← Κύπρος

Ονήσιλου Φουρνίδη κ.α. ν. Λούκα Ζουμπάκη κ.α., Αρ. Αγ. 1035/03, 9.2.2006

Ονήσιλου Φουρνίδη κ.α. ν. Λούκα Ζουμπάκη κ.α., Αρ. Αγ. 1035/03, 9.2.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1035/03 Μεταξύ:

  1. Γεωργίας Φουρνίδη, 2.Ονήσιλου Φουρνίδη,
  2. Θεοφάνη Θεοφάνους, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Φουρνίδη Εναγόντων -και-
  3. Λούκα Ζουμπάκη
  4. Ανδρέας, Λούκας, Ματθαίος, (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ
  5. Χαράλαμπου Μιλτιάδους
  6. Αθλητικού Σωματείου ΑΛΚΗ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 10.11.
  7. Ημερομηνία: 9.2.
  8. Εμφανίσεις: Για αιτητές: Ο κ. Ζαχαρίου. Για καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Παστού για κ. Κ. Δημητριάδη. Ενάγουσα αρ. 1: παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 7.1.2000 ο Χαράλαμπος Φουρνίδης έχασε τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα καταλείποντας σύζυγο και τρία ανήλικα παιδιά. Η παρούσα αγωγή με την οποία απαιτούνται αποζημιώσεις για αμέλεια σε σχέση με το θάνατο του, καταχωρίστηκε από τους διαχειριστές της περιουσίας του, περιλαμβανομένης και της συζύγου του που παρακάτω θα αναφέρεται ως η ενάγουσα, στις 6.3.
  9. Σύμφωνα με το άρθρο 58

(20)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.156/1985)μια τέτοια αγωγή έπρεπε να εγείρεται εντός δύο ετών από του θανάτου. Με περαιτέρω τροποποίηση η περίοδος αυτή αυξήθηκε σε τρία έτη διά του Ν.154/02, που δημοσιεύθηκε στις 26.7.02, όταν δηλαδή ήδη είχαν παρέλθει δύο έτη από το χρόνο του θανάτου του Χαράλαμπου Φουρνίδη. Όμως είτε με παραγραφή 2 ετών, είτε με παραγραφή 3 ετών, η αγωγή καταχωρίστηκε μετά την περίοδο παραγραφής. Τώρα οι ενάγοντες ζητούν, επικαλούμενοι τις πρόνοιες του άρθρου 8Α του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15 όπως τροποποιήθηκε, από 12.7.02, από το Ν.108/2002 να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης. Το άρθρο 8Α έχει ως ακολούθως: «8Α. Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, ότι είναι δίκαιο και ορθό, να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και τη διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα να χειριστεί την υπόθεσή του, περιλαμβανομένου και του αποβιώσαντα, εάν η αγωγή αφορά θάνατο, τη συμπεριφορά του ενάγοντα στην προσπάθεια για εξασφάλιση των απαραίτητων σχετικών στοιχείων και του εναγομένου σ΄ αυτή την προσπάθεια και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας: Νοείται ότι η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία παραγραφής της αξίωσης.». Οι εναγόμενοι 1 και 2 κατεχώρησαν ένσταση. Ο εναγόμενος 4 συναίνεσε. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 3 έχει αποσυρθεί. Οι εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν κατ΄ αρχή τη θέση ότι η ζητούμενη θεραπεία δεν προβλέπεται από οποιοδήποτε νόμο ή θεσμό πολιτικής δικονομίας. Όμως, προβλέπεται, ως άνω, από το άρθρο 8Α. Διαδικαστικά δε, το ζήτημα μπορεί να εξεταστεί με αίτηση, όπως έγινε στην υπόθεση Firman v. Ellis
(1978)2 All E.R. 851, ενώ τίποτε δεν θα εμπόδιζε να εξεταστεί στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής. Αυτό όμως θα μπορούσε να σημαίνει αχρείαστη, εκ των υστέρων, διαδικασία και έξοδα. Συνεπώς η παρούσα αίτηση είναι διαδικαστικά βάσιμη και ενδεδειγμένη. Ζήτημα αναδρομικότητας του Ν.154/02 και του άρθρου 8Α: Κύριο επιχείρημα του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2 ήταν πως οι πρόνοιες του άρθρου 8Α δεν έχουν εφαρμογή διότι όταν δημοσιεύθηκαν στις 12.7.02, η αγωγή ήδη είχε παραγραφεί, εφόσον είχαν παρέλθει τα δύο χρόνια από τις 7.1.2000 που επήλθε ο θάνατος. Ήταν δε η θέση του ότι οι πρόνοιες του άρθρου 8 Α δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ο κ. Δημητριάδης έλαβε ως δεδομένο, ως εκ των άνω, ότι ούτε ο Ν.154/02, ημερ. 26.7.02, διά του οποίου η περίοδος παραγραφής αυξήθηκε από 2 σε 3 έτη, είχε αναδρομική ισχύ. Αν όμως ο Ν.154/02κάλυπτε αναδρομικά τις περιπτώσεις όπου είχε μεν συμπληρωθεί διετία, όχι όμως τριετία, όπως εν προκειμένω, τότε σημαίνει ότι, ούτως ή άλλως, το άρθρο 8Α θα βρει εφαρμογή, όχι στα πλαίσια αναδρομικότητας, αλλά εκκρεμούσης της αρχικής περιόδου των τριών ετών. Το ερώτημα που κατ΄ αρχήν συνεπώς τίθεται είναι το κατά πόσο ο Ν.154/02έχει αναδρομική ισχύ. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε οι ενάγοντες δεν έχουν ανάγκη να επικαλεστούν αναδρομική ισχύ σε σχέση με το άρθρο 8Α. Στην πράξη πάντως η απάντηση είναι η ίδια και για τις δύο περιπτώσεις, για τους ίδιους λόγους ως ακολούθως:- Στην Αγγλία, σε υποθέσεις όπου εζητείτο τροποποίηση σε σχέση με το πρόσωπο του εναγομένου μετά την περίοδο παραγραφής σημειώθηκαν δύο τάσεις. Η πρώτη συνίστατο στην αντίληψη ότι ο εναγόμενος αποκτούσε από την παραγραφή ένα ουσιαστικό «δικαίωμα» το οποίο δεν μπορούσε να του αποστερηθεί με την τροποποίηση. Από την άλλη, ο Lord Denning M.R. στην υπόθεση Mitchell v. Harris Engineering Co. Ltd. [1967] 2 All E.R. 682 είχε πει τα εξής: «The statute of limitations does not confer any right on the defendant. It only imposes a time limit on the plaintiff. Take the statute here in question.. It says that in the case of actions for damages for personal injuries for negligence, nuisance or breach of duty "the action shall not be brought" after the expiration of three years..» Ανάλογη είναι η διατύπωση στο δικό μας νόμο («Η αγωγή δέον όπως εγείρεται εντός τριών ετών από του θανάτου...»). ΄Αρα η παραγραφή, ήδη από το λεκτικό του νόμου, θέτει απλώς εμπόδιο στην αγωγή, δεν εξαλείφει το δικαίωμα. Ενδεικτικές είναι και οι πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 περί πληρωμής παραγεγραμμένου χρέους. Μία από τις περιπτώσεις έγκυρης σύμβασης χωρίς αντιπαροχή που αναγνωρίζει κατ΄ εξαίρεση ο Νόμος [άρθρο 25
(1)(γ)] είναι η υπόσχεση του οφειλέτη για πληρωμή παραγεγραμμένου χρέους. Αυτό δε, διότι ο οφειλέτης δεν αναλαμβάνει μια νέα υποχρέωση, οπότε θα χρειάζετο νέα αντιπαροχή από το δανειστή, αλλ΄ απλώς αποποιείται του δικαιώματος του να επικαλεστεί την παραγραφή του χρέους που, κατά τ΄ άλλα, παραμένει ως υποχρέωση, πλην όμως ως «ατελής υποχρέωση» (obligatio imperfecta), χωρίς δηλαδή να είναι σε θέση ο δανειστής να απαιτήσει την εκπλήρωση της. Στο Chitty on Contracts, General Principle, 26η έκδοση, παρ. 1999, κάτω από τον τίτλο «The Statute bars the remedy not the right» εξηγείται ότι συνέπεια της παραγραφής είναι, ως άνω, ο παρεμποδισμός έγερσης αγωγής και όχι η εξάλειψη του δικαιώματος. Εξηγείται περαιτέρω ότι η παραγραφή είναι διαδικαστικό ζήτημα και όχι ζήτημα ουσίας. Το δικαίωμα συνεχίζει να υφίσταται, πλην όμως χωρίς να μπορεί να ενασκηθεί με αγωγή. Συνεπώς υπό το φως των ανωτέρω, πειστική είναι η θέση ότι ο εναγόμενος δεν αποκτά από την παραγραφή κάποιο δικαίωμα, αλλ΄ απλώς τίθεται χρονικό όριο στον ενάγοντα ως ζήτημα καθαρά διαδικαστικό. Η αρχή περί μή αναδρομικότητας των νόμων ισχύει για πρόνοιες ουσιαστικού δικαίου, εφόσον αυτές οι πρόνοιες επηρεάζουν ουσιαστικά δικαιώματα. Αντίθετα οι δικονομικοί κανόνες ή οι κανόνες που ρυθμίζουν ζητήματα διαδικασίας, αφήνοντας ανεπηρέαστα κτηθέντα δικαιώματα, έχουν κατά κανόνα αναδρομική ισχύ εκτός αν είναι φανερή η περί του αντιθέτου πρόθεση του νομοθέτη ή υπάρχει καλός λόγος για το αντίθετο. Εν προκειμένω δεν υπάρχει οτιδήποτε ώστε να μην εφαρμοστεί ο κανόνας. Αφού ο νομοθέτης έκρινε ορθό ν΄ αυξήσει την περίοδο από 2 σε 3 χρόνια τεκμαίρεται, όπως εξηγείται από τη νομολογία και τη βιβλιογραφία, ότι θεώρησε ατελή την προηγούμενη ρύθμιση και επέλεξε τη νέα για σκοπούς αρτιότερης απονομής της δικαιοσύνης, εκδηλώνοντας την πρόθεση του για καθολική και ενιαία εφαρμογή της νέας ρύθμισης. Άρα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα ο Ν.154/02έχει αναδρομική ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε τρία χρόνια από το θάνατο, στις 7.1.03 και ενόσω είχε ήδη δημοσιευθεί το άρθρο 8Α το οποίο, εν πάση περιπτώσει, θα είχε επίσης για τους ίδιους λόγους, αναδρομική ισχύ. Για τις παραπάνω αρχές που διέπουν το ζήτημα της αναδρομικότητας παραπέμπω στα ακόλουθα:- Re Athlumney [1895-9] All E.R., Rep. 329, Fairey v. Southampton [1956] 2 All E.R., 843 (C.A.), LB of Hammersmith v. Harrison [1981] 2 All E.R., 588 (C.A). Turnbull v. Foreman
(1885)15 Q.B.D. 234, R. v. Chandra Dharma [1904-07] All E.R., Rep. 570, Re Hale's Patent [1920] 2 Ch. 377, Gardner v. Lucas
(1878)3 App. Cas. 582 (H.L.), Barber v. Pigden [1937] 1 All E.R. 115, A-G v. Vernazza [1960] 3 All E.R., 97 (H.L.), R. v. Southampton Income Tax Comrs, Ex p Singer [1917] 1 K.B. 259, Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 44, παρ. 925, Maxwell on The Interpretation of statutes, 12η έκδοση, σελ. 222 και 224, Bennion, Statutory Interpretation, 2η έκδοση, σελ. 218 & 558, Σοφοκλέους κ.α. ν. Στυλιανού,
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 81. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια δόθηκε εκ του νόμου [Limitation Act 1975, s.4
(6)] αναδρομική ισχύς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το γεγονός πως δεν υπάρχει σχετική πρόνοια στο δικό μας νόμο εξυπακούει το αντίθετο. Αναδρομικότητα υπάρχει για τους λόγους που προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω. Κατά συνέπεια θα εξεταστεί περαιτέρω το αίτημα των εναγόντων περί εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 8Α. Ζήτημα εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 8Α: Σύμφωνα με όσα ίσχυαν κατά το κοινό δίκαιο δεν υπήρχε εξουσία να διασωθεί αγωγή που ασκείτο μετά την παραγραφή. Το 1975 στην Αγγλία δόθηκε διακριτική ευχέρεια στα δικαστήρια να επιτρέπουν τη συνέχιση τέτοιας αγωγής αποφασίζοντας ότι οι πρόνοιες περί παραγραφής δεν θα εφαρμοστούν (άρθρο 2D της Limitation Act 1939 όπως τροποποιήθηκε το 1975, που αντικαταστάθηκε με παρόμοια ρύθμιση διά του άρθρου 33 της Limitation Act 1980). Το ζητούμενο, κατά την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 2D ήταν το κατά πόσο θα ήταν δίκαιο ("equitable") να προχωρήσει η αγωγή, υπό όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και αφού ελαμβάνονταν υπόψη ορισμένα κριτήρια που καθορίζονταν στο νόμο ως ακολούθως:- (α) Η διάρκεια και οι λόγοι της καθυστέρησης από πλευράς ενάγοντα. (β) Ο βαθμός στον οποίο, λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση, η προσκομισθείσα μαρτυρία ή η μαρτυρία που ήταν πιθανό να προσκομισθεί από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο ήταν ή πιθανό να ήταν λιγότερο ισχυρή από το εάν η αγωγή εγείρετο εντός της περιόδου παραγραφής. (γ) Η συμπεριφορά του εναγόμενου μετά που ανέκυψε η αιτία αγωγής, περιλαμβανομένου του βαθμού ανταπόκρισης του σε εύλογες απαιτήσεις του ενάγοντα για πληροφορίες ή έρευνα για σκοπούς διακρίβωσης των γεγονότων. (δ) Η διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα. (ε) Ο βαθμός στον οποίο ο ενάγοντας ενήργησε έγκαιρα και εύλογα. (στ) Τα μέτρα που έλαβε ο ενάγοντας για να τύχει ιατρικής, νομικής ή άλλης συμβουλής εμπειρογνώμονα. Ο Ormrod L.J. είχε πει για την παραπάνω νομοθετική ρύθμιση τα ακόλουθα στην Firman v. Ellis [1978] 2 All E.R. 851, 864 (C.A.):- "The language of the section, in my judgment, is quite clear. Having laid down the norm it then gives the court the widest discretion to adapt this norm to the circumstances of any case in which it would work inequitable. This is, in fact, a statutory analogy of the old tradition by which equity was called in to mitigate the rigidity of the common law in the interest of individual justice." Στο δε επιχείρημα ότι η σχετική πρόνοια θα έπρεπε να εφαρμοστεί στενά χάριν, μεταξύ άλλων, της ανάγκης, ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής, για βεβαιότητα στις δικαστικές αποφάσεις, που δεν θα υπάρχει αν ασκείται ελεύθερα η σχετική διακριτική ευχέρεια, ο Ormrod L.J. απάντησε επιγραμματικά ότι "uncertain justice is preferable to certain injustices". O Lord Denning M.R. στην ίδια υπόθεση αναφερόμενος στη σχετική εξουσία του δικαστηρίου (σελ. 859) μιλά για "unfettered discretion to extend the three year period in any case in which it considers it equitable to do so." Αυτή η προσέγγιση επικυρώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Thompson v. Brown Construction [1981] 2 All E.R. 296 όπου ο Lord Diplock είχε πει τα ακόλουθα (σελ. 303): "The onus of showing that in the particular circumstances of the case it would be equitable to make an exception lies on the plaintiff; but, subject to that, the court´s discretion to make or refuse an order if it considers it equitable to do so is, in my view, unfettered." Οι παραπάνω πρόνοιες του άρθρου 8Α, ως νομοθετική έκφραση, κατ΄ αναλογία της «παλαιάς παράδοσης» της επιείκειας, και αναφερόμενες ρητά στο «δίκαιο και ορθό» του πράγματος, πρέπει να εφαρμοστούν υπό το πνεύμα ευρύτητας υπό το οποίο εφαρμόστηκαν οι αντίστοιχες πρόνοιες στην Αγγλία με πρωταρχικό, ακριβώς, ζητούμενο το δίκαιο και ορθό του πράγματος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μέσα σ΄ αυτό το πνεύμα, το ανάλογο προς το πνεύμα που διέπει τις αρχές της επιείκειας, έχει πρωταρχική σημασία η εξισορρόπηση μεταξύ της δυσμενούς επίδρασης στον ενάγοντα ή τον εναγόμενο, ανάλογα με το αν θα ασκηθεί η ευχέρεια του δικαστηρίου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όπως ελέχθη από το Lord Diplock στην Thomson v. Brown Construction (ανωτ.), οι οδηγίες να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες περί παραγραφής, είναι πάντοτε ιδιαίτερα δυσμενείς για τον εναγόμενο ο οποίος αποστερείται μιας πλήρους υπεράσπισης, εφόσον έστω κι αν έχει καλή υπεράσπιση στο ζήτημα της ευθύνης, θα υποβληθεί σε κόπο και έξοδα, ενώ αν δεν έχει καλή υπεράσπιση θα χάσει τα πάντα. Από την άλλη, ο βαθμός επηρεασμού του ενάγοντα, που είναι αυτονόητος, είναι σε συνάρτηση με τη δύναμη της υπόθεσης του, όπως και με την πιθανότητα να μπορέσει να αποζημιωθεί από τους δικηγόρους του σε περίπτωση που η παραγραφή επήλθε από δική τους αμέλεια. Όμως ακόμα και αν έχει εναντίον των δικηγόρων του μια πολύ ισχυρή υπόθεση, αναμένεται πάντως να υποστεί κάποια μικρά δυσμενή επίδραση εφόσον θα επιβαρυνθεί με τα έξοδα, θα υποχρεωθεί να διορίσει άλλο δικηγόρο και να υποστεί καθυστέρηση. Αφού ο Lord Diplock διατύπωσε ως άνω τη γενική αρχή, άφησε το καθήκον θέσπισης περαιτέρω κατευθυντήριων αρχών στο Εφετείο με το ακόλουθο σκεπτικό: "I do not think that this House with its minimal experience of appeals which have involved directions under s 2D ought to attempt itself to lay down guidelines for the High Court Judges who are familiar with the typical kinds of circumstances in which applications are made. In matters of practice and discretion if guidelines are needed they are better laid down by the Court of Appeal." Σ΄ αυτό το σημείο είναι που σημείωσε τη συμφωνία του με την ευρεία προσέγγιση του Εφετείου στην υπόθεση Firman v. Ellis. Στην οποία η αναγκαία εξισορρόπηση έγινε με τους ακόλουθους όρους μέσα από μια πραγματιστική προσέγγιση:- Ο Ormrod L.J. είπε ότι δεν ενδιαφέρει αποκλειστικά η οικονομική δυσμενής επίδραση επί του ενάγοντα. Είναι δυσμενές να αναγκαστεί να αρχίσει νέα αγωγή εναντίον ενός διαδίκου που κάποιος δεν επιθυμεί ιδιαίτερα να ενάξει και να αποστερηθεί μιας καλής βάσης αγωγής εναντίον του αρχικού αδικοπραγήσαντα. Αυτό δυνατό να μην αποτελεί σοβαρή δυσχέρεια, αλλά θα πρέπει να εξισορροπηθεί προς το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν υφίσταται προσωπικά καμιά δυσχέρεια. Εφόσον, όπως το θέτει ο Ormrod L.J.: "He, personally, has lost nothing since no loss falls on him in either event; one or other insurance company will pay the damages and costs and his insurers have lost nothing but a fortuitous bonus arising from a harmless error by the plaintiff's solicitor." Σχετικό είναι το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην Firman v. Ellis, σελ. 860: «As a matter of simple justice, it is the defendant's insurers who should pay the plaintiff's claim. They have received the premiums to cover the risk of these accidents. They should not allowed to foist their liability on to the plaintiff's solicitors or their insurers, by calling "snap", as if it were a game of cards.» Εν προκειμένω προκλήθηκαν καθυστερήσεις από το δεύτερο δικηγόρο ο οποίος καταχώρισε την αγωγή και επί των ημερών του οποίου συμπληρώθηκε η περίοδος παραγραφής. Σε ένορκη δήλωση του που συνοδεύει ην αίτηση προβάλλει κυρίως λόγους υγείας. Η αμέλεια του δικηγόρου είναι, ως άνω, παράγοντας εν προκειμένω σχετικός. Αντίθετα απ΄ ότι κατά πλειοψηφία αποφασίστηκε στην Birkett v. James [1977] 2 All E. R. 801 (H.L.) σε σχέση με τη συμπεριφορά του δικηγόρου σε υπόθεση απόρριψης αγωγής λόγω μή προώθησης. Σχετικός υπό την έννοια ότι θα μπορούσε να λεχθεί στον ενάγοντα πως αντί της μη εφαρμογής των προνοιών περί παραγραφής, μπορεί να στραφεί κατά του δικηγόρου για αμέλεια. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι αποφασιστικός, όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Firman και Thompson. Έχω ήδη παραθέσει τις σχετικές αναφορές. Προσθέτω την ακόλουθη αναφορά του Geoffrey Lane L. J., στην Firman, σελ. 868: «.. If there is any real dispute about the solicitor's liability in negligence, then the chances of the plaintiff being able to recover against him would no doubt be largely disregarded. It is plainly undesirable that there should be any detailed enquiry into the existence of such liability.» Το ζήτημα δε, θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως της Κυπριακής πραγματικότητας. Δεν έχω υπόψη μου να έχει ποτέ καταχωριστεί αγωγή για αμέλεια από πελάτη εναντίον δικηγόρου. Ο δικηγόρος στην μικρή κοινωνία της Κύπρου είναι συνήθως κοινωνικός παράγοντας με τις επαγγελματικές του σχέσεις να χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα από το διαπροσωπικό στοιχείο. Ο διαφαινόμενος, κατά το μάλλον ή ήττον, μέσα από την Αγγλική νομολογία δισταγμός για υποκατάσταση, κατ΄ ουσία, του αδικοπραγήσαντα από τον αμελή δικηγόρο, υπό τα Κυπριακά δεδομένα αποκτά ευρύτερη διάσταση. Η ενάγουσα βρέθηκε στις 7.1.2000 με τρία ανήλικα ορφανά. Έδωσε προτεραιότητα στην ανάγκη να αντεπεξέλθει η οικογένεια της του κλονισμού. Εν πάση περιπτώσει κατέφυγε σε δικηγόρο εντός της περιόδου παραγραφής. Πλήρωσε δικηγορικά έξοδα. Πλήρωσε εμπειρογνώμονα από την Αγγλία ο οποίος επισκέφθηκε επί τούτου την Κύπρο. Ό,τι έλαβε μέχρι σήμερα, είναι μια εκπρόθεσμη αγωγή. Η ίδια δεν ευθύνεται. Αντέδρασε στις καθυστερήσεις και τους χειρισμούς των δικηγόρων. Κατέληξε, αντιδρώντας, σε τέταρτο δικηγόρο, ο οποίος επιτέλους καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Ορθά εξηγεί στους προβαλλόμενους λόγους της καθυστέρησης ότι, ως άνω, δεν οφειλόταν σε δική της αμέλεια αλλά σε καθυστερήσεις των δικηγόρων. Δεν θεωρώ όμως ότι ενόψει αυτής της διαπίστωσης είναι δίκαιο τώρα να της πούμε ότι μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόση ταλαιπωρία και έξοδα, θα πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή με εντελώς διαφορετική αγωγή ή αγωγές που θα είναι ενδεχομένως οι πρώτες του είδους τους στην Κύπρο. Ο χρόνος της καθυστέρησης, αν είναι ορθή η κρίση μου ότι η παραγραφή επήλθε στις 7.1.03, ήταν δύο περίπου μήνες. Ή έστω ότι επρόκειτο για 14 μήνες. Δεν επρόκειτο για καθυστέρηση τόσο μεγάλη ώστε να τεκμαίρεται από την καθυστέρηση και μόνο δυσμενής επίδραση στον εναγόμενο, οπότε ο ενάγοντας θα είχε ιδιαίτερο βάρος να αντικρούσει το τεκμήριο (βλ. Buck v. English Electrical Co. Ltd. [1978] 1 All E.R. 271). Οι εναγόμενοι άλλωστε δεν έχουν επικαλεστεί τέτοιο τεκμήριο. Περαιτέρω, δεν έχουν εγείρει ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού τους σε σχέση με τη μαρτυρία. Έχουν ήδη γίνει παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκε το σχεδιαγράφημα της σκηνής. Προκύπτει ότι εκείνο που είναι κατ΄ ουσία επίδικο είναι η θέση των εναγόντων ότι πριν ο αποβιώσας παρεκκλίνει της πορείας του προς τη μοιραία σύγκρουση, είχε κτυπηθεί στο μπροστινό μέρος του οχήματος του από το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1, ιδιοκτησίας του εναγομένου 2. Η πορεία αυτή της υπόθεσης σε συνδυασμό με το ότι οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρία, γέρνει την πλάστιγγα ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα υπέρ των εναγόντων. Σε ό,τι αφορά τα άλλα κριτήρια του άρθρου 8Α (συμπεριφορά ενάγοντα-εναγόμενου) δεν έχει τεθεί ζήτημα για ανεπιεική συμπεριφορά των εναγομένων στην προσπάθεια της ενάγουσας για εξασφάλιση στοιχείων, από την άλλη όμως η ενάγουσα αναφέρεται, εξηγώντας την καθυστέρηση, σε τέτοια προσπάθεια, δυσχερή υπό τις περιστάσεις. Είναι τέλος πρόωρο να εκτιμηθεί η δύναμη της υπόθεσης των εναγόντων είτε προς τη μία, είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Ενώ η δυσχέρεια για αγωγή εναντίον δικηγόρου είναι, ως άνω, δεδομένη. Υπό όλες τις περιστάσεις, θα ήταν άδικο και ανεπιεικές για την ενάγουσα μετά από τόση ταλαιπωρία να μείνει με μόνη επιλογή νέους, διαφορετικούς και δυσχερείς δικαστικούς αγώνες. Για να επωφεληθεί κατ΄ ουσία ο ασφαλιστής που θα κληθεί να καλύψει, αναλόγως, τους εναγομένους στα πλαίσια της αρχικής του υποχρέωσης έναντι ανταλλάγματος που ήδη έλαβε διά των ασφαλίστρων. Ως εκ των άνω θεωρώ ότι οι ενάγοντες έχουν καταδείξει ότι υπό τις παραπάνω περιστάσεις στο σύνολο τους και μέσα από τις αναγκαίες εξισορροπήσεις, είναι δίκαιο και ορθό να δοθούν και δίδονται οδηγίες να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης η οποία μπορεί ανεμπόδιστα να προχωρήσει. Οι ενάγοντες ζητούν και διάταγμα που να επιτρέπει την καταχώριση της αγωγής. Η αγωγή όμως έχει ήδη καταχωριστεί και εν πάση περιπτώσει δεν είναι αυτή η προβλεπόμενη θεραπεία. Η προβλεπόμενη θεραπεία έχει δοθεί. Τα έξοδα δεν θ΄ ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Το ζήτημα προέκυψε από παράγοντες που δεν αφορούν τους εναγόμενους οι οποίοι καταχώρισαν ένσταση χωρίς, τελικά, επιτυχία, πλην όμως εύλογα. Καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.).................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.