Χριστάκη Σταύρου ν. Μάρως Νίκου Χαγιάννη, Αρ. Αγωγής: 3836/03, 18.01.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3836/03 Μεταξύ: Χριστάκη Σταύρου, εκ Λευκωσίας Ενάγοντας -και- Μάρως Νίκου Χαγιάννη, εκ Λάρνακας Εναγόμενης Ημερομηνία: 18.01.2006 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Μ. Αντωνίου Για την Εναγόμενη: κα Μ. Μικελλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Το Πωλητήριο έγγραφο μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης ημερ. 05.08.01 (τεκμήριο 1) σύμφωνα με το οποίο ο ενάγοντας συμφώνησε να αγοράσει από την εναγόμενη ένα τεμάχιο γης στη περιοχή Φιλημένη στο χωριό Άγιος Θεόδωρος, αρ. τεμαχίου 209, αρ. εγγραφής 29863, εμβαδού ενός δεκαρίου 430 τ.μ. έναντι της τιμής των Λ.Κ.38.000 και η μη υλοποίηση του είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Ο ενάγοντας πλήρωσε στην εναγόμενη, σύμφωνα με τους όρους του τεκμηρίου 1, Λ.Κ.1.000 ως προκαταβολή στις 05.08.01 και η εναγόμενη εξέδωσε σχετική απόδειξη (τεκμήριο 2) ενώ το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.37.000 θα πληρωνόταν με την μεταβίβαση. Το τεκμήριο 1 είναι υπογραμμένο από τον ενάγοντα και την εναγόμενη ως αγοραστής και πωλητής αντίστοιχα, δεν υπάρχουν υπογραφές μαρτύρων, δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο ούτε και έχει χαρτοσημανθεί. Η συμφωνία αυτή δεν υλοποιήθηκε και οι δύο πλευρές επιρρίπτουν την ευθύνη για τη παράβαση της ο ένας στον άλλον. Είναι η θέση του ενάγοντα, όπως προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης του και όπως την έχει αναφέρει και στο Δικαστήριο προφορικά κατά την ακρόαση, ότι ο ίδιος ήταν πάντοτε έτοιμος, ακόμα και την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας, να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος αλλά επειδή, όπως τον είχε ενημερώσει η εναγόμενη, το επίδικο ακίνητο ήταν υποθηκευμένο δεν μπορούσε να γίνει αμέσως μεταβίβαση και συμφώνησαν προφορικά ότι η μεταβίβαση θα γινόταν σε 15 - 20 μέρες αφού θα ενημερωνόταν εν τω μεταξύ ο ενυπόθηκος δανειστής. Ήταν η θέση του ότι μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 επικοινώνησε ο ίδιος με την εναγόμενη τηλεφωνικώς και ζήτησε άδεια να προβεί σε εργασίες καθαρισμού και διάνοιξης δρόμου στο χωράφι. Η εναγόμενη έδωσε τη συγκατάθεση της και ο ενάγοντας χρησιμοποίησε για τις εν λόγω εργασίες τις υπηρεσίες τρίτου, ο οποίος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει, ο οποίος ζήτησε ποσό Λ.Κ.600 το οποίο ο ενάγοντας κατέβαλε σε μετρητά. Εν τω μεταξύ πέρασε το χρονικό διάστημα που είχε προφορικά συμφωνηθεί με την εναγόμενη για μεταβίβαση του ακινήτου και ο ενάγοντας επικοινώνησε με την εναγόμενη και την κάλεσε να μεταβούν στο Κτηματολόγιο. Η εναγόμενη ζήτησε και άλλο χρόνο, ο ενάγοντας έδωσε και άλλη πίστωση χρόνου, όταν και αυτός ο χρόνος παρήλθε ξαναεπικοινώνησε μαζί της και πάλι ζητήθηκε πίστωση χρόνου από πλευράς της και ο ενάγοντας, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για το ακίνητο, έδειξε εμπιστοσύνη στην εναγόμενη και περίμενε. Πέρασε αρκετό χρονικό διάστημα όταν πλέον άρχισε να ανησυχεί εφόσον η εναγόμενη και ο σύζυγος της άρχισαν να αποφεύγουν τα τηλεφωνήματα του, να τον παραπέμπουν ο ένας στον άλλον και να μην του μιλούν καθαρά. Τον Δεκέμβριο του 2002 ζήτησε από το γιο του, τον οποίο η εναγόμενη δεν γνώριζε, να τηλεφωνήσει στην εναγόμενη παριστάνοντας ότι είναι ενδιαφερόμενος αγοραστής για το χωράφι. Η εναγόμενη τότε ανέφερε στο γιο του ότι το χωράφι είχε πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο. Ο ίδιος τότε αντιλήφθηκε ότι όλο αυτό το διάστημα τον κορόιδευαν γι΄ αυτό και αποφάσισε να αποταθεί σε δικηγόρο και έδωσε οδηγίες στον κ. Σταύρο Παπαδόπουλο εκτιμητή ακινήτων, ΜΕ3, να προβεί σε εκτίμηση της αξίας του χωραφιού. Μέσω των δικηγόρων του απέστειλε διπλοσυστημένη επιστολή στην εναγόμενη στις 07.02.03 η οποία παρελήφθη στις 17.02.03 (τεκμήρια 4Α και 4Β) με την οποία καλούσε την εναγόμενη εντός ενός μηνός από τις 07.02.03 να καθορίσει ημερομηνία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρείτο ότι η ίδια έχει παράνομα παραβεί και /ή τερματίσει τη συμφωνία της με τον ενάγοντα ο οποίος και διατηρεί το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε σε αυτή την επιστολή του ενάγοντα, αρνήθηκε και /ή παρέλειψε να τιμήσει τη συμβατική της υποχρέωση και παράνομα παρέβη και τερμάτισε την μεταξύ τους συμφωνία, ως αποτέλεσμα ήταν η καταχώρηση της αγωγής αυτής. Ο ενάγοντας κατέθεσε το τεκμήριο 5 που είναι το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας αναφορικά με το επίδικο ακίνητο δια του οποίου πιστοποιείται ότι το εν λόγω ακίνητο είναι σήμερα εγγεγραμμένο στο όνομα των Λοίζου Γεωργίου Πηλαβά και Αθηνά Λοίζου Πηλαβά ανά ½ μερίδιο έκαστος. Ο ενάγοντας κάλεσε ως μάρτυρα την υπάλληλο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας κα Γ. Κακούρη, ΜΕ2, η οποία και κατέθεσε τα τεκμήρια 6, 7, 8 και 9 τα οποία και αποδεικνύουν ότι οι Λοίζος και Αθηνά Πηλαβά αγόρασαν το επίδικο ακίνητο ανά ½ μερίδιο έκαστος από την εναγόμενη, ότι ως τιμή πώλησης δηλώθηκε το ποσό των Λ.Κ.25.000 στις 17.10.01, το Κτηματολόγιο εκτίμησε το εν λόγω ακίνητο για Λ.Κ.40.000, οι Λοίζος και Αθηνά Πηλαβά υπέβαλαν ένσταση ως αποτέλεσμα της οποίας ήταν να επανακαθοριστεί από το Κτηματολόγιο η αγοραία αξία του στις Λ.Κ.35.000, και ότι το Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου είναι στο όνομα των Λοίζου και Αθηνάς Πηλαβά. Ως τρίτος μάρτυρας για τον ενάγοντα, ΜΕ3, κατέθεσε ο εκτιμητής ακινήτων Σταύρος Παπαδόπουλος ο οποίος είπε ότι τον επισκέφθηκε ο ενάγοντας στο γραφείο του τον Δεκέμβριο του 2002 και του ζήτησε να προβεί σε εκτίμηση του επίδικου χωραφιού για σκοπούς δικαστηρίου. Ανέφερε ότι επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο και ακολούθως αφού έκαμε τη σχετική μελέτη που απαιτείται, στις 17.12.02 ετοίμασε έκθεση εκτίμησης (τεκμήριο 3) σύμφωνα με την οποία εφαρμόζοντας την συγκριτική μέθοδο εκτίμησης η αγοραία αξία του υπολογίζεται σε Λ.Κ.50.000 την ημέρα της εκτίμησης. Ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο ότι πιστεύει ότι η αξία του επίδικου ακινήτου σίγουρα δεν έχει μειωθεί σήμερα και μάλιστα είναι ακόμα πιο μεγάλη. Ήταν επίσης η θέση του ότι κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας η αξία του ακινήτου ήταν και πάλι Λ.Κ.50.
- Ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε αναφορικά με τον τρόπο που έκανε την εκτίμηση του και του υπεβλήθη έντονα ότι έχει χρησιμοποιήσει λάθος συγκριτικά αφού τα κτήματα με τα οποία έχει συγκρίνει το ακίνητο, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 3, δεν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με το επίδικο ακίνητο. Είναι καταληκτικά η θέση του ενάγοντα ότι υπέστη ζημιά από την παράνομη παράβαση της συμφωνίας από την εναγόμενη η οποία αποτιμάται σε Λ.Κ.12.000 που είναι η διαφορά της αξίας του ακίνητου κατά την ημερομηνία του τεκμηρίου 1, 05.08.01, μέχρι την παράβαση της συμφωνίας που ήταν η 07.03.03 αφού, όπως έχει αναφερθεί ο ΜΕ3 έχει εκτιμήσει την αξία του επίδικου κτήματος σε Λ.Κ.50.000, πλέον Λ.Κ.1.000 επιστροφή της προκαταβολής με τόκο από 05.08.01, πλέον Λ.Κ.600 που έχει δαπανήσει για τον καθαρισμό του χωραφιού, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η εκδοχή της εναγόμενης αναφορικά με την σύνταξη και υπογραφή του τεκμηρίου 1 και τους όρους που προφορικά συμφωνήθηκαν ήταν διαφορετική. Ήταν η θέση της ότι υπήρξε ρητός προφορικός όρος ότι ο ενάγοντας εντός 10 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας θα κατέβαλε το υπόλοιπο της τιμής πώλησης οπότε και θα γινόταν η μεταβίβαση. Είχε επίσης προφορικά συμφωνηθεί ότι το ποσό της προκαταβολής των Λ.Κ.1.000 δεν θα επιστρεφόταν στον ενάγοντα σε περίπτωση που αυτός υπαναχωρούσε από τη συμφωνία. Διαφορετική ήταν επίσης η θέση της αναφορικά με την παράβαση /τερματισμό της συμφωνίας. Είπε ότι ο ίδιος ο ενάγοντας μετά την πάροδο των 10 ημερών από την υπογραφή του τεκμηρίου 1 τηλεφώνησε στην εναγόμενη και της είπε ότι δεν επιθυμεί πλέον να προχωρήσει με την υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας γιατί είχε προβεί σε χημικές αναλύσεις στο νερό του χωραφιού, σύμφωνα με τα αποτελέσματα το νερό ήταν αλμυρό και δεν θα μπορούσε να κάνει περιβόλι όπως ήθελε. Είπε στην εναγόμενη και τον σύζυγο της να πουλήσουν αλλού το χωράφι αλλά ζήτησε να του επιστρέψουν το ποσό της προκαταβολής. Η εναγόμενη και η σύζυγος της αρνήθηκαν αναφέροντας του ότι είχαν συμφωνήσει προφορικά ότι το ποσό αυτό δεν θα επιστρεφόταν σε περίπτωση που ο ίδιος υπαναχωρούσε και προσπάθησαν να τον μεταπείσουν να μην υπαναχωρήσει, ανεπιτυχώς. Ο ενάγοντας επέμενε και τηλεφωνούσε συνεχώς και μάλιστα επισκέφτηκε και το σπίτι της εναγόμενης και του συζύγου της και είχε σχετική συνομιλία με τη μητέρα της εναγόμενης ζητώντας πάντοτε την επιστροφή των Λ.Κ.1.
- Η εναγόμενη αρνήθηκε ότι ο ενάγοντας εκτέλεσε οποιεσδήποτε εργασίες στο χωράφι με τη συγκατάθεση της. Ήταν η θέση της, όπως και του συζύγου της ΜΥ1, ότι δεν χρειαζόταν να γίνει καμιά διάνοιξη δρόμου αφού υπήρχε δρόμος και ότι το χωράφι ήταν περιφραγμένο και κλειστό με κάγκελο και δεν είχε καθαριστεί. Λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η εναγόμενη μαζί με τον σύζυγο της λόγω του ότι η οικογενειακή τους επιχείρηση δεν πήγε καλά και αναγκάστηκαν να την κλείσουν με χρέη στις Τράπεζες, μετά που είδε ότι δεν μπορούσε να μεταπείσει τον ενάγοντα να μην υπαναχωρήσει ξανά τοποθέτησαν το χωράφι προς πώληση και τελικά το πώλησαν στις 17.10.01 στο ζεύγος Λοίζου και Αθηνάς Πηλαβά για Λ.Κ.25.
- Η υποθήκη δεν ήταν κανένα εμπόδιο στην μεταβίβαση του κτήματος αφού είχε ειδοποιηθεί σχετικά η Τράπεζα και την ημέρα της μεταβίβασης έγινε εξάλειψη της υποθήκης, αφού η Τράπεζα έλαβε το σχετικό ποσό, και έγινε η μεταβίβαση. Αρνήθηκε ότι η ίδια προέβαλε οποτεδήποτε στον ενάγοντα την ύπαρξη της υποθήκης ως κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση, είπε ότι ήταν ο ενάγοντας που δεν ήταν έτοιμος την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας να καταβάλει όλο το τίμημα για να γίνει η μεταβίβαση, ήταν ο ίδιος που ζήτησε πίστωση χρόνου για να βρει τα χρήματα και ήταν ο ίδιος ο ενάγοντας ο οποίος υπαναχώρησε από τη συμφωνία λόγω της ποιότητας του νερού. Είπε ακόμη ότι κατά την άποψη της ο ενάγοντας ουδέποτε ήταν έτοιμος να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος. Η εναγόμενη παραδέχτηκε επίσης ότι έλαβε την επιστολή τεκμήριο 4Α την οποία όπως ανέφερε παρέδωσε στον δικηγόρο τους για τα περαιτέρω. Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της προβάλει και ανταπαίτηση για το ποσό των Λ.Κ.12.000 που είναι η διαφορά πώλησης από την τιμή που είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα και της τιμής που το πώλησε τελικά στο ζεύγος Πηλαβά. Ο σύζυγος της εναγόμενης, ΜΥ1, ανέφερε περίπου όσα και η εναγόμενη για την κατάρτιση του τεκμηρίου 1 και τους προφορικούς όρους για την μη επιστροφή της προκαταβολής σε περίπτωση που ο ενάγοντας υπαναχωρούσε από τη συμφωνία όπως και για το ότι ο ενάγοντας ζήτησε περίπου 10 μέρες για να μπορέσει να εξασφαλίσει τα λεφτά και να γίνει η μεταβίβαση. Ήταν μάλιστα η θέση του ότι ο ίδιος δεν ζήτησε προκαταβολή από τον ενάγοντα και ήταν ο ίδιος ο ενάγοντας που επέμενε να πληρώσει προκαταβολή και είναι ο ίδιος που καθόρισε και το ποσό της προκαταβολής. Ήταν επίσης η θέση του ότι 8 - 10 μέρες μετά τις 05.08.01 ο ενάγοντας του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι μετάνιωσε γιατί το νερό που έχει το χωράφι είναι αλμυρό και δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει για να κάνει περιβόλι. Ο ίδιος προσπάθησε να τον μεταπείσει, ο ενάγοντας ήταν ανένδοτος και ζήτησε επιστροφή του ποσού της προκαταβολής που ο ΜΥ1 αρνήθηκε επικαλούμενος τον προφορικό όρο της συμφωνίας. Είπε ότι ο ενάγοντας επανειλημμένα τηλεφωνούσε τόσο στον ίδιο όσο και στην σύζυγο του και μάλιστα πήγε και στο σπίτι τους όπου και συνάντησε την πεθερά του και ζητούσε συνεχώς την επιστροφή της προκαταβολής. Όταν πλέον κατάλαβε ότι ο ενάγοντας δεν θα προχωρούσε με την πώληση και δεν μπορούσε να του αλλάξει γνώμη πήγε στο χωράφι, επανατοποθέτησε την πινακίδα με την ένδειξη πωλείται και ακολούθως πώλησε το κτήμα στο ζεύγος Πηλαβά για Λ.Κ.25.
- Το γεγονός ότι το χωράφι πωλήθηκε στο ζεύγος Πηλαβά το ανέφερε ο ίδιος στον ενάγοντα σε τηλεφωνική τους επικοινωνία κατά την οποία ο ενάγοντας και πάλι ζητούσε την επιστροφή των Λ.Κ.1.000, 10 μέρες περίπου μετά που το πούλησε. Δέχτηκε ότι παρέλαβε την επιστολή τεκμήριο 4Α την οποία παρέδωσε στο δικηγόρο του για να τη χειριστεί ανάλογα και ανάφερε ότι αποκλείεται ο ενάγοντας να προέβη σε οποιεσδήποτε εργασίες καθαρισμού του επίδικου κτήματος γιατί όταν πήγε για να ξανά τοποθετήσει την πινακίδα για πώληση στο κτήμα, το οποίο είναι περιφραγμένο γύρω γύρω, ήταν στην ίδια ακριβώς κατάσταση όπως και προηγουμένως. Τόσο ο ΜΥ1 όσο και η εναγόμενη αντεξετάστηκαν εκτεταμένα για την οικονομική τους κατάσταση, την εταιρεία τους όπως και τα χρέη τους στις Τράπεζες. Παραδέχτηκαν ότι η ανταπαίτηση στην αγωγή έγινε μετά που έλαβαν την αγωγή και αποφάσισαν να διεκδικήσουν την διαφορά που προέκυψε από τη συμφωνία με τον ενάγοντα και τη τιμή που τελικά πώλησαν το κτήμα στο ζεύγος Πηλαβά. Η εναγόμενη εκτός από τη δική της μαρτυρία και του συζύγου της, ΜΥ1, κάλεσε ως μάρτυρα την κα Χρυστάλλα Τουλούπη, ΜΥ3, υπάλληλο του Κτηματολογίου Λάρνακας η οποία ελέγχει τις υποθέσεις των μεταβιβάσεων ακινήτων όταν υπάρχουν υποθήκες. Ανέφερε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν βεβαρημένο με την υποθήκη Υ753/00 για ποσό Λ.Κ.20.
