← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Θ. Πέτρου κ.α., Αρ.αγωγής 4526/05, 21 Φεβρουαρίου 2006.

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Θ. Πέτρου κ.α., Αρ.αγωγής 4526/05, 21 Φεβρουαρίου

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.αγωγής 4526/05 Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Εναγόντων και
  2. Ανδρέα Θ. Πέτρου, από τη Λάρνακα
  3. Χαρούλλα Πέτρου, από τη Λάρνακα,
  4. Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ., Λάρνακα,
  5. A.Th.Petrou (Land Developers & Traders) Ltd., Λάρνακα Εναγομένων. Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου
  6. Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Α. Ανδρέου. Για τον εναγόμενο 1 - καθ΄ ου η αίτηση: κ. Α. Παπαντωνίου. α. Αίτηση ημερ. 8.12.05 - Προσωρινά Διατάγματα β. Αίτηση ημερ. 13.12.05 - Προσωρινά Διατάγματα ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας παρεμπίπτουσας διαδικασίας είναι το κατά πόσο τρία προσωρινά διατάγματα που είχαν εκδοθεί στις 8.12.05 και άλλα δύο που είχαν εκδοθεί στις 13.12.05 στη βάση μονομερών αιτήσεων που υποβλήθηκαν από τους ενάγοντες, θα πρέπει να καταστούν απόλυτα ώστε να ισχύουν μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής ή αντίθετα, να τερματισθεί η ισχύς τους σαν αποτέλεσμα των παραστάσεων στις οποίες προέβηκε η πλευρά του εναγομένου 1 μετά την επίδοση σ΄ αυτήν των διαταγμάτων. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες επικαλούνται συμφωνίες για δανειοδότηση του εναγομένου 1 με διάφορα ποσά καθώς και παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων, με την εγγύηση της εναγομένης 2 και ακολούθως και των εναγομένων 3 και
  7. Πέραν της προσωπικής εγγύησης των λοιπών εναγομένων, προς εξασφάλιση της πληρωμής των οφειλομένων ποσών, οι εναγόμενοι 3 υποθήκευσαν ακίνητο στην επαρχία Λεμεσού, ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ενεχυρίασε προς τους ενάγοντες μετοχές και αξιόγραφα της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Τα δάνεια, σύμφωνα με την ΄Εκθεση Απαίτησης, διήλθαν από διάφορα στάδια επανεγκρίσεων και παρατάσεων πληρωμής, και η εξόφληση τους παρουσίαζε προβλήματα. Κατά την 1.7.05 παρουσίαζαν υπόλοιπο οφειλόμενο εκ £385.341.14 πλέον τόκο εξ 7%. Κατόπιν διαβουλεύσεων που έγιναν για αντιμετώπιση των προβλημάτων και προς διευθέτηση αυτών, όσο και άλλων οφειλών εταιρειών του εναγομένου 1 και συγγενικών του προσώπων, συμφωνήθηκε, όπως, μεταξύ άλλων, πωληθούν 262.000 ενεχυριασμένες μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., που ανήκαν στον εναγόμενο 1, καθώς επίσης και 262.000 δικαιώματα αγοράς μετοχών (δ.α.μ.). Επειδή όμως προτού πωληθούν οι μετοχές θα έπρεπε να αποδεσμευθούν από την ενεχυρίαση, οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως τις αποδεσμεύσουν κατόπιν ανέκκλητης υποχρέωσης του εναγομένου 1 να καταβάλει το προϊόν πώλησης τους, έναντι των οφειλών του. Συγκεκριμένα, όπως προβεί στην πώληση των μετοχών και δ.α.μ. μέσω συγκεκριμένου οργανισμού, τον οποίο και εξουσιοδότησε όπως καταθέσει το προϊόν πώλησης τους σε κατονομαζόμενο τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του ιδίου και άλλων εναγομένων. Οι ενάγοντες προέβηκαν έτσι στην αποδέσμευση των μετοχών και δ.α.μ., πλην όμως ο εναγόμενος 1 προέβηκε στην πώληση τους μέσω άλλου χρηματιστηριακού οργανισμού, ενώ το προϊόν της πώλησης τους, ούτε το κατάθεσε στον συμφωνηθέντα λογαριασμό αλλ΄ ούτε και το διέθεσε έναντι της οφειλής του. Με τα παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία ζήτησαν και εξασφάλισαν με την πρώτη αίτηση τους ημερ. 8.12.05 οι ενάγοντες, είχε διαταχθεί όπως: Α) Ο εναγόμενος 1 και/ή οιοσδήποτε αντιπρόσωπος αυτού και/ή υπάλληλος αυτού και/ή οιοσδήποτε ο οποίος ενεργεί βάσει οδηγιών του εναγομένου 1, εμποδισθεί και διά του παρόντος εμποδίζεται από του να εισπράξει το προϊόν πώλησης των ενεχυριασθεισών και αποδεσμευθεισών κινητών αξιών με βάση συμφωνία πώλησης και αποδέσμευσης μετοχών, δικαιωμάτων και 1.500 Αξιογράφων Κεφαλαίου Σειράς Β της Τράπεζας Κύπρου Λτδ Β) Ο εναγόμενος 1 και/ή σε οιονδήποτε τρίτο άτομο και/ή στη Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ εμποδισθεί και διά του παρόντος εμποδίζεται από του να επιτρέψει στον εναγόμενο 1 και/ή σε οιονδήποτε τρίτο άτομο από το να μεταφέρει και/ή αποξενώσει και/ή αποσύρει και/ή άλλως πως διαθέσει από το λογαριασμό υπ΄ αρ. 08-12881 Κατάστημα Μενεού τα ποσά που έχουν κατατεθεί με βάση τις επιταγές υπ΄ αρ. 56166551, 56034442 και 56166554 και/ή που πρόκειται να κατατεθούν και αποτελούν προϊόν πώλησης των κινητών αξιών του εναγομένου
  8. Γ) Ο λογαριασμός 08-12881 Κατάστημα Μενεού, Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή οποιοσδήποτε άλλος λογαριασμός στην εν λόγω Τράπεζα στον οποίο έχουν κατατεθεί οι επιταγές υπ΄ αρ. 56166551, 56034442 και 56166554 σε οποιοδήποτε άλλο υποκατάστημα της εν λόγω Τράπεζας και/ή οποιασδήποτε άλλης Τράπεζας οι οποίες έχουν εκδοθεί επ΄ ονόματι του εναγομένου 1 από την Atlantic Securities Ltd. δεσμευθούν και δια του παρόντος δεσμεύονται. Η αίτηση ημερ. 8.12.05 υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του κ.Ηλ.Κουσιάππα, Διευθυντή Κέντρου Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων του Κεντρικού καταστήματος των εναγόντων στη Λάρνακα. Ο μάρτυρας αναφέρεται εκτενώς στα διαδραματισθέντα σύμφωνα με τους ενάγοντες γεγονότα, και επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του, σχετικά έγγραφα στα οποία και παραπέμπτει προς επίρρωση των θέσεων του και στα οποία θα αναφερθώ αργότερα. Λίγες μέρες μετά την έκδοση των πρώτων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, οι ενάγοντες καταχώρησαν και δεύτερη μονομερή αίτηση, ημερ. 13.12.
