← Κύπρος

Βαλεντίνα Κουρσούμπα ν. Μάριος Σατσιάς, Αρ. Αγωγής: 189/2005, 17 Φεβρουαρίου,  2006

Βαλεντίνα Κουρσούμπα ν. Μάριος Σατσιάς, Αρ. Αγωγής: 189/2005, 17 Φεβρουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 189/2005 Μεταξύ: Βαλεντίνα Κουρσούμπα Ενάγουσας -και- Μάριος Σατσιάς Εναγομένου Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα : κ. Κ. Ανδρέου (για την εκφώνηση της απόφασης ο κ.Γ.Γεωργίου) Για τον εναγόμενο : κ. Χρ. Ιωσηφίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.1.850= το οποίο αντιπροσωπεύει αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Είχε καταβάλει το ποσό αυτό στον εναγόμενο ως προκαταβολή για τη αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου μάρκας Mazda Demio με αριθμό εγγραφής HZE

  1. Η προφορική συμφωνία για την πώληση του πιο πάνω αυτοκινήτου είχε γίνει στις 7.12.
  2. Το συμφωνηθέν τίμημα ήταν Λ.Κ.2.850= και το ποσό των Λ.Κ.1.850= το είχε καταβάλει με την παραλαβή του αυτοκινήτου η οποία είχε γίνει την ίδια ημέρα. Ήταν ρητός και/ ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι το όχημα θα ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και δεν θα παρουσίαζε οποιονδήποτε μηχανικό ή άλλο πρόβλημα. Επί πλέον αξιώνει ποσό Λ.Κ.150,00 ως αποζημιώσεις για έξοδα τα οποία υπέστη για επιδιορθώσεις του εν λόγω αυτοκινήτου. Αξιώνει επίσης τόκους προς 8% επί κάθε ποσού το οποίο ήθελε επιδικασθεί πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Ο εναγόμενος παραδέχεται την ανωτέρω συμφωνία και ότι αυτή διαλάμβανε τον πιο πάνω όρο. Ισχυρίζεται όμως ότι επρόκειτο για μεταχειρισμένο αυτοκίνητο το οποίο δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε μηχανικό ή άλλο πρόβλημα κατά την ημέρα της παράδοσης του λόγω της πολύ καλής κατάστασης στην οποία βρισκόταν το όχημα. Με την ανταπαίτηση του αξιώνει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος δηλαδή το ποσό των Λ.Κ.1.000= πλέον τόκους προς 8% πλέον Λ.Κ.2.00 ημερησίως ως αποζημιώσεις για την φύλαξη του αυτοκινήτου της ενάγουσας από 12.01.2005 για κάθε ημέρα στάθμευσης του σε χώρο στα υποστατικά του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς απόδειξη των ισχυρισμών της η ενάγουσα κατέθεσε ο ίδια και κάλεσε ακόμα έξι μάρτυρες (Μ.Ε.). Ο εναγόμενος εκτός από την δική του μαρτυρία παρουσίασε ακόμα δύο μάρτυρες υπεράσπισης (Μ.Υ.). Κατατέθηκαν εννέα έγγραφα ως τεκμήρια. Το τεκμήριο για Αναγνώριση Α΄ που είναι το πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος και επί του οποίου έδωσε μαρτυρία κυρίως ο Μ.Υ.3 δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο, η σημασία και η επίδραση αυτής της παράλειψης θα εξηγηθεί πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας κατά κύριο λόγο του Μ.Υ.
  3. Από τη μαρτυρία προέκυψαν ως αναμφισβήτητα γεγονότα ότι η ενάγουσα αρχικά πληροφορήθηκε από σχετική αγγελία σε εφημερίδα για την πώληση του επίδικου αυτοκινήτου. Επικοινώνησε με τον εναγόμενο τηλεφωνικά επιδεικνύοντας ενδιαφέρον για την αγορά του. Το αυτοκίνητο αρχικά το είδε και το οδήγησε για λίγο στη Λευκωσία σε ένα χώρο στάθμευσης, εκεί το είχε οδηγήσει ο Μ.Υ.2 με κάποιο άλλο άτομο που ήταν φίλοι του εναγομένου για να το επιδείξουν στην ενάγουσα. Στη συνέχεια, μετά από συνεννόηση που είχε με τον εναγόμενο και πάλιν τηλεφωνικά συμφώνησαν και της το παρέδωσε στις 7.12.2004 στο σπίτι της στη Λευκωσία. Ήταν ρητός και/ ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι το όχημα θα ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και δεν θα παρουσίαζε οποιοδήποτε μηχανικό ή άλλο πρόβλημα. Συμφωνήθηκε ως τίμημα το ποσό των Λ.Κ.2.850= και η ενάγουσα κατέβαλε προκαταβολικά την ίδια ημέρα το ποσό των Λ.Κ.1.850=. Παρέμενε ως υπόλοιπο προς πλήρη εξόφληση το ποσό των Λ.Κ.1.000 το οποίο θα κατέβαλλε σε ένα μήνα οπότε και το αυτοκίνητο θα μεταβιβαζόταν επ΄ ονόματι της. Ο εναγόμενος προς απόδειξη της πληρωμής του πιο πάνω ποσού υπέγραψε το Τεκμήριο
  4. Δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι η ενάγουσα κατέβαλε στις 4.01.2005 το ποσό των Λ.Κ.104,00 για ένα εξάρτημα του αυτοκινήτου συμπεριλαμβανομένων των εργατικών για την τοποθέτηση του, επίσης ότι στις 5.01.2005 η ενάγουσα κατέβαλε ένα επί πλέον ποσό εκ Λ.Κ.46,00 για ίσιωμα και μέτρημα του τιμονιού του αυτοκινήτου. Για το ποσό των Λ.Κ.104,00 ο εναγόμενος παραδέχτηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι συμφώνησε να το καταβάλει ο ίδιος αναγνωρίζοντας το ως αναγκαίο έξοδο που έγινε για το αυτοκίνητο. Το ποσό όμως των Λ.Κ.46,00 αρνήθηκε ότι το οφείλει εφόσον δεν θεωρεί ότι ήταν αναγκαίο έξοδο για το αυτοκίνητο και ότι αυτό έγινε εκ περισσού. Το ουσιώδες γεγονός για το οποίο υπήρξε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των μερών και η απόφαση μου επί αυτού θα κρίνει και την υπόθεση, ήταν το κατά πόσον το επίδικο αυτοκίνητο ήταν της περιγραφής και των προδιαγραφών που περιέγραψε ο εναγόμενος στην ενάγουσα κατά τη σύναψη της συμφωνίας τους. Αν δηλαδή, σύμφωνα με την παράγραφο 3 της εκθέσεως απαιτήσεως, η οποία γίνεται δεκτή από τον εναγόμενο, εκπληρώθηκε ο ρητός και/ ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας τους, να ήταν δηλαδή το όχημα σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και δεν θα παρουσίαζε οποιοδήποτε μηχανικό ή άλλο πρόβλημα. Κατά συνέπεια θα εξετάσω στη συνέχεια τη μαρτυρία που αποσκοπούσε στην απόδειξη αυτού του ουσιώδους γεγονότος χωρίς βέβαια για σκοπούς αξιοπιστίας των μαρτύρων να παραγνωρίζω το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Σε σημεία επί της μαρτυρίας θα αναφερθώ επίσης κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην καταγραφή των συμπερασμάτων μου. Η ενάγουσα είχε αντιληφθεί από την επόμενη ημέρα της παραλαβής του αυτοκινήτου από κάποιους θορύβους και τρίξιμο που έκαμνε ότι είχε κάποιο πρόβλημα. Η ίδια δεν είχε ειδικές γνώσεις επί αυτοκινήτων, είχε δει μόνο εξωτερικά το αυτοκίνητο χωρίς να ήταν σε θέση να ελέγξει την μηχανική του κατάσταση τόσο όταν το είδε για πρώτη φορά όταν ο εναγόμενος της το έστειλε με κάποιους φίλους του, οπότε και το οδήγησε για λίγο σε χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, όσο και κατά την παραλαβή του. Εξάλλου βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις του εναγομένου όπως και του Μ.Υ.1 Φάνου Κουτσουλή, ότι δηλαδή αυτό ήταν ένα καλό αυτοκίνητο χωρίς προβλήματα και δεν ήταν κτυπημένο. Ο εναγόμενος επέμεινε στη θέση του μέχρι τέλους, ότι το δυστύχημα το οποίο είχε υποστεί το επίδικο αυτοκίνητο ήταν ένα μικρό δυστύχημα για το οποίο είχε κάμει λόγο στην ενάγουσα όταν του είχε τηλεφωνήσει την πρώτη φορά. Θέση της ενάγουσας ήταν ότι το υπόλοιπο του τιμήματος θα το κατέβαλλε μετά από μηχανικό έλεγχο του αυτοκινήτου, εντός ενός μηνός, όπως ήταν και η συμφωνία τους, οπότε εάν διαπιστωνόταν ότι δεν ήταν της περιγραφής που της έκαμε θα του το επέστρεφε και αυτός θα είχε την υποχρέωση να της επέστρεφε πίσω τα χρήματα της προκαταβολής. Σ΄ αυτό το σημείο ο εναγόμενος προέβαλε τη θέση ότι η μη καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος αποσκοπούσε στην διευκόλυνση της ενάγουσας η οποία δεν διέθετε τότε όλο το συμφωνηθέν ποσό και ότι του είχε πει ότι θα το εξασφάλιζε σε ένα μήνα. Η ενάγουσα μόλις διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο είχε προβλήματα επικοινώνησε με τον εναγόμενο και του το ανέφερε. Αυτός επέμενε ότι ήταν εντάξει και ότι δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα το αυτοκίνητο. Φρόντισε αμέσως και επικοινώνησε με τον μηχανικό της ο οποίος της είπε ότι θα μπορούσε να δει το αυτοκίνητο σε μια εβδομάδα. Τελικά λόγω και το εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς αυτό έγινε δυνατό στις 4.01.
  5. Στο μεταξύ διάστημα όλο και παρουσιάζονταν προβλήματα στο αυτοκίνητο, ακούγονταν παράξενοι θόρυβοι και έτριζε, κάποια ημέρα μάλιστα την είχε αφήσει στο δρόμο οπότε μόνο μετά από υπόδειξη του εναγομένου κατάφερε να το ξεκινήσει. Δεν οδηγούσε πλέον το αυτοκίνητο και το ακινητοποίησε για περίοδο δύο εβδομάδων μέχρι να ελεγχθεί αυτό από μηχανικό. Κατά τον έλεγχο που έγινε στο αυτοκίνητο διαπιστώθηκε ότι αντιμετώπιζε τόσο ηλεκτρολογικά προβλήματα με το starter του, όσο και μηχανικά. Το σημαντικό που κατέδειξε ο έλεγχος του αυτοκινήτου από τον μηχανικό Δ. Δημητρίου (Μ.Ε.5), ήταν ότι επρόκειτο για ένα κτυπημένο αυτοκίνητο. Αυτό την ανησύχησε και επικοινώνησε αμέσως με τον εναγόμενο αναφέροντας του το, αυτός παρόλα αυτά εξακολουθούσε να αρνείται κάτι τέτοιο λέγοντας της ότι το αυτοκίνητο δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αποδέχθηκε όμως όπως καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.104,00= για την αλλαγή του starter του αυτοκινήτου αναγνωρίζοντας δική του ευθύνη γι΄αυτό. Δεν αποδέχθηκε ότι ευθυνόταν για το ποσό των Λ.Κ.46,00= το οποίο δαπανήθηκε για τον έλεγχο του τιμονιού που έγινε καθ΄ υπόδειξη του μηχανικού της. Ο έλεγχος του αυτοκινήτου από τον μηχανικό Δημητρίου κατέδειξε ότι το αυτοκίνητο ήταν επισκευασμένο καθώς είχε υποστεί δυστύχημα και οι διαπιστώσεις του οι οποίες κατεγράφησαν επί του Τεκμηρίου 6 ήταν ότι: (α) το αυτοκίνητο ήταν κτυπημένο και δεν ισιώθηκε σωστά, (β) η γρίλια του ήταν σπασμένη, (γ) το φυσερό του άξονα είχε πρόβλημα και (δ) στο σημείο Parking (P), εφόσον επρόκειτο για αυτόματο αυτοκίνητο, δεν ξεκινούσε πάντα. Για όλες τις πιο πάνω παρατηρήσεις του έκαμε εκτενή αναφορά ενώπιον του Δικαστηρίου επεξηγώντας το κάθε εύρημα του. Ο έλεγχος του τιμονιού αποσκοπούσε στο να έχει μια βεβαιότητα η ενάγουσα αναφορικά με το τι συνέβαινε με το αυτοκίνητο, παρόλο ότι ο ίδιος ως ειδικός με γυμνό μάτι μπορούσε να αντιληφθεί ότι ο τροχός ήταν στραβός. Εξέφρασε την άποψη ότι και αν ακόμα γινόταν αλλαγή διαφόρων εξαρτημάτων όπως οι φούχτες, ο αγκώνας, οι σούστες, οι κόντρα σούστες και τα αξονάκια και πάλιν κατά την άποψη του το αυτοκίνητο υπήρχε πιθανότητα να μην επιδιορθωνόταν πλήρως. Για όλα βέβαια τα πιο πάνω εξυπακούεται ότι θα έπρεπε να ξοδευτούν πολλά χρήματα. Ως ειδικός εξέφρασε την άποψη ότι εάν παρουσιαζόταν αυτό το αυτοκίνητο με αυτά τα προβλήματα για τεχνικό έλεγχο με σκοπό την έκδοση πιστοποιητικού καταλληλότητας δεν θα περνούσε. Ο Μ.Ε. 2 Ε. Σεβαστός έκαμε αναφορά και αυτός στα προβλήματα του αυτοκινήτου που τα είχε και ο ίδιος αντιληφθεί οδηγώντας το αυτοκίνητο. Συμβούλεψε την ενάγουσα να μη το οδηγεί μέχρι να ελεγχθεί από τον μηχανικό της και όταν αυτή του είπε ότι είχε δώσει ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.1.850= στον εναγόμενο, της είπε ότι δεν θα έπρεπε να έδιδε ένα τόσο μεγάλο ποσό. Σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του ήταν η προσωπική του αντίληψη για το τι συνέβη στην Αθηαίνου όταν συνόδευσε την ενάγουσα με δικό του αυτοκίνητο όπου πήγαν για να παραδώσουν το επίδικο αυτοκίνητο. Είχαν πάει αρχικά προς αναζήτηση του εναγομένου στην Σ.Π.Ε. Αθηαίνου όπου η ενάγουσα πίστευε ότι εργαζόταν, όπως της είχε πει ο εναγόμενος. Αφού διαπίστωσαν ότι δεν εργαζόταν εκεί, μετέβησαν στην αστυνομία για την αναζήτηση του και επίσης για καταγγελία για το ότι αυτός την είχε εξαπατήσει. Εκεί ήταν που η ενάγουσα άφησε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στον εναγόμενο ακυρώνοντας τη συμφωνία τους υποστηρίζοντας ότι την εξαπάτησε πωλώντας της ένα κτυπημένο αυτοκίνητο και με προβλήματα παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του. Αυτός στάθηκε αρνητικός και το μόνο που είπε ήταν ότι δεν αναγνώριζε τον τερματισμό της συμφωνίας, δεν θα επέστρεφε το ποσό της προκαταβολής παρόλο ότι θα παραλάμβανε το αυτοκίνητο και περαιτέρω ότι θα διεκδικούσε το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η μαρτυρία των Μ.Ε. 3,4,6 και 7 αποσκοπούσε να καταδείξει τις μεγάλες ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο σε ένα σοβαρό δυστύχημα στο οποίο είχε υποπέσει. Η Μ.Ε.3 Tatiana Tcherarikhovotch ήταν η ιδιοκτήτρια και η οδηγός του αυτοκινήτου κατά το δυστύχημα η οποία περιέγραψε τόσο το δυστύχημα όσο και τις ζημιές που είχε υποστεί το αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο μετά το δυστύχημα δεν μπορούσε να οδηγηθεί στο δρόμο και έτσι μεταφέρθηκε με μεταφορικό. Ο Ανδρέας Αβραάμ Μ.Ε. 4, σύζυγος της Μ.Ε. 3, ήταν αυτός που ανέλαβε τα περαιτέρω σχετικά με το αυτοκίνητο. Χαρακτηριστική ήταν η φράση του κατά την κυρίως εξέταση του, ότι όταν είχε δει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο μετά το δυστύχημα, απόρησε πως επέζησαν οι επιβαίνοντες σε αυτό και βγήκαν μόνο με ελαφριά τραύματα. Ο Μ.Ε. 6 Δημήτρης Μαντύλας, έμπειρος πωλητής αυτοκινήτων για δεκαοκτώ χρόνια, ήταν αυτός που πώλησε το αυτοκίνητο στον αδελφό του εναγομένου ως εξαρτήματα. Σημαντικό σημείο από την μαρτυρία του ήταν επίσης ότι το αυτοκίνητο όπως το είδε ο ίδιος κτυπημένο, κατά την άποψη του, και να επιδιορθωνόταν δεν θα ήταν ασφαλές να κυκλοφορήσει στο δρόμο. Γι΄ αυτόν δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το αυτοκίνητο είχε υποπέσει σε ένα σοβαρό δυστύχημα. Ο Μ.Ε. 7 Αστ. 3024 Μάριος Καβαλιέρος επικαλούμενος την πείρα του στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, χαρακτήρισε το δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί το επίδικο αυτοκίνητο ως πολύ σοβαρό, οι επιβαίνοντες σε αυτό μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο όπου τους παρασχέθηκαν οι Α΄ Βοήθειες και ότι το αυτοκίνητο είχε υποστεί μεγάλη ζημιά. Δεν διέθετε ειδικές γνώσεις και ούτε είχε προβεί σε μηχανικό έλεγχο του αυτοκινήτου εφόσον κάτι τέτοιο δεν το απαιτούσε η διερεύνηση του δυστυχήματος. Όμως, όπως τον πληροφόρησε η ιδιοκτήτρια του, αυτό κρίθηκε από μηχανικούς ως πλήρες καταστραφέν (total loss). Η εμπλοκή του Μ.