← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. Θεοδώρας Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4340/02, 17.01.2006

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. Θεοδώρας Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4340/02, 17.01.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4340/02 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και

  1. Θεοδώρας Παναγιώτου, Μονεμβασίας αρ. 3, Λάρνακα
  2. Χρύσανθος Παναγιώτου, Μονεμβασίας αρ. 3, Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 17.01.2006 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Χριστοφόρου Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Ν. Τσαρδελλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων κατά των εναγομένων είναι για το ποσό των Λ.Κ.15.262,72 ως υπόλοιπο ενοικίου και /ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ενοικιαγοράς πλέον τόκο προς 9% επί των καθυστερημένων ενοικίων καθώς επίσης και την έκδοση διατάγματος παράδοσης των αντικειμένων ενοικιαγοράς και πώλησης αυτών με δημόσιο πλειστηριασμό. Η αξίωση αυτή στηρίζεται σε συμφωνία ενοικιαγοράς μεταξύ τους και της εναγόμενης 1 ως ενοικιαστή και του εναγόμενου 2 ως εγγυητή. Διαζευκτικά οι ενάγοντες, σε περίπτωση που η συμφωνία ενοικιαγοράς ήθελε αποδειχθεί άκυρη, αξιώνουν το ποσό των Λ.Κ.20.812,80 μείον το ποσό των μέχρι σήμερα πληρωμών που ανέρχονται σε Λ.Κ.5.550,08 πλέον νόμιμο τόκο επί του υπολοίπου από της ημερομηνίας καταβολής του ποσού αυτού ως αποζημίωση για ποσό που οι εναγόμενοι έχουν προσπορισθεί άνευ χαριστικής αιτίας και /ή ως όφελος που έχουν προσπορισθεί από άκυρη σύμβαση και /ή ως money had and received και /ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και /ή με βάση τις αρχές της αποκατάστασης. Είναι η θέση των εναγόντων ότι εκμίσθωσαν με όρους ενοικιαγοράς στην εναγόμενη 1 δικά της έπιπλα και εξοπλισμό κατοικίας τα οποία η εναγόμενη 1 τους εκχώρησε για τους σκοπούς της ενοικιαγοράς παραμένοντας όμως πάντα στη δική της κατοχή, διαδικασία η οποία είναι θεμιτή, σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.α.

(2001)1 ΑΑΔ 1432 νοουμένου βέβαια ότι κατά τα άλλα πρόκειται για γνήσια και όχι για πλασματική πώληση. Οι εναγόμενοι αντίθετα ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα αυτά είναι ανύπαρκτα, γράφηκαν στο σχετικό τιμολόγιο από υπάλληλους των εναγόντων χωρίς οι ίδιοι να δώσουν καμιά πληροφορία και ότι η ισχυριζόμενη ενοικιαγορά ήταν εικονική με σκοπό να καλύψει την πραγματική σχέση μεταξύ τους που ήταν η παροχή δανείου. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται δικογραφικά και έχουν φέρει προς τούτο σχετική μαρτυρία ότι είναι ιδιοκτήτες των επίπλων που αναγράφονται στο τεκμήριο 3 και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της εναγόμενης 1 δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 20.07.00 με αριθμό συμβολαίου 5746078, τεκμήριο 2, οι ενάγοντες ενοικίασαν στην εναγόμενη 1 με την εγγύηση του εναγόμενου 2 τα έπιπλα έναντι της συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς εκ Λ.Κ.15.000 το οποίο θα πληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.346,88 από 20.08.00 η δε τελευταία δόση η οποία ήταν πληρωτέα στις 20.07.05 θα ήταν για το ποσό των Λ.Κ.356,88 αφού σε αυτή προστίθεται το ποσό των Λ.Κ.10 σαν δικαίωμα αγοράς. Τα δικαιώματα ενοικιαγοράς είχαν συμφωνηθεί στο ποσό των Λ.Κ.5.812,
  1. Του τεκμηρίου 2 είχε προηγηθεί αίτηση της εναγόμενης 1 ημερ. 20.07.00, τεκμήριο
  2. Το ποσό της χρηματοδότησης δόθηκε στους εναγόμενους με επιταγή για ποσό Λ.Κ.14.936 ενώ το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.64 κρατήθηκε από τους ενάγοντες ως έξοδα διεκπεραίωσης του συμβολαίου και χαρτόσημα, τεκμήριο
  3. Οι εναγόμενοι πλήρωσαν τις δόσεις από 21.08.00 μέχρι 20.11.01 συνολικά 16 δόσεις για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.5.550,08 και παρέλειψαν μέχρι σήμερα να καταβάλουν τις δόσεις από 20.12.01 μέχρι και τη δόση 20.08.02, τεκμήριο
  4. Στις 12.08.02 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, τεκμήριο 6, οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία και κάλεσαν την εναγόμενη 1 να παραδώσει τα έπιπλα και τον εξοπλισμό και να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκους όμως η εναγόμενη παρέλειψε μέχρι σήμερα να συμμορφωθεί. Την ίδια μέρα στάληκε επιστολή και στον εναγόμενο 2 ως εγγυητή της εναγόμενης 1 με την οποία τον καλούσαν να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες των επίδικων επίπλων τα οποία ουδέποτε ήταν ιδιοκτησίας ούτε και περιήλθαν στην κατοχή της εναγόμενης 1 και είναι ανύπαρκτα. Ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δεν είναι σύμβαση ενοικιαγοράς αλλά συμφωνίας δανείου η οποία έγινε με την υπόδειξη των εναγόντων, είναι εικονική διότι δεν υπήρξε πραγματική πώληση επίπλων ούτε υπήρξαν ποτέ έπιπλα αλλά έγινε δανειοδότηση της εναγόμενης 1 με την υπόδειξη των εναγόντων και εγγύηση του εναγόμενου 2 και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία έγινε με σκοπό τη παράβαση του περί Τόκου Νόμου Ν.2/77όπως ίσχυε τον επίδικο χρόνο αλλά και την παράβαση της δημόσιας χρηματοπιστωτικής πολιτικής του κράτους όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και συνεπώς δεν είναι μόνο άκυρη αλλά και παράνομη. Είναι δε η θέση τους ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται οποιασδήποτε θεραπείας ούτε με τις διαζευκτικές αιτίες αγωγής λόγω της παρανομίας. Οι ενάγοντες κάλεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες. Ο ΜΕ1, Τάσος Προκοπίου είναι ο Διευθυντής του καταστήματος Τράπεζας Κύπρου στη Λεωφόρο Μακαρίου του ΙΙΙ στη Λάρνακα. Ήταν η θέση του ότι τον Ιούλιο του 2000 τον επισκέφτηκε ο εναγόμενος 2 ο οποίος ζήτησε εκ μέρους του και της συζύγου του, εναγόμενης 1, δάνειο ύψους Λ.Κ.15.000 για να αγοράσει αυτοκίνητο τύπου Mercedes Α 160, ο ίδιος του ανέφερε ότι πρέπει να γίνει χρηματοδότηση και όχι δάνειο, προωθήθηκε σχετική αίτηση η οποία εγκρίθηκε και όταν θα υπογράφονταν τα συμβόλαια ο εναγόμενος 2 ζήτησε αντί να χρηματοδοτηθεί το αυτοκίνητο το οποίο θα αγόραζαν να χρηματοδοτηθούν άλλα αντικείμενα που είχαν στην κατοχή τους και επειδή ήταν καλός πελάτης της Τράπεζας οι ενάγοντες συμφώνησαν. Ήταν η θέση του ότι τα τεκμήρια 2 και 3 υπογράφηκαν στον Οργανισμό Χρηματοδότησης της Τράπεζας Κύπρου που είναι θυγατρική εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ο ίδιος δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις υπογραφές τους. Ανέφερε ότι για σκοπούς Τράπεζας όταν κάποιος αιτείται δάνειο για αγορά αυτοκίνητου η Τράπεζα αμέσως καταρτίζει συμβόλαιο ενοικιαγοράς γιατί για την παραχώρηση δανείων η Τράπεζα χρειάζεται εξασφάλιση και δεν δέχεται αυτοκίνητα ως εξασφάλιση. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι τα συμβόλαια ενοικιαγοράς βρίσκονται σε ηλεκτρονική μορφή στους υπολογιστές τόσο της Τράπεζας Κύπρου όσο και Οργανισμού Χρηματοδότησης, και μπορούν να συμπληρωθούν και να τυπωθούν από οποιοδήποτε υπολογιστή καταστήματος που ανήκει στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου. Ρωτήθηκε για τα ονόματα που αναφέρονται ως μάρτυρες υπογραφών στο τεκμήριο 2 και εξήγησε ότι τα ονόματα που είναι εκτυπωμένα πάνω στα συμβόλαια δεν είναι κατ΄ ανάγκη τα ονόματα των προσώπων που τελικά υπέγραψαν ως μάρτυρες αφού η διαδικασία για το επίδικο συμβόλαιο ξεκίνησε από την Ελευθερία Χριστοδούλου υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου η οποία και προώθησε την αίτηση αλλά τελικά υπεγράφη στα γραφεία του Οργανισμού Χρηματοδότησης από άλλο μάρτυρα τον Ευθυμίου Λοίζο υπάλληλο του Οργανισμού Χρηματοδότησης. Ρωτήθηκε επίσης για τη διαφορά τόκων από τα δικαιώματα ενοικιαγοράς την οποία και εξήγησε και δεν δέχτηκε τις υποβολές ότι είναι οι ενάγοντες που επέμεναν σε καταρτισμό συμβολαίου ενοικιαγοράς ενώ ο εναγόμενος 2 είχε ζητήσει δάνειο, ότι η συμφωνία είναι παράνομη γιατί πρόκειται για συμφωνία δανείου με τόκο πέραν του επιτρεπόμενου και ότι όλα όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο είναι ψέματα. Ο ΜΕ2, Λοίζος Ευθυμίου, είναι υπάλληλος των εναγόντων στο υποκατάστημα τους στη Λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια στη Λάρνακα. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 2 και 3 ως τα έγγραφα που χειρίστηκε ο ίδιος και είπε ότι υπεγράφησαν από τους εναγόμενους 1 και 2 στην παρουσία του, και ότι ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών τόσο της εναγόμενης 1 ως ενοικιαστού όσο και του εναγόμενου 2 ως εγγυητή. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος έγραψε τα αντικείμενα που αναφέρονται στο τεκμήριο 3 αφού του τα ανέφερε η εναγόμενη 1 είδος προς είδος. Δεν είχε δει ο ίδιος τα αντικείμενα αλλά είχε δεχτεί τις τιμές που του ανέφερε τόσο από την εμπειρία του αφού χειρίζεται πολλά συμβόλαια και γνωρίζει τις αξίες των αντικειμένων αλλά και γιατί οι εναγόμενοι ήταν καλοί πελάτες της Τράπεζας, τους είχε συστήσει ο ΜΕ1 και έδωσε εμπιστοσύνη. Συμφώνησε ότι η αίτηση, τεκμήριο 1, συμπληρώθηκε στα γραφεία της Τράπεζας Κύπρου αλλά επέμενε ότι ήταν ο ίδιος ο οποίος εκτύπωσε τα τεκμήρια 1 και 2 από τον υπολογιστή στα γραφεία των εναγόντων. Εξήγησε όπως και ο ΜΕ1 ότι τα πρόσωπα των οποίων τα ονόματα αναγράφονται στο τεκμήριο 2 ως μάρτυρες των υπογραφών δεν ήταν τα πρόσωπα που υπέγραψαν τελικά ως μάρτυρες, αφού μάρτυρας των υπογραφών των εναγομένων ήταν ο ίδιος παρόλο που το εκτυπωμένο όνομα είναι αυτό της Ελευθερίας Χριστοδούλου. Επέμενε ότι και οι δύο εναγόμενοι υπέγραψαν ενώπιον του και ότι το τεκμήριο 3 συμπληρώθηκε μετά από πληροφορίες που του έδωσε η εναγόμενη
  5. Αφού η έγκριση είχε δοθεί προχώρησε σε έκδοση επιταγής στο όνομα της εναγόμενης 1, τεκμήριο 4, η οποία δεν φέρει ημερομηνία ενώ οι αποκοπές για ποσό Λ.Κ.30 και Λ.Κ.34 που ήταν τα έξοδα διεκπεραίωσης της συναλλαγής και τα έξοδα των χαρτοσήμων φέρουν ημερομηνία 27.07.
  6. Ήταν η θέση του ότι η επιταγή εκδόθηκε οπωσδήποτε μετά τις 20.07.00 αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ήταν στις 27.07.
  7. Ανέφερε ότι σαν Οργανισμός Χρηματοδότησης πολλές φορές καταρτίζουν συμφωνίες που το ίδιο πρόσωπο είναι ο έμπορος και ο ενοικιαστής των αντικειμένων και ότι τα αντικείμενα αποτελούν για την Τράπεζα εξασφάλιση για το δάνειο αφού ως αντικείμενα ιδιοκτησίας της Τράπεζας μπορούν να ζητηθούν από την Τράπεζα και να βοηθούν έναντι του χρέους. Αντεξετάστηκε επί μακρόν αναφορικά με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 και επέμενε ότι δεν είχε μεν δει τα αντικείμενα όμως τα αντικείμενα του περιγράφηκαν από την εναγόμενη 1, ότι δέχτηκε το λόγο της τόσο αφού τους είχε συστήσει ο ΜΕ1 ως καλούς πελάτες της Τράπεζας και όσο αφού από την πείρα του γνώριζε τις αξίες των αντικειμένων τις οποίες και θεώρησε πραγματικές για τα αντικείμενα που αναγράφονται στο τεκμήριο 3 με βάση το είδος τους και την αξία τους τη δεδομένη χρονική περίοδο. Ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε τις υποβολές ότι το συμβόλαιο και η πράξη ενοικιαγοράς στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν άκυρη και παράνομη και εξήγησε τη διαφορά τόκων και δικαιωμάτων ενοικιαγοράς. Ο ΜΕ3, Σωτήρης Μούσκος, είναι ο υπεύθυνος της υπηρεσίας παρακολούθησης λογαριασμών των εναγόντων. Είπε ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 5 συνολικά πληρώθηκαν από τους εναγόμενους 16 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.346,88 έκαστη για το ποσό των Λ.Κ.5.550,08, η πρώτη δόση πληρώθηκε στις 21.08.00 ενώ η τελευταία στις 20.11.
  8. Οι δόσεις αυτές πληρώθηκαν μετά από αυτόματη εντολή αποκοπής του ποσού κάθε μήνα (standing order). Μετά που σταμάτησαν οι πληρωμές στάλησαν τόσο στην εναγόμενη 1 όσο και στον εναγόμενο 2 οι επιστολές τερματισμού, τεκμήριο 6, με τις οποίες ζητούσαν πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων πλέον τόκους και διάταγμα επιστροφής των αντικειμένων, ανέφερε ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν πληρώσει κανένα ποσό από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι σήμερα ούτε και έχουν επιστρέψει τα επίδικα αντικείμενα και κατέθεσε το τεκμήριο 7 που είναι σημερινή κατάσταση λογαριασμού και τα ποσά που διεκδικεί η Τράπεζα σήμερα τα οποία και έχει εξηγήσει. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είχε καμία σχέση με τον καταρτισμό του συμβολαίου ότι ο ίδιος ενημερώθηκε μόνο μετά που ο λογαριασμός παρουσίαζε προβλήματα, ότι απέστειλε τα έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο λογαριασμό στο Εσωτερικό Νομικό Τμήμα της Τράπεζας Κύπρου στη Λευκωσία, είπε ότι το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού είναι Λ.Κ.18.628,81, ότι το αρχικό ποσό της σύμβασης ενοικιαγοράς ήταν Λ.Κ.15.000, τα συμφωνημένα δικαιώματα ενοικιαγοράς ήταν Λ.Κ.5.812,80 και ότι έχει πληρωθεί συνολικά το ποσό των Λ.Κ.5.550,
  9. Η εναγόμενη 1 αναγνώρισε τις υπογραφές της στα τεκμήρια 2 και
  10. Ήταν η θέση της ότι ο σύζυγος της, εναγόμενος 2, ζήτησε αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού του που είχε στο υπό κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα και της είπε να πάει να υπογράψει για το δάνειο. Υπέγραψε κάποια έγγραφα στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο γραφείο του ΜΕ1 στη παρουσία κάποιας άλλης κοπέλας. Είπε ότι ουδέποτε επισκέφτηκε το κατάστημα των εναγόντων, ουδέποτε γνώρισε τον ΜΕ2 ή υπέγραψε οτιδήποτε ενώπιον του, ούτε του ανέφερε οποιαδήποτε αντικείμενα από αυτά που αναγράφονται στο τεκμήριο 3 το οποίο είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Είπε ότι ουδέποτε είχε στην κατοχή της τα αντικείμενα που αναγράφονται στο τεκμήριο 3, ούτε είχε πρόθεση ποτέ να πουλήσει τέτοια αντικείμενα στους ενάγοντες. Αντεξεταζόμενη παραδέχτηκε ότι η υπογραφή στο τεκμήριο 3 είναι δική της αλλά ήταν η θέση της ότι δεν διάβασε ποτέ της το έγγραφο αυτό, ότι όταν πήγε στο γραφείο του ΜΕ1 υπέγραψε πολλά έγγραφα ανάμεσα στα οποία ίσως ήταν και το τεκμήριο
  11. Παραδέχτηκε ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στο λογαριασμό του συζύγου της και ότι χρησιμοποιήθηκαν για αγορά αυτοκινήτου, δεν γνωρίζει το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού ούτε ξέρει αν έχουν πληρωθεί οποιεσδήποτε δόσεις, είπε ότι η Τράπεζα τη ξεγέλασε και την χρεώνει υπερβολικούς τόκους και ότι τώρα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό γιατί έχουν πάθει οικονομική καταστροφή από το χρηματιστήριο. Συμφώνησε όμως ότι στο λογαριασμό του συζύγου της κατατέθηκε το ποσό της ενοικιαγοράς, η ίδια δεν πήρε οποιοδήποτε ποσό, αλλά δεν πρόκειται να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό τόσο γιατί τους ξεγέλασαν με τους τόκους αλλά και λόγω των ανύπαρκτων αντικειμένων. Ο εναγόμενος 2 αναγνώρισε την υπογραφή του στο τεκμήριο 2, είπε ότι ήθελε με τη σύζυγο του να αγοράσουν αυτοκίνητο, πήγε στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λεωφόρο Μακαρίου και ζήτησε από τον ΜΕ1 αύξηση του ορίου του τρεχούμενου του λογαριασμού. Ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γίνει αύξηση σε τρεχούμενο αλλά έπρεπε να γίνει δάνειο, και του είπε να επικοινωνήσει μαζί του μετά από 2 - 3 μέρες. Μετά την πάροδο λίγων ημερών του τηλεφώνησε ο ΜΕ1 και του είπε να πάει μαζί με τη γυναίκα του για να υπογράψει. Πήγαν στο γραφείο του ΜΕ1 εκεί υπέγραψαν τα έγγραφα τα οποία πρόσεξε ότι ήταν των εναγόντων, πήρε τα χρήματα εκείνη τη στιγμή γιατί έπρεπε να πληρώσει το αυτοκίνητο που αγόρασε, λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν μπορούσε να πληρώνει, οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον του την παρούσα αγωγή, πήγε σε δικηγόρο ο οποίος του είπε ότι ο τόκος που τον χρεώνουν είναι σχεδόν 20%. Τα χρήματα οι ενάγοντες τα κατέθεσαν στον τρεχούμενο του λογαριασμό και κατέθεσε σχετικά το τεκμήριο 8, το ποσό που κατατέθηκε ήταν Λ.Κ.14.936, η ημερομηνία 31.07.00 και ο ίδιος πλήρωσε το αυτοκίνητο από αυτό το λογαριασμό με επιταγή για Λ.Κ.15.179 ημερ. 31.07.
  12. Επέμενε ότι υπέγραψαν τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του ενώπιον του ΜΕ1 στο γραφείο του, ότι όλα τα έγγραφα ήταν συμπληρωμένα και απλώς έθεσαν τις υπογραφές τους, είπε ότι το τεκμήριο 3 το βλέπει για πρώτη φορά και δεν αναγνώρισε κανένα από τα αντικείμενα που αναγράφονται σε αυτό ως αντικείμενα τα οποία είχαν ή έχουν στο σπίτι τους. Αντεξεταζόμενος είπε ότι οι μηνιαίες δόσεις που πληρώθηκαν ήταν με αυτόματη αποκοπή από τον λογαριασμό του και σταμάτησε η Τράπεζα να του αποκόπτει το ποσό γιατί ανέβαινε συνεχώς το υπόλοιπο του τρεχούμενου του. Αναγνωρίζει ότι οφείλει στην Τράπεζα το ποσό του δανείου που πήρε από τον ΜΕ1 αλλά δεν μπορεί να το πληρώνει διότι τον ξεγέλεσαν με τους τόκους, κατάρτισαν συμφωνία ενοικιαγοράς χωρίς τη συγκατάθεση του και εν πάση περιπτώσει αδυνατεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό λόγω χρηματιστηρίου. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι υπέγραψε στα γραφεία των εναγόντων στη παρουσία του ΜΕ
  13. Επόμενος μάρτυρας για τους εναγόμενους ήταν ο κ. Κυριάκος Γεωργίου, εγκεκριμένος λογιστής ο οποίος διατηρεί δικό του γραφείο στη Λάρνακα. Του έχει δοθεί από τους εναγόμενους και /ή τους δικηγόρους τους αντίγραφο του τεκμηρίου 2 και έχει προβεί ο ίδιος με βάση τις γνώσεις του σε ανάλυση της χρηματοδότησης την οποία και έχει καταθέσει ως τεκμήριο
  14. Εξήγησε ότι πήρε ως δεδομένα κάποια στοιχεία από το τεκμήριο 2 δηλαδή το ποσό χρηματοδότησης που ήταν Λ.Κ.15.000, τον αριθμό των δόσεων που ήταν 60 και το ποσό κάθε δόσης που ήταν Λ.Κ.346,88 όπως και την ημερομηνία χρηματοδότησης που ήταν η 20.07.00 και έχει καταλήξει στο ότι το επιτόκιο είναι ύψους 21,02%. Για το ίδιο ποσό χρηματοδότησης έχει υπολογίσει ότι με ίδιο ποσό μηνιαίας δόσης αλλά με επιτόκιο 7,75% μέχρι την εξόφληση το σύνολο των τόκων θα ήταν Λ.Κ.2.142,66 αντί Λ.Κ.5.812,80 άρα η διαφορά των τόκων είναι Λ.Κ.3.670,
  15. Έχει προβεί επίσης σε τρίτη πράξη με επιτόκιο 9% αφού σύμφωνα με την ημερομηνία του συμβολαίου και τη νομοθεσία που ίσχυε τότε αυτό ήταν το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου, οι τόκοι θα ήταν Λ.Κ.2.48,26 αντί Λ.Κ.5.812,80 και συνεπώς η διαφορά των τόκων είναι Λ.Κ.3.324,
  16. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε είναι κεφαλαιοποίηση μετά την εξόφληση του κεφαλαίου χωρίς να υπολογιστεί τόκος επί τόκου. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η Τράπεζα έχει πάρει ένα flat rate ύψους 7,75% στο αρχικό ποσό των ΛΚ.15.000 για 5 χρόνια δηλαδή δεν υπολογίζει τον τόκο στο εκάστοτε υπόλοιπο αλλά σε ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου. Είπε ότι δεν γνωρίζει αν στο συγκεκριμένο συμβόλαιο έχουν πληρωθεί κάποιες δόσεις και δεν έλαβε υπόψη του κατά την ανάλυση που έκανε ότι έχουν πληρωθεί οποιεσδήποτε δόσεις. Είπε ότι η ανάλυση του έγινε με βάση τα δεδομένα που έχουν ληφθεί από το τεκμήριο 2 και νοουμένου ότι κάθε μήνα η δόση πληρώνεται κανονικά. Ο τελευταίος μάρτυρας για τους εναγόμενους, ΜΥ4 ήταν ο Γιώργος Συρίχας, οικονομολόγος στο Τμήμα Οικονομικών Ερευνών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Είπε ότι μέχρι τη 01.01.01 όταν φιλελευθεροποιήθηκε το επιτόκιο ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος ο οποίος καθόριζε ως ανώτατο επιτόκιο το ποσοστό του 9%. Η Κεντρική Τράπεζα είχε προβεί σε δύο μειώσεις του επιτοκίου αυτού το 1994 σε 8,5% και το 1997 σε 8% με δημοσιεύσεις στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας. Το επιτόκιο 8% διήρκησε από 17.03.97 μέχρι και την κατάργηση του περί Τόκου Νόμου και συμφώνησε ότι στις 20.07.00 ίσχυε το ανώτατο επιτόκιο του 8%. Ο λόγος που μειώθηκε το επιτόκιο ήταν οι συνθήκες της νομισματικής σταθερότητας και συγκεκριμένα λόγω της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση που σήμαινε φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων η Κεντρική Τράπεζα ήθελε να φέρει τα Κυπριακά επιτόκια πιο κοντά στα Ευρωπαϊκά. Είπε ότι αν ένα δάνειο χρεωνόταν με τόκο πέραν του 8% κατά την επίδικη περίοδο θα αντίκειτο στη νομισματική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα συμβόλαια ενοικιαγοράς είχαν άλλη πολιτική και δεν καλύπτονταν από τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας για το θέμα των επιτοκίων. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι δύο συνήγοροι επανέλαβαν τις θέσεις τους, ο μεν συνήγορος για τους ενάγοντες ισχυρίστηκε ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν καθ΄ όλα έγκυρη και νομότυπη και ότι τα όσα αναφέρουν οι εναγόμενοι είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται (are estopped) από το να ισχυρίζονται ότι τα επίδικα αντικείμενα είναι ανύπαρκτα διότι υπέγραψαν το τεκμήριο 3 με βάση το οποίο οι ενάγοντες προχώρησαν σε κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας, γνώριζαν πολύ καλά το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφαν και τις συνέπειες της υπογραφής τους διότι είχαν την ευθύνη του συνηθισμένου σώφρονα ατόμου να προσέχουν τι υπογράφουν. Δεν έγινε καμιά παρανομία, όλα έγιναν νομότυπα και είναι έγκυρα και δεσμευτικά και ότι τα δικαιώματα ενοικιαγοράς δεν αποτελούν τόκο σύμφωνα με τον περί Τόκου Νόμου και ως εκ τούτου η προσθήκη του ποσού των δικαιωμάτων στο ποσό της χρηματοδότησης δεν αποτελεί παράνομη κεφαλαιοποίηση τόκου. Ήταν διαζευκτικά η θέση του ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη τότε οι εναγόμενοι έχουν προσπορισθεί όφελος και ή αδικαιολόγητα πλουτίσει για το ποσό των Λ.Κ.20.812,80 για το ποσό το οποίο και δικαιούνται απόφαση. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, στη δική του εμπεριστατωμένη αγόρευση και με αναφορά σε νομολογία, επέμενε ότι η επίδικη συμφωνία δεν είναι μόνο εικονική αφού τα επίδικα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα και τα οποία ούτε καν έχουν δει οι ενάγοντες αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμφωνία δανείου η οποία είναι παράνομη γιατί συγκαλήφθηκε κάτω από τη σκέπη ενοικιαγοράς με σκοπό να καλύψει χρέωση τόκων πέραν του ανωτάτου επιτρεπόμενου από το νόμο ως ίσχυε τότε αλλά και την παραβίαση της δημόσιας χρηματοπιστωτικής πολιτικής του κράτους. Ήταν η θέση τους ότι από παράνομη συμφωνία δεν μπορεί να προκύψει αγώγιμο δικαίωμα κατ΄ εφαρμογή της αρχής ex turpi causa non oritur action αφού η πρόθεση των εναγόντων εξ υπαρχής η καταστρατήγηση του περί Τόκου Νόμου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους στήριξε τις θέσεις του σε νομολογία και σε αναφορά σε κομμάτια της μαρτυρίας τα οποία κατά την άποψη του καταδεικνύουν την εικονικότητα αρχικά της συμφωνίας. Πρέπει να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι στο πλαίσιο προώθησης του ισχυρισμού τους για να σύναψη όχι μόνο εικονικής και συνεπώς άκυρης αλλά παράνομης σύμβασης ενοικιαγοράς προσπάθησαν να εισάξουν μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων, προσπάθεια όμως η οποία δεν πέτυχε αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 16.09.05 δεν έκανε αποδεκτή την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιδαν προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο. Οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι και οι τρεις είναι υπάλληλοι του Συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου και θα είχαν κάθε συμφέρον να υποστηρίξουν την πλευρά των εναγόντων. Όμως παρά το πιο πάνω γεγονός όλοι ανεξαίρετα απαντούσαν όλες τις ερωτήσεις με σαφήνεια χωρίς υπεκφυγές αναφέροντας μόνο ότι γνώριζαν ο καθένας είτε προσωπικά είτε λόγω της επαγγελματικής τους κατάρτισης, εμπειρίας και θέσης. Χωρίς κανένα δισταγμό έδωσαν απαντήσεις που μπορεί και να μην βοηθούσαν την υπόθεση των εναγόντων και δεν είχαν κανένα πρόβλημα να αναφέρουν ότι δεν γνωρίζουν κάποια γεγονότα και καταστάσεις αναφορικά με την υπόθεση ούτε και προσπάθησαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις που δεν γνώριζαν με στόχο να βοηθήσουν την υπόθεση των εναγόντων. Ο ΜΕ1, το όνομα του οποίου ενεπλάκη και από τους εναγόμενους κατά την παρουσίαση της υπεράσπισης τους, ανέφερε ότι ήταν ο δέκτης αιτήματος για αύξηση του ορίου του τρεχουμένου του από τον εναγόμενο 2 του ανέφερε όμως ότι δεν μπορούσε να γίνει αυτό αφού ο σκοπός του εναγόμενου 2 ήταν η αγορά αυτοκινήτου και η Τράπεζα δεν δεχόταν ως εξασφάλιση για παροχή δανείων αυτοκίνητα. Αμέσως συνέστησε στον εναγόμενο 2 τη σύναψη σύμβασης ενοικιαγοράς και βοήθησε τον εναγόμενο με την έγκριση του ποσού. Αυτή ήταν και η μοναδική του εμπλοκή και /ή ανάμιξη και /ή συμβολή στην υπόθεση. Δέχομαι τη θέση του ότι το επίδικο συμβόλαιο υπεγράφη στα γραφεία των εναγόντων και όχι στο γραφείο του, στη δική του παρουσία όπως και δέχομαι ως πιστευτές τις εξηγήσεις του για τα ονόματα των μαρτύρων εκ πλευράς εναγόντων που φαίνονται στο έντυπο σε σχέση με το ποιοι πραγματικά υπέγραψαν. Ο ΜΕ2 ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Επέμενε ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν ενώπιον του στα γραφεία των εναγόντων το τεκμήριο 2 στο οποίο και υπέγραψε ο ίδιος ως μάρτυρας των υπογραφών τους. Οι εξηγήσεις που έδωσε γιατί υπέγραψε ο ίδιος ενώ στο τεκμήριο 2 ως μάρτυρας φαίνεται η Ελευθερία Χριστοδούλου είναι καθόλα ξεκάθαρες και αληθινές και υποστηρίζουν και υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία του ΜΕ
  17. Ανέφερε επίσης ότι δεν είδε τα επίδικα αντικείμενα που αναφέρονται στο τεκμήριο 3 διότι βασίστηκε στο λόγο της εναγόμενης 1, είχε και καλές συστάσεις και για τους δύο εναγόμενους από τον ΜΕ1, αλλά και γιατί με βάση την εμπειρία του έκρινε ότι τα αντικείμενα που αναγράφονται στο τεκμήριο 3 ήταν αντικείμενα που είναι λογικό να διαθέτει κάποιος στο σπίτι του και οι τιμές ήταν σύμφωνες με αυτές που επικρατούσαν στην αγορά. Δέχομαι και τη δική του μαρτυρία στην ολότητα της. Ο ΜΕ3 του οποίου βεβαίως η μαρτυρία είναι πολύ περιορισμένη αφού η μοναδική του ανάμιξη ήταν για την παρακολούθηση του λογαριασμού μετά τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν και ουσιαστικά περιορστήκε στο να καταθέσει τα υπόλοιπα του λογαριασμού είναι επίσης αξιόπιστος μάρτυρας του οποίου δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αντίθετα με τους μάρτυρες των εναγόντων η εντύπωση που έχουν αφήσει οι εναγόμενοι στο Δικαστήριο ήταν πενιχρή. Η εναγόμενη 1 ήταν ολοφάνερο ότι έχει έρθει στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της και του συζύγου της. Χωρίς κανένα δισταγμό παραδέχτηκε τις υπογραφές της στα τεκμήρια 2 και 3 όπως και το γεγονός ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στον λογαριασμό του συζύγου της και ότι με αυτά αγόρασαν αυτοκίνητο αλλά αρνείται να πληρώσει τόσο γιατί τους έχει ξεγελάσει η Τράπεζα με τους τόκους αλλά και λόγω οικονομικής αδυναμίας. Οι εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει αναφορικά με το τρόπο που τέθηκε η υπογραφή της στα τεκμήρια 2 και 3 δεν ήταν πειστικές. Ο εναγόμενος 2 προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει ότι δεν γνώριζε τίποτε για την κατάρτιση συμβολαίου ενοικιαγοράς και ότι πίστευε ότι υπέγραφε για δάνειο. Όμως φάνηκε τελικά, από την δια ζώσης μαρτυρία του, ότι την ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου στις 20.07.00 είδε πολύ καλά ότι το συμβόλαιο που υπέγραφε ήταν των εναγόντων και όχι της Τράπεζας Κύπρου. Είπε ότι ο λόγος που δεν είπε τίποτε εκείνη την ώρα ήταν γιατί βιαζόταν να εξοφλήσει αμέσως το αυτοκίνητο. Όμως από τη δική του μαρτυρία και το τεκμήριο 8 που κατέθεσε ο ίδιος προκύπτει ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στον λογαριασμό του στις 31.07.00 και ότι είναι εκείνη την ημερομηνία που ο ίδιος προέβηκε και σε πληρωμή για το επίδικο αυτοκίνητο. Το γεγονός επίσης ότι η κατάθεση των χρημάτων στο λογαριασμό του εναγόμενου 2 έγινε στις 31.07.00 είναι σε πλήρη αρμονία και με την κατάθεση του ΜΕ2 ότι το ποσό πληρώθηκε οπωσδήποτε μετά τις 20.07.00 αλλά δεν γνωρίζει ακριβή ημερομηνία. Είναι φανερό ότι και οι δύο εναγόμενοι προσπαθούν να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους για αποπληρωμή του ποσού αυτού καταφεύγοντας σε θέσεις νομικές που τους έχουν λεχθεί από τους συνηγόρους τους. Ο ΜΥ3 ήρθε στο Δικαστήριο για να εξηγήσει την ανάλυση, τεκμήριο 9, στην οποία προέβη με βάση κάποια δεδομένα που του έχουν λεχθεί τα οποία όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού ούτε έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι κάποιες μηνιαίες δόσεις έχουν πληρωθεί από τους εναγόμενους ούτε και απασχολήθηκε καθόλου να εξετάσει το ενδεχόμενο όπου η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν καθόλα έγκυρη και νόμιμη αντίθετα ξεκίνησε με δεδομένο ότι η σύμβαση ήταν άκυρη και /ή εικονική και προχώρησε σε ανάλυση των τόκων με αυτό το δεδομένο. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων. Ο ΜΥ4 ήταν μάρτυρας της αλήθειας, η μαρτυρία του περιορίστηκε στη εξήγηση της Νομισματικής Πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας αναφέροντας ταυτόχρονα ότι τα συμβόλαια ενοικιαγοράς εξαιρούντο από αυτή την πολιτική, την οποία και αποδέχομαι. Η αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 ουσιαστικά αποφασίζει και τους ισχυρισμούς των εναγομένων για εικονικότητα. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ύπαρξη των αντικειμένων που ενοικιαγοράζονται και για τα οποία ο ιδιοκτήτης κατέχει καλό, νόμιμο και έγκυρο τίτλο ιδιοκτησίας, είναι ένα άκρως ουσιώδες στοιχείο, για την εγκυρότητα της ενοικιαγοράς, γεγονός που εξυπακούει την υποχρέωση αλλά και τη δυνατότητα, ο ιδιοκτήτης να παραδώσει αρχικά το εμπόρευμα στην κατοχή του ενοικιαγοραστή αλλά και μετέπειτα να μεταβιβάσει την κυριότητα σ΄ αυτόν. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει αναγνωριστεί σε πληθώρα υποθέσεων από τη νομολογία, μεταξύ των οποίων και στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου Πολ. Έφ. 10783 ημερ. 26.09.01, στην οποία λέχθηκε ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς εξυπακούει πως ο χρηματοδότης, συνήθως ο πωλητής, είναι ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου, ο οποίος υπό αυτή την ιδιότητα το ενοικιάζει στον αντισυμβαλλόμενο και για όσο διαρκεί αυτή η σχέση ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει βέβαια πάντοτε υπό την κυριότητα του χρηματοδότη. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τον χρηματοδότη δεν είναι εξ΄ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το αντικείμενο μπορεί να ανήκε αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή (βλ. Yorkshire Railway Wagon Company v. Maclure
(1882)21 Ch. D. 309, και Eastern Destributors v. Goldring
(1957)2 ALL E.R. 525). Είναι νομολογημένο ότι, όπως σε κάθε σύμβαση, δεν είναι τα εξωτερικά γνωρίσματα και το λεκτικό της ενοικιαγοράς που έχουν σημασία, αλλά η ουσία της σύμβασης. Το κριτήριο για την ανεύρεση της ουσίας έγκειται στον εντοπισμό των στοιχείων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ενοικιαγορά ήταν στην πραγματικότητα μια εικονική πράξη πώλησης καλυμμένη από τον μανδύα της ενοικιαγοράς ή όταν ελλείπουν άλλα ουσιώδη στοιχεία που αποκλείουν την μεταξύ των συμβαλλομένων ύπαρξης κοινής συμφωνίας για νόμιμο σκοπό. Το βάρος απόδειξης της εικονικότητας το φέρει ο διάδικος που την ισχυρίζεται, ο οποίος πρέπει να δείξει ότι ανεξάρτητα από την φαινομενική εγκυρότητα των εγγραφών, η πραγματική πρόθεση των διαδίκων ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Η ανακάλυψη της πραγματικής πρόθεσης των διαδίκων προέρχεται από την εξέταση όχι μόνο των βασικών εγγράφων αλλά και από οποιεσδήποτε άλλες συμπληρωματικές συμφωνίες αλλά και από προφορική μαρτυρία (βλ. North Central Wagon Finance Co. v. Brailsford
(1962)1 W.L.R. 1288, 1292). Η υπεράσπιση της εικονικότητας δεν επιτυγχάνει, απλώς διότι τα έγγραφα κατ΄ ισχυρισμό είναι εικονικά, λόγω του ότι δεν εκφράζουν την πραγματική πρόθεση των διαδίκων. Θα πρέπει ταυτόχρονα να φανεί ότι και οι δύο διάδικοι στόχευαν στην κατάρτιση εγγράφων που στην πραγματικότητα δεν θα λειτουργούσαν σύμφωνα με τους καταγραμμένους σ΄ αυτά όρους (βλ. Snook v. London and West Riding Investments Ltd
(1967)2 Q.B. 786, 802). Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 24η έκδοση, Τόμος ΙΙ, σελ. 462-3, Παρ. 3215, αναφέρεται επίσης ότι: «In order that the transaction should be considered to be a sham, it is not sufficient if one party alone, eg. The hirer intends to deceive the other into thinking that the transaction is genuine. There must be a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating.» Τα πιο πάνω έγιναν αποδεκτά στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd Πολ. Έφ. 10253 και 10255 ημερ. 25.10.00, σελ. 7 - 9, όπου επικυρώθηκε το πρωτόδικο εύρημα ότι στα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε γνώση πραγματική ή εξ επαγωγής στους ενάγοντες για συμμετοχή στην καταστρατήγηση της νομοθεσίας ή του νόμου γενικά. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι για την επιτυχία της εικονικότητας πρέπει να στοιχειοθετηθούν τα εξής:
(1)ότι η πραγματική φύση της συναλλαγής δεν αποτυπώθηκε ορθά στα έγγραφα και
(2)ότι αυτό έγινε στη γνώση και συνεργασία και των δύο συμβαλλομένων. Όπως είναι νομολογημένο η συμφωνία ενοικιαγοράς, υπό την τριμερή της μορφή εμπεριέχει στην πραγματικότητα δύο συμφωνίες. Η πρώτη συμφωνία αναφέρεται στην σχέση του εμπόρου με τον χρηματοδότη στη βάση της οποίας μεταβιβάζεται στην σχέση του εμπόρου με τον χρηματοδότη στη βάση της οποίας μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία των εμπορευμάτων στον χρηματοδότη έναντι του ανταλλάγματος το οποίο είναι το ποσό της χρηματοδότησης. Σ΄ αυτή την συμφωνία δεν εμπλέκεται καθόλου ο ενοικιαγοραστής. Η δεύτερη συμφωνία αναφέρεται στην σχέση χρηματοδότη - ενοικιαγοραστή και εμπεριέχει δύο στοιχεία: (α) την παραχώρηση της κατοχής και της χρήσης των αντικειμένων της ενοικιαγοράς στον ενοικιαγοραστή και (β) την υποχρέωση του ενοικιαγοραστή να επιστρέψει την κατοχή των εμπορευμάτων στον χρηματοδότη (ιδιοκτήτη) εάν και εφόσον δεν ασκήσει το δικαίωμα αγοράς. (βλ. μεταξύ άλλων Οργανισμός Χρηματοδοτήσεων Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χριστάκη Παντελή και άλλων Πολ. Έφεση 11386 ημερ. 23.04.04 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου και άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 248). Δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο συμβόλαιο, τεκμήριο 2, είναι συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Το αντικείμενο του ήταν ο οικιακός εξοπλισμός και τα έπιπλα που αναγράφονται στο τεκμήριο
  1. Όπως ήταν αδιαμφισβήτητο, οι μάρτυρες των εναγόντων δεν είχαν δει τα αντικείμενα που περιγράφονται στο επίδικο τιμολόγιο ούτε και τα παρέδωσαν στην εναγόμενη αρ.
  2. Αδιαμφισβήτητη υπήρξε όμως η υπογραφή της «δήλωσης εμπόρου» στην επίδικη συμφωνία από την εναγόμενη αρ. 1 καθώς και η υπογραφή της στο μέρος της επίδικης συμφωνίας που περιγράφεται ως «δήλωση ενοικιαστή». Στην «δήλωση εμπόρου» υπάρχει διαβεβαίωση της εναγόμενης 1 ως η πωλητής των επιδίκων αντικειμένων ότι η υπογραφή της είναι ορθή από κάθε άποψη και ότι αυτά είναι κατάλληλα για το σκοπό για τον οποίο χρειάζονται. Στην ίδια σελίδα του τεκμηρίου 2 υπό τον τίτλο «δήλωση ενοικιαστή» η εναγόμενη 1 σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο μέρος αυτό δηλώνει υπεύθυνα ότι παρέλαβε τα αγαθά της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και μετά από προσεκτική εξέταση τα βρήκε κατάλληλα από κάθε άποψη. Επίσης στο τεκμήριο 3 γίνεται όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο η περιγραφή των αντικειμένων του επίδικου συμβολαίου και είναι υπογραμμένο από την εναγόμενη 1 ως πωλητή και παραλήπτη των εν λόγω αντικειμένων. Περαιτέρω οι τιμές που αναφέρονται σε αυτό σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2 την οποία δεν αντέκρουσαν επιτυχώς οι εναγόμενοι ήταν όντως με βάση τα δεδομένα της εποχής και την εμπειρία του ΜΕ2 αντικειμενικές. Είμαι της γνώμης ότι οι δηλώσεις που κάνουν οι εναγόμενοι 1 και 2 στα επίδικα έγγραφα τους εμποδίζουν (they are estopped) από του να ισχυρίζονται ότι τα επίδικα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα. Σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2 η περιγραφή των επιδίκων αντικειμένων έγινε από την εναγόμενη αρ. 1 ο ίδιος δε συμπλήρωσε τα αντικείμενα επί του τεκμηρίου 3 σύμφωνα με τις περιγραφές της εναγόμενης 1 η οποία και υπέγραψε το τιμολόγιο ως πωλητής. Είναι φανερό ότι η εναγόμενη 1 με την υπογραφή του τεκμηρίου 3 παρέστησε στους ενάγοντες ότι τα επίδικα αντικείμενα ήταν υπαρκτά και ότι ήταν στην κατοχή της. Έτσι οι ενάγοντες προχώρησαν στην κατάρτιση του τεκμηρίου
  3. Η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων τους εμποδίζει από του να ισχυρίζονται εκ των υστέρων ότι τα επίδικα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα και ουδέποτε ήταν στην κατοχή τους. Είμαι της γνώμης ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του κωλύματος λόγω παραστάσεων. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1522 η οποία έχει επαναληφθεί και στην πρόσφατη απόφαση, Πολ. Έφ. 11538, T.J.S. Enterprises Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ημερ. 20.01.05. Στην τελευταία αυτή απόφαση (Πολ. Έφ. 11538 ανωτέρω) επαναλαμβάνεται επίσης η αρχή που είχε καθοριστεί στην Eastern Distributors ν. Golderinga
(1957)2 All E.R. 525 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κ.Σ. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1432 ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πουλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Εννοείται όσο και αν ο στόχος ήταν ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης-ενοικιαγοράς. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην παρούσα υπόθεση καταλήγω ότι εφόσον η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν γνήσια δεν επηρεάζει ουδόλως το αποτέλεσμα το γεγονός ότι τα χρήματα που εισπράχθηκαν από τον χρηματοδοτικό οργανισμό, εδώ τους ενάγοντες, από τους εναγόμενους χρησιμοποιήθηκαν για αγορά αυτοκινήτου. Εμμέσως οι εναγόμενοι εγείρουν και την υπεράσπιση του non est factum αφού ήταν η μαρτυρία τους ότι πήγαν στην Τράπεζα Κύπρου και υπέγραψαν τα επίδικα έγγραφα τα οποία ήταν ήδη έτοιμα. Ειδικότερα η εναγόμενη 1 ανέφερε ότι δεν διάβασε καθόλου το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 απλώς υπέγραψε μια στίβη χαρτιά. Και αυτή η υπεράσπιση η οποία όπως αναφέρω εγείρεται έμμεσα και δεν καλύπτεται από το δικόγραφο των εναγομένων άρα το Δικαστήριο δεν θα την εξετάσει, και πάλι δεν θα είχε περιθώρια επιτυχίας σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου. Όμως ακόμα και σε περίπτωση που εύρισκα ότι οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν το είδος της συμφωνίας που υπέγραψαν πιστεύω ότι σύμφωνα με τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές είχαν ευθύνη εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχουν τι υπογράφουν ώστε εφόσον δεν το έπραξαν εμποδίζονται από του να αρνούνται την ευθύνη τους με βάση το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψαν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις The Cyprus Development The Bank Ltd v. Kyriakou
(1989)1 CLR 96 και η υπόθεση Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Β) ΑΑΔ
  1. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι το τεκμήριο 2 συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμβασης ενοικιαγοράς. Αποδέχομαι ότι η εναγόμενη 1 ως ιδιοκτήτρια των αντικειμένων τα οποία περιγράφονται στο τεκμήριο 3 τα πώλησε στους ενάγοντες οι οποίοι της τα ενοικίασαν υπό τους όρους της επίδικης συμφωνίας που υπεγράφη στις 20.07.00 με την εγγύηση του εναγόμενου
  2. Το ποσό της ενοικιαγοράς ήταν Λ.Κ.15.000, σ' αυτό προστέθηκαν τα δικαιώματα ενοικιαγοράς Λ.Κ.5.812,80 και έτσι το συμβόλαιο είχε συνολική αξία Λ.Κ.20.812,80 ποσό το οποίο ήταν πληρωτέο δια 60 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού Λ.Κ.346,88 εκάστη της πρώτης δόσεως αρχομένης 20.08.
  3. Τα επίδικα αντικείμενα ήταν ιδιοκτησίας των εναγομένων 1 και /ή 2 τα οποία βρίσκονταν στην οικία τους. Ο εναγόμενος 2 έχει υπογράψει ως εγγυητής στο εν λόγω συμβόλαιο, αυτή ήταν η θέση του ενόρκως και έχει αναγνωρίσει την υπογραφή του στο τεκμήριο
  4. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι πλήρωσαν 16 συνολικά δόσεις εκ Λ.Κ.348,88 έκαστη δηλαδή συνολικά το ποσό των Λ.Κ.5.550,
  5. Από τις 20.11.01 δεν έχουν πληρώσει καμία δόση γι' αυτό και οι ενάγοντες δια του τεκμηρίου 6 τερμάτισαν τη σύμβαση ενοικιαγοράς. Οι εναγόμενοι δεν αρνούνται τον τερματισμό της συμφωνίας. Όσον αφορά το θέμα του ανατοκισμού αναφέρω τα εξής. Ο ΜΕ3 εξήγησε με σαφήνεια ότι δεν τίθεται θέμα ανατοκισμού στα ποσά που διεκδικούν οι ενάγοντες. Έχει αναφέρει ότι ο τόκος που χρεώθηκε στο επίδικο συμβόλαιο είναι 7,75% γι' αυτό και στο αρχικό ποσό των Λ.Κ.15.000 που ήταν το ποσό της χρηματοδότησης όταν έχουν προστεθεί τα δικαιώματα ενοικιαγοράς με τόκο 7,75% επί του ποσού των Λ.Κ.15.000 έχει προστεθεί το ποσό των Λ.Κ.5.812,80 και έτσι το υπόλοιπο την ημέρα της συμφωνίας ήταν Λ.Κ.20.812,
  6. Σύμφωνα με την παράγραφο 2(β) του τεκμηρίου 2 αν ο ενοικιαστής παραλείπει να πληρώνει τις καθορισμένες δόσεις στις ημερομηνίες που έχουν καθοριστεί τότε πληρώνει τόκο προς ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου ετησίως το οποίο επιτρέπεται κάθε φορά από το νόμο πάνω σε οποιαδήποτε καθυστερημένη δόση και έτσι κάθε καθυστερημένη δόση έφερε τόκο προς 8% αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ4 αυτό ήταν το ανώτατο επιτόκιο τότε. Και οι τρεις μάρτυρες για τους ενάγοντες όπως και ο ΜΥ4 έδωσαν σαφή εξήγηση και διαχώρισαν τα δικαιώματα των εναγόντων σε σύμβαση ενοικιαγοράς από τον τόκο και εξήγησαν ότι οι συμβάσεις ενοικιαγοράς δεν εμπίπτουν στον περί Τόκου Νόμο. Τα όσα έχουν αναφέρει οι εν λόγω μάρτυρες αποτελούν ικανοποιητική εξήγηση ότι το ποσοστό 7,75% είναι το δικαίωμα ενοικιαγοράς και δεν έχει καμία σχέση με τους τόκους. Το ποσό των Λ.Κ.5.812,80 είναι το συνολικό ποσό των δικαιωμάτων των εναγόντων για όλη την περίοδο της ενοικίασης των επιδίκων αντικειμένων ενοικιαγοράς του τεκμηρίου
  7. Επίσης δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ο τόκος συναρτάται με τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου ενώ η ενοικιαγορά με τη διάθεση της χρήσης μη χρηματικού αντικειμένου. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Σύμφωνα επίσης με το Άρθρο 2 του περί Τόκου Νόμου ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας τα δικαιώματα ενοικιαγοράς δεν αποτελούν τόκο. Έτσι και σύμφωνα με το εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ποσό των Λ.Κ.5.812,80 δεν αποτελεί τόκο καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προσθήκη του ως άνω ποσού στο ποσό της χρηματοδότησης δεν αποτελεί παράνομη κεφαλαιοποίηση τόκων καθότι δεν υπάγεται στις διατάξεις του περί Τόκου Νόμου. Οι αποζημιώσεις και στην περίπτωση των συμβολαίων ενοικιαγοράς είναι η φυσιολογικά απορρέουσες από την ρήξη της συμφωνίας με βάση το Άρθρο 73 του Κεφ.
  2. Εφόσον υπάρχει ρήξης ουσιώδους όρου της σύμβασης που την αποδέχεται το αντισυμβαλλόμενο μέρος τότε ενυπάρχει δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης και λήψης δικαστικών μέτρων για ανάκτηση αποζημιώσεων. Οι αποζημιώσεις συνίστανται κατά κανόνα στο ολικό ποσό που συμφωνήθηκε για την ενοικιαγορά αφαιρεμένων των ποσών που πληρώθηκαν ως δόσεις, των καθυστερημένων δόσεων, μείον διάφορες εκπτώσεις συναποτελούμενες από το προϊόν της πώλησης του εμπορεύματος μετά την ανάκτηση κατοχής από τον πωλητή ή την αξία αυτού κατά το χρόνο παραλαβής και το ποσό της ενάσκησης του δικαιώματος ενοικιαγοράς. Μετά τον τερματισμό δεν τίθεται θέμα ανάκτησης δόσεων με βάση το συμβόλαιο διότι το συμβόλαιο έπαψε να υφίσταται και σε αυτό το σημείο δεν μπορεί να αναζητηθεί τόκος 8% επί των καθυστερημένων δόσεων μετά τον τερματισμό. Τα επίδικα αντικείμενα είναι στην κατοχή της εναγόμενης 1, δεν έχουν ακόμη επιστραφεί παρόλο που δια του τεκμηρίου 6 οι ενάγοντες έχουν ζητήσει την επιστροφή τους. Οι ενάγοντες δικαιούνται να πωλήσουν με δημόσιο πλειστηριασμό τα αντικείμενα ως ιδιοκτήτες και να χρησιμοποιήσουν προς όφελος του μισθωτή και προς πίστη του οποιοδήποτε ποσό ανακτηθεί από τον πλειστηριασμό μειώνοντας έτσι το υπόλοιπο της οφειλής. Οι ενάγοντες έχουν συμπεριλάβει στην έκθεση απαίτησης τους αξίωση για έκδοση διαταγμάτων παράδοσης και πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό των επίδικων αντικειμένων ενοικιαγοράς. Κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην πιο πάνω θεραπεία γι΄ αυτό και εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι 8Α και 8Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, τα έσοδα βεβαίως από την πώληση αυτή θα διατεθούν έναντι του λαβείν των εναγόντων. Νοείται βέβαια ότι εάν υπάρχει οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτό θα διατεθεί προς όφελος των εναγομένων. Με βάση τις αποφάσεις Interoffic Telephones Ltd v. Robert Freeman Co. Ltd
(1957)3 All ER 482 και Overstone v. Shipway
(1962)1 All ER 52 είναι απόλυτα ορθό να αφαιρείται υπό μορφή έκπτωσης (rebate) ένα πόσο λόγω της επιταχυνόμενης απόδοσης των αποζημιώσεων στους ενάγοντες αντί της σταδιακής είσπραξης του ποσού με δόσεις αν το συμβόλαιο συνεχιζόταν κανονικά. Η έκπτωση δεν επιδέχεται επακριβούς μαθηματικής προσέγγισης και το ποσό θα πρέπει να καθοριστεί από το Δικαστήριο ως το λογικό εκείνο ποσό που θα ήταν δίκαιο να αφαιρεθεί έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες δεν λαμβάνουν πίσω μέρος του κεφαλαίου τους νωρίτερα αφού σύμφωνα με το τεκμήριο 2 εάν οι δόσεις πληρώνονταν κανονικά αυτό θα εξοφλείτο με 60 μηνιαίες δόσεις της πρώτης δόσης αρχομένης στις 20.08.00 άρα η τελευταία δόση θα έπρεπε να πληρωθεί στις 20.07.
  1. Η προθεσμία αυτή έχει παρέλθει χωρίς οι ενάγοντες να λάβουν πίσω το κεφάλαιο τους γι' αυτό και στην συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε έκπτωση. Ενόψει αυτής της κατάληξης του Δικαστηρίου δεν πραγματεύομαι τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί παρανομίας στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας όπως και τη θέση τους ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο όντως κατέληγε ότι η επίδικη σύμβαση ήταν εικονική τότε θα έπρεπε όχι μόνο να την κηρύξει άκυρη αλλά και παράνομη γεγονός το οποίο θα σήμαινε ότι οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τα χρήματα τα οποία έχουν ήδη καταβάλει στους εναγόμενους κάτω από οποιαδήποτε βάση αγωγής. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και /ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (α) Λ.Κ.2.775,04 που είναι τα ληγμένα ενοίκια μέχρι την ημερομηνία τερματισμού με τόκο 9% επί κάθε καθυστερημένης δόσης από 21.12.01 μέχρι 12.08.
  2. (β) Λ.Κ.12.487,68 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής δηλαδή από 15.11.
  3. (γ) Εναντίον της εναγόμενης 1 εκδίδονται διατάγματα για επιστροφή των επιδίκων αντικειμένων και πώληση τους με δημόσιο πλειστηριασμό. Ο χρόνος για συμμόρφωση καθορίζεται στις 15 ημέρες από την επίδοση του σχετικού διατάγματος. (δ) Τα έξοδα της παρούσας αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)............................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.