  9. Με τα προσωρινά διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στη βάση της δεύτερης αυτής αίτησης, διατασσόταν: «Α) ΄Οπως απαγορευθεί ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ απαγορεύεται και ή εμποδίζεται ο εναγόμενος 1 και/ή οιοσδήποτε ενεργεί εκ μέρους του και/ή με την εξουσιοδότηση του και/ή οιαδήποτε Τράπεζα στην Κύπρο, ήτοι Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. και/ή Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. και/ή Alpha Bank Ltd και/ή Εθνική Τράπεζα Λτδ και/ή Arab Bank Ltd και/ή Universal Bank Ltd και/ή Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας Λτδ και/ή οιαδήποτε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία από το να επιτρέψει στον εναγόμενο 1 να αποσύρει και/ή μεταφέρει και/ή αποξενώσει οιαδήποτε χρήματα ευρισκόμενα σε λογαριασμό του και/ή σε λογαριασμό που ελέγχεται από τον ίδιο, από κοινού και/ή με άλλα πρόσωπα μέχρι του ποσού των £28,526 πλέον τόκους. Β) ΄Οπως δεσμευθούν ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ δεσμεύονται όλοι οι λογαριασμοί του εναγομένου 1, είτε επ΄ ονόματι του είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα φυσικά ή νομικά, στις Τράπεζες Λαική Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή Alpha Bank Ltd και/ή Εθνική Τράπεζα Λτδ και/ή Arab Bank Ltd και/ή Universal Bank Ltd και/ή Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας Λτδ και/ή οιαδήποτε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία μέχρι του ποσού των £28,526 πλέον τόκους.» Και η δεύτερη εκείνη αίτηση υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του ίδιου ομνύοντα κ.Ηλ.Κουσιάππα. Αφού αναφέρεται και υιοθετεί τα όσα είχε προβάλει στην πρώτη του ένορκη δήλωση, προσθέτει ότι με βάση εντολή συμψηφισμού που είχε δοθεί προηγουμένως, οι ενάγοντες κατέθεσαν από άλλο λογαριασμό επιταγή για ποσό £44.950.00 έναντι των οφειλών του εναγομένου 1 με αποτέλεσμα το υπόλοιπο να ανήρχετο στις £340.391.00 πλέον τόκους. Για τούτο, ήτο επάναγκες όπως εμποδισθεί ο εναγόμενος 1 να αποξενώσει οποιαδήποτε χρήματα μέχρι του ποσού αυτού και από τις κατονομαζόμενες τράπεζες. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Ενστάσεις και στις δύο αιτήσεις, προβάλλοντας διάφορους λόγους για τη μη συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων. Οι συγκεκριμένοι Λόγοι ΄Ενστασης που προβάλλονται σε σχέση με την αίτηση ημερ. 8.12.05, είναι οι ακόλουθοι:
  10. Η αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση διατάγματος.
  11. Το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην ΄Ενορκη Δήλωση των Αιτητών δεν δύναται να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως.
  12. Η Ενάγουσα απέκρυψε ουσιαστικά στοιχεία προς το Δικαστήριο για έκδοση του προσωρινού Διατάγματος.
  13. Η Ενάγουσα έδωσε παραπλανητικά στοιχεία προς το Δικαστήριο για έκδοση του προσωρινού Διατάγματος.
  14. Δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για έκδοση του προσωρινού Διατάγματος, αφού η Ενάγουσα είχε από χρόνια τις εξασφαλίσεις δια της ενεχυριάσεως των μετοχών και δεν τις αξιοποίησε.
  15. Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπειγόντος ως δικαιοδοτικός όρος για έκδοση του προσωρινού Διατάγματος.
  16. Η συνέχιση ισχύος του Προσωρινού Διατάγματος είναι καταστροφική για τον Εναγόμενο
  17. Η ΄Ενσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 κ.Α.Πέτρου. Με την ένορκη δήλωση, πέραν των αμφισβητήσεων ως προς την προσωπική γνώση και καταλληλότητα του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της αίτησης, καταλογίζεται στην πλευρά των εναγόντων προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, τόσο μέσω της επιλεκτικής αναφοράς και παρουσίασης μερικών μόνο εγγράφων, όσο και μέσω της απόκρυψης άλλων. Ο ομνύων τονίζει ιδιαίτερα τη θέση ότι η απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται αποκλειστικά σε εικονική σύμβαση δανείου για αγορά μετοχών της, με σκοπό τη στήριξη της μετοχής της και χειραγώγηση της τιμής της. Περαιτέρω, ο ομνύων ισχυρίζεται ότι η πλευρά των εναγόντων απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι το όποιο χρέος των εναγομένων προς αυτούς, εξασφαλίζεται με υποθήκες επί ακινήτων, η αξία των οποίων υπερκαλύπτει το κατ΄ ισχυρισμόν υπόλοιπο που διεκδικούν. Παραθέτει δε τα κτηματολογικά στοιχεία σε σχέση με επτά υποθήκες επί ακινήτων, για αξίες που αθροίζει σε £1.031.000.00 μαζί με αντίγραφα εκθέσεων εκτιμήσεως της αξίας τους. Επιπλέον, ο ομνύων αναφέρει ότι προς περαιτέρω εξασφάλιση τους οι ενάγοντες προέβηκαν στην ενεχυρίαση και άλλων μετοχών - περιουσίας των εναγομένων αλλά παρέλειψαν να αναφέρουν και αυτό το γεγονός. Πρόκειται για 1.119,000 μετοχές της εταιρείας A.L.Prochoice Financial Services Ltd. αξίας £25.000.00 και για 135.000 μετοχές της C.P.I. αξίας £11,000.00, ιδιοκτησίας της Α.Th.Petrou Financial Services Ltd., ενεχυριασμένες προς όφελος της εναγομένης
  18. ΄Αλλη εξασφάλιση η οποία κατά τον ομνύοντα απεκρύβη από τους ενάγοντες, είναι η εκχώρηση Ασφάλειας Ζωής του εναγομένου 1, αξίας £300,000.
  19. Προσθέτει δε, ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν επίσης το γεγονός ότι έχουν κατάσχει παράνομα τρεις επιταγές της εταιρείας A.Th.Petrou Financial Services Ltd., τα ποσά των οποίων αποτελούν προϊόν πώλησης των μετοχών και κατακρατούν παράνομα τα ποσά των επιταγών που συμποσούνται σε £481,324.
  20. Ο ομνύων στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ΄Ενστασης, προβάλλει εκτενείς και λεπτομερείς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν θα παραθέσω, περιοριζόμενος στην παράθεση των κεντρικών ισχυρισμών του. Αυτοί συνοψίζονται στο ότι οι διάδικοι δεν κατάληξαν σε καμιά συμφωνία αναγνώρισης κατ΄ αποκοπήν χρέους κατόπιν διαγραφής ενός ποσού και ότι ενώ ο ίδιος υπόγραψε προς τον Οργανισμό CISCO την επιστολή εξουσιοδότησης για πώληση ή αγορά μετοχών της ενάγουσας, εν τούτοις, μετά την αποσαφήνιση της όλης κατάστασης και της αναγνώρισης ότι το ισχυριζόμενο χρέος καλύπτεται πλήρως από τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις, ανακάλεσε τις οδηγίες του αυτές, όπως είχε δικαίωμα και πώλησε τις μετοχές του. ΄Ολα τα έγγραφα που παρουσίασε δε η ενάγουσα σαν προερχόμενα από τον ίδιο, ετοιμάσθηκαν από την ενάγουσα εν αγνοία του και πράγματι, χωρίς να τα ελέγξει τα υπόγραψε. Ο λόγος δε για τον οποίο το προϊόν πώλησης των μετοχών του δεν το κατάθεσε στον λογαριασμό στην ενάγουσα τράπεζα, είναι διότι έχασε κάθε ίχνος εμπιστοσύνης προς αυτήν, η οποία αυθαίρετα, χωρίς την έγκριση ή εξουσιοδότηση του, επενέβαινε παράνομα στους λογαριασμούς των εναγομένων αφαιρώντας παράνομα χρήματα απ΄ αυτούς. Με την ΄Ενσταση, την οποία ο εναγόμενος 1 καταχώρησε στην Αίτηση των εναγόντων, ημερ. 13.12.05, εγείρονται Λόγοι ΄Ενστασης οι οποίοι είναι οι ίδιοι με εκείνους που προβλήθηκαν στην πρώτη αίτηση, με επιπρόσθετους δύο λόγους, ότι δηλαδή τα εκδοθέντα νέα διατάγματα είναι ευρύτατα και καταστροφικά, καταπατώντας κάθε οικονομική δραστηριότητα του εναγομένου 1, και ότι όπως είναι διατυπωμένα καλύπτουν και πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι. Και αυτή η ΄Ενσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου
  21. Πέραν της υιοθέτησης και επανάληψης των ισχυρισμών του που είχε προβάλει στην προηγούμενη ένορκη δήλωση του, ο εναγόμενος 1 προσθέτει ότι μερικές ημέρες προηγουμένως, εκπρόσωποι των εναγόντων τον πίεζαν να υπογράψει συμφωνία για διευθέτηση των υποθέσεων του, χαρίζοντας του ποσό £140,000.00, λέγοντας του ότι θα έπρεπε να δεχθεί διότι έκαναν λάθος και κάποιοι θα έχαναν τη δουλειά τους. Ο ομνύων προσθέτει ότι η συνέχιση των επίδικων διαταγμάτων είναι καταστροφική καθότι με τα αρχικά διατάγματα και αυτά που ακολούθησαν, έχουν μπλοκαρισθεί όλοι οι λογαριασμοί του σε όλες τις τράπεζες και συνεργατικά ιδρύματα και επίσης επηρεάζονται και άλλες εταιρείες τις οποίες αυτός ελέγχει. Κατόπιν αδείας που παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο, οι ενάγοντες καταχώρησαν και συμπληρωματική - απαντητική ένορκη δήλωση και πάλιν με ομνύοντα τον κ.Α.Κουσιάππα. Διαψεύδοντας τον εναγόμενο 1, ο οποίος είχε δηλώσει ότι δεν υπάρχει συμφωνία δανειοδότησης υπό όρους που έγινε το 1997, ή ότι αυτή σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα, επισυνάπτει αντίγραφο Συμφωνίας 6.8.97, με την υπογραφή του εναγομένου 1 καθώς επίσης και σειρά άλλων εγγράφων που δείχνουν την μετεξέλιξη των λογαριασμών. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου 1 περί μη αποδοχής των εναγομένων της ύπαρξης κατ΄ αποκοπήν οφειλομένου υπολοίπου και αποπληρμή μέρους του με αποδέσμευση - πώληση ενεχυριασμένων μετοχών του εναγομένου 1, ο ομνύων επισυνάπτει αντίγραφα επιστολών του ίδιου του εναγομένου 1, με τις οποίες αυτός φέρεται να εισηγείται και αναγνωρίζει αυτά τα γεγονότα. Ως προς την κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων υπερκάλυψη του όποιου υπολοίπου με εξασφαλίσεις, ο ομνύων επισυνάπτει συγκεντρωτικό έγγραφο υποχρεώσεων και αξιών εξασφαλίσεων από οποίο παρουσιάζεται ποσό £535.830 να παραμένει χωρίς εξασφάλιση. Ο ενόρκως δηλών Ηλ.Κουσιάππας, αντεξετάσθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης από τον συνήγορο των εναγομένων. Δεν θα παραθέσω λεπτομερή στοιχεία που προέκυψαν από την αντεξέταση αλλά θα αναφερθώ σε κάποια απ΄ αυτά στη συνέχεια, εκεί όπου κρίνω τούτο αναγκαίο. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων, ο κ.Ανδρέου εισηγήθηκε ότι από τα παρατεθέντα στοιχεία ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από το Α.32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/
  1. Αυτό καταδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που έθεσαν οι ενάγοντες ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς τις τυχόν επιπτώσεις και τη δραστικότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων, ο εναγόμενος 1 δεν αποκάλυψε ποιά ποσά έχουν επηρεασθεί από τη δέσμευση των λογαριασμών και επομένως δεν μπορεί να κριθεί το κατά πόσο το ύψος τους είναι δυσανάλογο προς την χρηματική απαίτηση των εναγόντων. Οι ενάγοντες έχουν επιτελέσει το καθήκον τους για αποκάλυψη όλων των βασικών στοιχείων που συνθέτουν την όλη υπόθεση και τίποτε το ουσιώδες δεν έχουν αποκρύψει σκόπιμα. Από τα κατατεθέντα έγγραφα επιβεβαιώνεται τόσο η γενόμενη διευθέτηση για πληρωμή των οφειλών των εναγομένων όσο και η μερική υλοποίηση της με την αποδέσμευση και πώληση των μετοχών. Σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο των εναγόντων, ο εναγόμενος 1, ζητώντας την ακύρωση των διαταγμάτων, επιζητεί την επιβράβευση της συμπεριφοράς του με την οποία ξεγέλασε τους ενάγοντες. Επιζητεί ακόμα να ανατρέψει το ισοζύγιο που είχε επιτευχθεί πριν από την πράξη του εκείνη, χωρίς να δείξει πως άδικα εκδόθηκαν τα διατάγματα ή ότι του προκάλεσαν ή συνεχίζουν να προκαλούν μεγάλη ζημιά. Αγορεύοντας εκ μέρους του εναγομένου 1, ο κ.Παπαντωνίου εισηγήθηκε πως με την αγωγή και αίτηση τους οι ενάγοντες δεν ικανοποίησαν ως προς την 2η προϋπόθεση του Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Με δεδομένο ότι φαίνεται παραδεκτό το ότι απώτερος σκοπός της δανειοδότησης ήταν η αγορά μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, η συναλλαγή ήταν παράνομη αφού αντιβαίνει προς πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και προς πρόνοιες του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου αρ. 66(Ι)/97, ο οποίος απαγορεύει ρητά σε τραπεζικό οργανισμό να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις πέραν ποσού £50,000.00 για αγορά δικών της μετοχών από μη υπαλλήλους του. Η παρανομία δε αυτή καθιστά την πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή, μη ορατή. Ως προς την ισχυριζομένη απόκρυψη γεγονότων από τους αιτητές ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε ότι ενώ ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης δήλωνε ότι οι εναγόμενοι στερούνται άλλης κινητής ή ακίνητης περιουσίας, απεκαλύφθη ότι οι εναγόμενοι έχουν σημαντικής αξίας ακίνητη περιουσία και το γνώριζαν αυτό οι ενάγοντες, και επίσης απέκρυψαν την ύπαρξη των άλλων μετοχών που αποκάλυψαν τελικά οι εναγόμενοι, το ομόλογο επιβάρυνσης και την εκχώρηση Ασφαλιστηρίου ζωής του εναγομένου
  2. ΄Οπως είναι φανερό, εφαρμόζονται στην παρούσα διαδικασία οι προϋποθέσεις που τίθενται με το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτές έχουν επανειλημμένα αναλυθεί στη νομολογία (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd [1976] 1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis [1975] 1 C.L.R. 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α. [1992] 1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. M.Avraamides & Co Ltd., Πολ.΄Εφεση 9824 ημερ. 21.9.98) Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd. and Others [1976] 1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another [1978] 1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides [1979] 1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion [1981] 1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd. v. Adidas [1984] 1 C.L.R.
  3. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν.14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
  4. Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
  5. Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
  6. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη ν. Θέμιδος Μέζου κ.α. [1994] 1 Α.Α.Δ.
  7. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερότερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Επανερχόμενος στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, παρατηρώ τα εξής: Χωρίς καμιά αμφιβολία εγείρεται εδώ με την αγωγή των εναγόντων ένα αυταπόδεικτα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφού οι ενάγοντες με βάση διάφορες συναλλαγές που είχαν με τους εναγόμενους, διεκδικούν εναντίον τους κατ΄ ισχυρισμό οφειλές που ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες λίρες. Ικανοποιείται έτσι η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, γεγονός άλλωστε που δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί από τους εναγομένους. Ως προς την προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας των εναγόντων στην αγωγή τους, παρατηρώ τα εξής: Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να προβώ σε μια επισήμανση η οποία αποσκοπεί στο να ξεκαθαρίσει την πραγματική φύση των διεκδικήσεων των εναγόντων. Η επισήμανση αυτή είναι κατά την άποψη μου, πρωταρχικής σημασίας παρόλο ότι δεν φαίνεται να δόθηκε σ΄ αυτήν επαρκής σημασία κατά την ακρόαση της ενδιάμεσης αυτής αίτησης. Η επισήμανση αυτή είναι η εξής: Οι διεκδικήσεις των εναγόντων όπως αυτές αποκαλύπτονται μέσα από το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο και ειδικώτερα μέσα από την ΄Εκθεση Απαίτησης τους, δεν είναι οι συνήθεις διεκδικήσεις τις οποίες προβάλλει τραπεζικός οργανισμός, επικαλούμενος: α: Σύναψη συμφωνιών δανειοδότησης και/ή διευκολύνσεων. β. Παράβαση όρων αποπληρωμής από τον πελάτη. γ. Τερματισμό των συμφωνιών - διεκδίκηση Απόφασης για το υπόλοιπο της οφειλής και διαταγμάτων ενεργοποίησης εμπραγμάτων ή μη εξασφαλίσεων. Τα πιο πάνω στοιχεία ενυπάρχουν βέβαια και στην παρούσα υπόθεση και τα επικαλούνται οι ενάγοντες προβάλλοντας διεκδικήσεις. ΄Ομως, η ιδιομορφία, αν μπορεί να χαρακτηρισθεί έτσι, αυτής και άλλων συνδυασμένων υποθέσεων, έγκειται σε κάποιες άλλες, περαιτέρω συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, κατά τους ισχυρισμούς πάντα των εναγόντων. Πρόκειται για τις συμφωνίες περί ενεχυρίασης μεγάλου αριθμού μετοχών σαν στοιχείου περαιτέρω εξασφάλισης της πληρωμής της οφειλής και την κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία των διαδίκων όπως επιτραπεί η αποδέσμευση των μετοχών εκείνων, για ένα και μόνο αποκλειστικό και συμφωνηθέντα σκοπό: Την πώληση των μετοχών, μέσω συμφωνηθέντος χρηματιστηριακού οργανισμού και την κατάθεση από τους εναγομένους του προϊόντος πώλησης σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό στον ενάγοντα τραπεζικό οργανισμό, για να χρησιμοποιηθεί έναντι των οφειλών των εναγομένων. Στις πλήρεις λεπτομέρειες αυτής της, κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων, διευθέτησης καθώς επίσης και στην κατά τον ισχυρισμό των ιδίων, παράβασης από τους εναγομένους των συμφωνηθέντων, αναφέρθηκα εκτεταμένα προηγουμένως. Το σημαντικό εδώ, το οποίο και τονίζω, είναι ότι οι ενάγοντες έχουν περιλάβει αυτούς τους ισχυρισμούς στην Απαίτηση τους και το ακόμα πιο σημαντικό, έχουν εγείρει βασιζόμενοι σε αυτούς, επιπρόσθετες και/ή ξεχωριστές διεκδικήσεις. Με την Απαίτηση τους δεν περιορίζονται στην μη αποπληρωμή οφειλομένου υπολοίπου αλλ΄ επικαλούμενοι τις επακολουθήσασες κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνίες, καταλογίζουν στους εναγομένους παράβαση των συμφωνηθέντων ως προς την αποδέσμευση των ενεχυριασθεισών μετοχών, την πώληση τους και τον τρόπο αξιοποίησης του προϊόντος πώλησης τους. Και διεκδικούν στο παρακλητικό μέρος της Απαίτησης τους επιπρόσθετες θεραπείες οι οποίες εκπηγάζουν από αυτούς τους ισχυρισμούς όπως είναι: Παρα. 18: «(γ) Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας αποδέσμευσης κινητών αξιών ............... (δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το προϊόν πώλησης των αποδεσμευθεισών κινητών αξιών ανήκει στους ενάγοντες ..." Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από τις ανωτέρω επισημάνσεις είναι ότι τα χρήματα τα οποία οι ενάγοντες έχουν ζητήσει και επιτύχει να δεσμευθούν σε τραπεζικούς λογαριασμούς και που είχαν κατατεθεί από τον εναγόμενο 1, δεν συνιστούν απλά κάποια περιουσιακά του στοιχεία άσχετα με τα επίδικα θέματα, τα οποία δεσμευόμενα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση Απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ τους για το προϋπάρχον χρέος. Τα χρήματα εκείνα, είναι το προϊόν πώλησης ή μέρος του προϊόντος πώλησης των κινητών αξιών, στο οποίο προϊόν οι ενάγοντες διεκδικούν δικαιώματα. Με αυτή την έννοια, τα όποια δεσμευθέντα χρήματα είναι αντικείμενο της ίδιας της αγωγής και επομένως εφαρμόζονται εδώ και οι πρόνοιες του Α.4 του περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου, Κεφ.
  8. Αυτή η επισήμανση έχει διπλή σημασία: α. ΄Οτι οι ενάγοντες θα πρέπει να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας και σε σχέση με τη διεκδίκηση τους για την πώληση των μετοχών και τα εγειρόμενα δικαιώματα τους επί του προϊόντος πώλησης τους. β. ΄Οτι εξετάζοντας την 3η προϋπόθεση του Α.32 του περί Δικαστηρίων νόμου (στην οποία θα αναφερθώ αργότερα) το θέμα δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο εάν οι ενάγοντες έχουν ικανοποιητική εξασφάλιση με άλλους τρόπους επί του οφειλόμενου τραπεζικού υπολοίπου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η εξασφάλιση μέσω του προϊόντος πώλησης των μετοχών που αποτελεί μέρος του αντικειμένου της αγωγής και στην οποία είχε ανέκκλητα συμφωνήσει και ο εναγόμενος 1.. Ως προς την στοιχειοθέτηση των απαιτήσεων τους, οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο ευάριθμα αποδεικτικά στοιχεία μέσω των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους τους, των συνημμένων σ΄ αυτές τεκμηρίων και της αντεξέτασης του ομνύοντα κ.Ηλ.Κουσιάππα. Τα πιο σημαντικά απ΄ αυτά είναι:
  9. Το Τεκμ.ΣΤ στην αρχική ένορκη δήλωση που περιγράφεται σαν «Συγκεντρωτικά Υποχρεώσεων και Εξασφαλίσεων» των εναγομένων. Σ΄ αυτό τον πίνακα εμφαίνονται αναλυτικά τα κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων οφειλόμενα υπόλοιπα και οι αξίες εμπράγματων και μη εξασφαλίσεων.
  10. ΄Ολα τα έγγραφα που αφορούν συμφωνίες, εξουσιοδοτήσεις και πληρεξούσια για ενεχυρίαση μετοχών (Τεκμ. Α).
  11. Επιστολή Αποζημίωσης ημερ. 21.11.05 υπογεγραμμένη από τον εναγόμενο 1 και απευθυνόμενη προς τους ενάγοντες (Τεκμ. Ζ).
  12. Επιστολή ημερ. 21.11.05 υπογεγραμμένη από τον εναγόμενο 1 και απευθυνόμενη προς τον Οργανισμό Επενδύσεων CISCO, (Tεκμ. Η).
  13. Επιστολή ημερ. 21.11.05 υπογεγραμμένη από τον εναγόμενο 1 και απευθυνόμενη προς τους ενάγοντες (Τεκμ.Θ).
  14. Ειδοποίηση Αποδέσμευσης Ενεχυριασθεισών Μετοχών υπογεγραμμένη από τους ενάγοντες και απευθυνόμενη προς το Χ.Α.Κ. (Τεκμ. Ι).
  15. ΄Ολα τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην χορήγηση χρημάτων και διευκολύνσεων και/ή μετάλλαξη λογαριασμών του εναγομένου 1 που επισυνάφθηκαν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, (Τεκμ. Σ1 - Σ4).
  16. Επιστολή των εναγόντων ημερ. 4.11.04 που αναφέρεται και απαντά σε επιστολή του εναγομένου 1 για παραχώρηση χρόνου για αποπληρωμή του χρέους του, (Τεκμ. Σ5).
  17. Επιστολή του εναγομένου 1 ημερ. 10.10.05 προς τους ενάγοντες, με την οποία υποβάλλει νέα, ολοκληρωμένη πρόταση για διευθέτηση των χρεωστικών λογαριασμών του (Τεκμ. Σ6).
  18. Πίνακα Υποθηκών με τους Λογαριασμούς που εξασφαλίζουν (Τεκμ. Σ7). Από το σύνολο των πιο πάνω στοιχείων φαίνεται από τη μια να στοιχειοθετείται η ορθότητα των ισχυρισμών των εναγόντων, ενώ οι αντίστοιχες αρνήσεις και απορρίψεις γεγονότων από πλευράς του εναγομένου 1 εξασθενούν σημαντικά. Προκύπτει εν πρώτοις αναμφίβολο το συμπέρασμα για οφειλές των εναγομένων πολλών εκατοντάδων χιλιάδων λιρών με βάση έγγραφες συμφωνίες. Καταδεικνύεται έτσι το δικαιολογημένο των απαιτήσεων των εναγόντων, ενώ η υπεράσπιση των εναγομένων περί εικονικότητας των συναλλαγών, παρανομίας κλπ. είναι ασφαλώς ένα σημαντικό θέμα, το οποίο θα εξετασθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και αφού δοθεί η ευκαιρία κατάλληλης στοιχειοθέτησης και απόδειξης του. Προκύπτει εξίσου πειστικά μέσω των προαναφερθέντων εγγράφων, η ενεχυρίαση των μετοχών και των ΔΑΜ από την πλευρά του εναγομένου 1 και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του παραμένουν επί του παρόντος μετέωροι. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η προαναφερθείσα επιστολή - Τεκμ. Ζ, ημερ. 21.11.05, με τίτλο «Επιστολή Αποζημίωσης», που απευθύνεται προς τους ενάγοντες. Ρητά αναφέρει εκεί ότι επειδή οι ενάγοντες, κατόπιν παράκλησης του γράφοντος έχουν αποδεκτεί να επιτρέψουν την αποδέσμευση των πιο κάτω μετοχών (δηλ. 262,000 μετοχών και 262,000 δ.α.μ.), για σκοπούς πώλησης τους χωρίς εκ των προτέρων καταβολή προς την Τράπεζα του ποσού που αντιστοιχεί προς την τρέχουσα αξία τους, ο γράφων αναλαμβάνει ανέκκλητα την υποχρέωση να καταβάλει προς την τράπεζα και να θέσει στη διάθεση της το προϊόν της πώλησης των μετοχών και δ.α.μ. και σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης του αυτής, αναλαμβάνει όπως την αποζημιώσει για οποιαδήποτε ζημιά την οποία τυχόν θα υφίστατο η Τράπεζα. Αυτή η σημαντική επιστολή φέρει την υπογραφή του εναγομένου
  19. Αλλ΄ εξ΄ ίσου σημαντικό έγγραφο είναι η επιστολή, ίδιας ημερομηνίας, την οποία και πάλιν υπογράφει ο εναγόμενος 1 και απευθύνεται προς τον Οργανισμό Επενδύσεων CISCO (Τεκμ. Η ανωτέρω). Ρητά εξουσιοδοτεί με αυτήν ο εναγόμενος 1 τον Οργανισμό αυτό, όπως το προϊόν οποιασδήποτε πώλησης μετοχών και δ.α.μ. των εναγόντων, κατατίθεται σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό του οποίου και δίδει τόσο τον αριθμό όσο και τα ονόματα των δικαιούχων, που είναι όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Προσθέτει δε στην επιστολή του ο εναγόμενος 1 ότι οι οδηγίες του αυτές δεν μπορούν να ανακληθούν χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση των εναγόντων. ΄Ολα τα πιο πάνω στοιχεία δίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στους ισχυρισμούς των εναγόντων ως προς τις συνθήκες που οδήγησαν στην ενεχυρίαση, αποδέσμευση και πώληση των μετοχών, αλλά και την υποχρέωση του εναγομένου 1 να κατέθετε το προϊόν πώλησης σε συγκεκριμένο λογαριασμό έναντι των χρεών των εναγομένων. Οι αντίστοιχοι δε ισχυρισμοί του εναγομένου 1, που τείνουν να απορρίψουν ή να ρίξουν σκιά στα πιο πάνω, παρουσιάζονται επί του παρόντος να εξασθενούν. Ιδιαίτερα, εξασθενεί ο περαιτέρω ισχυρισμός του, σύμφωνα με τον οποίο δεν είχε αποδεχθεί την ύπαρξη συγκεκριμένου χρέους του και την κατ΄ αποκοπή πληρωμή υπολοίπου. Η ίδια η επιστολή του εναγόμενου 1, ημερ. 10.10.05 (Τεκμ. Σ6 ανωτέρω), φαίνεται να μιλά από μόνη της. ΄Οπως ο ίδιος ο εναγόμενος 1 αναφέρει σ΄ αυτήν, οι λογαριασμοί των εναγομένων παρουσίαζαν υπόλοιπο εκ £1.400,000.00 και προτείνει δύο πράγματα: α. Την καταβολή στην τράπεζα ενός κατ΄ αποκοπήν ποσού. β. Την αποπληρωμή του κατ΄ αποκοπήν αυτού ποσού με διάφορους τρόπους, μεταξύ των οποίων είναι και η πληρωμή ποσού εκ £615,000.00 με την πώληση ανάλογου αριθμού δεσμευμένων μετοχών της ενάγουσας τράπεζας, το προϊόν πώλησης των οποίων θα κατατίθετο για εξόφληση ή έναντι των λογαριασμών. ΄Ολα τα πιο πάνω στοιχεία συνθέτουν καθαρά την εικόνα της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας των εναγόντων στις απαιτήσεις τους. Οι ισχυρισμοί που δόθηκαν από τον εναγόμενο 1 σε κάποιο στάδιο στην ένορκη δήλωση του ανάμεσα σε αμφισβητήσεις και αρνήσεις, ότι δηλαδή υπέγραφε έγγραφα χωρίς να τα διαβάζει ή ότι ενήργησε κατ΄ αντίθεση με το περιεχόμενο των εγγράφων διότι απώλεσε την εμπιστοσύνη του, θα τύχουν ασφαλώς της αναγκαίας διερεύνησης και αξιολόγησης στο κατάλληλο στάδιο της εκδίκασης της αγωγής. Δεν είναι όμως ικανοί στο στάδιο τούτο να αλλοιώσουν την όλη εικόνα της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας των εναγόντων στις διεκδικήσεις τους. Ούτε κατά την άποψη μου μπορεί να αλλοιώσει την όλη εικόνα ο προβληθείς νομικός ισχυρισμός περί παρανομίας των συμβάσεων δανειοδότησης, επειδή ο σκοπός τους αντιβαίνει προς τις πρόνοιες του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου αρ. 66(Ι)/(97 και του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  20. Κατ΄ αρχήν, το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα αποφασιστεί ένα τέτοιο θέμα δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι ξεκαθαρισμένο στο στάδιο τούτο κατά το οποίο ούτε πλήρεις έγγραφες προτάσεις δεν έχουν καταχωρηθεί. Ας υπομνησθεί δε, ότι σχεδόν όλα τα κύρια γεγονότα που σχετίζονται με τις επίδικες δανειοδοτήσεις και συμφωνίες, έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του εναγομένου 1 και θα πρέπει να αποδειχθούν με κατάλληλη μαρτυρία. Επίσης, οι νομικοί ισχυρισμοί θα πρέπει να προωθηθούν με εις βάθος επιχειρηματολογία. Αναφέρομαι για παράδειγμα στις πρόνοιες του Α.53
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, το οποίο επικαλέστηκε η πλευρά του εναγομένου 1 και σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου, δεν είναι γενικά, νόμιμο για εταιρεία να παρέχει αμέσως ή εμμέσως και είτε υπό τύπο δανείου κλπ. οικονομική βοήθεια για το σκοπό, ή σε σχέση με την αγορά μετοχών της εταιρείας. Η πρόνοια όμως αυτή, υπόκειται στην επιφύλαξη που εκτίθεται στην παρα (α), σύμφωνα με την οποία αυτή η διάταξη δεν θεωρείται ότι απαγορεύει το δανεισμό χρημάτων από την εταιρεία, κατά τη συνηθισμένη πορεία της εργασίας της, όταν ο δανεισμός χρημάτων αποτελεί μέρος της συνηθισμένης εργασίας της εταιρείας. Επίκληση έγινε επίσης από την πλευρά του εναγόμενου
  1. και των προνοιών του περί Τραπεζικών Εργασιών νόμου αρ. 66(Ι)/
  2. Είναι γεγονός ότι με τις πρόνοιες του Α.15(β) του νόμου εκείνου, απαγορεύεται σε Κυπριακή Τράπεζα να χορηγεί πιστωτικές διευκολύνσεις σε μη υπαλλήλους της που να υπερβαίνουν τις £50,000.00, για υποβοήθηση της αγοράς των δικών της μετοχών. ΄Ομως και εάν ευρεθεί στην παρούσα περίπτωση, ότι στο πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων κατάλληλα διερευνούμενο, έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, θα πρέπει επίσης να διερευνηθούν κατάλληλα και οι νομικές επιπτώσεις από τυχόν παράβαση τους. Διότι, το πιο πάνω άρθρο και οι επιπτώσεις του θα πρέπει να εξετασθούν σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Α.43
(2)του ίδιου νόμου, το οποίο προνοεί ότι η παράβαση διατάξεων του προαναφερθέντος Α.15 συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή. Πέραν όμως αυτής της ποινικής κύρωσης, που επιβάλλεται στον ένα εκ των συμβαλλομένων, η ίδια η σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων δεν φαίνεται να κηρύσσεται παράνομη. Χωρίς βέβαια να προβαίνω σε οποιεσδήποτε τελικές ή άλλες διαπιστώσεις ως προς νομικά θέματα που εγείρονται στο πλαίσιο της αγωγής, μπορώ να διαπιστώσω ότι αυτά τα θέματα θα πρέπει να διερευνηθούν και προωθηθούν κατάλληλα σαν μέρος της ουσίας της υπεράσπισης, ενώ τώρα δεν φαίνονται να προβάλλουν σε βαθμό που να εξουδετερώνουν την εικόνα της ύπαρξης καλής πιθανότητας επιτυχίας των εναγόντων. Ως προς την 3η προϋπόθεση που τίθεται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων νόμου, παρατηρώ τα εξής: Η τυχόν απόσυρση από τους δεσμευμένους με τα διατάγματα τραπεζικούς λογαριασμούς, του προϊόντος πώλησης των μετοχών ή μέρους του από τον εναγόμενο 1, αναπόφευκτα θα αποστερήσει τους ενάγοντες από το διεκδικούμενο δικαίωμα τους για την χρησιμοποίηση του όπως συμφωνήθηκε, με κατάθεση σε συγκεκριμένο λογαριασμό που τηρούν οι εναγόμενοι. Το προϊόν δε αυτό της πώλησης δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μετάλλαξη του περιουσιακού στοιχείου των χιλιάδων μετοχών που είχαν ενεχυριασθεί και δεσμευθεί προς όφελος τους. Αυτή η τυχόν εξέλιξη που θα μπορούσε να επισυμβεί στην απουσία απαγορευτικών διαταγμάτων, θα καθιστούσε αφ΄ εαυτής δύσκολη ή αδύνατη την απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε υστερώτερο στάδιο, τουλάχιστον σε σχέση με την ισχυριζόμενη παράβαση από τον εναγόμενο 1 των συμφωνηθέντων ως προς την πώληση των μετοχών. Είναι όμως και το άλλο, το γενικότερο θέμα της εξασφάλισης