Ανδρέας Γεώργιος Πέτρου Λίμιτεδ ν. Άγγελου Γιάλλουρου, Αρ. Αγωγής: 3242/2004, 31 Ιανουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3242/2004 Μεταξύ: Ανδρέας & Γεώργιος Πέτρου Λίμιτεδ Ενάγουσας -και- Άγγελου Γιάλλουρου Εναγομένου Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα : κ. Γ. Καλλή -Χούλη Εναγόμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ: Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.112,48σ. πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως υπόλοιπο λογαριασμού. Η ενάγουσα η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ασχολείται με τη κατασκευή, εισαγωγή και πώληση ετοίμων φαγητών και άλλων συναφών ειδών. Είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι την χρονική περίοδο από το έτος 2000 μέχρι τις 27.12.2001 η ενάγουσα κατόπιν παρακλήσεως του εναγομένου ο οποίος κατά την επίδικη περίοδο ήταν ιδιοκτήτης ή και ο νόμιμος κάτοχος του καταστήματος υπό την εμπορική επωνυμία BON APETIT στη Λάρνακα πώλησε και παρέδωσε σ΄αυτόν ή και τους αντιπροσώπους ή και τους υπαλλήλους ή και τους υπηρέτες του διάφορα εμπορεύματα της ειδικότητας της και χρέωσε τον λογαριασμό του εναγομένου που τηρούσε με την λογική αξία των εκάστοτε αγορών που έκαμνε και πίστωνε τον λογαριασμό του με τις τυχόν πληρωμές που αυτός έκαμνε. Κατά ή περί την 26.09.2002 ο λογαριασμός του εναγομένου στην ενάγουσα παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.112.48σ. το οποίο ο εναγόμενος αμελεί ή και αρνείται να πληρώσει μέχρι σήμερα παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας. ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ: Ο εναγόμενος στην έκθεση υπερασπίσεως του επικαλείται άγνοια και αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς της ενάγουσας παραδεχόμενος ότι είχε κάποια συνεργασία με της ενάγουσα και ότι πράγματι τον είχε ενημερώσει για τον ισχυρισμό της ότι παρέμενε κάποιο χρεωστικό υπόλοιπο και προς τούτο την είχε καλέσει επανειλημμένα να παρουσιάσει λεπτομέρειες και/ ή οιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία για το ισχυριζόμενο και ή για οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο χωρίς όμως να βρει ανταπόκριση και αντί αυτού προχώρησε με τη λήψη δικαστικών μέτρων. Είναι γι΄αυτό το λόγο που ο εναγόμενος αρνείται ότι οφείλει οτιδήποτε στην ενάγουσα και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της. ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ: Με την απάντηση της στην υπεράσπιση η ενάγουσα αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγομένου και ισχυρίζεται ότι αυτές είναι εκ των υστέρων σκέψεις του για να υπερασπιστεί τη δίκαιη και/ ή ορθή νομικά και πραγματικά απαίτηση της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς απόδειξη των ισχυρισμών της η ενάγουσα παρουσίασε μόνο ένα μάρτυρα τον Γιώργο Πέτρου ο οποίος είναι ο Γραμματέας της ενάγουσας. Εξήγησε την παραγωγική δραστηριότητα της ενάγουσας που αφορά την κατασκευή και πώληση ετοίμων φαγητών ή και ορεκτικών όπως σαλάτες, ταχίνι, ταραμοσαλάτες και άλλα ορεκτικά και άλλα είδη έτοιμων φαγητών. Τον εναγόμενο τον γνώριζε καθώς η εταιρεία του τον προμήθευε όταν αυτός διατηρούσε σουβλιτζίδικο με το όνομα BON APETIT στους Αγίους Αναργύρους στη Λάρνακα με διάφορα προϊόντα. Η συνεργασία τους είχε αρχίσει γύρω στο 2000 ή ακόμα και πιο πριν, χωρίς να είναι σίγουρος για το πότε ακριβώς, την οποία χαρακτήρισε ως μια καλή συνεργασία. Στη συνέχεια κατέθεσε μετά που το Δικαστήριο τα αποδέχτηκε, παρά τις ενστάσεις για κάθε τεκμήριο ξεχωριστά που προέβαλε ο εναγόμενος, οκτώ
(8)τεκμήρια τα οποία είναι φωτοαντίγραφα των τιμολογίων που εξέδιδε κάθε φορά η ενάγουσα για προϊόντα που προμήθευσε τον εναγόμενο σε διάφορες ημερομηνίες κατά το 2001 και τα οποία παραμένουν απλήρωτα. Τέσσερα από αυτά είχαν την υπογραφή του εναγομένου, ένα υπογραφή κάποιας υπαλλήλου του και τα υπόλοιπα τρία δεν είχαν υπογραφή. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι όσα από αυτά ήταν ανυπόγραφα επρόκειτο για προϊόντα τα οποία είτε παραλαμβάνονταν από προσωπικό του εναγομένου είτε όταν δεν εύρισκαν το μαγαζί του ανοιχτό, και πάντοτε μετά από συνεννόηση τους, τα άφηναν έξω από αυτό. Σε αυτές τις περιπτώσεις επικοινωνούσε μαζί του και αυτός τον διαβεβαίωνε ότι πράγματι έβρισκε αυτά και τα παραλάμβανε όταν άνοιγε το μαγαζί του. Η κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου στο τέλος του 2001 έδειχνε υπόλοιπο εκ Λ.Κ. 132,48σ. Αυτή η κατάσταση λογαριασμού όπου εμφαίνονταν και τα ανωτέρω τιμολόγια δόθηκε στον εναγόμενο ο οποίος επειδή εν τω μεταξύ έκλεισε το εν λόγω μαγαζί του, συνεχώς έδιδε υποσχέσεις για μελλοντική εξόφληση τους παραπέμποντας τους σε μεταγενέστερο χρόνο. Ουδέποτε αμφισβήτησε ότι χρωστούσε το εν λόγω υπόλοιπο του λογαριασμού του το οποίο πάντοτε το αποδεχόταν. Προς τούτο προέβη και σε μια πληρωμή ποσού Λ.Κ. 20,00 στις 26.09.2002 έναντι του λογαριασμού του, ποσό το οποίο φαίνεται ότι αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό του, το Τεκμήριο 9 και έκτοτε παρέμενε το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.112,48σ. Η ένσταση που προβαλλόταν από τον εναγόμενο αφορούσε το γεγονός ότι παρουσιάζονταν για να κατατεθούν ως τεκμήρια φωτοαντίγραφα των εν λόγω τιμολογίων μερικά εκ των οποίων όπως προανέφερα δεν έφεραν ούτε καν την υπογραφή του παραλήπτη των προϊόντων. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι είχε φωτοτυπήσει τα διπλότυπα των τιμολογίων τα οποία παρέμεναν απλήρωτα όταν είχαν δώσει την υπόθεση στη δικηγόρο τους και ότι τα ίδια τα διπλότυπα ευρίσκονται φυλαγμένα σε αποθήκη της εταιρείας και λόγω του όγκου των εγγράφων που φυλάγονται εκεί στάθηκε αδύνατο να τα επισημάνει παρά την προσπάθεια του, τα πρωτότυπα ασφαλώς παραδίδονταν με την παράδοση των εμπορευμάτων στον εναγόμενο. Για μια τέτοια εργασία όπως ανέφερε θα χρειαζόταν ίσως και 3 και 4 ημέρες πράγμα το οποίο αδυνατούσε να το κάμει. Μερικά από αυτά εμφανίζονται ως τιμολόγια ¨τοις μετρητοίς¨ όμως δεν απέδωσε σημασία σε αυτό το γεγονός διότι όταν παρουσιάζονταν στον εναγόμενο αυτός ανέβαλλε την πληρωμή τους για μεταγενέστερο χρόνο έτσι παρέμεναν απλήρωτα και για αυτό πιστώνονταν στον λογαριασμό του εναγομένου. Επανέλαβε όταν αντεξετάστηκε από τον εναγόμενο, εδώ αναφέρω ότι ο συνήγορος που τον εκπροσωπούσε μέχρι την ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας ζήτησε από το Δικαστήριο άδεια να αποσυρθεί από συνήγορος του για λόγους διαφωνίας τους ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, ότι για κάθε τιμολόγιο που δεν πληρωνόταν τοις μετρητοίς χρεωνόταν ο λογαριασμός του. Αυτό συνέβαινε καθ΄όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας. Επανέλαβε ότι ήταν αρκετές φορές που ο ίδιος προσωπικά είχε ζητήσει το ποσό που αξιώνουν με την αγωγή τους από τον εναγόμενο αλλά αυτός του υποσχόταν κάθε φορά πως θα το κανόνιζε αργότερα χωρίς ποτέ να είχε αμφισβητήσει αυτό το υπόλοιπο του. Δεν δέχθηκε την υποβολή του εναγομένου ότι για τον ελάχιστο χρόνο που παρέμεναν όσες φορές άφηναν τα προϊόντα έξω από το κατάστημα του εναγομένου, μπορούσαν αυτά να χαλάσουν και ειδικά η ταχίνι η οποία δεν χαλά με το