Υ.1 Φάνου Κουτσουλή στην όλη υπόθεση έγκειτο στο ότι εξυπηρετώντας τον εναγόμενο ανέλαβε να οδηγήσει το αυτοκίνητο στη Λευκωσία με κάποιο τρίτο άτομο για να το επιδείξει στην ενάγουσα. Ο ίδιος αγνοούσε εάν το αυτοκίνητο ήταν κτυπημένο. Εάν η ενάγουσα τον είχε ρωτήσει σχετικά, παραδέχθηκε ότι θα την είχε διαβεβαιώσει ότι αυτό δεν ήταν κτυπημένο και ότι ήταν σε άριστη κατάσταση. Για την κατάσταση του αυτοκινήτου η γνώση του προερχόταν από την οδήγηση του από την Αθηαίνου στη Λευκωσία. Ο εναγόμενος υποστήριξε ότι το αυτοκίνητο δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι από ότι θυμόταν, όταν πρωτομίλησε με την ενάγουσα στο τηλέφωνο, της είχε αναφέρει ότι το αυτοκίνητο είχε υποστεί ένα μικρό δυστύχημα αλλά δεν παρουσίαζε πλέον οποιοδήποτε πρόβλημα. Παραδέχθηκε ότι η ενάγουσα τον πήρε αρκετές φορές στο τηλέφωνο εκφράζοντας του παράπονα για την κατάσταση του αυτοκινήτου. Όταν αυτή άρχισε να τον βρίζει, αυτός πλέον δεν της έδιδε σημασία και της έκλεινε και το τηλέφωνο. Θυμήθηκε επίσης ότι τον είχε ενοχλήσει ακόμα και αργά ένα βράδυ γύρω στις 23:00 για να του αναφέρει κάποιο πρόβλημα που είχε το αυτοκίνητο. Δεν αναγνωρίζει ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί, ο λόγος που παρέλαβε το αυτοκίνητο και το έθεσε υπό τη φύλαξη του ήταν για να μη πάθει ζημιά εάν παρέμενε εκτεθιμένο, σταθμευμένο όπως το άφησε η ενάγουσα έξω από την Σ.Π.Ε. Αθηαίνου, αλλά ακόμα και διότι η ενάγουσα εξακολουθούσε να του χρωστά το υπόλοιπο του τιμήματος και ήταν ένας τρόπος να διασφαλίσει το υπόλοιπο του λαβείν του. Αρνήθηκε ότι είχε περάσει το αυτοκίνητο από τεχνικό έλεγχο αποσκοπώντας στην δημιουργία εντυπώσεων αναφορικά με την κατάσταση του και για να το παρουσιάζει ως αυτοκίνητο που δεν είχε τεχνικό πρόβλημα. Τέλος η μαρτυρία του Χριστόφορου Ττόφαρου Μ.Υ.3 είχε σκοπό εκ μέρους της Υπεράσπισης να καταδείξει ότι το αυτοκίνητο είχε περάσει με επιτυχία τον τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την νομοθεσία και κανονισμούς που διέπουν το ζήτημα και προς τούτο εξεδόθη σχετικό πιστοποιητικό δύο σχεδόν μήνες πριν το αγοράσει η ενάγουσα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, αναφέρθηκαν σε έκταση επί της μαρτυρίας επισημαίνοντας από την μια αδυναμίες ή αντιφάσεις που κατά την άποψη τους παρουσίασε η μαρτυρία της άλλης πλευράς και από την άλλη τονίζοντας σημεία τα οποία καταδεικνύουν την πειστικότητα της δικής τους εκδοχής. Έκαμαν επίσης αναφορά στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την συμφωνία των διαδίκων, σε νομολογία και αυθεντίες. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή την ενάγουσα καθώς και τους μάρτυρες που κατάθεσαν γι΄ αυτήν όπως και τον εναγόμενο και τους μάρτυρες του. Σύγκρινα και αντιπαρέβαλα μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές σε συσχετισμό και αντιπαραβολή με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής και τέλος τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους εισηγήσεις. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Υπάρχει διάσταση στη μαρτυρία κατά πόσο το υπόλοιπο του τιμήματος παρέμεινε ως ήταν η συμφωνία, σύμφωνα με την ενάγουσα, για να δοθεί μετά την επιθεώρηση του αυτοκινήτου από μηχανικό της επιλογής της, ή για σκοπούς διευκόλυνση της. Επ΄ αυτού η ενάγουσα ανέφερε ότι η συμφωνία τους ήταν να του κατέβαλλε το υπόλοιπο σε ένα μήνα μετά που θα εξέταζε το αυτοκίνητο ο μηχανικός της. Εάν αυτό δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα τότε θα του εξοφλούσε το συμφωνηθέν τίμημα, εάν όχι τότε αυτός ήταν υπόχρεος να της επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή. Επ΄ αυτού του θέματος αναφέρθηκε και ο Μ.Ε.2 Σεβαστός, η ενάγουσα είχε αναφέρει σε αυτόν την σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας, οπότε αυτός της είπε ότι ήταν μεγάλο το ποσό που έδωσε ως προκαταβολή. Βέβαια, εφόσον τα προβλήματα με το αυτοκίνητο σύμφωνα με την ενάγουσα άρχισαν από την αρχή της παραλαβής του, είναι πολύ πιθανόν αυτή η συζήτηση μεταξύ της και του Μ.Ε.2 να είχε λάβει χώρα μετά την διαπίστωση αυτή οπότε και η παρατήρηση αυτή να ήταν αναμενόμενη. Ο εναγόμενος υποστήριξε ότι με τη συμφωνία για εξόφληση σε ένα μήνα έκαμνε διευκόλυνση της ενάγουσας, για να εξασφαλίσει μέχρι τότε το υπόλοιπο ποσό το οποίο δεν διέθετε όταν της παρέδωσε το αυτοκίνητο. Άλλο σημείο όπου υπήρξε διάσταση στη μαρτυρία ήταν εάν ο εναγόμενος είχε αναφέρει στην ενάγουσα ότι ο αυτοκίνητο είχε υποστεί δυστύχημα κατά το οποίο κτυπήθηκε ή όχι. Θέση της ενάγουσας ήταν ότι είχε ρωτήσει τον εναγόμενο τόσο κατά τη τηλεφωνική τους συνομιλία αλλά και αργότερα τον φίλο του Μ.Υ.1 όταν για πρώτη φορά έβλεπε από κοντά το αυτοκίνητο αλλά και κατά την παράδοση του και πάλιν τον εναγόμενο, οι διαβεβαιώσεις που έπαιρνε ήταν ότι δεν ήταν κτυπημένο. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι κατά την πρώτη τηλεφωνική τους συνομιλία της ανέφερε όταν τον είχε ρωτήσει ότι είχε ένα μικρό ατύχημα στο οποίο υπέστη μικρές ζημιές. Κάτι τέτοιο παραδέχθηκε ότι δεν φαινόταν στη διαφήμιση του αυτοκίνητου στην αγγελία που καταχώρησε και δημοσίευσε στην εφημερίδα και ούτε αργότερα κατά την παράδοση του αυτοκινήτου είχε αναφέρει οτιδήποτε επ΄αυτού στην ενάγουσα εφόσον δεν τον είχε ρωτήσει σχετικά, οπότε κατά την άποψη του, δεν υπήρχε λόγος να επαναφέρει το θέμα προς συζήτηση. Ένα άλλο θέμα για το οποίο έγινε αρκετή συζήτηση, ήταν το κατά πόσο ο εναγόμενος παρέστησε στην εναγομένη ότι το αυτοκίνητο ήταν ιδιοκτησίας του ή όχι. Από την μαρτυρία δεν διαφάνηκε ότι ο εναγόμενος είχε πρόθεση εξαπάτησης της ενάγουσας πωλώντας της ένα αυτοκίνητο το οποίο δεν ήταν δικής του ιδιοκτησίας ή του οποίου δεν ήταν νόμιμος κάτοχος και αυτό για τον λόγο ότι διέθετε υπογεγραμμένη φόρμα μεταβίβασης του την οποία υπέγραψε η Μ.Ε. 3 όπως διαβεβαίωσαν και οι Μ.Ε.5 και
  6. Κατά συνέπεια κρίνω ότι είχε την νομική δυνατότητα να μεταβιβάσει το όχημα επ΄ ονόματι της ενάγουσας. Η απόκρυψη όμως αυτού του γεγονότος αντικριζόμενη κάτω από το σύνολο των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση ενέχει κατά την άποψη μου σημασία ως προς την εικόνα που ο εναγόμενος θέλησε να παρουσιάσει στην ενάγουσα αναφορικά με το αυτοκίνητο. Η απόκρυψη του γεγονότος ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του αποσκοπούσε, κατά την άποψη μου, και στο να μην εμβάλει την ενάγουσα σε σκέψεις και να τις δημιουργήσει ερωτήματα για το πως βρέθηκε αυτό στα χέρια του. Από την άλλη επιβεβαιώνει κατά κάποιο τρόπο την μαρτυρία της ενάγουσας επί του ότι αυτός της συστήθηκε ως υπάλληλος τράπεζας και εκλαμβάνοντας τον ως τέτοιο η ενάγουσα, όπως ομολόγησε κάποια στιγμή κατά την αντεξέταση της, δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσε να την ξεγελούσε ένας μορφωμένος άνθρωπος, όπως είπε. Είναι φανερό ότι προσπάθεια του ήταν η μη αποκάλυψη στην ενάγουσα της επαγγελματικής του ιδιότητας ως ισιωτή αυτοκινήτων για ευνόητους λόγους. Το ότι είχε μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό με τα ρούχα της δουλειάς του, όταν κλήθηκε εκεί από τον αστυνομικό, κατά την άποψη μου, δεν επιδρά προς όφελος της άρνησης του εναγομένου ότι είχε παραστήσει τον εαυτό του στην ενάγουσα ως τραπεζικό υπάλληλο. Σίγουρα μετά τις αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες της ενάγουσας και την αποφασιστικότητα που αυτή επέδειξε μεταβαίνοντας μάλιστα στην αστυνομία από όπου πληροφορήθηκε για τον εναγόμενο, να μην είχε πλέον γι΄αυτόν αποφασιστική σημασία η απόκρυψη της επαγγελματικής του ιδιότητας.. Η ενάγουσα θα πρέπει να πω πως μου έκαμε καλή εντύπωση και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο με απλοϊκό τρόπο, η μαρτυρία της είχε συνοχή, σίγουρα σε κάποιες λεπτομέρειες και επί μέρους πτυχές μπορεί να μην ήταν απόλυτα σίγουρη και ακριβής στις απαντήσεις της, όμως δεν αφορούσαν ουσιώδη θέματα από τα οποία θα κρινόταν και η αξιοπιστία της. Κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο όσον αφορά την συμφωνία της με τον εναγόμενο και τι αυτή διαλάμβανε. Το ουσιώδες, όπως το κατέγραψα ανωτέρω, γίνεται παραδεκτό από τον εναγόμενο. Περαιτέρω δεν κρίνω εν΄ όψει και της υπόλοιπης μαρτυρίας από ειδικούς και μη ότι υπερέβαλλε ως προς τα προβλήματα που περιέγραψε ότι αντιμετώπιζε το επίδικο αυτοκίνητο. Ακόμα και η φράση της όταν περιέγραφε την αντίδραση του μηχανικού Δημητρίου, ότι τάχα αυτός ¨μαύρισε¨ από την έκπληξη του, δε την κρίνω ως υπερβολική υπό τις περιστάσεις ή ως προσπάθεια να δημιουργήσει εντυπώσεις, καθώς η αντίδραση του κάθε ενός, και πόσο ψύχραιμη ή έντονη είναι σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να τεθεί σε καλούπια. Έτσι την αντιλήφθηκε η ίδια και με αυτόν τον τρόπο την περιέγραψε στο Δικαστήριο. Θα αποδεχθώ την εκδοχή της η οποία επιβεβαιώνεται και από το σύνολο σχεδόν την υπόλοιπης μαρτυρίας που αυτή παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία όπως καταλήγω στη συνέχεια κρίνεται αξιόπιστη.. Δεν έχω λόγο γιατί να μη πιστέψω τον Μ.Ε. 2 Ε. Σεβαστό σε όσα ανέφερε σε σχέση με τη μετάβαση τους στην Αθηαίνου όπου η ενάγουσα θα επέστρεφε το αυτοκίνητο, για την αναζήτηση του εναγομένου αρχικά στην τράπεζα και ακολούθως την συνάντηση που είχαν μαζί του στη παρουσία αστυνομικού στον αστυνομικό σταθμό Αθηαίνου όπου κλήθηκε ο εναγόμενος. Επίσης γίνεται πιστευτή και η μαρτυρία του αναφορικά με το τι του έλεγε η ενάγουσα από την αρχή που είχε παραλάβει το αυτοκίνητο ότι δηλαδή παρουσίαζε προβλήματα όπως αυτά τα αντιλήφθηκε εξάλλου και ο ίδιος οδηγώντας το, ως έμπειρος οδηγός αλλά ακόμα έχοντας κάποια ειδικότερη γνώση από αυτοκίνητα, στην οποία αναφέρθηκε. Γίνεται ακόμα πιστευτή η αναφορά που έκαμε στο τι διημείφθη στη συνάντηση στην Αθηαίνου, ότι δηλαδή η ενάγουσα ρητά τερμάτισε την συμφωνία λόγω εξαπάτησης της από τον εναγόμενο, του παρέδωσε το αυτοκίνητο αφού του άφησε τα κλειδιά φεύγοντας από την αστυνομία και αξίωσε το ποσό της προκαταβολής της πίσω όπως ήταν η συμφωνία τους. Αντίθετα ο εναγόμενος δεν αναγνώριζε τίποτε από όλα αυτά παρόλο ότι ανέφερε ότι θα παραλάμβανε το αυτοκίνητο και ότι ακόμα θα διεκδικούσε το υπόλοιπο του τιμήματος. Ήταν πολύ παραστατικός, εύστοχος στις απαντήσεις του και πειστικός, η μαρτυρία του κρίνω ότι συνάδει απόλυτα με αυτή της ενάγουσας ως προς τα ουσιώδη και γίνεται δεκτή. Η μαρτυρία της Μ.Ε.3 Tatiana και του συζύγου της Μ.Ε. 4 Αβραάμ, αποσκοπούσε στο να καταδειχθεί αφενός μεν ότι το επίδικο αυτοκίνητο υπέστη σοβαρό δυστύχημα και αφετέρου ότι το επίδικο αυτοκίνητο εξακολουθούσε όταν ο εναγόμενος το πώλησε στην ενάγουσα να είναι ιδιοκτησία της Μ.Ε. 3, γεγονός που απέκρυψε από την ενάγουσα. Παρόλο ότι δεν είχαν ειδικές γνώσεις μηχανικής αυτοκινήτων ή ισιωτή και βαφέα αυτοκινήτων εντούτοις ήταν θέμα και κοινής λογικής να πουν ότι το αυτοκίνητο είχε υποστεί σοβαρές ζημιές σε ένα δυστύχημα όπως το περιέγραψε η Μ.Ε. 3 και όπως αντιλήφθηκε αργότερα τις ζημιές που αυτό υπέστη ο Μ.Ε. 4 απορώντας μάλιστα για τα ελαφριά τραύματα που υπέστησαν οι επιβαίνοντες σε αυτό. Η μαρτυρία τους κρίνεται αντικειμενική, κρίνω ότι δεν είχαν κανένα ιδιαίτερο συμφέρον να υπερβάλλουν ως προς την περιγραφή των διαπιστώσεων τους σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο η οποία συνάδει και με αυτή του μεταπωλητή αυτοκινήτων Μαντύλα (Μ.Ε. 6) την οποία επίσης αποδέχομαι. Επισημαίνω ότι οι Μ.Ε. 3 και 4 ήταν εντελώς άγνωστοι της ενάγουσας. Ο Δημήτρης Δημητρίου Μ.Ε. 5 ήταν ο μηχανικός ο οποίος εξέτασε το αυτοκίνητο μετά από παράκληση της ενάγουσας. Τα όσα ανέφερε αναφορικά με τις διαπιστώσεις του για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το αυτοκίνητο τα αποδέχομαι και με βάση αυτές, κρίνω ότι το επίδικο αυτοκίνητο αντιμετώπιζε, μετά την παράδοση του στην ενάγουσα, σοβαρά μηχανικά προβλήματα έτσι που αυτό καθίστατο ανασφαλές να κυκλοφορεί στους δρόμους και επίσης πολυέξοδο να επιδιορθωθεί. Η εμπειρία του ως μηχανικός και η ενασχόληση του με την επιδιόρθωση αυτοκινήτων κρίνω ότι τον καθιστούσε ειδικό για να εκφράσει άποψη αναφορικά με την κατάσταση του επίδικου αυτοκινήτου όταν το είχε εξετάσει. Δέχομαι ότι το επίδικο αυτοκίνητο παρουσίαζε τα προβλήματα τα οποία κατέγραψε αρχικά σε ένα χαρτί το οποίο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο και στα οποία αναφέρθηκε και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του ως ειδικού παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον όπως θα αναφέρω και κατωτέρω η μαρτυρία του Μ.Υ.3 η οποία αποσκοπούσε στην αντίκρουση της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο Μ.Ε. 7 Αστ. Μάριος Καβαλιέρος αναφέρθηκε στα του δυστυχήματος του οποίου ήταν ο εξεταστής με ενεχόμενο το επίδικο αυτοκίνητο. Αναφέρθηκε στις ζημιές που αυτό είχε υποστεί και με βάσει την πείρα του ως εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων η εκτίμηση ή η εντύπωση που αποκόμισε από αυτό ήταν ότι επρόκειτο για ένα σοβαρό δυστύχημα όπου το επίδικο αυτοκίνητο είχε υποστεί σοβαρές ζημιές. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεχτή ως αντικειμενική και ανεξάρτητη. Συνοψίζοντας την μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων κρίνω ότι το επίδικο αυτοκίνητο είχε υποστεί σοβαρότατες ζημιές σε ένα σοβαρό δυστύχημα και ότι αυτό μετά την επιδιόρθωση και την παραλαβή του από την ενάγουσα παρουσίαζε αρκετά μηχανικά και άλλα προβλήματα η επιδιόρθωση των οποίων και αν ακόμα γινόταν με την αντικατάσταση και τοποθέτηση καινούργιων εξαρτημάτων πιθανόν και πάλι η ζημιά να μην αποκαθίστατο πλήρως έτσι που να μην ήταν ασφαλές στο δρόμο. Δεν κρίνω ως αντικειμενικό μάρτυρα τον Μ.Υ. 1 Φάνο Κουτσουλή ο οποίος ως φίλος του εναγόμενου θέλησε να αποκρύψει την αλήθεια. Φάνηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του με τις αντιφατικές απαντήσεις που έδιδε και την φανερή προσπάθεια του να υπεκφύγει, ότι ήταν προκατειλημμένος και φανερά καθοδηγημένος για το τι θα έπρεπε να πει και τι να αποκρύψει. Η μαρτυρία του σε όση έκταση συγκρούεται με την εκδοχή που ανέπτυξε με τη μαρτυρία της η ενάγουσα δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Σημειώνω ότι μετά από επίμονες ερωτήσεις που του υπέβαλε ο συνήγορος της ενάγουσας αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι εάν η ενάγουσα τον είχε ρωτήσει για την κατάσταση του αυτοκινήτου θα της είχε πει ότι αυτό ήταν σε άριστη κατάσταση και ότι δεν ήταν κτυπημένο. Η πάνω τελική θέση του, μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις μου φαίνεται εντελώς παράδοξη, η οποία μειώνει την αξιοπιστία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Πως είναι δυνατό να διαβεβαιώνει την ενάγουσα ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν κτυπημένο όταν ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε εάν αυτό ήταν πράγματι κτυπημένο ή όχι; Από την άλλη πως αναλαμβάνει να επιδείξει ένα αυτοκίνητο σε ένα προτιθέμενο αγοραστή όταν δεν γνωρίζει λεπτομέρειες σχετικά με την κατάσταση του; Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει ευθέως σε ερωτήσεις που πιθανόν να ήταν παγίδα γι΄αυτόν. Η ερυθρότητα του προσώπου του όταν γινόταν αναφορά σε γεγονότα τα οποία εμφανώς προσπαθούσε να αποκρύψει πρόδιδε ότι αυτός δεν απαντούσε πάντοτε με ειλικρίνεια. Δεν μπορώ επίσης να θεωρήσω ως ειλικρινή τη θέση του ότι δεν γνώριζε εάν το αυτοκίνητο ήταν κτυπημένο ή όχι. Παραδέχθηκε ότι ήταν φίλοι με τον εναγόμενο αλλά για να μη φανεί ότι δεν έλεγε την αλήθεια σε αυτό το θέμα ανέφερε ότι δεν σύχναζε στο γκαράζ του. Πως όμως έδειξε τόση προθυμία να εξυπηρετήσει τον εναγόμενο οδηγώντας το αυτοκίνητο στη Λευκωσία από την Αθηαίνου με συγκεκριμένη αποστολή λέγοντας ότι ο εναγόμενος καθόταν και έτρωγε σε κάποιο εστιατόριο και δεν ήθελε να διακόψει τη διασκέδαση του. Θα απορρίψω την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο ίδιος ο εναγόμενος φανερά προσπάθησε να αποκρύψει όλη την αλήθεια από το Δικαστήριο. Δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του για διάφορους λόγους στους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια. Κατ΄ αρχή η στάση του στο εδώλιο του μάρτυρος δεν μου προκάλεσε καλή εντύπωση. Δεν μου διαφεύγει ότι κυρίως κατά την αντεξέταση του ήταν φανερά εκνευρισμένος. Επαναλάμβανε συνεχώς ότι δεν δεχόταν τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες της ενάγουσας ότι δηλαδή το αυτοκίνητο είχε υποστεί σοβαρές ζημιές σε σοβαρό δυστύχημα ή ότι αυτό μετά την παραλαβή του από την ενάγουσα αντιμετώπιζε οποιαδήποτε προβλήματα. Αυτή βέβαια η θέση του έρχεται σε αντίφαση με την αποδοχή εκ μέρους του της καταβολής των εξόδων που κατέβαλε η ενάγουσα για την αλλαγή του starter. Εφόσον από την άλλη είχε αποδεχθεί όπως ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου την πληρωμή από τον ίδιο της πιο πάνω δαπάνης στην οποία υπεβλήθη η ενάγουσα τότε γιατί δεν έδωσε ανάλογες οδηγίες στον δικηγόρο του όταν ετοίμαζε την υπεράσπιση και την ανταπαίτηση του. Είναι ένα άλλο σημείο το οποίο δείχνει ότι δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Η αγορά επίσης του αυτοκινήτου εκ μέρους του για Λ.Κ.500,00= όταν η αξία του πριν από το δυστύχημα σύμφωνα με τον ίδιο ήταν περίπου Λ.Κ.3.000= φανερώνει το μέγεθος της ζημιάς που αυτό υπέστη κατά το δυστύχημα. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι επρόκειτο για μικροζημιές που είχε υποστεί και αυτό το γεγονός φανερώνει ότι και εάν ακόμα αποδεχόμουν τον ισχυρισμό του ότι είχε αναφέρει στην ενάγουσα ότι το αυτοκίνητο είχε υποστεί μικρές ζημιές και πάλιν αυτός ο ισχυρισμός του θα ήταν ψευδής. Ο ισχυρισμός του ότι τόσο η ενάγουσα όσο και ο Μ.Ε.2 τον εξύβριζαν μπροστά στον αστυνομικό δεν μπορεί παρά να απέβλεπε στην δημιουργία εντυπώσεων. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν προέβη σε καταγγελία τους για την εξύβριση του μονολόγησε χαρακτηριστικά ¨τι καταγγελία να έκαμνα¨ με τόνο απαξίωσης. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο και μάλιστα μπροστά σε αστυνομικό, τότε δεν βλέπω τον λόγο γιατί να μη προέβαινε άμεσα σε καταγγελία τους και μάλιστα του Μ.Ε.2 με τον οποίο δεν είχε καμιά σχέση. Αρνείται στην υπεράσπιση του τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα τον ενοχλούσε. Όμως ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε σε πολλά τηλεφωνήματα της ενάγουσας, ότι μάλιστα τον εξύβριζε, ότι τον είχε ενοχλήσει και αργά το βράδυ και ότι τον ανάγκασε να της κλείνει και το τηλέφωνο. Είναι μια άλλη αντίφαση των όσων ανέφερε προφορικά σε σχέση με όσα υποστηρίζει στην υπεράσπιση του. Η αδιαφορία που επέδειξε ο εναγόμενος στα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στο αυτοκίνητο με την παράδοση του στην ενάγουσα δείχνουν άτομο που είχε σκοπό να κερδοσκοπήσει σε βάρος της. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη το κόστος που επωμίστηκε με την αγορά του και την επιδιόρθωση του και το τίμημα που συμφώνησε να το πωλήσει που ήταν πέραν του διπλασίου. Η στάση του απέναντι στην ενάγουσα ήταν άκρως αρνητική. ` Τέλος η μαρτυρία του Μ.Υ.3 Χριστόφορου Ττόφαρου δεν γίνεται αποδεκτή καθώς αυτή βασίστηκε επί του πιστοποιητικού καταλληλότητας που εξέδωσε το γκαράζ του, το Τεκμήριο για αναγνώριση Α΄ το οποίο όμως δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο και ως τέτοιο παρέμεινε χωρίς καμιά αποδεικτική αξία. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας, εφόσον δεν προέρχονταν από προσωπική του γνώση εφόσον δεν ήταν ο ίδιος που είχε εξετάσει το επίδικο αυτοκίνητο και πήγαζαν από το έγγραφο το οποίο δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο (βλ. Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9). Εν πάσει περιπτώσει και εάν ακόμα αποδεχόμουν την έκδοση του πιστοποιητικού καταλληλότητας για το επίδικο αυτοκίνητο, ας μη διαφεύγει ότι αυτό είχε εκδοθεί σχεδόν δύο μήνες πριν την παράδοση του στην ενάγουσα και δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για το τι συνέβαινε με το εν λόγω αυτοκίνητο κατά το διάστημα που μεσολάβησε. Εκείνο που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση είναι η μαρτυρία πρώτον, ότι το αυτοκίνητο είχε εμπλακεί σε σοβαρό δυστύχημα όπου είχε υποστεί σοβαρές ζημιές γεγονότα που απέκρυψε ο εναγόμενος από την ενάγουσα και για το οποίο ο μάρτυρας αυτός δεν είχε άποψη ή τουλάχιστον για την έκταση της ζημιάς που είχε προκληθεί σε αυτό και δεύτερο, οι διαπιστώσεις για την κατάσταση του αυτοκινήτου μετά την παράδοση του όπως αυτές αναλύθηκαν κυρίως από τον μηχανικό τον Δημητρίου του οποίου η μαρτυρία παρέμεινε αλώβητη. Κατά συνέπεια για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε αξία στην μαρτυρία του ανωτέρω μάρτυρος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω ότι ο εναγόμενος ισιωτής αυτοκινήτων αγόρασε έναντι τιμήματος Λ.Κ.500,00= ή Λ.Κ.550,00= το επίδικο αυτοκίνητο το οποίο είχε υποστεί σοβαρές ζημιές σε τροχαίο δυστύχημα που προηγήθηκε. Αυτό αγοράστηκε είτε για να χρησιμοποιηθεί ως εξαρτήματα είτε για να επισκευαστεί. Έκρινε ότι ήταν προς το συμφέρον του να το επισκεύαζε οπότε εξόδευσε προς αυτόν τον σκοπό το ποσό περίπου των Λ.Κ.700,00=. Το διαφήμισε μέσω αγγελίας σε εφημερίδα και η ενάγουσα επέδειξε ενδιαφέρον για να το αγοράσει. Τηλεφώνησε του εναγόμενου στο τηλέφωνο της αγγελίας και αυτός παριστάνοντας τον εαυτό του ως τραπεζικό υπάλληλο, της είπε ότι επρόκειτο για ένα καλό αυτοκίνητο χωρίς κανένα μηχανικό ή άλλο πρόβλημα και πως δεν ήταν ένα κτυπημένο αυτοκίνητο. Ήταν ρητός και /ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι το όχημα θα ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση και δεν θα παρουσίαζε οποιονδήποτε μηχανικό ή άλλο πρόβλημα. Στην ενάγουσα επιδείχθηκε το αυτοκίνητο αρχικά στην Λευκωσία, σε κάποιο χώρο στάθμευσης όπου και το οδήγησε για λίγο. Ο φίλος του εναγομένου Κουτσουλλής ο οποίος οδήγησε το αυτοκίνητο στη Λευκωσία με σκοπό την επίδειξη του εξυπηρετώντας τον εναγόμενο και πάλι την διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο για αυτοκίνητο σε άριστη κατάσταση και όχι κτυπημένο. Στη συνέχεια και πάλι μέσω τηλεφώνου συμφώνησαν να της το παραδώσει στη Λευκωσία συμφωνώντας την τιμή του σε Λ.Κ.2.850= όπως και έγινε. Η ενάγουσα πλήρωσε κατά την ημέρα της παραλαβής του το ποσό των Λ.Κ.1.850= και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.1.000= θα το κατέβαλλε σε ένα μήνα αφού προηγουμένως εξέταζε το αυτοκίνητο και δεν είχε προβλήματα όπως ήταν η συμφωνία τους. Κατά την παράδοση του αυτοκινήτου ο εναγόμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε στην ενάγουσα σχετικά με το δυστύχημα που είχε υποστεί το αυτοκίνητο. Σε περίπτωση που διαπιστωνόταν οποιοδήποτε πρόβλημα τότε, όπως ήταν η συμφωνία τους, η ενάγουσα θα του επέστρεφε το αυτοκίνητο και αυτός ήταν υπόχρεος να της επιστρέψει την προκαταβολή που του πλήρωσε. Το αυτοκίνητο αμέσως μετά την παραλαβή του από την ενάγουσα και την οδήγηση του παρουσίασε προβλήματα, προς τούτο ενημέρωσε τον εναγόμενο αμέσως και στη συνέχεια κάθε φορά που παρουσιαζόταν κάποιο πρόβλημα η ενάγουσα ενοχλούσε τον εναγόμενο ο οποίος επέμενε ότι ήταν ένα αυτοκίνητο καλό χωρίς προβλήματα. Με την πρώτη ευκαιρία η ενάγουσα και πριν παρέλθει ο μήνας το πήρε για εξέταση από τον μηχανικό της. Διαπίστωση του μηχανικού ήταν ότι επρόκειτο για ένα κτυπημένο αυτοκίνητο το οποίο έχριζε επιδιόρθωσης και συνεπαγόταν πολλά έξοδα και με ορατό τον κίνδυνο να μην επιδιορθωνόταν πλήρως. Η ενάγουσα αμέσως, τόσο προφορικά μέσω τηλεφώνου όσο και δια επιστολής του δικηγόρου της πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι τερμάτιζε την συμφωνία τους και ότι θα του επέστρεφε το αυτοκίνητο όπως και έκαμε παραδίδοντας του το στην Αθηαίνου, εκεί αυτός το παρέλαβε και έκτοτε το έχει υπό τη φύλαξη του. Παρά τις πιο πάνω ενέργειες της ενάγουσας αυτός εξακολουθεί μέχρι σήμερα να της οφείλει το ποσό που του πλήρωσε ως προκαταβολή δηλαδή Λ.Κ.1.850= και επί πλέον το ποσό των Λ.Κ.150,00= το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα για αναγκαίες επιδιορθώσεις στο αυτοκίνητο οι οποίες όταν είχαν γίνει αποσκοπούσαν στην επιδιόρθωση του αυτοκινήτου και ολοκλήρωση της συμφωνίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 4

(3)του Νόμου περί Πώλησης Αγαθών Ν. 10
(1)/1994, όταν δυνάμει σύμβασης πώλησης η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται από τον πωλητή στον αγοραστή, η σύμβαση καλείται πώληση αλλά όταν η μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών πρόκειται να γίνει σε μελλοντικό χρόνο ή υπόκειται σε κάποιο όρο που πρόκειται να εκπληρωθεί μεταγενέστερα, η σύμβαση καλείται συμφωνία πώλησης. Αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ πώλησης και συμφωνίας για πώληση και των επιπτώσεων που συνεπάγεται η κάθε μια, σχετική είναι η αναφορά που γίνεται στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 34, σελ. 20, παρ. 30 και 31, και Chalmers sale of Goods 16η έκδοση σελ. 58. Στη παρ. 4 του ίδιου άρθρου καθορίζεται ότι η συμφωνία πώλησης καθίσταται πώληση μόλις παρέλθει ο χρόνος ή εκπληρωθούν οι όροι υπό των οποίων η κυριότητα των αγαθών πρόκειται να μεταβιβασθεί. Τα άρθρα 18-24 του ίδιου νόμου ασχολούνται με το θέμα της μεταβίβασης της κυριότητας των αγαθών. Σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)και 19
(2)εκείνο που έχει καθοριστική σημασία για την ανεύρεση του χρόνου μεταβίβασης της κυριότητας είναι η πρόθεση των μερών όπως εξακριβώνεται έχοντας υπόψη τους όρους της σύμβασης, τη συμπεριφορά των διαδίκων και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως τα δέχθηκα ανωτέρω δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία για την πώληση του επίδικου αυτοκινήτου ήταν ¨συμφωνία για πώληση¨ στην έννοια του νόμου, εφόσον η κυριότητα του αυτοκινήτου θα μεταβιβαζόταν μετά ένα μήνα οπότε και στο μεταξύ διάστημα θα ελεγχόταν από μηχανικό της ενάγουσας το αυτοκίνητο και εάν αυτό ήταν σύμφωνο με τους όρους που συμφωνήθηκαν η ενάγουσα θα προχωρούσε και θα εξοφλούσε το τίμημα και ο εναγόμενος με τη σειρά του θα μεταβίβαζε σε αυτή την κυριότητα του. Η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της στη βάση ψευδών παραστάσεων τις οποίες καταλογίζει στον εναγόμενο και οι οποίες επέδρασαν, κατά τον ισχυρισμό της, στον καθορισμό της θέσης της, δηλαδή της λήψης από αυτήν της απόφασης για τη αγορά του επίδικου αυτοκινήτου. Στις λεπτομέρειες δόλου και ψευδών παραστάσεων ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος εν γνώσει του, δόλια και/ ή δια ψευδών παραστάσεων και/ ή γεγονότων και με σκοπό εξαπατήσεως της, απέκρυψε και/ ή διαβεβαίωσε ψευδώς την ενάγουσα ότι το ανωτέρω όχημα δεν είχε εμπλακεί πριν από τη συμφωνία σε δυστύχημα, δεν ήταν κτυπημένο και δεν παρουσίασε οποιονδήποτε πρόβλημα μηχανικό ή άλλο, γεγονός που εν γνώσει του δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Επί πλέον εν γνώσει του ότι δεν ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος, με σκοπό εξαπατήσεως της ενάγουσας την έπεισε για το αντίθετο. Λόγω του επαγγέλματος του ως ισιωτής /πογιατζής αυτοκινήτων, γνώριζε και/ ή όφειλε να γνωρίζει την κατάσταση του οχήματος και με σκοπό εξαπατήσεως της εναγομένης απέκρυψε από αυτή την πραγματική κατάσταση του οχήματος. Το θέμα του δόλου ρυθμίζεται στο άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, δίδεται ο ακόλουθος ορισμός:
(1)¨Απάτη ¨περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλομένου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές, (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό, (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της, (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση, (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση.¨ Στο άρθρο 18 του ίδιου Νόμου δίδεται ο ορισμός των Ψευδών Παραστάσεων: ¨Ψευδής παράσταση¨ περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές, (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού, (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. Το Άρθρο 19 διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ΄ εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Ο συμβαλλόμενος, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4)Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη, ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. Στο σύγγραμμα Indian Contract and Specific Relief Act των Pollock and Mulla ( 9η έκδοση) αναφέρεται σχετικά με το άρθρο 17 του Ινδικού Νόμου περί Συμβάσεων το οποίο είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 17 ότι:- " Fraud is committed whenever one man causes another to act on a false belief by a representation which he does not himself believe to be true. He need not have definite knowledge or belief that it is not true. When fraud produces damage it is generally a wrong entitling the person defrauded to bring a civil action. Under the Contract Act we are concerned with the effects of fraud only so far as consent to a contract is procured by it." Σχετικά με την μη αποκάλυψη γεγονότος αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα ότι υπάρχουν ειδικά καθήκοντα αποκάλυψης για συγκεκριμένες κατηγορίες συμβάσεων όπως για παράδειγμα στην περίπτωση σύμβασης για ασφάλεια έναντι πυρός, αλλά δεν υπάρχει κανένα γενικό καθήκον για την αποκάλυψη γεγονότων τα οποία είναι ή θα μπορούσαν να είναι εξ ίσου εντός των δυνατοτήτων και των δύο μερών να ανακαλύψουν. Η σιωπή σε σχέση με τέτοια γεγονότα δεν αποτελεί απάτη. Στο σύγγραμμα Cheshire and Fifoot's Law Contract ( 8η έκδοση) αναφέρεται στη σελίδα 248 ότι υπάρχουν τρεις περιπτώσεις που η σιωπή ή η μη αποκάλυψη αποτελεί λόγο για θεραπεία: " These are, firstly, where the silence distorts a positive representation; secondly, where the contract requires uberrima fides; thirdly, where a fiduciary relation exists between the contacting parties." Το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 πραγματεύεται το αστικό αδίκημα της απάτης. ¨Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενήργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, τη πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωση, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο. Από τις πρόνοιες του άρθρου 36 γίνεται φανερό ότι στην περίπτωση του αστικού αδικήματος του δόλου η ψευδής παράσταση γεγονότος πρέπει να είχε γίνει ρητά. Στην υπόθεση Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 αναφέρεται σχετικά το εξής: " In Derry v. Peek it was clearly laid dawn that in an action of deceit it was necessary to prove actual fraud, that it is to show that the false representation had been made knowingly or without belief in its truth, or recklessly without caring whether it was true of false. Mere carelessness or absence of reasonable ground for believing the statement to be true, might be evidence of fraud; but the inference could be displaced by showing that it was made under an honest impression that it was true. Incidentally, this definition of fraud at common law appears to have been substantially reproduced in our Civil Wrongs Law, Cap. 148, section 36". Στην υπόθεση Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 C.L.R. 332 αναφέρεται στη σελίδα 340 σχετικά με το άρθρο 36 του Κεφ. 148 ότι: " that section, we think reproduces the provisions of the common law on the point, that is, the action for deceit at common law.. Fraud under section 36 of our Cap. 148 is one species of fraud, fraudulent misrepresentation, which is also known as "actual fraud". Έχοντας υπόψη μου το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο και την νομολογία που διέπει τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί δόλου και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του εναγομένου και αντιπαραβάλλοντας την με την μαρτυρία που αποδέχθηκα, δεν έχω αμφιβολία ότι ο ενάγων ενήργησε στην επίδικη συναλλαγή με δόλιο τρόπο και με ψευδείς παραστάσεις έπεισε την ενάγουσα να συμβληθεί μαζί του αγοράζοντας το επίδικο αυτοκίνητο το οποίο είχε υποστεί σοβαρό δυστύχημα και προκλήθηκαν σε αυτό σοβαρές ζημιές, γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση του, και το οποίο κατά παράβαση ρητού όρου της συμφωνίας τους, μετά την παράδοση του παρουσίασε σοβαρά μηχανικά και άλλα προβλήματα. Κατά συνέπεια και εξ αυτών των λόγων κρίνω ότι η συμφωνία των μερών είναι ακυρώσιμη και κατ΄ επιλογή της ενάγουσας αυτή έχει ακυρωθεί τόσο προφορικά όσο και εμπράκτως δια της επιστροφής του αυτοκινήτου αλλά και εγγράφως δια της επιστολής του συνηγόρου της. Κρίνω ότι εν όψει των γεγονότων της υπόθεσης, η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση με την αρχική επιθεώρηση του αυτοκινήτου και ακολούθως κατά την παραλαβή του, να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας την συνήθη επιμέλεια. Εξάλλου για την κατάσταση του αυτοκινήτου υπήρξε ρητός όρος στη συμφωνία ότι αυτό θα ελεγχόταν από τον μηχανικό της ο οποίος ως ειδικός θα αποφαινόταν για την κατάσταση του αυτοκινήτου. Η ενάγουσα ενήργησε αμέσως και χωρίς καθυστέρηση για την υποβολή του αυτοκινήτου σε μηχανικό έλεγχο. Για την καθυστέρηση του ενός περίπου μηνός που παρατηρήθηκε εξήγησε ότι οφειλόταν στις εορτές που μεσολάβησαν, η ενάγουσα καθ΄ όλο αυτό το διάστημα κρατούσε ενήμερο τον εναγόμενο για τα προβλήματα που παρουσίαζε το αυτοκίνητο σε σημείο που θεωρήθηκε από τον εναγόμενο ως φορτική. Η κατάληξη μου στα πιο πάνω ευρήματα καθορίζει και την τύχη της απαίτησης της ενάγουσας έναντι του εναγομένου. Η μαρτυρία που παρουσίασε η ενάγουσα κρίνεται ως ικανοποιητική προς θεμελίωση της αξίωσης της στο βαθμό που χρειάζεται σε αστικές υποθέσεις δηλαδή με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Χαραλάμπους κ.ά v. Ηλιάδη & Υιών Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 529 και Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 447. Βρίσκω επομένως ότι η ενάγουσα απέδειξε την από πλευράς του εναγομένου παράβαση ουσιώδους όρου της μεταξύ τους συμφωνίας. Σαν αποτέλεσμα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της στο βαθμό που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, η απόδειξη τους κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρισκόταν στους ώμους της ενάγουσας, να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Με βάση λοιπόν την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας όπως την έχω καταγράψει πιο πάνω και δεδομένης αυτής, θεωρώ ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του εναγομένου. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των Λ.Κ.2.000= όπως είναι η αξίωση της πλέον νόμιμο τόκο από 7.12.2004 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Εν όψη της πιο πάνω κατάληξης μου είναι φυσικό να μην έχει καμιά επιτυχία η ανταπαίτηση του εναγομένου που ως προς το δεύτερο σκέλος της επισημαίνω ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει τη ζημιά που παθαίνει ο εναγόμενος με τη φύλαξη του αυτοκινήτου και για την οποία αξιώνει Λ.Κ.2,00= ημερησίως. Η ανταπαίτηση του εναγομένου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.