 12.1.99, με την οποία πληροφορούσαν την αρμόδια αυτή αρχή ότι οι εναγόμενοι δε δέχονταν να μετακινήσουν τα παράνομα υποστατικά και ζητούσαν τη συνδρομή της για μετακίνησή τους (βλ. τεκμήριο 4). Οι εναγόμενοι πλήρωσαν προς τους ενάγοντες την προκαταβολή, καθώς και τη δεύτερη δόση του ποσού των Λ.Κ.5.000,00, όπως επίσης και συνολικό ποσό Λ.Κ.32.900,00, που αναλογούσε στις μηνιαίες δόσεις μέχρι και το Δεκέμβριο του
  5. Έκτοτε κανένα άλλο ποσό δεν πλήρωσαν. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 17.7.00 (βλ. τεκμήριο 11), κάλεσαν τους εναγόμενους, όπως μέσα σε επτά μέρες από τη λήψη της, ξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο εκ Λ.Κ.20.100,00, πλέον τόκους και όπως μετακινήσουν από το υποστατικό όλα τα αντικείμενα που είχαν τοποθετήσει παρανόμως με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η έκδοση άδειας διαίρεσης και ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το υποστατικό από την αρμόδια αρχή, όπως έπραξαν και στις 3.12.98 (βλ. τεκμήριο 3), έτσι ώστε να τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας για μεταβίβαση του υποστατικού (βλ. τεκμήριο 28). Οι εναγόμενοι, αν και παρέλαβαν την επιστολή, αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις και υποδείξεις των εναγόντων (βλ. τεκμήριο 5), με συνεπακόλουθο, οι τελευταίοι, να προχωρήσουν σε γραπτό τερματισμό της συμφωνίας με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 26.7.00, με την οποία καλούσαν τους εναγόμενους να εγκαταλείψουν το υποστατικό παραδίνοντας τους ελεύθερη και κενή κατοχή μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής (βλ. τεκμήριο 6), κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από τους εναγόμενους οι οποίοι με επιστολή τους ημερομηνίας 24.8.00, χαρακτήρισαν τον τερματισμό απαράδεκτο (βλ. τεκμήριο 7). Ως εκ τούτων, οι ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου για παράδοση ελεύθερης κατοχής του υποστατικού, Λ.Κ.500,00, μηνιαίως, ως απώλεια ενοικίου και/ή χρήσης του μέχρι παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής, γενικές αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που υπέστησαν, καθώς και διάταγμα επαναφοράς στην προτεραία του κατάσταση, μαζί με αντίστοιχη επιδίκαση αποζημιώσεων για όσον ποσό ήθελεν απαιτηθεί για κάτι τέτοιο. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν τη συμφωνία, ισχυρίζονται όμως ότι υπήρξε και παράλληλη προφορική συμφωνία με τους ενάγοντες με την οποία οι τελευταίοι αναλάμβαναν την υποχρέωση να τούς μεταβιβάσουν το υποστατικό αφού προηγουμένως λάμβαναν τα αναγκαία μέτρα προς έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Τούτου δοθέντος, κατέβαλαν στους ενάγοντες μέχρι το 1997, ποσό Λ.Κ.42.900,
  6. Ήσαν συνεπέστατοι στην πληρωμή των μηνιαίων δόσεων, συμφώνως των όρων της συμφωνίας. Πάρα πολλές φορές καλούσαν τους ενάγοντες να προχωρήσουν στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου και οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό να το κατέβαλλαν ταυτοχρόνως με τη μεταβίβαση. Οι ενάγοντες δεν κατόρθωσαν να το μεταβιβάσουν στη βάση των συμφωνηθέντων, με αποτέλεσμα να απευθυνθούν προς αυτούς γραπτώς στις 20.7.00, πληροφορώντας τους ότι ήσαν πρόθυμοι να πληρώσουν αμέσως το υπόλοιπο με τους τόκους και συνάμα να μετακινήσουν από το χώρο του υποστατικού ό,τι έπρεπε να μετακινηθεί απ΄ αυτά που απαιτούσαν οι ενάγοντες. Ταυτοχρόνως, καλούσαν τους ενάγοντες όπως μέσα σε επτά μέρες από τη λήψη της επιστολής, καθορίσουν μέρα και ώρα για μετάβαση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για να λάβει χώραν η σχετική μεταβίβαση και η καταβολή των οφειλομένων. Η απάντηση των εναγόντων ήταν ο τερματισμός της συμφωνίας με την επιστολή - τεκμήριο
  7. Κατέχουν νόμιμα το υποστατικό, με μοναδικό υπαίτιο παράβασης των συμφωνηθέντων, τους ενάγοντες από τους οποίους ανταπαιτούν την έκδοση διατάγματος μεταβίβασης του υποστατικού στο όνομά τους ή διαζευκτικώς, επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.42.900,00, που πλήρωσαν σε αυτούς και το οποίο κατακρατούν παρανόμως από την 1.11.93, πλέον τους αναλογούντες τόκους δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και γενικές αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που υπέστησαν. Για την πλευρά των εναγόντων έδωσαν προφορική μαρτυρία οι Χαρίλαος Αλωνεύτης, διευθυντής τους (ΜΕ1), Κωνσταντίνος Λοϊζίδης, φωτογράφος (ΜΕ2), Δημήτρης Δημητρίου, υπάλληλος στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Λευκωσίας (ΜΕ3), Μιχαλάκης Αλωνεύτης, γιος του Χαρίλαου Αλωνεύτη και διοικητικός σύμβουλος των εναγόντων (ΜΕ4) και Κώστας Γεωργίου, εκτιμητής ακινήτων (ΜΕ5). Για τους εναγόμενους έδωσαν μαρτυρία οι Δημήτρης Θεοδοσίου, πρώην διευθυντής τους (ΜΥ1), Αντώνης Λοϊζου, εκτιμητής ακινήτων (ΜΥ2) και Ανδρέας Παναγή, διευθυντής των εναγομένων (ΜΥ3). Οι Χαρίλαος και Μιχαλάκης Αλωνεύτης, αναφέρθηκαν στη συνομολόγηση της συμφωνίας και στη μεταγενέστερη συμπεριφορά των εναγομένων αναφορικά με τη τήρηση των όρων της, ο Κωνσταντίνος Λοϊζίδης εξήγησε κάποιες φωτογραφίες του υποστατικού που έβγαλε και εμφάνισε ο ίδιος (βλ. τεκμήρια 12-20), ο Δημήτρης Δημητρίου είπε για τους όρους που έπρεπε να τηρούσαν οι ενάγοντες προς υλοποίηση της διαδικασίας διαχωρισμού του ακινήτου στο οποίο βρισκόταν το υποστατικό και στο γεγονός ότι οι όροι αυτοί, τελικώς, δεν τηρήθηκαν, ενώ ο Κώστας Γεωργίου, κατάθεσε και επεξήγησε το περιεχόμενο έκθεσης εκτίμησης που σύνταξε αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του υποστατικού (βλ. τεκμήριο 31). Εκ πλευράς εναγομένων, ο Δημήτρης Θεοδοσίου αναφέρθηκε στις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας και στο τι επακολούθησε, τονίζοντας ότι κατά την υπογραφή της τούς λέχθηκε από το Χαρίλαο Αλωνεύτη ότι θα εκδιδόταν ξεχωριστός τίτλος για το υποστατικό εντός χρονικού διαστήματος έξι μηνών περίπου από την υπογραφή, κάτι το οποίο, τελικώς, δεν υλοποιήθηκε εξ υπαιτιότητας των εναγόντων. Ο Αντώνης Λοϊζου κατάθεσε και επεξήγησε το περιεχόμενο έκθεσης εκτίμησης σε σχέση με την αξία του υποστατικού (βλ. τεκμήριο 36), ενώ ο Ανδρέας Παναγή, ως μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος των εναγομένων, αναφέρθηκε στη συμφωνία και στις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν, καθώς επίσης και σε αυτά που επακολούθησαν στα πλαίσια προσπαθειών τήρησης των συμφωνηθέντων όρων. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο, ότι κάθε αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, πλην του τεκμήριου για αναγνώριση 10 το οποίο δεν κατατέθηκε, τελικώς, ως κανονικό τεκμήριο στη διαδικασία, αν και άλλο, πανομοιότυπο με αυτό, κατατέθηκε ως τεκμήριο 26), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης τους στην απόφαση (Βλ. Al Watani και Άλλου v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Οι επιστολές - τεκμήρια 5 και 7, στάλθηκαν από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους, με αποτέλεσμα η αξιολόγηση του περιεχομένου τους να λάβει χώρα συμφώνως των περιορισμών και καθοδηγήσεων που προβλέπει η σχετική νομολογία (βλ. Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης
(1994), σελ. 118-120). Κατά τις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικεντρώθηκαν σε ανάλυση της μαρτυρίας και στην ερμηνεία της συμφωνίας, με παραπομπή στη σχετική νομοθεσία και νομολογία, καλώντας το Δικαστήριο να δεχθεί, ο κάθε ένας για τους δικούς του λόγους, την εκδοχή και θέσεις που πρέσβευε. Πλην του Κώστα Γεωργίου (ΜΕ5), οι υπόλοιποι μάρτυρες των εναγόντων μού δημιούργησαν θετική εντύπωση. Ήσαν σαφείς και περιεκτικοί στις απαντήσεις τους. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν με κανένα τρόπο δεν επηρέασαν το θετικό της συνολικής εικόνας που εξέπεμψαν. Τουναντίον, ενίσχυσαν τη μαρτυρία τους ως παρατεθείσα χωρίς προκατασκευή και προσυνεννόηση. Η σύνοψη της μαρτυρίας τους, όπως διατυπώθηκε πιο πάνω, καθίσταται και συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου. Θετική εντύπωση μού προξένησε επίσης και ο Αντώνης Λοϊζου (ΜΥ2), ο οποίος, σε αντίθεση με τον Κώστα Γεωργίου, εφοδίασε το Δικαστήριο με το κατάλληλο εκείνο υπόβαθρο έτσι ώστε να μπορεί, το ίδιο, να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, ανεξαρτήτως, ασφαλώς, του κατά πόσον η μαρτυρία του έχει την κατάλληλη βαρύτητα προς στοιχειοθέτηση της προβαλλόμενης εκδοχής. Ο Κώστας Γεωργίου μού προξένησε πάρα πολύ άσχημη εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν αόριστη και συγκεχυμένη, η δε έκθεση πραγματογνωμοσύνης που παρουσίασε, ουσιωδώς ελλιπής και σε κάποιο βαθμό παραπλανητική. Παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι δεν έλαβε υπόψη ενοικιάσεις που είχαν περίπου τα ίδια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά, όπως είπε, με το επίδικο υποστατικό έτσι ώστε να τις συνυπολογίσει κατά την υιοθέτηση της συγκριτικής βάσης εκτίμησης. Παραδέχθηκε επίσης ότι δεν αξιολόγησε το γεγονός ότι το επίδικο υποστατικό διέπεται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83, όπως τροποποιήθηκε, γεγονός που ιδωμένο από μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, θα μπορούσε, πράγματι, να επιδράσει, προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, στον υπολογισμό της ενοικιαστικής αξίας του υποστατικού (βλ. Aldwych Club v Copthall
(1962)185 E.G.289). Δεν ήταν επίσης σε θέση να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με την ενοικίαση των συγκριτικών ενοικίων που παρουσίασε, κάτι το οποίο θα μπορούσε να προσδώσει στην αναφυόμενη εικόνα, διαφορετική διάσταση[1] - και αυτό, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν υπήρξε ουσιώδης αντεξέταση πάνω στην πτυχή αυτή, μια και, θεωρώ, ότι είχε ευρύτερη υποχρέωση παράθεσης μιας όσον το δυνατόν περιεκτικότερης γνώμης έτσι ώστε να παρείχε στο Δικαστήριο τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της μαρτυρίας προς εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων. Απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Αρνητική εντύπωση μού δημιούργησαν και οι υπόλοιποι μάρτυρες υπεράσπισης, πλην ασφαλώς του Αντώνη Λοϊζου. Ήσαν γενικόλογοι και δεν απαντούσαν ευθέως στις ερωτήσεις που τούς υποβάλλονταν. Προσπάθησαν να προωθήσουν μια προκατασκευασμένη εκδοχή με σκοπό την εξυπηρέτηση, αποκλειστικώς, των συμφερόντων των εναγομένων, υπεράνω κάθε άλλης υποχρέωσης. Δε μπορεί να μη γίνει αναφορά και στο γεγονός ότι, ενώ η γενικότερη γραμμή της υπεράσπισης ήταν η ύπαρξη παράλληλης προφορικής συμφωνίας με τους ενάγοντες, ο Δημήτρης Θεοδοσίου (ΜΥ1), προώθησε θέση εκ διαμέτρου αντίθετη κατά την προφορική του μαρτυρία. Αυτά, βεβαίως αφορούν στην αξιοπιστία της προβληθείσας εκδοχής και τίποτε περισσότερο. Πάνω σε αυτή την πτυχή θα επανέλθω λίγο πιο κάτω. Απορρίπτω λοιπόν και αυτών των μαρτύρων τη μαρτυρία ως αναξιόπιστη. Δέχομαι την εκδοχή των εναγόντων ως αληθινή και απορρίπτω αυτή των εναγομένων ως αναληθή. Πέραν των ευρημάτων που θα ακολουθήσουν, συνακόλουθο εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί και το περιεχόμενο της σύνοψης της εκδοχής των εναγόντων όπως παρατέθηκε πιο πάνω. Η θέση των εναγομένων περί ύπαρξης παράλληλης προφορικής συμφωνίας, δε βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που κρίθηκε ως αξιόπιστη. Αν και το όλον ζήτημα είναι, κυρίως, νομικό και ο μάρτυρας έχει ήδη κριθεί αναξιόπιστος, δε μπορεί να μη σημειωθεί και η θέση του Δημήτρη Θεοδοσίου (ΜΥ1), ότι καμιά τέτοια συμφωνία δεν έγινε μεταξύ των διαδίκων και ότι η μοναδική συμφωνία που έλαβε χώραν, ήταν η επίδικη. Τούτο - όπως ήδη αναφέρθηκε λίγο πιο πάνω - είναι δεικτικό του αλλοπρόσαλλου των σεναρίων που τροχοδρόμησε η υπεράσπιση. Πέρα από αυτό, η εκδοχή που προώθησαν οι εναγόμενοι κατά την ακροαματική διαδικασία διά στόματος, ιδίως, του Δημήτρη Θεοδοσίου, ήταν ότι η παράλληλη αυτή συμφωνία αφορούσε σε αναληφθείσα υποχρέωση των εναγόντων τη μέρα υπογραφής της συμφωνίας για έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το υποστατικό «εντός χρονικού διαστήματος 6 μηνών περίπου», ενώ κάτι τέτοιο, σε ό,τι αφορά στο χρονικό προσδιορισμό, δε δικογραφείται στην «Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης», καθιστώντας, κατ΄ ουσίαν, τον ισχυρισμό ανεπίδεκτο αξιολόγησης. Έστω όμως και άλλως πώς να είχαν τα πράγματα και παραγνωρίζοντας ακόμη τη σύμφυτη αοριστία και γενικότητα του υποτιθέμενου αυτού όρου ή όπως ονοματίστηκε, της παράλληλης αυτής συμφωνίας, το περιεχόμενο της αλλοιώνει το περιεχόμενο της συμφωνίας αφού ο προσδιορισμός των έξι μηνών για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου συγκρούεται με τους υπόλοιπους όρους της, γεγονός απαράδεκτο (Βλ.Lysnar v. National Bank of New Zealand
(1935)N.Z.L.R.129 (Privy Council)[2].Η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων εξάγεται με σαφήνεια από το περιεχόμενο της συμφωνίας και όλων όσων εκεί διατυπώνονται και που δεν είναι άλλα (για ό,τι αφορά στην υπό ανάλυση πτυχή), από το ότι, πέραν της πληρωμής τής προκαταβολής των Λ.Κ.5.000,00, και της ισόποσης δεύτερης δόσης μέχρι την 30.12.93, υπήρχε υποχρέωση ανελλιπούς καταβολής προς τους ενάγοντες των μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.700,00, μέχρι την αποπληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού και της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου για το υποστατικό. Αυτή ήταν η βούληση των μερών κατά τη σύναψη της συμφωνίας και καμιά άλλη. Οι εναγόμενοι σταμάτησαν να πληρώνουν τις προβλεπόμενες δόσεις από την 1.1.98. Μάλιστα, οι ενάγοντες, χωρίς να γνωρίζουν για τις προθέσεις των εναγομένων, πρόλαβαν και εξέδωσαν σχετική απόδειξη για τις δόσεις Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1998, για συνολικό ποσό Λ.Κ.1.400,00, χωρίς όμως να έχουν καταβληθεί (βλ. τεκμήριο 29). Μέχρι τον Ιανουάριο τού 1998, δεν είχε εκδοθεί ο ξεχωριστός τίτλος για το υποστατικό και ούτε, ασφαλώς, είχε αποπληρωθεί στο σύνολό του το υπόλοιπο ποσό. Μέχρι την ημερομηνία εκείνη, είχαν πληρωθεί μόνον 36 από τις 75 προβλεπόμενες δόσεις για την περίοδο 1994-1997 και υπολείπονταν άλλες 39 δόσεις, πλέον οι αναλογούντες τόκοι. Η παράλειψη των εναγομένων να καταβάλουν τις δόσεις, συνιστά παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας, αφού δε νομιμοποιούνταν στη μη καταβολή τους κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Πρότρεξαν, κακώς, των γεγονότων, θεωρώντας ότι δε θα εκδιδόταν ο ξεχωριστός τίτλος για το υποστατικό με αποτέλεσμα, όμως, να εκθεμελιώσουν αυτή καθ΄ αυτή τη βάση της συμφωνίας και να μείνουν εκτεθειμένοι, αφού, τούτο, έδωσε το δικαίωμα στους ενάγοντες να την τερματίσουν λόγω, ακριβώς της παράβασης του ουσιώδους αυτού όρου - και ήταν ουσιώδης, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της συμφωνίας και της αναντίρρητης κοινής πρόθεσης των μερών (βλ. Παρασκευά v Λάντα
(1998)1 Α.Α.Δ. 285, 290). Δεν υπήρξε παραίτηση από την επιμονή στην καταβολή του τιμήματος μέσα στον προβλεπόμενο χρόνο ένεκα οποιασδήποτε αντίθετης, ρητής ή εξυπακουόμενης, άμεσης ή έμμεσης, συμπεριφοράς των εναγόντων (βλ. Shiacolas v Michaelides
(1967)1 C.L.R. 290). Το ότι οι δόσεις που πλήρωναν οι εναγόμενοι μέχρι και το τέλος του 1997, καταβάλλονταν ανά δίμηνο, δηλαδή Λ.Κ.1.400,00, δεν αλλοίωσε την υποχρέωση έγκαιρης αποπληρωμής συμφώνως των συμβατικών χρονοδιαγραμμάτων. Ο τερματισμός της συμφωνίας δεν προέκυψε, ασφαλώς, ως εκ της παραβίασης του υπό αναφορά ουσιώδους όρου, χωρίς άλλο, αλλά από τη νόμιμη ενάσκηση της παρεχομένης δυνατότητας των εναγόντων να προβούν στην επιλογή αυτή και να διεκδικήσουν, πλέον, αποζημιώσεις βάσει του άρθρου 75 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπως τροποποιήθηκε (βλ. Παντζιαρή v Aquarian Container Lines Ltd και Άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 748, 751-752). Το θέμα τής υπαιτιότητας των εναγομένων, κανονικά, τελειώνει εδώ. Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή των πραγμάτων η οποία άπτεται του θέματος της ουσιαστικής συνδρομής των εναγομένων στη μη έκδοση του ξεχωριστού τίτλου του υποστατικού, λόγω της αυθαίρετης και παράνομης ανέγερσης και τοποθέτησης εντός του επίδικου χώρου, άλλων υποστατικών και αντικειμένων, των οποίων η μετακίνηση αποτέλεσε και αποτελεί έναν από τους όρους που έθεσε η αρμόδια αρχή για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Οι ενάγοντες κάλεσαν πλειστάκις τους εναγόμενους να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του Δήμου Λευκωσίας, πλην όμως ματαίως. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε, από μόνον του αλλά και σε συνδυασμό με την παράλειψη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων, ουσιώδη παράβαση της συμφωνίας και επαρκές έρεισμα για νόμιμο τερματισμό της εκ πλευράς εναγόντων. Από τη μέρα του τερματισμού, οι εναγόμενοι δεν είχαν οποιονδήποτε δικαίωμα διατήρησης της κατοχής του υποστατικού αφού, πλέον, η συμφωνία - η οποία καθόριζε τη συμβατική τους σχέση αλλά και προσδιόριζε το δικαίωμα κατοχής τους σε σχέση με το επίδικο υποστατικό - έπαψε να υφίσταται. Καμιά άλλη νόμιμη συμβατική σχέση δεν υπήρχε και δεν υπάρχει μεταξύ των διαδίκων έτσι ώστε να παρέχει δικαίωμα νόμιμης κατοχής στους εναγόμενους. Η προγενέστερη συμφωνία ενοικίασης του υποστατικού από τους εναγόμενους, είναι αυτονόητο, ότι έπαψε να υφίσταται και αντικαταστάθηκε από τη συμφωνία, την οποία οι εναγόμενοι παραβίασαν και οδήγησαν σε τερματισμό. Τούτο εξάγεται, όχι μόνον από το σύνολο της μαρτυρίας που έγινε δεκτή και τη συμπεριφορά των μερών αλλά - για ό,τι τούτο θα μπορούσε να αξίζει - και από τη φύση των θεραπειών που ανταπαιτούνται. Οι ενάγοντες δικαιούνται σε αποζημιώσεις από τους εναγόμενους για όσον χρονικό διάστημα οι τελευταίοι κατέχουν το υποστατικό παρανόμως και θα συνεχίσουν να το κατέχουν μέχρι παράδοσης της κατοχής του σε αυτούς (βλ. Barber v Woolf
(1945)1 All.E.R. 399, A. N. Stasis Estates Company Ltd v Tomlin και Άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 788,794). Ο υπολογισμός της αποζημίωσης θα γίνει βάσει της ενοικιαστικής αξίας του υποστατικού η οποία, στην απουσία άλλης μαρτυρίας, μπορεί, εδώ, να υπολογιστεί στη βάση του ενοικίου που πλήρωναν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες στα πλαίσια ενοικίασης του υποστατικού και το οποίο ανέρχεται, παραδεκτώς, σε Λ.Κ.175,00, μηνιαίως, από την 1.3.92. Η προσέγγιση αυτή δικαιολογείται με αναφορά και στο σκεπτικό της απόφασης Κλεάνθους και Άλλου v Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 (Γ) A.A.Δ 1659, 1668), με την επισήμανση όμως ότι αυτή η προσέγγιση δεν ακολουθήθηκε εκεί γιατί κρίθηκε ότι δεν ήταν επιτρεπτό να χρησιμοποιούνταν το συμφωνηθέν προτιθέμενο ενοίκιο του εκεί επίδικου υποστατικού ως καλή βάση υπολογισμού της αποζημίωσης, κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση δεδομένης της σαφούς μαρτυρίας για το πραγματικώς καταβαλλόμενο ενοίκιο μέχρι και τη συνομολόγηση της συμφωνίας, με αποτέλεσμα, κατά τη ταπεινή μου άποψη, να ισχύει, ως ζήτημα ευρύτερης θεώρησης των πραγμάτων, η προσέγγιση της μειοψηφίας (Αρτεμίδης Δ, όπως ήταν τότε)[3], από την οποία η πλειοψηφία απέκλινε, όχι στη βάση αρχών αλλά ερμηνείας της πρωτοδίκως διαθέσιμης μαρτυρίας. Οι ενάγοντες δικαιούνται σε αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.13.300,00, το οποίο αποτελεί το άθροισμα του πολλαπλασιασμού τού ποσού των Λ.Κ.175,00, μηνιαίως, με το σύνολο των 76 μηνών που αποτελεί το συνολικό χρόνο παράνομης κατοχής του υποστατικού από τους εναγόμενους κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2000 - Δεκεμβρίου 2006, αλλά και σε επιδίκαση ποσού Λ.Κ.175,00, μηνιαίως, μέχρι παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής του υποστατικού από τους εναγόμενους. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση, έχει ήδη αναφερθεί ότι η στοιχειοθέτηση της δεν είναι δυνατή στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και λόγω του νόμιμου τερματισμού της συμφωνίας εκ πλευράς εναγόντων, για όλους τους λόγους που αναλύθηκαν. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως ακολούθως: (α) Λ.Κ.13.300,00, με νόμιμο τόκο 8% το χρόνο, μέχρι εξοφλήσεως. (β) Διάταγμα παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής τού υποστατικού προς τους ενάγοντες από τους εναγόμενους, τους Διευθυντές, αντιπροσώπους ή υπηρέτες τους, εντός 30 ημερών από της επίδοσης του σε αυτούς. (γ) Λ.Κ.175,00, μηνιαίως από 1.1.07, μέχρι παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής του υποστατικού προς τους ενάγοντες από τους εναγόμενους, τους Διευθυντές, αντιπροσώπους ή υπηρέτες τους. Καμιά άλλη θεραπεία ή αξίωση των εναγόντων δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για τα έξοδα λόγω της συνάφειας των ζητημάτων που εκδικάστηκαν εκεί, με αυτά που συζητήθηκαν στα πλαίσια της απαίτησης. (Υπ)............ Ν. Γ. Σάντης Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον. Πρωτοκολλητής. /εμ. [1] Βλ. Hodgkinson, Expert Evidence: Law and Practice
(1990), σελ. 248-252. [2] βλ. επίσης, Lewison, The Interpretation of Contracts
(1989), σελ. 35-36. [3] Βλ. επίσης, Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1836, 1843-1846 και McGregor On Damages, 16η εκδ., 1997, παρ.1501-1509. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.