να μένει εκτός ψυγείου. Ο εναγόμενος στη δική του μαρτυρία επανέλαβε ότι τίποτε δεν οφείλει στην ενάγουσα και ότι αυτή με την αγωγή που ήγειρε εναντίον του διασύρει το όνομα του, είναι φανταστικά και άσχετα τα όσα ισχυρίζονται και ότι φάσκουν και αντιφάσκουν και δεν απόδειξαν την αξίωση τους με πειστική μαρτυρία, καθώς δεν είναι υπογεγραμμένα τα τιμολόγια που παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης της. Διερωτήθηκε πως είναι δυνατό κάποια σοβαρή εταιρεία να αφήνει τρόφιμα εκτεθειμένα και ότι η ενάγουσα με τη μαρτυρία της κατέδειξε μια τραγελαφική κατάσταση και ότι η αξίωση εναντίον του αποσκοπούσε στη σκευωρία του. Κατά την αντεξέταση του δεν αρνήθηκε ότι κάποια από τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν φέρουν την υπογραφή του αλλά αμφισβήτησε την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η ενάγουσα η οποία εν πάση περιπτώσει δεν φέρει την υπογραφή του. Δεν αρνήθηκε, όταν ρωτήθηκε, εάν είχε καταβάλει έναντι αυτού του λογαριασμού το ποσό των Λ.Κ.20,00, δίδοντας όμως μια διφορούμενη απάντηση. Επανέλαβε ότι δεν αποδέχεται τίποτε από όσα του καταλογίζει η ενάγουσα αλλά όταν κλήθηκε να παρουσιάσει οποιαδήποτε εξοφλητική απόδειξη που έλαβε από αυτή, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να το κάμει εφόσον δεν αναγνώριζε ότι εκκρεμούσε οτιδήποτε στις μεταξύ τους συναλλαγές. Όταν του υπεβλήθη ότι η καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής οφειλόταν στο ότι αυτός συνεχώς υποσχόταν πληρωμή του υπολοίπου και ότι αργότερα που έκλεισε το μαγαζί του δεν τον έβρισκαν και πάλιν επανέλαβε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Κατά την αγόρευση του επανέλαβε τα όσα ανέφερε και κατά την μαρτυρία του ότι δηλαδή δεν χρωστά οτιδήποτε, ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι αόριστη και φανταστική και ότι πάντοτε πλήρωνε τοις μετρητοίς την ενάγουσα. Η αγωγή που ηγέρθη είναι εκδικητική καθώς τους είχε ζητήσει να του παρουσιάσουν τα τιμολόγια που επικαλούνταν και αντί αυτού η ενάγουσα έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον του. Διερωτήθηκε πως είναι δυνατόν μετά την πάροδο τόσου χρόνου να έρχεται σήμερα η ενάγουσα να αξιώνει από αυτόν υπόλοιπο ενός λογαριασμού για τον οποίον δεν έχει αποδείξεις. Αυτό το γεγονός κατά την άποψη του καταδεικνύει ότι τα όσα ισχυρίζονται είναι αποκύημα της φαντασίας τους. Η κα Καλλή παρέπεμψε το Δικαστήριο στην μαρτυρία που παρατέθηκε εισηγούμενη ότι η μαρτυρία του μάρτυρα που παρουσιάστηκε για την ενάγουσα παρέμεινε ακλόνητη. Εισηγήθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής όταν έκαμε αναφορά στη συνεργασία της εταιρείας του με τον εναγόμενο και για το υπόλοιπο του λογαριασμού. Εξήγησε επίσης για πιο λόγο παρά την προσπάθεια που κατέβαλε δεν επεσήμανε τα διπλότυπα των τιμολογίων εφόσον τα πρωτότυπα παραδίδονταν στον εναγόμενο με την παράδοση των προϊόντων. Η ενάγουσα αναγκάστηκε παρά το μικρό ποσό της απαίτησης της να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του καθώς εξάντλησε την υπομονή της με τις συνεχείς υποσχέσεις του περί πληρωμής οι οποίες παρέμεναν ανεκπλήρωτες. Η απαίτηση της ενάγουσας είναι γνήσια και δεν θα ήταν αδιανόητο γι΄αυτήν να παρουσιάσει μια φτιαχτή ιστορία ότι τάχα ο εναγόμενος της οφείλει οποιοδήποτε ποσό, και σε τέτοια περίπτωση γιατί δεν το έκαμε για ένα μεγαλύτερο ποσό, διερωτήθηκε; Τελικά όπως έθεσε το θέμα εναπόκειται στην αξιολόγηση που θα κάμει το Δικαστήριο επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή της ενάγουσας και να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον μάρτυρα της ενάγουσας ο οποίος είχε προσωπική γνώση των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο καθώς και τον εναγόμενο. Σύγκρινα και αντιπαρέβαλα μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες, σε συσχετισμό και αντιπαραβολή με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής, αισθάνομαι ότι η είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Αρχίζοντας από τον μάρτυρα της ενάγουσας θα πρέπει να πω πως μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση με τον άμεσο, απλοϊκό και αφοπλιστικό μπορώ να πω, τρόπο με τον οποίο κατέθεσε και εξέθεσε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα γνώριζε. Επεξήγησε με λεπτομέρεια και με πειστικό τρόπο τη συνεργασία που είχε η εταιρεία του με τον εναγόμενο και τις συναλλαγές που είχαν μεταξύ τους και πως προέκυψε το υπόλοιπο του λογαριασμού το οποίο αξιώνει η ενάγουσα από αυτόν. Αντιμετώπισε με πολύ εύγλωττο λόγο και τρόπο τις υποβολές που του έκαμε ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του και διέκρινα σε αυτόν την απλότητα, ταπεινότητα και πραότητα στον χαρακτήρα του την οποία μετέδωσε στο Δικαστήριο και επίσης την μη επίδειξη οποιασδήποτε αλαζονείας απέναντι στον εναγόμενο. Η εκδοχή που παρουσίασε για το πως προέκυψε το υπόλοιπο του λογαριασμού τον οποίο τηρούσε η ενάγουσα για τον πελάτη της εναγόμενο γίνεται πιστευτή και την αποδέχομαι. Όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά που διέκρινα και απέδωσα στην μαρτυρία του μάρτυρα της ενάγουσας για όσο διήρκεσε η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι ελλείπουν από τον εναγόμενο. Τις αντίθετες ακριβώς εντυπώσεις μου δημιούργησε. Στάθηκε αλαζονικός απέναντι στον μάρτυρα της ενάγουσας υποβάλλοντας του ότι εφόσον δεν είχε τα πρωτότυπα των διπλοτύπων των τιμολογίων που εξέδιδε η ενάγουσα για εμπορεύματα που τον προμήθευε δεν θα ήταν ικανός να αποδείξει την απαίτηση της, ωσάν και αυτό να είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο λαμβάνεται υπόψη από τα Δικαστήρια μας σύμφωνα με το αποδεικτικό μας δίκαιο. Δεν μου προκάλεσε γενικά εντύπωση ανθρώπου ο οποίος με καλή πίστη παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταδείξει το δίκαιο του. Μου φάνηκε άνθρωπος με εμπάθεια και αποφασισμένος με κάθε τρόπο να απεκδυθεί των ευθυνών του. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε απόδειξη των όσων ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αοριστολογία συνόδευε τον λόγο του. Επικαλέστηκε φαντασιώσεις της άλλης πλευράς αναφορικά με την αξίωση της και έκαμε αναφορά σε πλεκτάνες και σκευωρίες οι οποίες συνόδευσαν την απόφαση της ενάγουσας να εγείρει αγωγή εναντίον του. Θα απορρίψω τους ισχυρισμούς του ότι τάχα εξοφλούσε κάθε φορά τα τιμολόγια που εκδίδονταν για τα προϊόντα που αγόραζε από την ενάγουσα. Τις υπογραφές του σε τέσσερα από τα τιμολόγια δεν τις αμφισβήτησε, η υπογραφή της υπαλλήλου του σε ένα άλλο επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Για την πληρωμή έναντι του ποσού των Λ.Κ.20= αμφιταλαντεύτηκε για πολύ για να μη δώσει τελικά οποιαδήποτε θετική ή αρνητική απάντηση επ΄αυτού του γεγονότος, όταν ρωτήθηκε από την συνήγορο της ενάγουσας, και αντί απάντησης υπέβαλε ο ίδιος ερώτηση. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί απέφυγε να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση. Όποια απάντηση έδιδε θα αποκαλυπτόταν το αβάσιμο των ισχυρισμών του . Έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας εξετάσει με προσοχή την μαρτυρία στο σύνολο της, όπως προανέφερα, καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα μέσω του μάρτυρος της και του μαρτυρικού υλικού που κατέθεσε είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια θα αποδεχθώ την εκδοχή της ως πιο πειστικής από αυτής του εναγομένου. Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι η ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των ετών 2000 και 2001 προμήθευσε τον εναγόμενο στο κατάστημα του με την επωνυμία BON APETIT με διάφορα προϊόντα τα οποία εμπορευόταν και τηρούσε γι΄αυτόν λογαριασμό ο οποίος με το κλείσιμο του όταν έπαυσε η συνεργασία τους λόγω του ότι ο εναγόμενος είχε κλείσει το εν λόγω κατάστημα του, ο λογαριασμός του παρουσίαζε υπόλοιπο εκ Λ.Κ.112,48σ. το οποίο ο εναγόμενος έκτοτε και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να οφείλει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αποτελούσε συμφωνία για πώληση συγκεκριμένων εμπορευμάτων η κυριότητα των οποίων είχε περιέλθει στον αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 20 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου Ν.10
(1)/1994*, δηλαδή με την παράδοση τους στο κατάστημα του εναγομένου. Όπως καθορίζεται στο εν λόγω Άρθρο είναι αδιάφορο κατά πόσο ο χρόνος πληρωμής του τιμήματος ή ο χρόνος παράδοσης των αγαθών, ή αμφότερα αναβάλλονται. Όπως ανέφερα και πιο πάνω η απόδειξη ενός υπόλοιπου ενός λογαριασμού δεν αποδεικνύεται κατ΄ ανάγκη μόνο με την ύπαρξη υπογεγραμμένων τιμολογίων. Αυτή μπορεί να γίνει με ποικίλους τρόπους. Κρίνω ότι με την προσκομησθείσα μαρτυρία η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει στο επίπεδο που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις την αξίωση της εναντίον του εναγομένου. Τέλος θα κάμω ένα σχόλιο και αναφορικά με την αποδεικτική δύναμη των τιμολογίων και της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμηρίων 1-9) τα οποία έγιναν αποδεκτά και κατατέθηκαν ως κανονικά τεκμήρια από το Δικαστήριο (βλέπε Άρθρο 34
(1)(β) του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9**. *Όταν υπάρχει σύμβαση χωρίς όρους για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών σε παραδόσιμη κατάσταση, η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά τη σύναψη της σύμβασης, και είναι αδιάφορο κατά πόσο ο χρόνος πληρωμής του τιμήματος ή ο χρόνος παράδοσης των αγαθών, ή αμφότερα, αναβάλλονται. ** Δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενο της ανεξάρτητα από το κατά πόσο το πρωτότυπο έγγραφο εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι, με την προσαγωγή αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου, νοουμένου ότι δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτότυπου. Παρά το ότι δεν ήταν τα διπλότυπα τα οποία θα ήταν η καλύτερη υπό τις περιστάσεις μαρτυρία εφόσον τα πρωτότυπα όπως έχει η μαρτυρία εδίδονταν κάθε φορά στον εναγόμενο, δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις τι ήταν εκείνο που εμπόδισε την ενάγουσα να τις παρουσιάσει. Δέχομαι την θέση της. Από την άλλη ο ίδιος ο εναγόμενος αναγνώρισε την υπογραφή του σε τουλάχιστον τέσσερα από τα εν λόγω φωτοαντίγραφα των τιμολογίων. Κατά συνέπεια κρίνω ότι η παρουσίαση τους ενίσχυσαν τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί της παράδοσης των εμπορευμάτων και της ύπαρξης του λογαριασμού ο οποίος αφορούσε τα τιμολόγια τα οποία δεν πληρώνονταν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η απαίτηση του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης απορρίπτεται, με έξοδα σε βάρος του όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο