← Κύπρος

CLA OUTDOOR LTD κ.α. ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4024/05, 12 Ιανουαρίου, 2006

CLA OUTDOOR LTD κ.α. ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4024/05, 12 Ιανουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Προσ.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4024/05 Μεταξύ:

  1. C.L.A OUTDOOR LTD
  2. Πέτρου Κοτζιάπασιη Εναγόντων και ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24.10.05 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Ιανουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κος Βρυωνίδης. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη: κος Ζαχαρίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 24.10.05 οι Ενάγοντες καταχώρισαν εναντίον της Εναγομένης την αγωγή με Αρ. Αγ. 4024/05 με την οποία αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων που ν΄ απαγορεύουν και/ή να εμποδίζουν υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους της Εναγομένης Εταιρείας από το να επεμβαίνουν μ΄ οποιονδήποτε τρόπο ή/και να παρενοχλούν οποιονδήποτε δικαίωμα των Εναγόντων αναφορικά με την εκμετάλλευση των διαφημιστικών πινακίδων, οι οποίες βρίσκονται στους χώρους στάθμευσης των υπεραγορών Ορφανίδη στην Λευκωσία, Λεμεσό και Λάρνακα και οι οποίες αποτελούν ιδιοκτησία των Εναγόντων. Ζητούν επίσης διάταγμα το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη Εταιρεία όπως συνεχίσει να παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα για την λειτουργία των διαφημιστικών πινακίδων. Επιπρόσθετα, ζητούν αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες κατά τον ισχυρισμό τους έχουν υποστεί λόγω παράβασης της συμφωνίας ημερ. 16.10.
  4. Την ίδια ημέρα καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση για την παραχώρηση προσωρινού διατάγματος με το οποίο ζητούντο οι ίδιες θεραπείες όπως και αυτές του Κλητηρίου Εντάλματος με μόνη εξαίρεση τη θεραπεία Δ που αφορούσε την καταβολή αποζημιώσεων. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και στην Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στην διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Δικαστηρίου. Την Αίτηση συνοδεύει η Ένορκη Δήλωση του Πέτρου Κοτζιάπασιη, Ενάγοντα 2, διευθυντή της Ενάγουσας 1 και γνώστη των γεγονότων της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα περί το 1998 ο ίδιος είχε συμφωνήσει με τον Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας κο Ορφανίδη για να συνεργαστούν στον τομέα των διαφημιστικών πινακίδων. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ο ίδιος θ΄ αναλάμβανε το κόστος κατασκευής και εγκατάστασης μιας μεγάλης διαφημιστικής πινακίδας σε κάθε χώρο στάθμευσης των υπεραγορών στις πόλεις που η Εναγόμενη διατηρούσε υπεραγορές. Η Εναγόμενη θα παραχωρούσε το ηλεκτρικό ρεύμα για την λειτουργία τους. Το μηνιαίο ενοίκιο είχε συμφωνηθεί στις Λ.Κ.150 μηνιαίως ενώ παράλληλα η Εναγόμενη είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί αριθμό διαφημιστικών πινακίδων για σκοπούς δικής της διαφήμισης και το κόστος αυτής της χρήσης καθώς και η εκτύπωση των διαφημιστικών εντύπων θα συμψηφίζετο έναντι των ενοικίων. Η προφορική συμφωνία εφαρμόστηκε από το 1998 μέχρι το 2002 και ενσωματώθηκε σε γραπτό κείμενο στις 16.10.02 μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης με μόνη αλλαγή το μηνιαίο ενοίκιο το οποίο είχε αυξηθεί στις Λ.Κ. 200, το οποίο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα
  5. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 2 στις 7.10.05 με επιστολή του ο Διευθυντής Πωλήσεων της Εναγόμενης τερμάτισε την γραπτή συμφωνία και ζήτησε την αφαίρεση όλων των διαφημιστικών πινακίδων μέχρι τις 22.10.05 ενώ ζητήθηκε παράλληλα και η καταβολή του οφειλόμενου ποσού εκ Λ.Κ. 16.834,
  6. Σε επικοινωνία που είχε ο Ενόρκως Δηλών με τον Διευθυντή Πωλήσεων της Εναγόμενης του αναφέρθηκε ότι είχε γίνει νέα συμφωνία με μια άλλη διαφημιστική εταιρεία. Ήταν η θέση του Ενόρκως Δηλούντα ότι οι 3 διαφημιστικές πινακίδες δεν ήταν εύκολο να μετακινηθούν τόσο για λόγους πρακτικούς καθώς και οικονομικούς ιδιαίτερα ενόψει του ότι υπήρχαν υφιστάμενα συμβόλαια μεταξύ των οποίων και δύο της Λαϊκής Τράπεζας τα οποία ίσχυαν μέχρι 31.12.05, τα οποία και επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο Γ. Κατέληξε, ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Ενάγουσα θα υποστεί μεγάλες ζημιές, οι οποίες δεν θα μπορούν να υπολογιστούν, λόγω του ότι υπάρχουν συμβόλαια μεταξύ της Ενάγουσας 1 και τρίτων, για την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών. Επίσης, ήταν η θέση του ότι η Ενάγουσα 1 θα καταστεί αναξιόπιστη στον κύκλο των εργασιών της. Το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στις 26.10.05 και στις 29.11.05 καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση. Την Ένσταση συνοδεύει η Ένορκη Δήλωση του κου Χρίστου Ορφανίδη, Διευθυντή της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση. Στην Ένσταση καταγράφονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, οι οποίοι υποστηρίζονται και από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που την συνοδεύει: «(α) Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. (β) Η αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη. (γ) Οι αιτητές απέκρυψαν ουσιαστικά στοιχεία. (δ) Οι αιτητές δεν θα υποστούν οιανδήποτε άλλη ζημιά πλην οικονομική.» Ήταν η θέση του Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι όφειλαν στην Εναγόμενη καθυστερημένα ενοίκια από τον Σεπτέμβριο 2004 ύψους Λ.Κ. 16.637,67 και ότι αυτή η παράλειψη οδήγησε σε νόμιμο τερματισμό της συμφωνίας στις 7.10.
  7. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού επισυνάφθηκε το τιμολόγιο Παράρτημα Α. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η έκδοση του διατάγματος θα επιτρέψει την παραμονή των Εναγόντων εντός της περιουσίας της Εναγόμενης χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε ενοικίου και ισοδυναμεί με την απόδοση θεραπείας όμοιας με αυτή που επιζητείται με το Κλητήριο Ένταλμα. Ήταν η θέση του ότι οι απώλειες των Εναγόντων μπορούν εύκολα να αποτιμηθούν σε χρήμα και να καταβληθούν στην περίπτωση που επιδικασθούν. Ενώ η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει εκτός από την οικονομική ζημιά τεράστια ηθική βλάβη και ζημιά στην Εναγόμενη Εταιρεία αφού θα εμποδιστεί η εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης με τον νέο της συνεργάτη. Καταλήγοντας, εισηγήθηκε ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις, στις οποίες έκανε αναφορά ο Εναγόμενος 2 και τις οποίες επεσύναψε στην Ένορκη Δήλωσή του, λήγουν την 31.12.05 και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η παράταση της ισχύος του μονομερούς διατάγματος μετά την 31.12.
  8. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με προφορικές αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κος Βρυωνίδης αναφέρθηκε στο νομικό πλαίσιο που στηρίζει τέτοιου είδους αιτήσεις και υποστήριξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Με ιδιαίτερη αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση ισχυρίστηκε ότι η αποζημίωση πιθανόν να μην αποτελεί ικανοποιητική θεραπεία λόγω του ότι η φύση της συμφωνίας είναι τέτοια που δύσκολα θ΄ ανευρεθούν άλλοι χώροι για την τοποθέτηση των πινακίδων. Ενώ η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα στην Εναγόμενη. Υποστήριξε, ότι ο ισχυρισμός για τερματισμό της συμφωνίας δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα και ότι δεν έγινε οποιοσδήποτε νόμιμος τερματισμός αφού ουδέποτε στάληκε το τιμολόγιο-Παρ. Α στην Ένορκη Δήλωση του Διευθυντή της Εναγόμενης - για πληρωμή. Ο δικηγόρος της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση αναφέρθηκε στα τρία κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Ήταν η θέση του ότι δεν πληρούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση ενώ αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση ήταν η θέση του ότι επιζητούνται με την αίτηση παρόμοια διατάγματα μ΄ αυτά που ζητούνται με την αγωγή γι΄ αυτό και οι Ενάγοντες όφειλαν να πείσουν το Δικαστήριο ότι η ζημιά τους δεν μπορεί ν΄ αποτιμηθεί σε χρήμα. Υποστήριξε ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις που παρουσιάστηκαν από τους Ενάγοντες λήγουν στις 31.12.05 και ότι δεν μπορεί να παραταθεί η ισχύς του διατάγματος πέρα από αυτή την ημερομηνία αφού οι ίδιοι επέλεξαν να μην αναφερθούν σ΄ οποιεσδήποτε άλλες συμφωνίες που τυχόν είχαν με τρίτους. Επιπρόσθετα, εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο γιατί ενώ κάνουν αναφορά στην Ένορκη Δήλωση στο ποσό των Λ.Κ. 16.636,67 δεν αναφέρουν αν το οφείλουν ή αν το αρνούνται. Κατέληξε, ότι ενόψει του ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές απέκρυψαν γεγονότα από το Δικαστήριο, καθώς και λόγω του ότι η ζημιά τους μπορεί αν αποτιμηθεί σε χρηματικό ποσό και να καταβληθεί, το διάταγμα θα πρέπει ν΄ ακυρωθεί και η αίτηση ν΄ απορριφθεί. Λόγω του ότι η διαδικασία έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος έχει την ιστορική καταβολή της στο δίκαιο της επιείκειας, το Δικαστήριο δύναται, χωρίς να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία αυτού, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσής του, που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα ηδύνατο να μην το έχει εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει τεθεί επανελλημένα μέσα από τη νομολογία η σχετική δε απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe

(1988)1 WLR 1350 έχει πλήρως υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια όπως υποδεικνύουν οι αποφάσεις Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.ά ν. Π.Κ. Καμπανελλά
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606 . Πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δείξει ότι και ο παράγων του χρόνου μπορεί να είναι σημαντικός από την άποψη ότι ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει στο μονομερές στάδιο το κατεπείγον του θέματος το οποίο να δικαιολογεί την παράκαμψη της συνήθους διαδικασίας της ακρόασης και του έτερου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο δύναται ν΄ ακυρώσει το διάταγμα γι΄ αυτό το λόγο διότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση. Βλ. Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 στη σελ. 841, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947 στη σελ. 954 και Resola v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ.
  1. Εξετάζοντας την επίδικη Αίτηση πρέπει πρώτα να αποφασιστεί κατά πόσο υπήρξε τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο ώστε το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να προχωρήσει καν στην εξέταση της ουσίας του. Έχουν τεθεί συγκεκριμένες εισηγήσεις από τον συνήγορο της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η Αίτηση σε σχέση με το ζήτημα με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν αποκάλυψαν αν όντως οφείλουν στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.16.636,
  2. Ο Δικαστής Ralf Gibson L.J. στην υπόθεση Brink´s (ανωτέρω) ανέφερε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα που θα ηδύνατο να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Επί λέξει ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application .. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but to any material facts which he could have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application (
  2. b)the order for which the application is made and the probable effect of the order on the defendant .... and (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries. » Στην Ένορκη Δήλωση του Πέτρου Κοτζιάπασιη ημερομηνίας 24.10.05, η οποία λήφθηκε υπόψη κατά την έκδοση του διατάγματος, επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια μεταξύ αυτών και η επιστολή τερματισμού της συμφωνίας με ημερομηνία 7.10.05 - επισυνάφθηκε ως Τεκ. Β. Επίσης, γίνεται αναφορά στο ποσό των Λ.Κ.16.843,07 το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «δήθεν οφειλόμενο». Το Δικαστήριο έχει με προσοχή εξετάσει το λόγο που έχει προβάλει ο κος Ζαχαρίου προς ακύρωση του διατάγματος λόγω απόκρυψης γεγονότων και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν ευσταθεί. Δεν φαίνεται να έχει γίνει οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότος ούτε υπάρχει οτιδήποτε το ουσιώδες στο γεγονός ότι η μονομερής αίτηση δεν ανέφερε κατά πόσο το ποσό των Λ.Κ. 16.843,07 όντως ήταν οφειλόμενο. Αυτό διότι η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν έχει παραθέσει ουσιαστικά στοιχεία με τα οποία να φαίνεται ότι το ποσό αυτό είναι αδιαμφισβήτητο και δεν φαίνεται να έχει αποστείλει το τιμολόγιο Παρ. Α στους Ενάγοντες αφού ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται άγνοια αναφορικά με το τι αφορά το συγκεκριμένο ποσό. Επιπρόσθετα, στην επιστολή ημερ. 7.10.05 της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε εκδοθέν τιμολόγιο. Παρατηρείται ότι στην Παρ. 13 της Ενόρκου Δηλώσεως της Αίτησης γίνεται αναφορά στην οφειλή αυτή πλην όμως εγείρεται το θέμα ως προς το τι αφορά το συγκεκριμένο ποσό. Έναντι αυτού του στοιχείου που παρέθεσαν οι Αιτητές, η Καθ΄ ης η Αίτηση παρέθεσε το τιμολόγιο οπόταν δεν το γνώριζαν για να το αποκαλύψουν. Συνάγεται, από τα πιο πάνω, ότι δεν μπορεί κανείς να ομιλεί για απόκρυψη γεγονότων αφού ελλείπουν εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο με σιγουριά σ΄ αυτή την κατάληξη. Πέραν των πιο πάνω, η νομολογία έχει καταγράψει ότι ένα προσωρινό διάταγμα το οποίο προωθήθηκε πάνω σε επείγουσα μονομερή βάση μπορεί ν΄ ακυρωθεί εάν οι αιτητές δεν ήταν καλόπιστα ταχείς στην προώθηση της θεραπείας που επιζητούσαν. Βλ. Spidertrade Com. Fin Ltd ν. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Η σύμβαση τερματίστηκε στις 7.10.
  2. Η Αγωγή και η Αίτηση για το μονομερές διάταγμα καταχωρίστηκαν την 24.10.05 και η αίτηση ορίστηκε 26.10.05 δηλαδή 13 μέρες μετά. Αυτό, κατά το Δικαστήριο, από μόνο του δείχνει επιμέλεια στην προώθηση θεραπείας σε μονομερή βάση. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (ανωτέρω) και υιοθετηθεί στην Zein κ.ά ν. Π.Κ. Καμπανελλά Λτδ (ανωτέρω): "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης , Δ., σε δύο αποφάσεις του.(In Re Stavros Hotel Appartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836). In Re B.P. CYPRUS LTD
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοσύνης κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» " Πρόσθετα από τα πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει στην συνέχεια να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει η επιφύλαξη του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60προκειμένου το Δικαστήριο να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να παρατείνει την ισχύ του διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557 και σε πολλές άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ικανοποίηση των τριών κριτηρίων αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου προτού εξετασθούν περαιτέρω εκείνοι οι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο προκαταρτικό αυτό στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όταν οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοσή του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1 (B) A.A.Δ.788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ.
  1. Με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις και αρχές που θέτει η νομολογία έρχομαι να εξετάσω την Αίτηση χωρίς βεβαίως να καταλήγω τελικά πάνω στα δικαιώματα των διαδίκων μερών εφόσον στο αρχικό αυτό στάδιο δεν είναι επιθυμητό ν΄ αποφασίζονται τελεσίδικα αμφισβητούμενα θέματα που θα πρέπει να κριθούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα όσα θ΄ αναφερθούν στην συνέχεια αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και είναι με βάση αυτό και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης των Αιτητών που θα εξεταστούν τα κριτήρια αυτά. Από το περιεχόμενο του Κλητηρίου μαζί με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση κρίνεται ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα να δικαιούνται οι Ενάγοντες σε θεραπεία αφού η αξίωσή τους βασίζεται πάνω σε παράβαση γραπτής συμφωνίας την οποία η Εναγόμενη δεν αρνείται ότι τερμάτισε. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όμως, δεν ικανοποιείται το τρίτο κριτήριο αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλονται προς στοιχειοθέτηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 είναι αόριστοι και ανεπαρκής ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι όπως προκύπτει από αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποιεσδήποτε τυχόν ζημιές που οι Αιτητές-Ενάγοντες θα υποστούν, από τον τερματισμό της συμφωνίας, μπορούν ν΄ αποτιμηθούν σε χρηματικό ποσό αφού η συμφωνία αφορούσε σε ενοικίαση διαφημιστικού χώρου για προκαθορισμένο ενοίκιο ενώ το ίδιο ισχύει και γα τα έξοδα μετακίνησης των διαφημιστικών πινακίδων αφού και αυτά μπορούν να καθοριστούν σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσόν. Δηλαδή, η μη έκδοση του διατάγματος δεν θα οδηγήσει σε αδυναμία απόδοσης πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Πρόσθετα με τα πιο πάνω όπως έχει αναφερθεί τόσο από την Καθ΄ ης η Αίτηση καθώς και όπως προκύπτει και από τα δύο συμβόλαιο που έχουν επισυναφθεί από τους Αιτητές, τα δύο αυτά συμβόλαια έχουν λήξει στις 31.12.05 και δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε ανανέωσή τους ή στην κατάρτιση οποιονδήποτε νέων συμφωνιών ενοικίασης με άλλους ενοικιαστές τα οποία να επηρεάζονται από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επισημαίνεται, στο σημείο αυτό, η αντίφαση των όσων αξιώνονται από τους Ενάγοντες στο Κλητήριο Ένταλμά τους και αυτών τα οποία υποστηρίζει ο Εναγόμενος 2 με την Ένορκη Δήλωσή του. Είναι φανερό από το Κλητήριο Ένταλμα, αξίωση Δ, ότι οι Ενάγοντες θα είναι ικανοποιημένοι με την καταβολή αποζημίωσης για την παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 16.10.
  2. Συνάγεται από αυτό ότι οποιαδήποτε ζημιά έχουν υποστεί ή μπορεί να υποστούν μέχρι την εκδίκαση της αγωγής μπορεί ν΄ αποτιμηθεί σε χρήμα. Δεν υπάρχει οτιδήποτε μέσα στην Ένορκη Δήλωση ούτε και λέχθηκε οτιδήποτε το ουσιαστικό από πλευράς του ευπαίδευτου συνήγορου των Αιτητών ότι η παρούσα περίπτωση είναι τέτοια που αν δεν συνεχίσει το διάταγμα δεν θα μπορεί να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη στο τελικό στάδιο είτε διότι οι αποζημιώσεις δεν θα μπορέσουν ν΄ αποτελέσουν ικανοποιητική αποζημίωση για τους Αιτητές-Ενάγοντες είτε διότι αυτές δεν θα μπορούν να υπολογιστούν είτε ακόμα ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη δεν θα είναι σε θέση ν΄ αποζημιώσει τους Ενάγοντες από οικονομικής άποψης. Βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance, Πολ. Έφ. 11895, ημερ. 28.9.05, σελ.
  3. Ηγέρθηκε, κατά την ακρόαση, από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της Εναγόμενης-Καθ΄ ης η Αίτηση το θέμα του ότι επιζητούνται με την έκδοση του διατάγματος ακριβώς οι ίδιες θεραπείες που καταγράφονται στο Κλητήριο Ένταλμα και αυτό θα οδηγούσε σε απόφανση επί των επίδικων θεμάτων που εγείρονται με την αγωγή αλλά χωρίς το ζήτημα αυτό να εγείρεται επί της Ενστάσεως. Η μη αναφορά του λόγου αυτού στην Ένσταση αφαιρεί το υπόβαθρο της εξέτασής του διότι ο σκοπός καταχώρισης μιας ενστάσεως είναι να εντοπίζονται και να αναφέρονται τα ουσιαστικά αλλά και τα δικονομικά προβλήματα στην αίτηση, ούτως ώστε να έχει και η άλλη πλευρά την δυνατότητα ν΄ αναπτύξει την δική της θέση επί των λόγων της ενστάσεως. Η εκ των υστέρων και εκτός ενστάσεως, έστω και σύντομη αναφορά του κου Ζαχαρίου περί απονομής ουσιαστικής θεραπείας με την έκδοση του διατάγματος, αποστέρησε το δικαίωμα στην πλευρά των Αιτητών να αντικρούσουν τον ισχυρισμό αυτό με δεδομένο ότι ο κος Βρυωνίδης αγόρευε πρώτος. Βλ. Αίτηση Χάρη Φεσά για έκδοση Certiorari
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. Κάτω υπό τις περιστάσεις και για τους λόγους που επιχείρησα να εξηγήσω θεωρώ ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια απορρίπτοντας την Αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών την οποία και απορρίπτω. Τα απαγορευτικά διατάγματα που εκδόθηκαν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης ακυρώνονται. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης-Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Προσ.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.