- Στις 17.10.01 έγινε εξάλειψη της υποθήκης και μεταβίβαση του ακινήτου στο ζεύγος Λοίζου και Αθηνάς Πηλαβά ανά ½ μερίδιο έκαστος. Είπε ότι όταν υπάρχει υποθήκη που βαρύνει ένα ακίνητο δεν μπορεί να γίνει μεταβίβαση εκτός αν προηγουμένως αυτή εξαλειφθεί και κατέθεσε ως τεκμήριο 11 τα σχετικά έγγραφα της υποθήκης, της εξάλειψης και τη σύμβαση υποθήκευσης. Είπε ότι δεν γνωρίζει το ποσό που πληρώθηκε για την εξάλειψη της υποθήκης, αυτό δεν ενδιαφέρει το Κτηματολόγιο το μόνο που ενδιαφέρει το Κτηματολόγιο είναι να υπογραφεί από τον ενυπόθηκο δανειστή το έντυπο της εξάλειψης πράγμα το οποίο έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Κλήθηκε επίσης από την εναγόμενη ως ΜΥ4 ο κ. Γ. Γεωργίου, Διευθυντής του υπό καταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας στην οποία υπήρχαν οι λογαριασμοί της εταιρείας Efinico Leathers Ltd διευθυντές της οποίας ήταν η εναγόμενη και ο ΜΥ
- Ανέφερε ότι το επίδικο ακίνητο δεσμεύτηκε με υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας για κάποιες διευκολύνσεις που ζήτησαν η εναγόμενη και ο ΜΥ1 για το ποσό των Λ.Κ.20.000 μετά που οι ίδιοι ζήτησαν να γίνει εκτίμηση του επίδικου ακινήτου από τον εκτιμητή Αντώνη Λοίζου και συνεργάτες στις 11.02.
- Το καλοκαίρι του 2001 του είχε αναφέρει ο ΜΥ1 ότι είχαν συμφωνήσει να πωλήσουν το ακίνητο για Λ.Κ.38.000 σε κάποιο πρόσωπο από τον οποίο είχαν πάρει και προκαταβολή των Λ.Κ.1.000 μετά ναυάγησε αυτή η συμφωνία και τον Οκτώβριο του 2001 έγινε εξάλειψη της υποθήκης και το ακίνητο πωλήθηκε σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Είπε ότι η υποθήκη ήταν αρχικά για ποσό Λ.Κ.20.000 μετά όμως το ποσό μειώθηκε και τελικά η Τράπεζα πήρε Λ.Κ.10.000 για εξάλειψη της υποθήκης αφού είχαν ήδη μειωθεί τα υπόλοιπα. Είπε ότι σύμφωνα με τα όσα του έχει αναφέρει ο υφιστάμενος του Παναγιώτης Κέκκος, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας ο οποίος ήταν το πρόσωπο που είχε πάει στο Κτηματολόγιο στις 17.10.01 εκ μέρους της Τράπεζας, ο νέος αγοραστής πλήρωσε το τίμημα αγοράς του ακινήτου με δύο Τραπεζικές επιταγές της Universal Bank για Λ.Κ.20.000 και Λ.Κ.5.000 αντίστοιχα προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας. Από τα ποσά αυτά οι Λ.Κ.10.000 χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας για την εξάλειψη της υποθήκης. Μετά από συζητήσεις με τον ΜΥ1 οι Λ.Κ.5.000 κατατέθηκαν στο λογαριασμό της εταιρείας του ΜΥ1 και οι υπόλοιπες Λ.Κ.10.000 χρησιμοποιήθηκαν επίσης για αποπληρωμή των υφιστάμενων υποχρεώσεων της εταιρείας Efinico Leathers και του ΜΥ
- Το πιο πάνω είναι σε συντομία το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε η ακροαματική διαδικασία για την παρούσα υπόθεση. Η αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους έχω παρακολουθήσει με προσοχή ενόσω έδιναν τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Ο ενάγοντας δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Έχει παραστήσει τον εαυτό του ως θύμα της εναγόμενης και του συζύγου της όμως πρόκειται για ένα άνθρωπο έξυπνο με γνώσεις για την αγορά και τα δικαιώματα του και η εκδοχή του ότι από τις 05.08.01 μέχρι το Δεκέμβρη του 2002 όπου σύμφωνα με τη προφορική του μαρτυρία έβαλε το γιο του να τηλεφωνήσει στην εναγόμενη και να ρωτήσει για το ακίνητο και έμαθε ότι τελικά είχε πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο, έδειξε απλώς εμπιστοσύνη στην εναγόμενη και το σύζυγο της τους οποίους είχε μόλις γνωρίσει στις 05.08.01, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή αφού δεν είναι καθόλου πειστική. Επίσης ενώ έδωσε οδηγίες στον ιδιώτη εκτιμητή Στ. Παπαδόπουλο (ΜΕ3) αρχές Δεκεμβρίου του 2002 να προβεί σε εκτίμηση για το κτήμα η οποία και εκπονήθηκε στις 17.12.02 (τεκμήριο 3) μόλις στις 07.02.03 στέλλει δια δικηγόρου την επιστολή τεκμήριο 4Α στην εναγόμενη. Σίγουρα ένα πρόσωπο που ένιωθε τόσο έντονα για την υπόθεση αυτή δεν δικαιολογείται να υποδείξει τη κωλυσιεργία που υπέδειξε ο ενάγοντας όταν μάλιστα σύμφωνα με τη μαρτυρία του προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με την εναγόμενη και το σύζυγο της και αυτή συνεχώς τον απέφευγαν, δύσκολα είναι πιστευτό ότι θα περίμενε τόσο καιρό για να ενεργήσει μέσω δικηγόρου. Θεωρώ ότι ο ενάγοντας γνώριζε πολύ πριν από τον Δεκέμβριο του 2002 ότι το επίδικο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο. Δεν είναι καθόλου πειστική η εκδοχή του ότι από τον Αύγουστο του 2001 εμπιστεύτηκε για περίοδο σχεδόν 1½ χρόνου την εναγόμενη και τον σύζυγο της, τους οποίους δεν γνώριζε καθόλου προηγουμένως, και οι οποίοι μάλιστα, πάντοτε σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, συνεχώς πρόβαλλαν δικαιολογίες και ζητούσαν πίστωση χρόνου δήθεν για τη μεταβίβαση του ακινήτου κα μάλιστα από κάποιο διάστημα και μετά απέφευγαν τα τηλεφωνήματα του και τον παρέπεμπαν ο ένας στον άλλο και περίμενε υπομονετικά να του μεταβιβάσουν το ακίνητο. Περαιτέρω και αν ακόμα δεν γνώριζε μετά βεβαιότητας από τους ίδιους, δηλαδή την εναγόμενη και τον ΜΥ1 ότι όντως το ακίνητο είχε ήδη μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο, θεωρώ ότι σαν άνθρωπος του παζαριού και με τόση επιθυμία για μεταβίβαση του κτήματος τη στιγμή μάλιστα που κατείχε τα στοιχεία του θα μπορούσε να προβεί σε έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και να ενεργήσει πολύ πιο γρήγορα και να αξιώσει αποζημιώσεις από την εναγόμενη. Θεωρώ ότι η καθυστέρηση που υπέδειξε είναι υπερβολική υπό τις περιστάσεις και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω ο ενάγοντας γνώριζε πολύ καλά ότι δεν υπήρχε θέμα να μεταβιβαστεί από την εναγόμενη στον ίδιο το κτήμα όταν απέστειλε το τεκμήριο 4α. Τα πιο πάνω στηρίζονται και από την ένορκη μαρτυρία του ενάγοντα όπου από την αντεξέταση του προκύπτει ότι ο μόνος λόγος που καθυστέρησε να πάει σε δικηγόρο για να αποστείλει την επιστολή τερματισμού ήταν γιατί "περίμενα με τρόπο να πιάσω το κτήμα, η γη είχε διπλάσει την αξία της" όπως ο ίδιος είχε επί λέξη αναφέρει. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο απέστειλε την εν λόγω επιστολή ήταν για να νομιμοποιηθεί για την αξίωση αποζημιώσεων, όταν πλέον έμαθε ότι η αξία του επίδικου χωραφιού είχε αυξηθεί κατά πολύ. Η ΜΕ2 της οποίας η μαρτυρία ήταν πολύ περιορισμένη είναι μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Ο ΜΕ3 σίγουρα ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την υπόθεση του ενάγοντα από τον οποίο πήρε τις σχετικές οδηγίες για να προβεί στην εκτίμηση για την οποία μάλιστα και πληρώθηκε. Χωρίς να αμφισβητούνται τα προσόντα ή η εμπειρία του εν λόγω μάρτυρα, η μαρτυρία του όπως έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο συνεπεία και της αντεξέτασης δεν είναι αποδεκτή. Από τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού το αιτιολογήσει, είναι δυνατό να μην αποδεκτεί μια εκτίμηση. Σε κατάλληλες περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να κάνει τους δικούς του υπολογισμούς και προσαρμογές μετά από εξέταση της μαρτυρίας στο σύνολό της. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Rashid Ali & Other v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1971)1 C.L.R. 146 και Attorney General of the Republic v. Charalambous and Others
(1983)1 C.L.R.
- Επίσης στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία (Μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας) v. Ηρόδοτου Αγιώτου, Πολιτική Έφεση 10467, ημερομηνίας 26.6.2000, το Δικαστήριο θεώρησε τα προβαλλόμενα ως συγκριτικά απρόσφορα λόγω μεγάλης απόστασης από το επίδικο. Ο ΜΕ3 έχει παραδεχτεί ότι χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης, αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από το τεκμήριο 3 αλλά οι συγκριτικές πωλήσεις που έχει χρησιμοποιήσει όπως έχει αναφέρει ενόρκως αλλά και στο ίδιο το τεκμήριο 3 είναι σε σχέση με κτήματα που βρίσκονται πολύ κοντά στο υπό εκτίμηση κτήμα όμως περιλαμβάνονται στη τουριστική ζώνη Τβ3 η οποία προβλέπει συντελεστή δόμησης 20% για κατοικίες. Το επίδικο κτήμα όμως δεν είναι ενταγμένο σε τουριστική ζώνη και σίγουρα η θέση του ΜΕ3 στο τεκμήριο 3 "οι πιθανότητες να ενταχθεί στη τουριστική ζώνη σε σύντομο χρονικό διάστημα είναι μεγάλες" δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή, ιδιαίτερα τη στιγμή που το επίδικο κτήμα όπως είναι κοινά αποδεχτό είναι μέχρι σήμερα αγροτεμάχιο και συνεπώς γεωργικό. Επίσης οι απαντήσεις του ότι δεν βρήκε άλλα συγκριτικά στην περιοχή με τα ίδια χαρακτηριστικά, το γεγονός ότι δεν μπορούσε να μας πει τις ενέργειες που έκανε σε σχέση με έρευνα για γειτονικά κτήματα με τα ίδια χαρακτηριστικά στο Κτηματολόγιο όπως και η αύξηση στις τιμές των ακινήτων όπως την έχει εκθέσει είναι αυθαίρετη και συνεπώς η έκθεση εκτίμησης του και τα συμπεράσματα του δεν είναι αποδεχτά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο εκτός από τη συμφωνηθείσα τιμή πώλησης μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης που ήταν Λ.Κ.38.000 και το γεγονός ότι το επίδικο κτήμα πωλήθηκε τελικά στο ζεύγος Πηλαβά για Λ.Κ.25.000 δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να μπορέσει να κάμει τις δικές του προσαρμογές και υπολογισμούς για να καταλήξει για την αξία του κτήματος κατά την επίδικη περίοδο. Αντίθετα από τον ενάγοντα, ο ΜΥ1 και η εναγόμενη παρουσίασαν στο Δικαστήριο πιο θετική εικόνα και η μαρτυρία τους δεν είχε μεγάλες διαφορές. Απέδειξαν με έγγραφη και προφορική μαρτυρία τους ισχυρισμούς τους, δηλαδή την δεινή οικονομική τους κατάσταση συνεπεία των χρεών της εταιρείας Efinico, το ότι το επίδικο κτήμα πωλήθηκε στο ζεύγος Πηλαβά για Λ.Κ.25.000 και ότι την ίδια μέρα που έγινε η μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο έγινε και η εξάλειψη της υποθήκης με την οποία το κτήμα βαρύνετο. Μου έχουν κάνει και οι δύο καλή εντύπωση, ιδιαίτερα η εναγόμενη η οποία παρά τη συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία τελούσε κατά τη μαρτυρία της, κυρίως κατά την επίμονη και μακράν αντεξέταση της, επέμενε σταθερά στην δική της εκδοχή χωρίς να πέσει σε αντιφάσεις και μάλιστα δίνοντας και λεπτομέρειες για τη θέση της. Ο ΜΥ1 είναι φανερό ότι είχε κάνει κάποιες επιλογές, τουλάχιστον αναφορικά με την εργασία του, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης η οποία βεβαίως είχε άμεσο αντίκτυπο στη σύζυγο του η οποία φανερά δεν συμφωνούσε με τις επιλογές του, του επέρριπτε μάλιστα ευθύνη αλλά στάθηκε στο πλάι του. Η εκδοχή της εναγόμενης γενικά και πιο πειστική είναι από αυτή του ενάγοντα αλλά και η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από πλευράς της τόσο προφορική όσο και γραπτή υποστηρίζει την εκδοχή της. Όπως έχει ήδη αναφερθεί έχει αποδείξει ότι έλαβε από το ζεύγος Πηλαβά που αγόρασαν το επίδικο ακίνητο και προς τους οποίους μεταβιβάστηκε στις 17.10.01 το ποσό των Λ.Κ.25.000 (σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΥ1 της εναγόμενης και του ΜΥ4). Η αξία του εν λόγω ακινήτου υπολογίστηκε αρχικά από το Κτηματολόγιο σε Λ.Κ.40.000 και κατόπιν μετά από υποβολή ένστασης από πλευράς του ζεύγους Πηλαβά σε Λ.Κ.35.
- Η τιμή πώλησης που είχε συμφωνηθεί με τον ενάγοντα ήταν Λ.Κ.38.
- Δεν είχε λοιπόν κανένα λόγο η εναγόμενη να αρνηθεί να εκπληρώσει τη συμβατική της υποχρέωση προς τον ενάγοντα, αν αυτός όντως ήταν έτοιμος να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση. Η διαφορά τιμής στην οποία το Κτηματολόγιο έχει θεωρήσει αρχικά ότι είναι η αξία του κτήματος (Λ.Κ.40.000) από αυτή που είχε συμφωνηθεί με τον ενάγοντα είναι πολύ μικρή, μόλις Λ.Κ.2.000 στην καλύτερη περίπτωση όμως η τελική εκτίμηση του Κτηματολογίου ήταν για Λ.Κ.35.000 που είναι μικρότερη τιμή από αυτή που είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα ενώ έχει αποδειχθεί ότι έχει λάβει Λ.Κ.25.
- Επίσης η εναγόμενη έχει καταδείξει ότι όντως τα χρήματα που έχει πάρει από την πώληση του ακινήτου από το ζεύγος Πηλαβά τα έχει όντως χρησιμοποιήσει για να πληρώσει τις υποχρεώσεις οικογενειακής εταιρείας με το όνομα Efinico Leather Ltd προς την Ελληνική Τράπεζα ως η μαρτυρία του ΜΥ
- Η ΜΥ3 Χρυστάλλα Τουλούπη κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστη και ολόκληρη η μαρτυρία της είναι αποδεχτή. Αποδεχτό είναι επίσης και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ4 σε σχέση με την αξία της υποθήκης του επίδικου κτήματος, το ποσό στο οποίο τελικά μειώθηκε όπως και για τα ποσά που εισπράχθηκαν από την εναγόμενη για την πώληση του επιδίκου ακινήτου στο ζεύγος Πηλαβά και τον τρόπο που τα χρήματα αυτά διατέθηκαν για να καλύψουν τις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείας Efinico Leather Ltd και του ΜΥ
- Με βάση τα πιο πάνω τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας απεφάσισε να αγοράσει το επίδικο κτήμα ιδιοκτησίας της εναγόμενης το οποίο ήταν προς πώληση και το οποίο βρήκε ο ίδιος μετά από επίσκεψη στην περιοχή στις 04.08.01 αφού σε αυτό υπήρχε πινακίδα ότι πωλείτο και το τηλέφωνο του σπιτιού της εναγόμενης. Στις 05.08.01 υπεγράφη το τεκμήριο 1 μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης το οποίο συντάχθηκε από τους ενάγοντα και ΜΥ1 και γράφηκε από τον ΜΥ
- Σύμφωνα με το τεκμήριο 1 η τιμή πώλησης του κτήματος είχε συμφωνηθεί στις Λ.Κ.38.000, δόθηκε ως προκαταβολή από τον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.1.000 και η εναγόμενη του έδωσε απόδειξη, τεκμήριο
- Στο τεκμήριο 1 δεν προνοείται πότε θα γίνει η μεταβίβαση και ο όρος για την αποπληρωμή ήταν ότι το ποσό των Λ.Κ.37.000 θα δοθεί με τη μεταβίβαση του κτήματος. Είχε επίσης προφορικά συμφωνηθεί μεταξύ των δύο μερών ότι (α) η μεταβίβαση θα γινόταν σε 8 - 10 μέρες από την υπογραφή της συμφωνίας, χρονικό διάστημα που ο ίδιος ο ενάγοντας είχε καθορίσει ως το διάστημα για να συγκεντρώσει το συμφωνηθέν ποσό πώλησης και (β) ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας υπαναχωρούσε το ποσό της προκαταβολής δεν θα του επιστρεφόταν, όρος τον οποίο εισηγήθηκαν η εναγόμενη και ο ΜΥ
- Η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε. Με βάση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία έχω προηγουμένως προβεί, ο λόγος για τη μη ολοκλήρωση της συμφωνίας ήταν το γεγονός ότι ο ενάγοντας υπαναχώρησε και μάλιστα συνεχώς οχλούσε την εναγόμενη και το σύζυγο της για να του επιστρέψουν το ποσό της προκαταβολής των Λ.Κ.1.000 που είχε καταβάλει στις 05.08.
- Η εναγόμενη δεν επέστρεψε το ποσό αυτό μέχρι σήμερα επικαλούμενη προφορικό όρο που συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του ΜΥ1 ο οποίος έκανε εκ μέρους της τις διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία πώλησης ότι το ποσό αυτό δεν θα επιστρεφόταν σε περίπτωση που ο ενάγοντας υπαναχωρούσε από την συμφωνία. Ο ενάγοντας περί τον Δεκέμβριο του 2002 έδωσε οδηγίες στον ΜΕ3 να προβεί σε εκτίμηση για το επίδικο ακίνητο το οποίο εν τω μεταξύ είχε μεταβιβαστεί από την εναγόμενη στο ζεύγος Λοίζου και Αθηνάς Πηλαβά δυνάμει πώλησης στις 17.10.
- Το τίμημα πώλησης στο ζεύγος Πηλαβά δηλώθηκε Λ.Κ.25.000, το Κτηματολόγιο προέβη σε δική του εκτίμηση για Λ.Κ.40.000 και μετά από ένσταση του ζεύγους Πηλαβά μείωσε το ποσό στις Λ.Κ.35.
- Το ακίνητο βαρύνετο με την υποθήκη Υ753/00 προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας για ποσό Λ.Κ.20.000 σε σχέση με υποχρεώσεις της εταιρείας Efinico (Leather) Ltd της οποίας μέτοχοι ήταν ο ΜΥ1 και η εναγόμενη η οποία εξαλείφθηκε στις 17.10.01 όπου ο αρμόδιος υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ που ήταν παρών στην μεταβίβαση έλαβε δύο τραπεζικές επιταγές της εταιρείας Universal Bank Ltd για συνολικό ποσό Λ.Κ.25.
- Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού χρησιμοποιήθηκε για την εξάλειψη της υποθήκης (Λ.Κ.10.000) και τους λογαριασμούς δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού της εταιρείας Efinico (Leather) Ltd. Το Κτηματολόγιο εξέδωσε πιστοποιητικό /τίτλο του ακίνητου στο όνομα των Λοίζου και Αθηνάς Πηλαβά ανά ½ μερίδιο έκαστος. Με βάση τα πιο πάνω η πρώτη και βασική ερώτηση, δηλαδή ποιος από τους δύο διαδίκους ευθύνεται για τη μη εκπλήρωση /παράβαση της συμφωνίας, έχει ήδη απαντηθεί. Η ευθύνη βαρύνει τον ενάγοντα. Η κατάληξη μου βεβαίως αυτή αποφασίζει και την τύχη της αγωγής η οποία δεν είναι άλλη από την απόρριψη της. Επίσης έχει απαντηθεί και το ερώτημα αναφορικά με τους προφορικούς όρους που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών οι οποίοι δεν ενσωματώθηκαν στο κείμενο της μεταξύ τους συμφωνίας. Οι όροι αυτοί ήταν δύο, ο χρόνος πληρωμής του υπόλοιπου του τιμήματος και της μεταβίβασης καθορίστηκε σε 15-20 μέρες μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 και επίσης συμφωνήθηκε ότι η προκαταβολή δεν θα επιστεφόταν στον ενάγοντα σε περίπτωση που αυτός υπαναχωρούσε από τη συμφωνία. Παραμένει λοιπόν το θέμα των αποζημιώσεων το οποίο βεβαίως ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου είναι καθαρά ακαδημαϊκής σημασίας όσον αφορά την αξίωση του ενάγοντα αλλά εξετάζεται για σκοπούς πληρότητας της απόφασης και βεβαίως για το ενδεχόμενο που η απόφαση αυτή είναι λανθασμένη. Το τεκμήριο 1 είναι όντως πολύ πρόχειρα συντεταγμένο, και το έγγραφο αυτό σίγουρα δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Περαιτέρω το έγγραφο αυτό δεν έχει κατατεθεί από τον ενάγοντα στο Κτηματολόγιο. Αυτό είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του Κεφ. 232 περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου ούτε και ο ενάγοντας διεκδικεί κάτι τέτοιο το οποίο εν πάση περιπτώσει θα ήταν ανέφικτο αφού είναι επίσης παραδεκτό ότι το ακίνητο έχει μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο από τις 17.10.
- Συνεπώς η αξίωση του ενάγοντα, σε περίπτωση που γινόταν αποδεκτή η δική του εκδοχή, θα ήταν για αποζημιώσεις. Οι αρχές που διέπουν τις αποζημιώσεις στα θέματα παραβίασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας είναι πολύ καλά γνωστές και η νομολογία είναι πλούσια. Στην υπόθεση Κώστας Καλησπέρας ν. Δάφνου Δρυάδη κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 867 έχει αναφερθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 καθορίζεται η αποζημίωση την οποία δικαιούται ο συμβαλλόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον αντισυμβαλλόμενο. Το λογικά προβλεπτό της ζημιάς είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης. Η τιμή αγοράς του ακινήτου ήταν Λ.Κ.38.
- Η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει αναφορικά με την αξία του επίδικου ακινήτου και η οποία είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο είναι ότι η εναγόμενη μεταβίβασε στις 17.10.01 το επίδικο ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο για το ποσό των Λ.Κ.25.000 (επί αυτού σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΥ1 της εναγόμενης και του ΜΥ4) ενώ το Κτηματολόγιο είχε εκτιμήσει το επίδικο ακίνητο για Λ.Κ.40.000 και μετά από ένσταση του ζεύγους Πηλαβά η εκτίμηση μειώθηκε στις Λ.Κ.35.
- Η μαρτυρία του ΜΕ3 όπως και η έκθεση εκτίμησης, τεκμήριο 3, δεν είναι αποδεκτά από το Δικαστήριο όπως ανωτέρω αναφέρεται. Συνεπώς σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε ότι υπαίτια για διάρρηξη της συμφωνίας είναι η εναγόμενη το ποσό που θα δικαιούτο ο ενάγοντας με βάση τα πιο πάνω θα ήταν μηδενικό αφού η αξία του ακινήτου ήταν στην καλύτερη περίπτωση Λ.Κ.35.000 ενώ η συμβατική τιμή Λ.Κ.38.
- Περαιτέρω, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε ότι υπαίτια για διάρρηξη της συμφωνίας ήταν η εναγόμενη ο ενάγοντας βεβαίως θα δικαιούτο και την επιστροφή της προκαταβολής με τόκο από 05.08.
- Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Καλησπέρας ν. Δρυάδη (ανωτέρω) όπου το Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή ότι βάσει των γενικών αρχών του δικαίου χρηματικό ποσό το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος το οποίο δεν παρέχεται είναι ανακτητέο ως χρέος (money had and received). Σε τέτοια περίπτωση ο ενάγοντας θα δικαιούτο το εν λόγω ποσό αφού αυτό καταβλήθηκε αποκλειστικά για τη απόκτηση της ιδιοκτησίας του κτήματος. Η απουσία ανταλλάγματος ήταν πλήρης, ανάλογα απόλυτη είναι και η υποχρέωση της εναγόμενης να επιστρέψει το ποσό στον ενάγοντα για την αποκατάσταση του. Προχωρώ να εξετάσω και την περαιτέρω αξίωση του ενάγοντα για Λ.Κ.600 το οποίο κατ΄ ισχυρισμό έχει πληρώσει για καθαρισμό του επίδικου ακινήτου αφού κατά τους ισχυρισμούς του με άδεια της εναγόμενης αμέσως μετά τον καταρτισμό του τεκμηρίου 1 καθάρισε το κτήμα απομακρύνοντας από αυτό χώματα και καθάρισε το δρόμο πρόσβασης στο κτήμα, στις οποίες εργασίες προέβηκε τρίτο πρόσωπο με εκσκαφέα και ο ενάγοντας πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.
- Η εναγόμενη και ο ΜΥ1 αρνήθηκαν ότι έδωσαν στον ενάγοντα τέτοια άδεια και ο ΜΥ1 απέδειξε ότι δεν έγιναν αυτές οι εργασίες αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία του, την οποία έχω ήδη αποδεχθεί, μετά που ο ενάγοντας υπαναχώρησε από τη συμφωνία όταν ο ίδιος πήγε να επανατοποθετήσει τη πινακίδα με ένδειξη πωλείται στο επίδικο ακίνητο αυτό σε καμία περίπτωση δεν ήταν καθαρισμένο και ήταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση όπως και προηγουμένως. Θεωρώ ότι η αξίωση αυτή του ενάγοντα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε ότι υπεύθυνη για την παράβαση της συμφωνίας είναι η εναγόμενη, θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Επομένως εκείνο το οποίο παραμένει να εξεταστεί είναι η ανταπαίτηση της εναγόμενης. Με το δικόγραφο που έχει καταχωρήσει η εναγόμενη ανταπαιτεί τη διαφορά της συμβατικής τιμής από την τιμή πώλησης ήτοι το ποσό των Λ.Κ.13.000 (Λ.Κ.38.000 - Λ.Κ.25.000) ανταπαιτεί επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερ. 05.08.01 τερματίστηκε με υπαιτιότητα του ενάγοντα, διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τη συμφωνία ημερ. 05.08.01 όπως και διάταγμα που να καθορίζει ότι το ποσό των Λ.Κ.1.000 της προκαταβολής αποτελεί αποζημιώσεις για την παράβαση της συμφωνίας από πλευράς του ενάγοντα. Όσον αφορά το θέμα των Λ.Κ.1.000 και της επιστροφής του εφόσον έχω καταλήξει ότι δεν είναι η εναγόμενη που ευθύνεται για την παράβαση της συμφωνίας κρίνω ότι η εναγόμενη νομιμοποιείται στη μη επιστροφή του ποσού αυτού. Περαιτέρω η εναγόμενη όταν ο ενάγοντας είχε δηλώσει με βεβαιότητα την υπαναχώρηση του από τη συμφωνία στα πλαίσια μείωσης της ζημιάς της πώλησε το επίδικο ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο. Το άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου ορίζει ότι πρόσωπο που αποκηρύττει τη σύμβαση δικαιούται σε αποζημίωση για ζημιά την οποία υπέστηκε λόγω της μη εκπλήρωσης της. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης. Η τιμή αγοράς είναι Λ.Κ.38.
- Ο χρόνος διάρρηξης της συμφωνίας με βάση τη μαρτυρία της εναγόμενης και του ΜΥ1 ήταν 8 - 15 μέρες μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 το οποίο υπεγράφη στις 05.08.01, δηλαδή με βάση τα πιο πάνω η διάρρηξη της συμφωνίας έγινε μεταξύ 13-20.08.
- Το Δικαστήριο δεν έχει καμία απολύτως μαρτυρία αναφορικά με την αξία του επίδικου ακινήτου την επίδικη περίοδο. Αντίθετα το μόνο που υπάρχει είναι μαρτυρία για την αξία του επίδικου ακινήτου κατά τις 17.10.01 δηλαδή δύο μήνες μετά. Θεωρώ ότι η ανταπαίτηση της εναγόμενης αναφορικά με το θέμα των αποζημιώσεων δεν μπορεί να πετύχει αφού δεν έχει αποδειχθεί στο Δικαστήριο η αξία του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο διάρρηξης της συμφωνίας. Ενόψει των ανωτέρω η αξίωση του ενάγοντα αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ο ενάγοντας καταδικάζεται στα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Όσον αφορά την ανταπαίτηση της εναγόμενης αυτή επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδονται λοιπόν διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της ανταπαίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα επειδή η ανταπαίτηση έχει προωθηθεί στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής χωρίς να προσκομιστεί καμιά άλλη ειδική μαρτυρία επί αυτής, δεν προβαίνω σε άλλη διαταγή για το θέμα των εξόδων. (Υπ.) ........................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο