← Κύπρος

Σωτήρη Παπασάββα ν. Τάκη Αγαθοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 8837/99, 22/6/2006

Σωτήρη Παπασάββα ν. Τάκη Αγαθοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 8837/99, 22/6/2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2006:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8837/99 Μεταξύ: Σωτήρη Παπασάββα Ενάγοντος και

  1. Τάκη Αγαθοκλέους
  2. Κρίνου Ζ. Μακρίδη
  3. Εφημερίδας "Αλήθεια"
  4. "Αλήθεια Εκδοτική Eταιρεία Λτδ" Εναγομένων ------------------- 22 Ιουνίου, 2006 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Α.Σ. Αγγελίδης και Σ.Α. Αγγελίδης (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Σ. Αγγελίδης). Για Εναγομένους 1 και 4 : κ. Σ. Φασουλιώτης για Χρ. Πουργουρίδη & Σία (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Α. Κατσούρη). Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα επίδικα θέματα Ο Ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν Εισαγγελέας στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Με την παρούσα αγωγή διεκδικεί ποικίλες αποζημιώσεις σχετικά με έξι άρθρα που δημοσιεύθηκαν στην καθημερινή εφημερίδα "ΑΛΗΘΕΙΑ" τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του αποτελούν λιβελογραφήματα που τον δυσφημούν. Ο Εναγόμενος 1 είναι ο συντάκτης τεσσάρων εκ των έξι δημοσιευμάτων και η Εναγόμενη 4 είναι η ιδιοκτήτρια εταιρεία της προαναφερθείσας εφημερίδας. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι 1 και 4 εναντίον των οποίων προωθήθηκε η υπόθεση μέχρι τέλους θα περιγράφονται από κοινού ως Εναγόμενοι. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν, θα παραθέσω από τώρα αυτούσια τα κείμενα των επιδίκων άρθρων. Tα αποσπάσματα των άρθρων που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης θα εμφανίζονται με έντονη γραφή (Bold). 1ον άρθρο (τεκμήριο 1), από την έκδοση της εφημερίδας ημερ. 7.5.1999 υπό τον τίτλο "Ένα κάθε μέρα - O Άκης Παπασάββας" που συνέταξε ο Εναγόμενος
  5. "Ο κ. Άκης Παπασάββας είναι Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, είναι, με απλά λόγια, νομικός σύμβουλος της κυβέρνησης. Ο κ. Παπασάββας νομικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά κτλ. διαφωνεί με το 99% (αν όχι το 100%) των αποφάσεων της κυβέρνησης. Και δεν διαφωνεί έτσι απλά, αλλά ο άνθρωπος οργίζεται, βγαίνει εκτός εαυτού με τις οποιεσδήποτε αποφάσεις της κυβέρνησης, την οποία λίγο-πολύ παρουσιάζει σαν ένα διεφθαρμένο καθεστώς που οδηγεί στη διάλυση του κράτους μας. Για να καταλάβετε το μέγεθος της οργής του, ιδού μια παράγραφος από χθεσινό άρθρο του στη «Χαραυγή», σχετικά με το «ναι» της κυβέρνησης στο εμπάργκο κατά της Γιουγκοσλαβίας: «Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να «επικυρώσει» την απόφαση του Γλαύκου Κληρίδη και Ιωάννη Κασουλίδη, για «επιβολή εμπάργκο» στη Γιουγκοσλαβία, συνιστά συναυτουργία στην παρανομία αυτή και νέα ύβρη ενάντια στη λαϊκή κυριαρχία. Είναι πράξη καίρια και απόλυτα αντινομική και βάναυσα προσβλητική της δημοκρατικής ευαισθησίας της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού. Η πράξη εμπάργκο των Νατοϊκών δυνάμεων είναι πέρα για πέρα παράνομη, ευρισκόμενη σε κάθετη σύγκρουση με αναγκαστικούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και του Καταστατικού Δικαίου και του Καταστατικού Χάρτη των Η.Ε. και καμμιά απόφαση κανενός υπουργικού συμβουλίου δεν μπορεί να της προσδώσει, οποιοδήποτε «φύλλο συκής», οποιοδήποτε ίχνος νομιμότητας. Θέσεις και δηλώσεις «ουκ έχομεν πετρέλαιο», ενώ δεν δίνουν οποιαδήποτε νομιμοφάνεια έστω, ξεγυμνώνουν όμως «δουλόφρονα κακέκτυπα παράνομων κουλαούζων», καίρια επικίνδυνα, για ένα κράτος και ένα λαό, που τόσα υποφέρει από το προδοτικό και τουρκοφόρο πραξικόπημα και την επεκτατική εγκληματική τουρκική εισβολή. Η μεγάλη μου απορία είναι η εξής: Αφού ο κ. Άκης Παπασάββας τολμά και (δημόσια μάλιστα) διαφωνεί και κάθετα και οριζόντια και πλαγίως με αυτό το διεφθαρμένο - όπως το παρουσιάζει - καθεστώς που μας κυβερνά, γιατί, για ηθικούς λόγους, δεν παραιτείται, ώστε από τη μια να δώσει το καλό παράδειγμα και από την άλλη να μη συνδέσει το τόσο επιτυχημένο όνομα του με τους τόσο αποτυχημένους και τόσο διεφθαρμένους κυβερνώντες; Είμαι σίγουρος ότι αν υπάρξει απάντηση, σίγουρα δεν θα είναι ο μισθός των 30.000 λιρών που εισπράττει κάθε χρόνο, καθήμενος στην αναπαυτική πολυθρόνα του." 2ον άρθρο (τεκμήριο 2), από την έκδοση της εφημερίδας ημερ. 8.5.1999 υπό τον τίτλο "Ένα κάθε μέρα - O Άκης Παπασάββας" που συνέταξε ο Εναγόμενος
  6. "Ο εισαγγελέας Άκης Παπασάββας, λοιπόν, ο νομικός δηλαδή σύμβουλος της κυβέρνησης, ενώ διαφωνεί με όλες τις αποφάσεις της κυβέρνησης και καθημερινά οργίζεται και βρίζει και χυδαιολογεί εναντίον των κυβερνώντων, ακόμα και εναντίον του ίδιου του προέδρου της Δημοκρατίας, εντούτοις δεν προτίθεται να παραιτηθεί - για ηθικούς λόγους - από το πόστο του στην εισαγγελία, γιατί δεν είναι χαζός να χάσει τις 30.000 λίρες το χρόνο και την αγωνιστική αναπαυτική πολυθρόνα του γραφείου του. Άλλωστε, που αλλού θα βρει τέτοιο καθισιό με τέτοιες απολαβές; Η ουσία, όμως, του θέματος δεν είναι η για ηθικούς λόγους παραίτηση του κ. Παπασάββα, όπως ειρωνικά την έθιξα στο χθεσινό «ένα κάθε μέρα», αλλά η εξής, που είναι και αρκετά σοβαρή και την οποία καταγράφει προς τη στήλη ο κ. Φώτος Φωτιάδης: «Είναι υποχρεωμένος ο εργοδότης ν' ανέχεται επ' άπειρον έναν τόσο εχθρικό εργοδοτούμενο του;» Είναι δηλαδή υποχρεωμένος ο κ. Φωτιάδης ή ο κ. Κουλέρμος να με εργοδοτούν και να με ανέχονται καθημερινά να βγαίνω στα ραδιόφωνα και στις εφημερίδες και να τους βρίζω; Φυσικά όχι, γιατί τότε μιλούμε για αρρωστημένες καταστάσεις. Επεκτείνω και πάρα πέρα την τοποθέτηση του κ. Φωτιάδη: Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Αλέκος Μαρκίδης που πρόσφατα παραπονέθηκε για τη χαμηλή απόδοση του κ. Παπασάββα στην εργασία του, τι κάνει για να διορθώσει αυτήν την αρρωστημένη κατάσταση; Τι κάνει, σαν προϊστάμενος, για να βάλει στην τάξη τον παρεκτραπέντα υφιστάμενο του; ΤΑΚΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ Υ.Γ.: Μπορεί να μας ενημερώσει οιοσδήποτε για το πώς βρέθηκε στη Γενική Εισαγγελία ο κ. Παπασάββας; Και γιατί έφυγε (ή εκδιώχθηκε;) από την Ελλάδα;" 3ον άρθρο (τεκμήριο 3), από την έκδοση της εφημερίδας ημερ. 11.5.1999 υπό τον τίτλο "Ένα κάθε μέρα - O Άκης Παπασάββας και τα 2 ερωτήματα" που συνέταξε ο Εναγόμενος
  7. "Στο «ένα κάθε μέρα» του περασμένου Σαββάτου, στο οποίο αναφερόμουν στον εισαγγελέα Άκη Παπασάββα, ο οποίος ως γνωστόν νυχθημερόν σκυλοβρίζει με λόγια του πεζοδρομίου τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κυβέρνηση, επειδή διαφωνεί με τις ενέργειες τους, έγραφα στο υστερόγραφο τα εξής: «Μπορεί να μας ενημερώσει οιοσδήποτε για το πώς βρέθηκε στη Γενική Εισαγγελία ο κ. Παπασάββας; Και γιατί έφυγε (ή εκδιώχθηκε;) από την Ελλάδα;» Στο ερώτημα αυτό απάντησε ο δικηγόρος του κ. Παπασάββα, η εφημερίδα «Χαραυγή». Η οποία, αφού μας στολίζει με το γνωστό τετριμμένο λεξιλόγιο της («παραφυάδα», «φασισταριό» κτλ.), παραθέτει σαν απάντηση ένα άρθρο του Έλληνα «διακεκριμένου δημοσιογράφου - συγγραφέα Γιάννη Κάτρη» που δημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή «Ελευθεροτυπία» το
  8. Σύμφωνα λοιπόν με τον «διακεκριμένο δημοσιογράφο - συγγραφέα» κ. Κάτρη, ο Άκης Παπασάββας δεν έφυγε μόνος του από την Ελλάδα, αλλά απελάθηκε από την τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή γιατί ήταν φιλο - Μακαριακός, πατριώτης, δημοκράτης και άλλες τέτοιες ταμπέλες, ενώ την ίδια στιγμή οι Κύπριοι χουντικοί και πραξικοπηματίες που μετέφεραν μετά την εισβολή το «πεδίο δράσεως τους από τη Λευκωσία στην Αθήνα, επιδίδονταν ανενόχλητοι από την κυβέρνηση Καραμανλή, σε αντιμακαριακές δραστηριότητες». Επίσης κατά τον κ. Κάτρη, η απέλαση του κ. Παπασάββα και της συζύγου του από την Ελλάδα, προκάλεσε «δικαιολογημένη ικανοποίηση στον κ. Ντενκτάς». Τοποθετώ τους τίτλους του κ. Κάτρη («διακεκριμένος δημοσιογράφος - συγγραφέας») σε εισαγωγικά για τον απλό λόγο, ότι το 1977, όντας στρατευμένος φανατικά στην ελληνική Αριστερά, μόνο αντικειμενικός δεν ήταν. Ούτε σαν συγγραφέας ούτε σαν δημοσιογράφος. Ήταν ένα πιόνι στην σκακιέρα του διχασμού, που εχρησιμοποιείτο ανάλογα από τις εφημερίδες που εργοδοτείτο, για εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων. Άλλωστε, την περίοδο αυτή, όλοι θυμούμαστε πόσο τυφλός φανατισμός, μίσος και πάθος επικρατούσε στην Ελλάδα μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Και ότι ο Αριστερός το άσπρο το έκανε μαύρο για να πλήξει τον Δεξιό - το ίδιο και αντίστροφα. Συνεπώς, λάθος χρονολογικά άνθρωπο και λάθος χρονολογικά άρθρο του επικαλέστηκε η «Χαραυγή» για να μας απαντήσει. Άλλωστε μια κυβέρνηση Καραμανλή, που τόλμησε και έστειλε στη φυλακή όλους τους πρωτοκλασάτους πραξικοπηματίες, δεν θα έπεφτε τόσο χαμηλά, να απελάσει ένα Κύπριο δημοκράτη και την «άξια», κατά τον κ. Κάτρη «σύζυγο του» μόνο και μόνο επειδή «μετείχαν σε όλες τις δραστηριότητες για τη μη διχοτόμηση της Κύπρου, για τη δημοκρατία στην Ελλάδα, για το Πολυτεχνείο...», προκαλώντας έτσι δικαιολογημένη ικανοποίηση στον κ. Ντενκτάς...». Συνεπώς, το ερώτημα μου εξακολουθεί να ισχύει και η «Χαραυγή», που φαίνεται γνωρίζει πολλά, ας το απαντήσει: Γιατί απελάθηκε από την Ελλάδα «το ζευγάρι που», κατά τον κ. Κάτρη, «τιμά και την Κύπρο και την Ελλάδα;» Και το δεύτερο ερώτημα: Πως βρέθηκε στην Εισαγγελία ο κ. Παπασάββας, όταν απελάθηκε το 1976 από την Ελλάδα και ήρθε στην Κύπρο; Παρακάθησε σε εξετάσεις με άλλους και τους καπέλωσε επειδή ήταν πιο έξυπνος ή ο καλός παππούλης (Μακάριος) να ναι καλά; Υ.Γ.: Πώς ήξερε ο κ. Κάτρης ότι η απέλαση του κ. Παπασάββα από την Ελλάδα προκάλεσε «δικαιολογημένη ικανοποίηση στον κ. Ντενκτάς;» Του τηλεφώνησε και του είπε κάτι τέτοιο ο Τ/Κ ηγέτης;" 4ον άρθρο (τεκμήριο 4), από την έκδοση της εφημερίδας ημερ. 13.5.1999 υπό τον τίτλο "Ένα κάθε μέρα -Μυγιάγγιχτοι" που συνέταξε και πάλι ο Εναγόμενος
  9. "Ο Νίκος Πιττοκοπίτης, ο γνωστός φωνακλάς βουλευτής του ΔΗΚΟ, που όταν μιλάει, τις εννιά στις δέκα φορές λεει κοτσάνες, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να κρίνει, να επικρίνει και να κατηγορεί τους πάντες. Του ασκήσαμε εμείς μιαν αυστηρή κριτική σχετικά με τις ευθύνες του στο έγκλημα των θαλάσσιων διαύλων και ξέρετε πως αντέδρασε; Συγκάλεσε έκτακτη συνεδρία της Επιτροπής Συγκοινωνιών και Έργων της Βουλής και αποφάσισε να μας κινήσει αγωγή! Ο κ. Λυσσαρίδης όντας μια ζωή στην πολιτική, δεν κάνει τίποτε άλλο από του να κρίνει, να επικρίνει και να κατηγορεί. Προχθές, επειδή τόλμησε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας να διαφωνήσει με την απόφαση της Βουλής για το εμπάργκο κατά της Γιουγκοσλαβίας, και να την κριτικάρει αρνητικά, ο κ. Λυσσαρίδης, που επαινείται και αυτοεπαινείται για τη δημοκρατικότητα του, θύμωσε και κάλεσε τον κ. Μαρκίδη να μην ξανατολμήσει να ανοίξει το στόμα του και να σχολιάσει αποφάσεις της Βουλής. Ο εισαγγελέας Άκης Παπασάββας, που ολημερίς κι ολονυχτίς βρίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κυβέρνηση με τα χειρότερα λόγια του πεζοδρομίου, μη εκτελώντας παράλληλα σωστά τα εργασιακά του καθήκοντα, έγινε έξω φρενών μόλις διετάχθη, όχι παράνομα αλλά βάσει της νομοθεσίας, πειθαρχική έρευνα εναντίον του και με δηλώσεις του, τι και τι δεν είπε. Μέχρι και ότι θέλουν να του επιβάλουν τη σιωπή του νεκροταφείου, οραματίστηκε, επαναλαμβάνοντας το γνωστό χυδαίο υβρεολόγιο του...... Εμείς οι δημοσιογράφοι αρπάζουμε την πέννα ή το μικρόφωνο και από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί δεν κάνουμε τίποτε άλλο από του να κριτικάρουμε, να κατηγορούμε, να βρίζουμε, να χυδαιολογούμε, κατά παντός που δεν μας γουστάρει είτε πολιτικά είτε φατσικά, άσχετα αν τις περισσότερες φορές ο τελευταίος έχει δίκαιο. Όποιος τολμήσει όμως και μας ασκήσει κριτική, είτε δικαιολογημένη είτε αδικαιολόγητη, γίνεται το σώσε, λες και μας πήραν νυχτιάτικα την παρθενιά μας. Έτσι και αυτές τις μέρες. Επειδή η κυβέρνηση σωστά εκτίμησε ότι κάποια κυπριακά ΜΜΕ δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους στο θέμα της ενημέρωσης που προσφέρουν για τα γεγονότα της Γιουγκοσλαβίας (και πράγματι, δεν την κάνουν), εξοργίστηκαν όλοι ή σχεδόν όλοι οι δημοσιογράφοι μας και άρχισαν ένα αήθη πόλεμο κατά της κυβέρνησης, μάλιστα κάποιοι έφτασαν στο σημείο να ζητήσουν την παραίτηση του Υπουργού Εξωτερικών και του Κυβερνητικού Εκπροσώπου που διατύπωσαν τη σχετική μομφή. Τα πιο πάνω παραδείγματα, συν πολλά άλλα παρόμοια που λόγω χώρου αδυνατούμε να τα παραθέσουμε, αμφιβάλλετε ότι αποδεικνύουν ότι είμαστε ένας λαός μυγιάγγιχτος; Και ότι η πολιτική μας παιδεία είναι υπό το μηδέν; ...................................................................................... Υ.Γ.: Επιτέλους! Η κυβέρνηση αποφάσισε να ασχοληθεί με το φαινόμενο «Άκης Παπασάββας». Ελπίζουμε ότι δεν θα αφήσουν ένα ξερό κλαρί να επηρεάζει την ανάπτυξη του δένδρου." 5ον άρθρο (τεκμήριο 5), από την έκδοση της ίδιας ημερομηνίας υπό τον τίτλο "Τα ράσα δεν κάνουν τον Παπασάββα". "Εμείς διαφωνούμε με το Μαρκίδη. Είναι δικαίωμα ενός εκάστου να έχει την άποψη του και να τη διατυπώνει. Βεβαίως θα πουν μερικοί, ο Παπασάββας ξεπέρασε κάθε όριο. Και λοιπόν; Ο πρώτος είναι ή ο τελευταίος; Πλέρια δημοκράτες λοιπόν και θιασώτες της πολυσυλλεκτικότητας ενώνουμε τη φωνή μας με εκείνην της Χαραυγής: κάτω τα χέρια από τον Άκη. Αφήστε κιόλας που αν το δούμε και εντελώς ψυχαγωγικά, χρειάζεται ο άνθρωπος. Δηλαδή απ' όλο το θίασο κυβέρνησης και αντιπολίτευσης θα πληρώσει τη νύφη ο Άκης; Τι τον περάσατε ρε τον άνθρωπο; Τον Αλέκο Τζανετάκο που έτρωγε όλες τις σφαλιάρες του ελληνικού σινεμά;" 6ον άρθρο (τεκμήριο 6), από την έκδοση της εφημερίδας ημερ. 21.5.1999 υπό τον τίτλο "Η συμπεριφορά του κ. Άκη Παπασάββα- Διαμαρτύρομαι και κατηγορώ" που συνέταξε ο Κρίνος Μακρίδης (Εναγόμενος 2, εναντίον του οποίου η αγωγή απεσύρθη στις 11.4.2005). "Στις 7 Μαΐου 1999 ο κ. Τάκης Αγαθοκλέους, από τη στήλη του «ένα κάθε μέρα» αναφέρθηκε και καυτηρίασε συνάμα τη συμπεριφορά και τα κατά καιρούς λεγόμενα του γνωστού πια εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Άκη Παπασάββα. Ως πολίτης αυτού του τόπου ήθελα κι εγώ με τη σειρά μου να διαμαρτυρηθώ και να απαιτήσω την τιμωρία αυτού του δημόσιου λειτουργού που για τόσα χρόνια ανενόχλητος και κομπάζοντας, νέμεται, καταχράται και χρησιμοποιεί το αξίωμα του, τη δημοκρατία και την ελευθερία έκφρασης, για να μειώσει τα ήθη και την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας μας. Διαμαρτύρομαι γιατί ο κ. Άκης Παπασάββας εκμεταλλευόμενος τη θέση του, έχει παρεκτραπεί σε βαθμό κακουργήματος κατά παντός θεσμού σ' αυτό τον τόπο. Κατάντησαν τα κουρελογραφήματα του μάστιγα για τους υγιώς σκεπτόμενους πολίτες της Κύπρου, από την αριστερά μέχρι την δεξιά. Διαμαρτύρομαι για την επί τόσα χρόνια σιωπή και ανοχή που επέδειξαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις και ο Γενικός Εισαγγελέας έναντι αυτού του ανθρώπου, που δεν σεβάστηκε ποτέ ούτε τους συμπολίτες του και ξεστομίζει ύβρεις και βωμολοχίες κατά παντός ανθρώπου ή οργάνωσης που είναι αντίθετοι στο δικό του τρόπο σκέψης. Διαμαρτύρομαι και κατηγορώ τους κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς που ανέχονται αυτόν τον άνθρωπο να κυκλοφορεί ανάμεσα μας ανενόχλητος και να συμπεριφέρεται σαν «κοτζιάπασης» και μάλιστα μέσα στο ίδιο το κτίριο της Γενικής Εισαγγελίας. Ποιος είναι αυτός ο κύριος επιτέλους που είναι υπεράνω του νόμου; Ποιος είναι αυτός ο κύριος που ασχημονεί κατά των αξιωματούχων της πολιτείας που δεν συμπλέουν με το ΑΚΕΛ - Αριστερά - Νέες Δυνάμεις κλπ και έχει γνώμη και άποψη επί παντός επιστητού; Από που αντλεί αυτή τη σιγουριά, την αυτοπεποίθηση κι αυτό το θράσος να παραφέρεται και να ξεστομίζει κάθε λογής χαρακτηρισμούς ατιμωρητί; Ποιoς είναι αυτός ο κύριος που παρεκτρέπεται κάθε λίγο και λιγάκι κι εμείς όλοι τον ανεχόμαστε χωρίς να διαμαρτύρεται κανένας; Ποιος είναι επιτέλους ο κ .Παπασάββας;
  10. Είναι αυτός που εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής τη δεκαετία του 70 γιατί αποκάλεσε τον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας Κωνσταντίνο Καραμανλή φασίστα, σοβινιστή και σκοταδιστή και τον κατηγόρησε για καλπονοθεία.
  11. Είναι αυτός που επανειλημμένα και γραπτώς τον επέπληξε ο Γενικός Εισαγγελέας (ο προϊστάμενος του) ως τεμπέλη και λιβελλογράφο και για κατάχρηση εξουσίας. Τον κατηγόρησε για χρησιμοποίηση του γραφείου του στην Εισαγγελία ως πολιτικού γραφείου και για ολιγωρία στην εκτέλεση του καθήκοντος.
  12. Είναι αυτός που διωκόμενος από το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας το «έσκασε» από το Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής και κατέληξε στην «αυλή του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο οποίος, χωρίς να εφαρμόσει τότε τους κανονισμούς και τις διαδικασίες, διόρισε τον Άκη Παπασάββα, παράνομα, Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Είχε δε το θράσος να θέλει, μετά που κενώθηκε η θέση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, να χριστεί ο ίδιος στη θέση. Συνεπικουρούμενος δε από το ΑΚΕΛ ξεκίνησε μια εκστρατεία εξόντωσης του Γενικού Εισαγγελέα, ωσάν να ήταν ο ίδιος ο υπ' αριθμόν ένα μεταρρυθμιστής και υπερασπιστής των αδυνάτων.
  13. Είναι αυτός που μέσα από το αντιχουντικό και ανθελληνικό μένος που πρωτοστάτησε στη ψήφιση του νόμου που προνοούσε την απαγόρευση των κατηγορηθέντων για συμμετοχή στο πραξικόπημα να αναμιχθούν στα κοινά. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε το νόμο, που θεωρήθηκε αντισυνταγματικός.
  14. Είναι αυτός που ξαφνικά ξέχασε ότι η Ελλάδα η «Ψωροκώστενα» τον σπούδασε, τον έθρεψε και τον εργοδότησε, όπως και τόσους άλλους αχάριστους που «σήκωσαν την πτέρνα κατά του ευεργέτου». Είναι καιρός, έστω και αργά, να παταχθούν τέτοια φαινόμενα. Πρέπει να αντιταχθούμε κι εμείς οι απλοί πολίτες σε όλες αυτές τις ασχήμιες και τους παλικαρισμούς. Πρέπει επιτέλους η πολιτεία και η δικαιοσύνη ειδικότερα να αναχαιτίσουν τον «κοτζιάπαση» του ΑΚΕΛ για να μην νομίζει ότι είναι ο ομφαλός της γης. Να σταματήσουμε όλους όσοι διαβρώνουν τις αρχές, τις αξίες και το ήθος των πολιτών γιατί αρκετά έχουν διαβρωθεί οι θεσμοί απ' όλους μας, αλλά προπάντων απ' αυτούς που είχαν και έχουν την εξουσία". Τα προαναφερθέντα άρθρα, σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμούς, είναι ψευδή και/ή κακόβουλα και/ή ανυπόστατα και/ή προσβλητικά. Προς απόδειξη του δυσφημιστικού αποτελέσματος αναδεικνύεται η φυσική έννοια των κειμένων και/ή των λέξεων. Διαζευκτικά προβάλλεται η θέση ότι τα άρθρα είναι κατ' υπαινιγμό δυσφημιστικά. Λεπτομέρειες παρατίθενται στην παράγραφο
  15. Περαιτέρω προβάλλεται ισχυρισμός ότι τα άρθρα είχαν ως αποτέλεσμα ο Ενάγων να υποστεί ζημιά και βλάβη στην ιδιωτική και/ή κοινωνική και/ή επαγγελματική και/ή δημόσια του ζωή και τον εξέθεσαν σε δημόσιο χλευασμό, ανυποληψία, περιφρόνηση και/ή έχθρα. Ως θεραπεία διεκδικούνται γενικές, ειδικές, επαυξημένες, παραδειγματικές και/ή τιμωριτικές αποζημιώσεις καθώς και απαγορευτικό διάταγμα όχι μόνο στη βάση του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης αλλά και στη βάση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης ψευδολογίας. Από πλευράς τους οι Εναγόμενοι με την κοινή Υπεράσπιση που καταχώρησαν αρνούνται ότι τα επίδικα άρθρα είναι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα και/ή ότι δημοσιεύτηκαν κακόβουλα. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι (α) εντάσσονται στα πλαίσια του δικαιώματος που διασφαλίζει το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών του Ανθρώπου για τη δημοσίευση απόψεων και/ή σχολίων σε σχέση με θέματα που αφορούν δημόσια πρόσωπα (β) ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του περιορισμένου προνομίου (γ) ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου και (δ) ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση της αλήθειας. Περαιτέρω προβάλλουν τη θέση πως η συμπεριφορά του Ενάγοντος που προηγήθηκε των δημοσιευθέντων άρθρων υπήρξε προκλητική. Τέλος αρνούνται ότι ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη από τα άρθρα και κατ' επέκταση ότι δικαιούται οποιασδήποτε θεραπείας. Η ακροαματική διαδικασία Με βάση τις πιο πάνω θέσεις η υπόθεση, με αρκετή καθυστέρηση θα πρέπει να σημειωθεί, προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν πέντε μάρτυρες. Ο Ενάγων (Μ.Ε.1), η Μαρία Ρούσου (Μ.Ε.2), ο Λάζαρος Μαύρος (Μ.Ε.3), ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) και ο Κρίνος Μακρίδης (Μ.Υ.2). Ο Ενάγων (Μ.Ε.1) καταθέτοντας πρώτος αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε σωρεία ζητημάτων που σχετίζονταν άμεσα ή έμμεσα με τα επίδικα άρθρα. Θα αποφύγω την εκτενή καταγραφή της μαρτυρίας του, επισημαίνοντας ωστόσο ότι άκουσα με πάσα προσοχή τα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και στον βαθμό που απαιτείται, θα αναφερθώ στα λεγόμενα του στη συνέχεια αυτής της απόφασης. Τούτου λεχθέντος υπογραμμίζω από τώρα ότι η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στο γεγονός ότι διέψευσε πλήρως τα όσα αναφέρονται στα επίδικα άρθρα, χαρακτηρίζοντας τα, μεταξύ άλλων, αστήρικτα, χυδαία και τερατώδη. Η Μ.Ε.2, γραφέας στη Νομική Υπηρεσία αναγνώρισε και κατέθεσε πέντε επιστολές του τότε Γενικού Εισαγγελέα (τεκμήρια 12Α-12Ε) με τις οποίες κοινοποιούσε στο προσωπικό της Νομικής Υπηρεσίας ότι διαρκούσης προσωρινής απουσίας του στο εξωτερικό, θα τον αναπλήρωνε και θα ασκούσε τα καθήκοντα του ο Ενάγων. Ο Μ.Ε.3 δημοσιογράφος στο επάγγελμα, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι παρουσιάζει καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή που ασχολείται με την τρέχουσα επικαιρότητα. Γνωρίζει τον Ενάγοντα ο οποίος συχνά είναι φιλοξενούμενος στην εκπομπή του. Στα πλαίσια της εκπομπής ενημερώνει τους ακροατές και για τους κύριους τίτλους των εφημερίδων. Θυμόταν πως διάβασε τα επίδικα άρθρα (τεκμήρια 1 έως 4), λέγοντας πως εάν δεν ήξερε τον Ενάγοντα, θα σχημάτιζε απ' αυτά την εντύπωση ότι πρόκειται για άτομο που το μόνο που κάνει είναι να καθυβρίζει και να πληρώνεται και από πάνω. Τα άρθρα (τεκμήρια 5 και 6) δεν τα θυμόταν, αλλά ζητηθείς να τα σχολιάσει ανέφερε πως αποτελούν συνέχεια των προηγούμενων. Το άρθρο (τεκμήριο 5) υποστήριξε, προσπαθεί να παρουσιάσει τον Ενάγοντα ως γελοίο και το άρθρο (τεκμήριο 6) είναι υπερβολική και αθέμιτη αντίδραση ενός διαφωνούντος που υποστηρίζει την ανάγκη να φιμωθεί ο Ενάγων και να του αφαιρεθεί το δικαίωμα να εκφράζει την άποψη του. Ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) δημοσιογράφος στην εφημερίδα "ΑΛΗΘΕΙΑ" από το 1983 ανέφερε ότι είναι ο συντάκτης των τεσσάρων άρθρων (τεκμήρια 1-4). Τα άρθρα αυτά τα συνέταξε εις απάντηση εκατοντάδων υβριστικών άρθρων του Ενάγοντος που δημοσιεύοντο κάθε Δευτέρα στην εφημερίδα "ΧΑΡΑΥΓΗ". Σε ένα απ' αυτά τα άρθρα ο Ενάγων καλούσε τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αυτοκτονήσει. Τα εν λόγω άρθρα είναι συγκεντρωμένα στο βιβλίο του Ενάγοντος (τεκμήριο 11). Η αναφορά του στο άρθρο (τεκμήριο 3) σχετικά με την απέλαση του Ενάγοντος από την Ελλάδα στηρίχθηκε σε διάφορες πληροφορίες που περισυνέλεξε. Κάποιος βουλευτής στην Κύπρο είχε επίσης αναφέρει κάτι σχετικό. Συναφώς και ο Κρίνος Μακρίδης είχε τις πληροφορίες του. Σχετικά με την αναφορά στο άρθρο (τεκμήριο 3) για το πώς βρέθηκε στην Γενική Εισαγγελία ο Ενάγων, αυτή στηρίχθηκε στο ότι, τότε, δύο χρόνια μετά την εισβολή δηλαδή, δεν υπήρχαν Νόμοι υπό την έννοια ότι περνούσε το ρουσφέτι και οι γνωριμίες. Πόσον μάλλον στην περίπτωση του Ενάγοντος που είχε σχέση με τον Μακάριο. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως ο Ενάγων διορίστηκε στην Γενική Εισαγγελία την 1.9.1977, μετά τον θάνατο του Μακαρίου δηλαδή, εμμένοντας ωστόσο στη θέση ότι και τότε το ρουσφέτι οργίαζε. Σε σχέση με την απέλαση ανέφερε πως το γεγονός αυτό το έγραψε παλαιότερα και ο Κάτρης. Αναφορικά με το άρθρο (τεκμήριο 6) ανέφερε πως το συνέταξε ο Κρίνος Μακρίδης ο οποίος δεν ήταν επαγγελματίας δημοσιογράφος. Απλά αρθρογραφούσε κατά καιρούς και έστελλε τα άρθρα του για δημοσίευση. Το συγκεκριμένο άρθρο, ο ίδιος ως υπεύθυνος συντάκτης που ήταν, το είδε και το ενέκρινε προτού δημοσιευθεί. Όσον αφορά τις αναφορές για χαμηλή απόδοση του Ενάγοντος, ανέφερε πως αυτές στηρίζονταν σε πολλές πληροφορίες που υπήρχαν τότε, μεταξύ των οποίων, το ανακοινωθέν του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 11.6.1999 (τεκμήριο 13). Κατά την κρίση του, ο Ενάγων ο οποίος διαφωνούσε και καθύβριζε τον προϊστάμενο του Γενικό Εισαγγελέα, όφειλε να παραιτηθεί ή να παυτεί. Συνεπώς τα όσα έγραφε επ' αυτού αποτελούσαν απλά την κριτική του άποψη σε σχέση με τις ενέργειες του Ενάγοντος. Ο Μ.Υ.2, συντάκτης του άρθρου (τεκμήριο 6) ανέφερε πως το συνέταξε υπό την ιδιότητα του απλού πολίτη (ανεξάρτητου αρθρογράφου) που ήθελε κάτι να πει. Δεν υπήρξε ποτέ επί πληρωμή υπάλληλος της "ΑΛΗΘΕΙΑΣ". Απλά έγραφε ένα-δύο άρθρα τον μήνα. Αυτά που έγραψε για τον Ενάγοντα τα άκουγε από τα διάφορα Μ.Μ.Ε. Επίσης τα διάβασε σε ελλαδικές εφημερίδες. Μια από τις πηγές του ήταν και ο Ελλαδίτης δημοσιογράφος, Ανδρέας Πίστης που εργαζόταν σε μια από τις καθημερινές εφημερίδες της Ελλάδος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν ήταν υπόψη του η συζήτηση που έγινε το 1995 στη Βουλή των Αντιπροσώπων σε σχέση με την ούτω καλούμενη εκδίωξη του Ενάγοντος από το πανεπιστήμιο της Κομοτηνής. Ούτε γνωρίζει εάν κατά την εν λόγω συζήτηση διαφάνηκε ότι τα όσα σχετικά δημοσιεύθηκαν στον ελλαδικό τύπο ήταν κολακευτικά για τον Ενάγοντα. Όσον αφορά τον διορισμό του στην Εισαγγελία, ανέφερε πως έγραψε αυτά που έγραψε ωθούμενος από το γεγονός ότι τουλάχιστον 30% των ανθρώπων (καλώς ή κακώς) είναι διοριζόμενοι στη βάση μη σωστών κριτηρίων. Το αν είναι αλήθεια ή όχι δεν ξέρει. Όσον αφορά τη συμπεριφορά του στη Εισαγγελία ανέφερε πως τότε (το 1999) γινόταν σάλος. Ο Ενάγων καταφέρετο κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας και της συζύγου του. Το θέμα είχε πάρει διαστάσεις και ενεπλάκησαν και τα κόμματα ΑΚΕΛ-ΔΗΣΥ. Ο Μ.Υ.2 ήταν ο τελευταίος μάρτυρας της υπόθεσης. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων. Ο κ. Φασουλιώτης αγορεύοντας πρώτος έκανε εκτενή αναφορά σε Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε σχέση με το κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. Σ' αυτό το πλαίσιο ενέταξε (γενικά) και τα επίδικα άρθρα. Διέκρινε μεταξύ αναφορών που είναι ψευδείς και αναφορών που είναι δυσφημιστικές. Κάποιες από τις αναφορές στα επίδικα άρθρα (τις οποίες προσδιόρισε) σημείωσε ο κ. Φασουλιώτης είναι όντως ψευδείς αλλά όχι δυσφημιστικές. Άλλες αναφορές (τις οποίες επίσης προσδιόρισε) συνέχισε ο συνήγορος, αποτελούν σχόλια και κρίσεις. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων προβαίνοντας σε ανασκόπηση σχετικής επί του ζητήματος Νομολογίας. Στον αντίποδα ο κ. Αγγελίδης χαρακτήρισε την εν γένει συμπεριφορά των Εναγομένων έναντι του Ενάγοντος ως ανοίκεια, υβριστική και εκδικητική. Αναφέρθηκε στα επίμαχα άρθρα χαρακτηρίζοντας τα ως λιβελογραφήματα. Απ' εκεί και πέρα αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που τυγχάνουν εφαρμογής (καταθέτοντας και γραπτό κείμενο) περιλαμβανομένων και αυτών που άπτονται των αποζημιώσεων. Κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις της τάξεως των £25000 πλέον τιμωρητικές αποζημιώσεις αφού η συμπεριφορά των Εναγομένων ήταν τέτοια που να χρήζει τιμωρίας ακόμα και από Πολιτικό Δικαστήριο. Νομικές Αρχές Η αγωγή κατά κύριο λόγον εδράζεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Η έννοια της δυσφήμισης δίδεται από τις πρόνοιες του άρθρου 17

(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που διαλαμβάνει ως εξής. 17
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο - (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης το διαπράττει ακόμα και αυτός που προβαίνει στη δήλωση υπό μορφή επανάληψης ή φημολογίας έστω και αν αποκαλύψει εγκαίρως την πηγή πληροφόρησης του ή έστω και αν πίστευε ότι η δήλωση ήταν αληθινή (βλ. άρθρο 17, εδάφιο 2). Από το λεκτικό της προαναφερθείσας διάταξης προκύπτει πως για απόδειξη δυσφήμισης θα πρέπει να καταδειχθούν τρία πράγματα. Πρώτον ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν στον Ενάγοντα. Τούτο αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος (βλ. Hayward v. Thompson and others
(1981)3 All E.R 450, Knufer v. London Express Newspaper Ltd
(1994)1 All E.R. 495, "Αλήθεια" Εκδοτική Eταιρεία Λτδ κ.α ν. Λεωνίδα
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 550 και Χαραλάμπους ν. Βασιλείου,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1395). Όταν το πρόσωπο κατονομάζεται το θέμα δεν επιδέχεται συζήτησης. Ερωτήματα προκύπτουν όταν το πρόσωπο δεν κατονομάζεται. Σε τέτοια περίπτωση δεν είναι ανάγκη όλοι όσοι διάβασαν το δημοσίευμα να αντιλήφθηκαν σε ποιον αναφερόταν. Αρκεί κάποιοι εξ αυτών να πίστεψαν ότι το δημοσίευμα αφορούσε τον Ενάγοντα (βλ. Εταιρεία Ελληνική Έκδοση "Glafx Ltd" v. Λοϊζιά
(1984)1 C.L.R. 729). Δεύτερον το επίδικο δημοσίευμα να είναι πράγματι δυσφημιστικό, να αποτελεί δηλαδή αυτό που ονομάζεται λιβελογράφημα. Πέραν της περίπτωσης όπου ο λίβελος προκύπτει απευθείας από τη φυσική έννοια των λέξεων, δύναται να στοιχειοθετηθεί και όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα δεν αποδίδεται ευθέως. Όταν δηλαδή γίνεται με υπαινιγμό (innuendo). Ο υπαινιγμός μπορεί να έχει δύο μορφές: η πρώτη είναι γνωστή ως πραγματικός, αληθινός ή νομικός υπαινιγμός (true innuendo) και καλύπτει την περίπτωση όπου το δημοσίευμα είναι φαινομενικά αθώο, συναρτούμενο όμως με εξωγενή γεγονότα που θα πρέπει να δικογραφηθούν και αποδειχθούν με μαρτυρία, αποδίδει δυσφημιστικό νόημα (βλ. Δίας Λτδ v. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244). Η δεύτερη μορφή είναι γνωστή ως ψευδουπαινιγμός (false innuendo) και καλύπτει την περίπτωση όπου η δυσφημιστική έννοια προκύπτει συνειρμικά από τη φυσική σημασία των λέξεων του κειμένου. Δεν χρειάζεται δηλαδή η καταφυγή σε εξωγενή γεγονότα. Όποια και ν' είναι η περίπτωση, το κατά πόσο το δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου. Στην απόφαση του το Δικαστήριο δεν αντικρίζει και δεν ερμηνεύει το δημοσίευμα με αυστηρά νομικό τρόπο αλλά υπό τον φακό του μέσου λογικού και συνηθισμένου ανθρώπου. Ως συνηθισμένος, λογικός άνθρωπος λογίζεται εκείνος που βρίσκεται ανάμεσα στους υπερβολικά καχύποπτους και τους υπερβολικά αφελείς (βλ. Lewis & another v. Daily Telegraph Ltd
(1963)2 All E.R.151, Rubber Improvement Ltd v. Daily Telegraph Ltd
(1964)AC 234, Δίας Λτδ (ανωτέρω) και Ατταλίδης ν. Ροδούλης,
(2002)1 Α.Α.Δ. 854). Στις λέξεις και φράσεις αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια. Δεν απομονώνονται όμως. Το κείμενο κρίνεται ως σύνολο και όχι αποσπασματικά, εφόσον ο συνηθισμένος αναγνώστης εκλαμβάνει τις αναφορές στο σύνολο τους (βλ.Slim v. Daily Telegraph Ltd
(1968)1 All. E.R. 497). Υπόψη βέβαια λαμβάνεται η έννοια και σημασία όπως αυτή αναδύεται σε σχέση και σύνδεση με το χρόνο, τον τόπο και γενικά τα περιστατικά που τις περιβάλλουν αλλά και την επικρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα (βλ. Tidmore v. Mills
(1947)32 Ala, AP. 243). Αν οι λέξεις επιδέχονται παράλληλα με την κακή και άλλες ερμηνείες, δεν θα τους αποδοθεί η κακή ώστε να θεωρηθούν δυσφημιστικές. Καθ' ότι το ζήτημα αποφασίζεται κατ' ουσία με αντικειμενικό κριτήριο, οι επιμέρους υποκειμενικές απόψεις αναγνωστών δεν ενδιαφέρουν. Έτσι είναι τουλάχιστον αχρείαστη, μαρτυρία για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια (βλ. Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publishing Co. Ltd
(1963)2 Α.Α.Δ. 290 και Εταιρεία "Ο Φιλελεύθερος Λτδ" v. Σοφοκλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 549). Τρίτον να υπήρξε δημοσίευση υπό την έννοια του άρθρου 18 του Κεφ.
  1. Η δημοσίευση μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους φτάνει να περιέλθει στην γνώση ενός τουλάχιστον προσώπου άλλου από το δυσφημούμενο (βλ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου "Αστικά Αδικήματα" (Τόμος 1) σελ.
  2. Για να υπάρξει δημοσίευση η δήλωση θα πρέπει να γίνει καταληπτή από το πρόσωπο στο οποίο κοινοποιείται. Με άλλα λόγια το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να αντιληφθεί τόσο το νόημα της δήλωσης όσο και ότι αναφέρεται στον Ενάγοντα ( βλ. Sadgrove v Hole
(1901)2 K.B.1). Προτού περάσω στην επόμενη ενότητα αυτής της απόφασης, θα πρέπει να σημειώσω ότι από το παρακλητικό του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης, πέραν της δυσφήμησης προκύπτει πως η αγωγή βασίζεται και σε "κακόβουλες ψευδολογίες". Τέτοιο αστικό αδίκημα δεν υπάρχει. Ίσως η αναφορά να εννοεί την επιζήμια ψευδολογία. Η επιζήμια ψευδολογία (injurious falsehood) ως ορίζεται στο άρθρο 25 του Κεφ. 148 αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα που απαιτεί εξειδικευμένη δικογράφηση με την παράθεση λεπτομερειών σε ξέχωρη παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Απλά τίθεται διαζευκτικά στο παρακλητικό χωρίς καμία εξειδίκευση ή λεπτομέρεια στο σώμα της απαίτησης. Έτσι υποδεικνύω ότι δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσθετη βάση για αποζημίωση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Από πλευράς αξιοπιστίας των μαρτύρων η υπόθεση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Η δημοσίευση και το περιεχόμενο των επιδίκων άρθρων είναι παραδεκτή. Παραδεκτά ή τουλάχιστον χωρίς ουσιαστικό αντίλογο παρέμειναν και τα όσα αφορούν στο επάγγελμα και τις άλλες ενασχολήσεις του Ενάγοντος. Οι διαφωνίες εδράζονταν περισσότερα στην εν γένει απόδοση και συμπεριφορά του Ενάγοντος εντός της Νομικής Υπηρεσίας και γενικότερα, στην έννοια και σημασία φράσεων που κατά καιρούς χρησιμοποίησε ο Ενάγων σε άρθρα του και στο κατά πόσον οι διάφορες αναφορές στα επίδικα άρθρα αποτελούν δυσφημιστικές αναλήθειες ή θεμιτές κρίσεις και απόψεις των συντακτών. Η αποκρυστάλλωση των όποιων διαφωνιών θα προκύψει από την σφαιρική αντίκριση της προσαχθείσας μαρτυρίας που θα ακολουθήσει και στο ποια συμπεράσματα θα πρέπει βάσει της μαρτυρίας να εξαχθούν. Ως εκ τούτου δεν τίθεται υπό την στενή έννοια ζήτημα αποδοχής της μαρτυρίας κάποιων μαρτύρων και της απόρριψης κάποιων άλλων. Για να γίνω πιο σαφής να δώσω ένα πραγματικό παράδειγμα. Όταν ο Ενάγων κατέθετε ότι μια επιμέρους αναφορά ή ένα άρθρο στο σύνολο του ήταν αναληθές και δυσφημιστικό και την ίδια ώρα ο Εναγόμενος 1 ή ο Μ.Υ.2 έλεγε ότι η συγκεκριμένη αναφορά ή το άρθρο, αποτελούσε απλά αυστηρή κριτική, μπορεί αμφότεροι να πίστευαν αυτά που έλεγαν. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα, σε απευθείας αντιπαραβολή, να κηρυχθεί ο ένας ειλικρινής και αξιόπιστος και ο άλλος ανειλικρινείς και αναξιόπιστος. Το ζητούμενο είναι ποια συμπεράσματα εξάγονται από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας σε συνάρτηση πάντοτε με το ισχύον βάρος απόδειξης για επιμέρους υπερασπίσεις και τους άλλους παράγοντες που επιδρούν σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ πως δεν ενδείκνυται η συλλήβδην απόρριψη της μαρτυρίας κανενός μάρτυρα ως αναξιόπιστης. Θα πάρω ως δεδομένη τη μαρτυρία τους και στην επόμενη ενότητα θα τη συναρτήσω με το περιεχόμενο των άρθρων, εξάγοντας τα ανάλογα συμπεράσματα. Τούτων λεχθέντων, στον όποιο βαθμό υπάρχουν διαφωνίες σε σχέση με πραγματικά γεγονότα μεταξύ Ενάγοντος και μαρτύρων Υπεράσπισης, αποδέχομαι την εκδοχή του Ενάγοντος. Οφείλω ωστόσο να σημειώσω, χωρίς αυτό να αλλάζει ποσώς την πορεία των πραγμάτων, πως κατά την κρίση μου ο Ενάγων θα μπορούσε να επικεντρωνόταν περισσότερο στα επίδικα θέματα και να απέφευγε την αναφορά (πολλές φορές εκτενή) σε ζητήματα μη σχετικά με την υπόθεση. Παρομοίως θεωρώ πως ο Μ.Ε.3, με κάθε εκτίμηση βέβαια, ήταν κάπως υπερβολικός στις τοποθετήσεις του, γεγονός που επίσης θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Εξάλλου ως προανέφερα, οι υποκειμενικές απόψεις αναγνωστών δεν είναι καν σχετικές. Συμπεράσματα Από τα τρία συστατικά στοιχεία της δυσφήμισης στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, τα δύο, δηλαδή το γεγονός της δημοσίευσης και το ότι τα άρθρα αναφέρονταν στον Ενάγοντα είναι κατ' ουσία παραδεκτά και εν πάση περιπτώσει αποδεικνύονται από αναντίλεκτη μαρτυρία που προσκομίσθηκε κατά τη δίκη. Έτσι θα επικεντρωθώ σ' αυτό καθαυτό το περιεχόμενο των επιδίκων άρθρων. Τα δημοσιευθέντα επίδικα άρθρα είναι έξι στον αριθμό. Η γενική αντίληψη των μερών με την οποία συμφωνώ είναι πως τα άρθρα θα πρέπει να αντικρισθούν και να εξετασθούν κατά τρόπο ενιαίο. Τούτο διότι η θεματολογία κάθε φορά ήταν η ίδια ή ουσιαστικά η ίδια (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α v. Βασιλείου, Πολ. Έφεση 11600, ημερ. 24.5.2005), ενώ τα άρθρα, ιδιαίτερα αυτά που συνέταξε ο Εναγόμενος 1 ήταν συνέχεια, ωσάν να επρόκειτο για κείμενο που δημοσιεύτηκε σε σειρές. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο δημοσιεύων κατ' ουσία καλεί το κοινό να διαβάσει ή να έχει υπόψη όλα τα άρθρα και να τα θεωρήσει ως μια ενότητα (βλ. Bullen & Leake, Precedents of Pleadings, (12η έκδοση) σελ. 626). Η πιο πάνω επισήμανση δεν πρέπει να εκληφθεί ως υποβάθμιση ή υποτίμηση της όποιας επιμέρους αναφοράς ή του όποιου μεμονωμένου άρθρου. Απλά η ενιαία εξέταση θα οδηγήσει πιστεύω σε ορθολογιστικά συμπεράσματα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μου τα έξι δημοσιεύματα ως σύνολο και συναρτώντας τα με την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνω ότι είναι άκρως δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα. Η συντελεσθείσα δυσφήμιση προσλαμβάνει ως επί το πλείστον μορφή ψευδουπαινιγμών και καλύπτει τουλάχιστον τέσσερις διακριτές και σημαντικές θεματικές ενότητες. Η πρώτη αφορά την κατάχρηση της θέσεως του στην Νομική Υπηρεσία και στον ανεπαρκή και/ή πλημμελή τρόπο με τον οποίο εκτελούσε τα καθήκοντα του. Στην ενότητα αυτή εντάσσω κυρίως το πρώτο άρθρο (τεκμήριο 1) όπου γίνεται λόγος για μισθό "30000 λιρών που εισπράττει κάθε χρόνο, καθήμενος στην αναπαυτική πολυθρόνα του". Πρόκειται για ψευδουπαινιγμό που κατά την κρίση μου θα οδηγούσε τον μέσο, λογικό αναγνώστη, όπως τον περίγραψα πρωτύτερα, στο προαναφερθέν συμπέρασμα. Στην ίδια κατηγορία και για τον ίδιο λόγο εντάσσω το δεύτερο άρθρο (τεκμήριο 2) όπου αναφέρεται πως ο Ενάγων δεν πρόκειται να παραιτηθεί " γιατί δεν είναι χαζός να χάσει τις 30.000 λίρες το χρόνο και την αγωνιστική αναπαυτική πολυθρόνα του γραφείου του. Άλλωστε, που αλλού θα βρει τέτοιο καθισιό με τέτοιες απολαβές". Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσω και το τέταρτο άρθρο (τεκμήριο 4) όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως ο Ενάγων βρίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας "μη εκτελώντας παράλληλα τα εργασιακά του καθήκοντα" Τέλος στην κατηγορία αυτή για τον ίδιο και πάλι λόγο εντάσσω και το έκτο άρθρο (τεκμήριο 6), το οποίο είναι το πλέον ακραίο και δυσφημιστικό. Σ' αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, πως ο Ενάγων "νέμεται, καταχράται και χρησιμοποιεί το αξίωμα του...για να μειώσει την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας μας" και πως "εκμεταλλευόμενος τη θέση του έχει παρεκτραπεί σε βαθμό κακουργήματος κατά παντός θεσμού σ' αυτό τον τόπο". Σε άλλο σημείο του άρθρου, ο συντάκτης διερωτώμενος σαρκαστικά ποιος είναι ο Ενάγων απαντά μόνος του σημειώνοντας ότι "είναι αυτός που επανειλημμένα και γραπτώς τον επέπληξε ο Γενικός Εισαγγελέας (ο προϊστάμενος του) ως τεμπέλη και λιβελλογράφο και για κατάχρηση εξουσίας. Τον κατηγόρησε για χρησιμοποίηση του γραφείου του στην Εισαγγελία ως πολιτικού γραφείου και για ολιγωρία στην εκτέλεση του καθήκοντος". Ως δικαιολογία για τα πιο πάνω, η πλευρά της Υπεράσπισης επιχείρησε να αναφερθεί στη σχέση του Ενάγοντος με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα και στα μέτρα που ο τελευταίος έλαβε εναντίον του. Φρονώ πως αυτή η προσπάθεια απέτυχε. Δεν έχουν έρθει στην επιφάνεια τέτοια γεγονότα και στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Ενάγων δεν εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντα του, πόσον μάλλον που να δικαιολογούν τέτοια δημοσιεύματα. Σημειώνω ιδιαίτερα τα εξής. Έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί ότι ο Ενάγων διαρκούσης της απουσίας του Γενικού Εισαγγελέα στο εξωτερικό, εν πολλοίς λάμβανε αυθαίρετα τα ηνία της Νομικής Υπηρεσίας, παίρνοντας αποφάσεις επί σημαντικών θεμάτων ωσάν να ήταν ο ίδιος Γενικός Εισαγγελέας. Αυτή η θέση κατάρρευσε μπροστά στη μαρτυρία της Μ.Ε.2 η οποία παρουσίασε επιστολές με τις οποίες ο Γενικός Εισαγγελέας ενημέρωνε το προσωπικό ότι διαρκούσης της απουσίας του θα τον αντικαθιστούσε ο Ενάγων (τεκμήρια 12Α-Ε). Απ΄ εκεί και πέρα παρουσιάστηκαν κάποια δημοσιεύματα (τεκμήρια 8 και 9) τα οποία όμως ήταν πολύ μεταγενέστερα (του 2001) και έτσι δεν μπορεί να ληφθούν καθόλου υπόψη. Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε το ανακοινωθέν (τεκμήριο 13). Το ανακοινωθέν αυτό όντως κακίζει τη συμπεριφορά του Ενάγοντος, όμως αφορά ένα πολύ εξειδικευμένο ζήτημα, ήτοι την κατ' ισχυρισμό παράλειψη του Ενάγοντος να συντάσσει υπομνήματα ή σημειώματα σε σχέση με εργασίες της Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης όπου για κάποιο διάστημα συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας. Αυτό το ζήτημα από μόνο του, δεν δικαιολογούσε γενίκευση της άποψης σε ότι αφορά τον τρόπο με τον οποίο εκτελούσε τα καθήκοντα του ο Ενάγων και βεβαίως δεν δικαιολογούσε τις άκομψες αναλήθειες που αναφέρονται στα δημοσιεύματα. Το ίδιο ισχύει σε ότι αφορά το θέμα της απόφασης για πρόωρη αφυπηρέτηση του Ενάγοντος που πάρθηκε κατόπιν εισήγησης του Γενικού Εισαγγελέα. Πέραν του ότι αυτό έγινε πολύ μεταγενέστερα των γεγονότων και μάλιστα ανατράπηκε κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν προσήχθη και μαρτυρία που να προσέδιδε πραγματική υπόσταση στα όσα φέρονται να προηγήθηκαν αυτής της απόφασης. Η Υπεράσπιση περιορίστηκε σε γενικές τοποθετήσεις και υποβολές που σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνουν τις υπερασπίσεις είτε της αλήθειας (justification) είτε του έντιμου σχολίου (fair comment). Το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας φέρει ο Εναγόμενος. Οφείλει να αποδείξει ότι τα γεγονότα ως εκτέθηκαν ήταν αληθή (βλ. Sutherland v. Stopes
(1925)A.C. 47). Δεν είναι αρκετό να αποδείξει ότι τα θεωρούσε ο ίδιος αληθή. Ομοίως δεν αρκεί να αποδείξει ότι αποτελούν επανάληψη όσων άλλοι έχουν πει ή δημοσιεύσει στο παρελθόν ή ότι στηρίχθηκαν σε φήμες, έστω και έντονες (βλ. Cookson v. Harewood
(1932)2 K.B. 478). Σ' ότι αφορά το έντιμο σχόλιο θα πρέπει να καταδειχθεί
(1)ότι πρόκειται ακριβώς περί σχολίου επί γεγονότων και όχι δήλωση γεγονότος (βλ.Gatley on Libel & Slander (10η έκδοση) σελ.289, παρ.12.2)
(2)ότι αποτελεί έντιμο ή εύλογο σχόλιο επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και
(3)ότι αποτελεί σχολιασμό επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Οποιοδήποτε σχόλιο επομένως δεν μπορεί να κριθεί εύλογο εφόσον διατυπώνεται επί αναληθούς γεγονότος. Η δεύτερη σημαντική θεματική ενότητα δυσφήμησης αφορά την καταλογιζόμενη αναξιοκρατική και/ή άνευ κριτηρίων και διαδικασιών πρόσληψη του Ενάγοντος στη Νομική Υπηρεσία. Στην κατηγορία αυτή εντάσσω το άρθρο (τεκμήριο 3) όπου υποβάλλονται σαρκαστικά και γεμάτα υπονοούμενα ερωτήματα του τύπου "Μπορεί να μας ενημερώσει οιασδήποτε για το πώς βρέθηκε στη Γενική Εισαγγελία ο κ. Παπασάββας και "Παρακάθησε σε εξετάσεις με άλλους και τους καπέλωσε επειδή ήταν πιο έξυπνος ή ο καλός παππούλης (Μακάριος) να ναι καλά." Κατά την εκτίμηση μου πρόκειται και πάλι για ψευδουπαινιγμούς που οδηγούν τον μέσο, λογικό άνθρωπο στο συμπέρασμα που προανέφερα. Στο ίδιο πλαίσιο κατατάσσεται και το άρθρο (τεκμήριο 6) όπου με ωμό και ξεκάθαρο τρόπο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων είναι αυτός που "κατέληξε στην αυλή του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ο οποίος χωρίς να εφαρμόσει τότε τους κανονισμούς και τις διαδικασίες διόρισε τον Aκη Παπασάββα, παράνομα Εισαγγελέα της Δημοκρατίας". Σε σχέση με τις πιο πάνω δυσφημιστικές αναφορές τις οποίες ο Ενάγων απέρριψε με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, η Υπεράσπιση το μόνο που πρόταξε ήταν τα γενικά, αόριστα και βεβαίως αυθαίρετα συμπεράσματα των Εναγομένου 1 και Μ.Υ.
  1. Δεν είναι δυνατό να γίνονται ανεκτά τέτοια σχόλια στη βάση και μόνο συμπερασμάτων, όπως αυτών που εξήγαγε ο Εναγόμενος 1, δηλαδή ότι, τότε δύο χρόνια μετά την εισβολή "δεν υπήρχαν Νόμοι" και ότι "ήξερες κάποιο εύκολα μπορούσες να προσληφθείς οπουδήποτε, πόσο μάλλον ο Ενάγων που είχε σχέση με τον Μακάριο". Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για τον Μ.Υ.2, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ ανέφερε πως χαρακτήρισε τον διορισμό του Ενάγοντος "παράνομο" διότι "τουλάχιστον ένα ποσοστό 30% εδώ είναι διορισμένο είτε καλώς είτε κακώς όχι με τα σωστά κριτήρια". Είναι πιστεύω πρόδηλο από τα πιο πάνω ότι και πάλι η Υπεράσπιση απέτυχε να αποδείξει ότι οι αναφορές ήταν αληθείς. Ομοίως δεν πρόκειται για περίπτωση έντιμου σχολίου αφού, μεταξύ άλλων, δεν πρόκειται για σχόλιο επί πραγματικού γεγονότος. Η τρίτη δυσφημιστική θεματική ενότητα αφορά την καταλογιζόμενη απέλαση /εκδίωξη του Ενάγοντος από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων με σαφέστατους ψευδουπαινιγμούς που σε κάποια σημεία έφταναν τις απευθείας βολές ότι τούτο έγινε για λόγους εθνικά μεμπτούς και κατακριτέους. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται το άρθρο (τεκμήριο 3) με αναφορές του τύπου "πως βρέθηκε στην Εισαγγελία ο κ. Παπασάββας, όταν απελάθηκε το 1976 από την Ελλάδα και ήρθε στην Κύπρο" και "γιατί έφυγε (ή εκδιώχθηκε) από την Ελλάδα. Ομοίως στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το άρθρο (τεκμήριο 6) με τις αυταπαντήσεις που δίνει ο συντάκτης στο σαρκαστικό ερώτημα του ποιος είναι επιτέλους ο κ. Παπασάββας. Δηλαδή ότι "είναι αυτός που εκδιώχθηκε από το Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής τη δεκαετία του 70 γιατί αποκάλεσε τον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας Κωνσταντίνο Καραμανλή φασίστα, σοβινιστή και σκοταδιστή και τον κατηγόρησε για καλπονοθεία" και ότι "είναι αυτός που διωκόμενος από το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας το «έσκασε» από το Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής και κατέληξε στην «αυλή του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου." Τις πιο πάνω μομφές τις απέρριψε με κατηγορηματικό τρόπο ο Ενάγων. Εις απάντηση η Υπεράσπιση δεν κατάφερε να αποδείξει ούτε το αληθές των ισχυρισμών, ούτε καθ' οιονδήποτε τρόπο δύναται να εκληφθούν ως έντιμο σχόλιο. Πιο συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 1 ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση να αποκαλύψει τις πηγές του, περιορίστηκε στο να πει ότι οι δικές του αναφορές στηρίχθηκαν σε "πληροφορίες" και σε αναφορές που "είχαν λεχθεί από κάποιο βουλευτή εδώ στην Κύπρο". Κατά την αντεξέταση πρόσθεσε πως "το είπε και ο Κάτρης". Υπενθυμίζω εδώ πως η επανάληψη της αναφοράς άλλου προσώπου ή το γεγονός ότι το δημοσίευμα στηρίζεται σε φήμη δεν αποτελεί υπεράσπιση. Παρόμοιες φαίνεται να ήταν και οι πηγές του Μ.Υ.
  2. Αυτός, ως ανέφερε, στηρίχθηκε σε "καθημερινές εφημερίδες της Ελλάδος" και στις πληροφορίες που του έδινε ο εξ Ελλάδος δημοσιογράφος Ανδρέας Πίστης. Παραδέχθηκε δε ότι τις πληροφορίες αυτές δεν τις ήλεγξε. Η τέταρτη δυσφημιστική θεματική ενότητα που σε μεγάλο βαθμό συναρτάται με την τρίτη αφορά τους ψευδουπαινιγμούς ότι ο Ενάγων είναι υπό κάποια έννοια, πρόσωπο μειωμένης εθνικής συνείδησης. Στην κατηγορία αυτή εξέχουσα θέση απολαμβάνει και πάλι το άρθρο (τεκμήριο 6) όπου αναφέρεται πως ο Ενάγων "Είναι αυτός που ξαφνικά ξέχασε ότι η Ελλάδα η «Ψωροκώστενα» τον σπούδασε, τον έθρεψε και τον εργοδότησε, όπως και τόσους άλλους αχάριστους που «σήκωσαν την πτέρνα κατά του ευεργέτου και πως ωθούμενος και από "ανθελληνικό μένος" πρωτοστάτησε στη ψήφιση Νόμου που απαγόρευε στους υπό κατηγορία ανθρώπους για συμμετοχή στο πραξικόπημα στο να αναμειχθούν στα κοινά. Ο Ενάγων και πάλι απέρριψε τις αιχμές με τρόπο κατηγορηματικό. Εις απάντηση δε, το μόνο που πρόταξε η Υπεράσπιση ήταν ο ισχυρισμός του Μ.Υ.2 ότι οι αναφορές στηρίχθηκαν στην "όλη συμπεριφορά" του Ενάγοντος και στις "δηλώσεις και τα σχόλια" του, χωρίς όμως να γίνει συγκεκριμένη παραπομπή σε δηλώσεις ή σχόλια που να δικαιολογούσε το καταγραφέν συμπέρασμα. Τα προαναφερθέντα είναι κατά την κρίση μου τα κύρια ζητήματα στα όποια δυσφημείται ο Ενάγων. Στα δημοσιευθέντα άρθρα υπάρχουν διάσπαρτες κι άλλες αναλήθειες και αιχμές που κάθε άλλο παρά κολακευτικές μπορεί να θεωρηθούν για τον Ενάγοντα. Οι αναλήθειες και αιχμές αυτές συμπληρώνουν τη δυσφημιστική εικόνα που εκπέμπουν συλλογικά και συνολικά τα εν λόγω άρθρα. Τούτου λεχθέντος το θεωρώ αχρείαστο και άγονο να καταπιαστώ και να σχολιάσω κάθε επιμέρους αναφορά που γίνεται στα άρθρα αφού αυτό δεν θα προσέθετε οτιδήποτε σημαντικό στα όσα ουσιαστικά έχω ήδη υποδείξει πιο πάνω. Παρενθετικά και χωρίς τούτο να διαδραματίζει πλέον οποιοδήποτε σημαντικό ρόλο, θα πρέπει να σημειώσω ότι το άρθρο (τεκμήριο 5) δεν το θεωρώ δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα και επομένως εξαιρείται του δυσφημιστικού συνόλου. Αναμφίβολα σ' αυτό γίνονται καυστικά σχόλια. Εντούτοις το άρθρο ως σύνολο κρίνεται σατιρικό/χιουμοριστικό και επομένως υπό τις περιστάσεις άνευ δυσφημιστικής εμβέλειας. Η σάτιρα χρησιμοποιείται συχνά ως τρόπος έκφρασης πολιτικής κριτικής. Μπορεί να θεωρηθεί δυσφημιστική μόνο στην περίπτωση που αποκαλύπτει γεγονότα που εάν θεωρηθούν αληθή είναι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα (βλ. New Times Inc v. Bruce Isaacks Darlene A Whitten, Supreme Court of Texas, Case No.03-0019, 3.9.2004). Δεν πιστεύω πως ο μέσος λογικός άνθρωπος θα θεωρούσε το συγκεκριμένο άρθρο ως περιγραφή πραγματικών γεγονότων. Αρκεί να επισημάνω πως στο άρθρο τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση χαρακτηρίζονται ως "θίασος". Προτού κλείσω αυτή την ενότητα θα ασχοληθώ με κάποια ζητήματα που ήγειρε η πλευρά της Υπεράσπισης. Πέραν της αλήθειας και του έντιμου σχολίου, στην Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλεται ως ειδική υπεράσπιση το γεγονός ότι ο Ενάγων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο δημόσιο πρόσωπο και πως τα όσα γράφτηκαν γι' αυτόν αποτελούν απόψεις και/ή σχόλια επιτρεπτά με βάση το άρθρο 10 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών του Ανθρώπου. Μάλιστα, υποβάλλεται πως οι σχετικές επί του θέματος διατάξεις του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 θα πρέπει να προσαρμοστούν κατά τρόπο που να συνάδουν με το πιο πάνω άρθρο και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό, να υπερισχύσει το άρθρο 10, αφού η Σύμβαση υπερτερεί του ημεδαπού Νόμου. Στο ίδιο πλαίσιο προβάλλεται και η υπεράσπιση του περιορισμένου προνομίου (qualified privilege). Οι θέσεις αυτές υποστηρίχθηκαν από τον κ. Φασουλιώτη κατά την αγόρευση του με αναφορά σε Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Κατ' αρχάς νομίζω είναι σωστό να ειπωθεί πως ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν όντως δημόσιο πρόσωπο υπό την ευρύτερη έννοια του όρου. Δεν ήταν βέβαια πολιτικός, αλλά η ιδιότητα του ως Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε συνδυασμό με τις συχνές του παρεμβάσεις τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό τύπο όπου σχολίαζε τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις και όχι μόνο, τον κατατάσσουν στην κατηγορία των δημοσίων προσώπων. Εξάλλου τόσο από την Έκθεση Απαίτησης όσο και από τη δια ζώσης μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει αβίαστα πως ο Ενάγων συμφωνεί πως όντως ήταν δημόσιο πρόσωπο. Τα δημόσια πρόσωπα θα πρέπει να είναι πιο ανεκτικά κριτικής και σχολιασμού απ' ότι οι απλοί ιδιώτες. Τα δε όρια της θεμιτής κριτικής είναι σαφώς πιο ευρέα για τα δημόσια πρόσωπα απ' ότι για τους υπόλοιπους (βλ.Gatley on Libel & Slander (ανωτέρω) σελ.65, παρ.2.33). Στην υπόθεση Obershlick v Austria App. No. 11662/85, Ser.A, Vol. 204
(1995)19 E.H.R.R. 389, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επισήμανε σχετικά τα ακόλουθα: "The limits of acceptable criticism are accordingly wider with regard to a politician acting in his public capacity than in relation to a private individual. The former inevitably and knowingly lays himself open to close scrutiny of his every word and deed by both journalists and the public at large, and he must display a greater degree of tolerance, especially when he himself makes public statements that are susceptible of criticism." Τούτων λεχθέντων, τα δημόσια πρόσωπα σε καμία περίπτωση δεν είναι έρμαια είτε των μέσων μαζικής ενημέρωσης είτε οποιωνδήποτε άλλων. Θα πρέπει και η δική τους αξιοπρέπεια και υπόληψη να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με σκληρή ή άδικη κριτική ή κριτική που συνοδεύεται με βαρετούς χαρακτηρισμούς, που ενδεχομένως να ήταν επιτρεπτή ένεκα της ιδιότητος του Ενάγοντος ως δημόσιο πρόσωπο. Εδώ, για τους λόγους που ήδη εξήγησα, έχουμε να κάνουμε με ψεύδη. Με υπαινιγμούς για την ύπαρξη ανυπόστατων και ανύπαρκτων γεγονότων που δυσφημούν τον Ενάγοντα, όπως θα δυσφημούσαν τον καθένα σε ανάλογη θέση, ασχέτως του αν ήταν ή όχι δημόσιο πρόσωπο. Όσον αφορά το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που αντιστοιχεί στο άρθρο 19 του Συντάγματος και τα όσα σχετικά υποστήριξε ο κ. Φασουλιώτης, να σημειώσω μόνο ότι παρόμοιο επιχείρημα τέθηκε στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν Αλωνεύτη,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε ότι οι διατάξεις του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 θα πρέπει όντως να ερμηνεύονται με τρόπο συμβατό με το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης που κατοχυρώνει το άρθρο 10 της Σύμβασης και το άρθρο 19 του Συντάγματος. Ωστόσο θεωρήθηκε ότι οι διατάξεις του Κεφ. 148 είναι απόλυτα συμβατές. Σχετικά αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Μπορεί να λεχθεί ότι η προστασία της υπόληψης του ατόμου είναι απαραίτητη για την ανεμπόδιστη άσκηση των θεμελιωδών του δικαιωμάτων. Δεν είναι δίκαιο το άτομο να λειτουργεί κάτω από τη σκιά του ψόγου. Εκτός αν του παρέχεται αυτή η προστασία, το άτομο παραμένει ανυπεράσπιστο έναντι της προσβολής της υπόληψης του και της υπονόμευσης της κοινωνικής του υπόστασης. Είναι αυτή η πραγματικότητα που καθιστά, εξ αντικειμένου, αναγκαίο τον περιορισμό του δικαιώματος που κατοχυρώνει το Άρθρο 19 του Συντάγματος. Χωρίς την προστασία αυτή, το άτομο θα μετατρεπόταν σε ανυπεράσπιστο θύμα διαπόμπευσης και κοινωνικού εξοστρακισμού. Υπό το φως των όσων έχουμε διαγράψει, κρίνουμε ότι οι περιορισμοί οι οποίοι τίθενται με τις διατάξεις του ΚΕΦ. 148, που αναφέρονται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, ευρίσκουν έρεισμα στο Άρθρο 19.3 του Συντάγματος, χάριν της προστασίας της υπόληψης του ατόμου και των θεμελιωδών του δικαιωμάτων." Τα προαναφερθέντα επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Λουκαϊδης ν Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Τέλος όσον αφορά την υπεράσπιση του περιορισμένου προνομίου ή του προνομίου υπό επιφύλαξη (qualified privilege) σχετικό είναι το άρθρο 21 του Κεφ.
  2. Για να πετύχει η υπεράσπιση αυτή θα πρέπει η δημοσίευση να έγινε καλή τη πίστει. Κατά το εδάφιο 2, το δημοσίευμα δεν μπορεί να θεωρείται ότι εγένετο καλή τη πίστει αν ήταν αναληθές και ο συντάκτης δεν πίστευε στο αληθές του περιεχομένου ή η δημοσίευση έγινε χωρίς πρώτα ο συντάκτης να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση της αλήθειας αυτού. Στην υπόθεση Αλωνεύτη (ανωτέρω) όπου τέθηκε το ίδιο ζήτημα, υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers and others
(1999)4 All. E.R. 609. Σ' αυτή επισημάνθηκε, μεταξύ άλλων, πως η πολιτική πληροφόρηση δεν προσελκύει αφ' εαυτής την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Εξαρτάται από το αντικείμενο της πληροφόρησης. Εν πάση περιπτώσει η απόδοση προνομιακού χαρακτήρα σε δημοσίευμα συναρτάται με σειρά παραγόντων, που έχουν ως κοινό πυρήνα το καθήκον του τύπου να διερευνά την αλήθεια των όσων δημοσιεύει. Με άλλα λόγια ο τύπος έχει καθήκον να αναζητήσει τις απόψεις του υποκείμενου του δημοσιεύματος, ως μέτρο ελέγχου της αλήθειας και της ακρίβειας του περιεχομένου του και παράλληλα να προβάλει την αντίθετη ή διισταμένη εκδοχή σε σχέση με το περιεχόμενο του δημοσιεύματος. Στη δοσμένη περίπτωση πέραν του στοιχείου της αναλήθειας ενυπάρχει και το στοιχείο της αδιαφορίας. Καμία ευκαιρία δεν δόθηκε στον Ενάγοντα, είτε από τον Εναγόμενο 1 είτε από τον Μ.Υ.2 να εκθέσει τις απόψεις του σε σχέση με το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων. Ούτε και υπήρξε σοβαρή και εις βάθους προσπάθεια διερεύνησης της αλήθειας των όσων θα δημοσιεύοντο, ως προστάζει το καθήκον των λειτουργών του τύπου αλλά και των όσων επιθυμούν οι θέσεις και απόψεις τους να γίνονται γνωστές στο ευρύ κοινό. Τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και ο Μ.Υ.2 ερωτήθηκαν επανειλημμένως σε σχέση με την έρευνα στην οποία προέβησαν για εξακρίβωση της αλήθειας των αναφορών τους και διαφάνηκε πως αυτή η έρευνα σε σχέση με όλα τα δυσφημιστικά κεφάλια αυτής της υπόθεσης κυμαίνεται από επιφανειακή και επιπόλαια έως ανύπαρκτη. Συνεπώς ούτε και αυτή η υπεράσπιση μπορεί να επιτύχει. Ευθύνη & Αποζημιώσεις Έρχομαι στο τελευταίο σκέλος αυτής της απόφασης που άπτεται του ζητήματος της ευθύνης και των αποζημιώσεων. Εκ πρώτης όψεως υπεύθυνος για λίβελο και κατ' επέκταση για την καταβολή αποζημιώσεων είναι κάθε πρόσωπο που συμμετέχει ή προκαλεί τη δημοσίευση (βλ.Gatley (ανωτέρω) σελ.144, παρ.6.3 και σελ.153, παρ. 6.15). Όταν πρόκειται για δημοσίευση σε εφημερίδα, όλοι πλην του διανομέα (wholesale agent) και του λιανικού πωλητή (retail vendor) θεωρούνται συναδικοπραγούντες. Η ευθύνη τους είναι αλληλέγγυα και κεχωρισμένη για ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης (βλ.Gatley (ανωτέρω) σελ.144, παρ.6.4). Για κάθε ξεχωριστό λίβελο η αποζημίωση θα πρέπει να είναι κοινή για όλους τους συναδικοπραγούντες. Δεν νοείται διάκριση ή διαφοροποίηση μεταξύ τους. Η αποζημίωση θα αντιπροσωπεύει τον υψηλότερο κοινό παρανομαστή που είναι το μέγιστο ποσό που ο Εναγόμενος με την ολιγότερη ευθύνη μπορεί να κληθεί να πληρώσει (βλ.Cassell &Co. Ltd v. Broome and another
(1972)1 All E.R.801). Η αρχή αυτή διατυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια στον Gatley (ανωτέρω) σελ.255, παρ.9.22 υπό τον τίτλο "Co defendants". Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: "In an action against two or more persons as co-defendants in respect of a joint libel the jury may not discriminate between them in finding separate damages against the different defendants, but there must be one verdict and one judgment against all for the total damages awarded. Even though the defendants sever their defences, the jury have no power, jurisdiction or authority to apportion the damages, and if they do so, judgment cannot be entered against the several defendants for the amounts so apportioned. The unity of the verdict and of the judgment where the tort is joint is founded on and must stand with the legal theory of the liability of joint tortfeasors. It is the necessary and logical result of the legal principles applicable to this kind of action. What the plaintiff is entitled to receive is a sum representing the damage that he has suffered from a single wrong inflicted by all. The defendant has no right to say that his contribution to the injury was smaller than that of the others. Small though it may have been, the wrong might not have been committed at all if he had not taken part in it." Στους υπευθύνους συγκαταλέγονται βεβαίως ο συντάκτης του δυσφημιστικού άρθρου και η ιδιοκτήτρια της εφημερίδας. Στην υπό συζήτηση υπόθεση ο Εναγόμενος 1 είναι ο συντάκτης των τεσσάρων άρθρων (τεκμήρια 1-4) και η Εναγόμενη 4 είναι η ιδιοκτήτρια της εφημερίδας. Πέραν του ενιαίου των δημοσιευμάτων, θέμα στο οποίο έχω αναφερθεί πρωτύτερα, η ευθύνη του Εναγομένου 1 επεκτείνεται και στο άρθρο (τεκμήριο 6) αφού ως ο ίδιος ανέφερε, αυτός παρέλαβε και ενέκρινε το εν λόγω άρθρο προτού δημοσιευθεί. Το γεγονός τούτο το επιβεβαίωσε και ο Μ.Υ.2. Με αποκρυσταλλωμένη πλέον την ευθύνη των Εναγομένων 1 και 4 για τα λιβελογραφήματα, προχωρώ στο θέμα των αποζημιώσεων. Η επιδίκαση αποζημιώσεων σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι εύκολο έργο αφού η υπόληψη και η τιμή του ανθρώπου έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία από το χρήμα. Έτσι η απόδοση χρηματικής αποζημίωσης προς αποκατάσταση της τιμής και υπόληψης καθίσταται έργο άχαρο. Τούτου λεχθέντος, η χρηματική αποζημίωση είναι η κύρια θεραπεία που μπορεί να προσφέρει ένα Πολιτικό Δικαστήριο. Οι αρχές που επιδρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μεταξύ αυτών είναι οι υποθέσεις Cacoyiannis v. Papadopoulos C.L.R. Vol. XVIII 205, Cacoyiannis v. Kyrou
(1976)12 J.S.C. 1883, Constantinides v. Koureas
(1978)1 C.L.R. 139, General Press v. Christofides
(1981)1 C.L.R. 190 και Glafx (ανωτέρω). Από τη Νομολογία προκύπτει πως είναι πολλοί οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Οι παράγοντες αυτοί συναρτώνται με τη θέση του Ενάγοντος στην κοινωνία, τη φύση και έκταση του λιβελογραφήματος, τη γενικότερη συμπεριφορά του Εναγομένου πριν και μετά την δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της υπεράσπισης, την τυχόν απολογία, την πρόκληση ειδικής ζημιάς, την αποτυχία υπεράσπισης της αλήθειας και την επανάληψη της δυσφήμισης (βλ ICP (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and another
(1972)4 J.S.C. 455, Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ v. Φαλκονέττι,
(1998)1 Α.Α.Δ. 958, Cacoyiannis και Αλωνεύτη (ανωτέρω)). Επιπλέον παράγοντες που ενδέχεται να οδηγήσουν σε μείωση της αποζημίωσης παρατίθενται στα άρθρα 17
(2)και 23 του Κεφ. 148. Τελικώς εκείνο που προκύπτει είναι πως η επιδικασθείσα αποζημίωση θα πρέπει ν' αποφασίζεται στη βάση των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξουν δύο όμοιες περιπτώσεις. Έτσι η Νομολογία επί του ζητήματος καταδεικνύει περισσότερο την τάση που επικρατεί, η οποία τα τελευταία χρόνια είναι σταθερά αυξητική, παρά να σηματοδοτεί ή να καθοδηγεί σ' ότι αφορά την αποζημίωση που αρμόζει για την περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση τεκμαίρεται πως ο Ενάγων είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα. Επ' αυτού δεν χρειαζόταν καν μαρτυρία (βλ. Gatley (ανωτέρω), σελ.989, παρ.32.54). Κατέχει εξέχουσα θέση στην Κυπριακή κοινωνία. Είναι κάτοχος τριών πτυχίων, λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία εδώ και μια τριακονταετία ενώ από το 1992 είναι Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω είναι ευρύτερα γνωστός ένεκα των συχνών παρεμβάσεων του δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης σε τρέχοντα ζητήματα πολιτικής και όχι μόνο. Σ' ότι αφορά αυτά καθαυτά τα λιβελογραφήματα κρίνονται ιδιαίτερα προσβλητικά και μειωτικά. Οι συντάκτες των άρθρων επιτίθενται με αήθη τρόπο κατά του Ενάγοντος σε τουλάχιστον τέσσερα επίπεδα τα οποία έχω αναπτύξει προηγουμένως. Επιχειρούν να σπιλώσουν κατά τρόπο ανοίκειο την αξία, την υπόληψη, την επαγγελματική αφοσίωση και σε κάποιο βαθμό την εθνική συνείδηση του Ενάγοντος. Σε αυτό το πλαίσιο τόσο στην Έκθεση Υπεράσπισης όσο και ευρύτερα κατά τη δίκη έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί πως υπήρξε πρόκληση από μέρους του Ενάγοντος. Είναι γεγονός ότι η πρόκληση δυνατό να οδηγήσει σε μείωση των αποζημιώσεων (βλ. άρθρο 23 του Κεφ. 148, Gatley (ανωτέρω), σελ.1016-1017, παρ.33.48-33.50 και Ατταλίδης (ανωτέρω)). Ωστόσο για να έχει βαρύνουσα σημασία η πρόκληση θα πρέπει να αφορά απευθείας τον Εναγόμενο. Εδώ οι επικαλεσθείσες αναφορές του Ενάγοντος, πολλές εκ των οποίων ήταν όντως επικριτικές, δεν αφορούσαν τους Εναγόμενους προσωπικά αλλά τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κυβέρνηση του τόπου ευρύτερα. Συνεπώς η σημασία της πρόκλησης, δοθείσας και της έλλειψης μαρτυρίας που να συνδέει ουσιωδώς και ευθέως τους Εναγομένους με την τότε κυβέρνηση, είναι σαφώς μειωμένη. Πέραν των πιο πάνω θα λάβω υπόψη μου την προ και μετά τη δυσφήμιση συμπεριφορά των Εναγομένων στον βαθμό βέβαια που προσκομίσθηκε επ' αυτού μαρτυρία. Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι υπήρξε και στο παρελθόν αντιδικία μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 4 που οδήγησε στην επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Ενάγοντος ύψους £25000 (σχετικές είναι οι αποφάσεις τεκμήρια 7Α και 7Β). Αυτού λεχθέντος σε αντιδιαστολή της εισήγησης κυρίως του κ. Αγγελίδη, δεν θεωρώ ότι τα δημοσιεύματα αυτής της υπόθεσης αποτελούν επανάληψη των επίδικων δημοσιευμάτων της προηγούμενης υπόθεσης. Απ' ότι προκύπτει από το περιεχόμενο των δύο αποφάσεων που εκδόθηκαν στην προηγούμενη υπόθεση και κυρίως από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αποτελεί και δεσμευτική Νομολογία (βλ. Κωνσταντινίδης κ.α v. Παπασάββα
(2004)1 Α.Α.Δ. 981) η εκεί δυσφήμιση κινήθηκε σε τρεις άξονες, η θεματολογία της οποίας ήταν πολύ διαφορετική απ' ότι η θεματολογία των επιδίκων δημοσιευμάτων. Φρονώ δε, χωρίς να χρειάζεται να προβώ σε απευθείας αντιπαραβολή της θεματολογίας ότι η εκεί δυσφήμιση ήταν χειρότερη (αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί τέτοιος όρος) και σε εύρος και σε περιεχόμενο απ' ότι η εδώ δυσφήμιση. Περαιτέρω υπόψη θα λάβω και τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης. Δηλαδή ότι για κάποια θέματα προβλήθηκε ανεπιτυχώς η υπεράσπιση της αλήθειας και ότι ο Ενάγων αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σωρεία θεμάτων. Αυτού λεχθέντος δεν θα αγνοήσω ότι η αντεξέταση παρά το εύρος της κινήθηκε σε δεοντολογικά και επαγγελματικά πλαίσια, χωρίς έμφαση σε προσβλητικές ή υποτιμητικές ερωτήσεις που αναμφίβολα θα επιδείνωναν την κατάσταση, εδραιώνοντας ακόμα περισσότερο τον λίβελο. Σημασία επίσης έχει η μορφή και ο χώρος που κατέλαβαν τα επίδικα άρθρα στην εφημερίδα. Όλα τα άρθρα δημοσιεύονται στις εσωτερικές σελίδες της εφημερίδας. Τα τέσσερα άρθρα του Εναγομένου 1 (τεκμήρια 1-4) ήταν σε καθημερινή στήλη υπό τον τίτλο "Ένα Κάθε Μέρα". Ήταν εντός κάθετου ορθογώνιου πλαισίου στην αριστερή άκρια της σελίδας σε όχι και τόσο περίοπτη θέση. Το άρθρο του Μ.Υ.2 (τεκμήριο 6) ήταν στη σελ.7 της εφημερίδας που έφερε τον τίτλο "Αρθρογραφία-Θέματα". Ήταν εντός οριζόντιου ορθογώνιου πλαισίου που ξεκινούσε από την αριστερή άκρια και εκτεινόταν πέραν του κέντρου της σελίδας. Ήταν έντονος και με μεγάλα γράμματα ο τίτλος του άρθρου και γενικά καταλάμβανε περίοπτη θέση στην εφημερίδα. Ένα άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να επενεργήσει επιβαρυντικά για τους Εναγομένους θα ήταν μαρτυρία που να καταδείκνυε μεγάλη κυκλοφορία της εφημερίδας. Τέτοια μαρτυρία όμως ελλείπει. Ως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην 7η έκδοση του Gatley παρ. 1235 υπό τον τίτλο "Mode and extent of publication": "If the libel is published in a newspaper the plaintiff may give in evidence the extent of the circulation. Surely the proprietor of a newspaper, with a very large circulation, is to be visited with larger damages for a libel published in it than one of a more limited circulation.² (βλ. επίσης Gatley (ανωτέρω), σελ. 983, παρ. 32.46). Έχοντας λοιπόν υπόψη μου όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες σε συνάρτηση πάντοτε με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, καταλήγω στο συμπέρασμα πως είναι ορθό και δίκαιο να επιδικασθεί προς όφελος του Ενάγοντος ένα ποσό της τάξεως των £18.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Διευκρινίζεται πως εν συνεχεία της ενιαίας εξέτασης των επίδικων δυσφημιστικών άρθρων, το προαναφερθέν ποσό είναι ένα και ενιαίο και καλύπτει όλα τα δυσφημιστικά άρθρα (βλ. Λουκαϊδης (ανωτέρω) σελ. 47). Όσον αφορά την αξίωση για επαυξημένες αποζημιώσεις θα πρέπει να σημειώσω πως δεν ζητούνται με τον ορθό δικογραφικό τρόπο (βλ. Bullen &Leake (ανωτέρω), σελ.630-631, πρότυπο 360). Δεν είναι ορθό να τυγχάνουν σύζευξης οι γενικές, ειδικές και επαυξημένες αποζημιώσεις όπως έχει γίνει στην παράγραφο 17 (Α) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης . Έτσι και αλλιώς οι επαυξημένες αποζημιώσεις δεν αποτελούν ξεχωριστή επικεφαλίδα αποζημιώσεων (separate head of damages). Εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των γενικών αποζημιώσεων. Στη δοσμένη περίπτωση διάφορα επιβαρυντικά στοιχεία έχουν συντείνει στο ανέβασμα των γενικών αποζημιώσεων στις £18.000. Σε σχέση με την αξίωση για ειδικές αποζημιώσεις δεν προσήχθη καθόλου μαρτυρία. Σε σχέση με την αξίωση για παραδειγματικές/τιμωρητικές αποζημιώσεις θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι πρόκειται για μέτρο που λαμβάνεται σπάνια από το Δικαστήριο στις ακραίες εκείνες περιπτώσεις όπου πέραν των συνηθισμένων αποζημιώσεων, ενδείκνυται και η τιμωρία των Εναγομένων. Έχουν ως στόχο δηλαδή όχι την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημιάς αλλά την τιμωρία. Τέτοιες αποζημιώσεις μπορεί να επιδικασθούν σε περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά του Εναγομένου είναι αξιόμεμπτη και αξιοκατάκριτη, πολύ δε περισσότερο όταν στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα (βλ. Παπακόκκινου ν Κάνθερ
(1982)1 CLR 65). Στην Αγγλία, όπου η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων είναι ακόμα πιο σπάνια έχει αποφασισθεί ότι για να πετύχει μια τέτοια αξίωση θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος εκ προοιμίου γνώριζε ότι το υπό δημοσίευση άρθρο ήταν αναληθές και δυσφημιστικό ή ότι περί αυτού ήταν αδιάφορος και επιπλέον ότι προέβη στη δημοσίευση υπό την προσδοκία ότι το υλικό όφελος θα υπερτερούσε της υλικής απώλειας (βλ. John v. MGN
(1997)Q.B, 586). Παρά το απαράδεκτο των δημοσιευμάτων, ζήτημα στο οποίο έχω αναφερθεί προηγουμένως, δεν θεωρώ ότι ενυπάρχουν στοιχεία που να καθιστούν αναγκαία την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Δεν υπήρξε προσπάθεια προσπορισμού οικονομικού οφέλους από μέρους των Εναγομένων, ούτε είναι έντονο το στοιχείο της κακοβουλίας που να πρέπει πάση θυσία να τιμωρηθούν οι Εναγόμενοι με επιπλέον οικονομική επιβάρυνση. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η αντιπαράθεση και οι επιθέσεις εναντίον του Ενάγοντος συνεχίζονται. Για τον ίδιο ουσιαστικά λόγο, δεν θεωρώ ότι υφίσταται ανάγκη έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος. Βρισκόμαστε πλέον σε μια χρονική απόσταση επτά ετών από τη δημοσίευση των άρθρων και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι έχουν πρόθεση να επαναλάβουν ή να επαναφέρουν τα ίδια ζητήματα στη δημοσιότητα. Τέλος σε ότι αφορά την αξίωση για νόμιμο τόκο, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι η απόδοση τόκου θα πρέπει να έχει ως χρονική αφετηρία την ημερομηνία έναρξης της ακρόασης (βλ.άρθρο 33
(2)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60) και όχι, ως είθισται, την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Στην κατάληξη αυτή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη ολιγωρία/καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης και από πλευράς Ενάγοντος. Συγκεκριμένα από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει πως το Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 12.7.1999 και επιδόθηκε στους Εναγομένους την 1.9.1999. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε εμφάνιση από μέρους των Εναγομένων δεν πάρθηκε κανένα μέτρο για προώθηση της υπόθεσης. Δεκαεννέα
(19)και πλέον μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 4.4.2001 ο πρωτοκολλητής έστειλε ειδοποίηση στην πλευρά του Ενάγοντος προειδοποιώντας με απόρριψη αν δεν λαμβάνονταν μέτρα για προώθηση της αγωγής. Έτσι στις 11.4.2001 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Στις 7.5.2001 καταχωρήθηκε η εμφάνιση των Εναγομένών και στις 30.5.2001 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης. Η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε μόλις στις 4.9.2002 (δεκαπέντε μήνες μετά δηλαδή) χωρίς όμως στο μεσοδιάστημα να παρθεί οποιοδήποτε μέτρο από την πλευρά του Ενάγοντος για προώθηση της υπόθεσης. Η Απάντηση καταχωρήθηκε μετά από δύο μήνες στις 12.11.2002, ενώ αίτηση ορισμού κατατέθηκε μετά από άλλους τρεις μήνες στις 24.2.
  1. Κατόπιν τούτου η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 28.3.
  2. Δηλαδή από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την πρώτη ουσιαστική εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου παρήλθαν σχεδόν τέσσερα χρόνια, εξ υπαιτιότητας κυρίως της πλευράς του Ενάγοντος. Ακολούθως, άλλοτε με την ενεργό συμβολή και άλλοτε με την παθητική συναίνεση της πλευράς του Ενάγοντος η υπόθεση αναβάλλετο συνεχώς μέχρι και τις 11.11.2005 που τελικώς ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων 1 και 4 αλληλέγγυα και ξεχωριστά για το ποσό των £18.000 πλέον νόμιμο τόκο από 11.11.2005 πλέον έξοδα στην κλίμακα επιτυχίας ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Στ. Σταύρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.