των εναγόντων ως προς τις προς αυτούς οφειλές των εναγομένων. ΄Οπως διαφάνηκε κατά την εκδίκαση της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, προς εξασφάλιση της πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών των εναγομένων, είχαν δοθεί και άλλες εξασφαλίσεις, εμπράγματες και μη. ΄Οσον αφορά τις εμπράγματες, δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη η θέση των εναγόντων ότι η αξία των ακινήτων λογίζεται λαμβανομένων υπόψιν και των επιβαρύνσεων υπό τις οποίες αυτές τελούν. Και το ότι οι Εκθέσεις Εκτιμήσεων που παρουσίασε ο εναγόμενος 1, είτε δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη αυτό τον παράγοντα, είτε ρητά αναφέρεται σ΄ αυτές ότι η εκτίμηση γίνεται στη βάση ελεύθερης - κενής διακατοχής και με την υπόθεση ότι τα ακίνητα δεν βαρύνονται με οποιοδήποτε νομικό ή άλλο κώλυμα που πιθανόν να επηρεάζει την αξία τους (βλπ. π.χ. ΄Εκθεση - Τεκμ. ΙΙ στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 στην ΄Ενσταση). Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό του εναγομένου 1, ότι οι ενάγοντες κατέχουν επαρκείς άλλες εξασφαλίσεις και επομένως δεν υπάρχει ανάγκη δέσμευσης και του προϊόντος πώλησης των μετοχών ή άλλων ποσών, θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Οι αποφάσεις ως προς το είδος και ως προς το ύψος και τις αξίες των εξασφαλίσεων που τίθενται προς εξασφάλιση χορήγησης χρημάτων και άλλων διευκολύνσεων, δεν μπορούν, ούτε νοείται να λαμβάνονται μονομερώς. Λαμβάνονται πάντα συναινετικά στη διμερή σχέση τραπεζίτη - πελάτη κατόπιν αξιολόγησης όλων των οικονομικών δεδομένων, και υλοποιούνται με τη συγκατάνευση και συμμετοχή του πελάτη. ΄Ετσι και στην παρούσα περίπτωση. ΄Οταν εχορηγούνταν μεγάλες πιστωτικές και άλλες διευκολύνσεις προς τον εναγόμενο 1, υπολογίζονταν και οι αντίστοιχες εξασφαλίσεις οι οποίες και εφαρμόστηκαν. Τέθηκαν εγγυήσεις, υποθηκεύτηκαν ακίνητα, εκχωρήθηκαν συμβόλαια ασφάλισης ζωής και ενεχυριάσθηκαν μετοχές. Με αυτούς, όλους συνολικά τους τρόπους, κρίθηκε ότι θα εξασφαλίζονταν οι ενάγοντες όταν χορηγούσαν χρήματα και διευκολύνσεις προς τον εναγόμενο 1 και οι εναγόμενοι συμφωνούσαν. ΄Οπως δε ήταν συναινετική η παροχή μιας εξασφάλισης που εκρίνετο αναγκαία, δεν θα μπορούσε παρά συναινετική να ήταν και η αποδέσμευση οποιουδήποτε μέρους ή είδους των εξασφαλίσεων. Το γεγονός δε ότι εδώ κρίθηκε ότι οι εξασφαλίσεις των εναγόντων δεν θα ήσαν επαρκείς με την αποδέσμευση των 262,0000 μετοχών, φαίνεται από το γεγονός ότι η αποδέσμευση και πώληση τους συμφωνήθηκε να γίνει μόνο εάν συνοδευόταν από την ανάλογη μείωση του χρέους με την υποχρέωση καταβολής του προϊόντος πώλησης έναντι του χρέους, ο δε εναγόμενος 1 συμφώνησε με αυτό. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί ένας συμβαλλόμενος να μην τηρεί αναληφθείσες ανέκκλητες υποχρεώσεις του και να ενεργεί αυθαίρετα, αποστερώντας τον έτερο από ένα σημαντικό τρόπο εξασφάλισης του επειδή θεωρεί μονόπλευρα ότι αυτός θα πρέπει να περιοριστεί σε άλλες εξασφαλίσεις. Για να το θέσω δε διαφορετικά, εδώ δεν εξετάζεται θέμα κατά πόσο οι ενάγοντες θα πρέπει μέσω των εκδοθέντων διαταγμάτων να αποκτήσουν ένα επιπλέον δικαίωμα εξασφάλισης σε περίπτωση επιτυχίας τους. Αυτό που επιχειρούν είναι να διατηρήσουν κατά το δυνατό μια υπάρχουσα εξασφάλιση που είχαν συμφωνήσει με τον εναγόμενο 1 και την οποία παρουσιάζονται να χάνουν λόγω μονομερών ενεργειών του τελευταίου. Αυτή η τελευταία επισήμανση είναι, κατά την άποψη μου, απάντηση σε πολλά ζητήματα που ηγέρθηκαν ως προς τις εμπράγματες και άλλες εξασφαλίσεις των εναγόντων, τα οποία και είναι αχρείαστο να συζητηθούν περαιτέρω. Θα πρόσθετα, όμως, για σκοπούς πληρότητας ότι οι ενάγοντες παρέσχαν ικανοποιητικά στοιχεία ως προς τον εν γένει ανισοσκελή συσχετισμό μεταξύ υπολοίπου χρέους και αξιών εξασφαλίσεων χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία των πωληθεισών μετοχών. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι συντρέχουν όλες οι καθιερωθείσες προϋποθέσεις για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Εξετάζοντας, τελικά, κατά πόσο θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να είχαν εκδοθεί και/ή να παραμείνουν σε ισχύ τα επίδικα διατάγματα, παρατηρώ τα εξής: Δεν έχω αμφιβολία ότι γενικά, η ύπαρξη απαγορευτικών διαταγμάτων με τα οποία σκοπείται η διατήρηση του προϊόντος πώλησης των μετοχών ήταν και συνεχίζει να είναι ένα δίκαιο και πρόσφορο μέτρο υπό τις περιστάσεις που έχω εκθέσει. Θα εξετάσω, όμως, σε συνάρτηση με αυτό το θέμα, κατά πόσο είναι δικαιολογημένα τα σφοδρά παράπονα του εναγομένου 1 ως προς επιπτώσεις που προκαλούνται λόγω του είδους και του εύρους των ενεργειών οι οποίες απαγορεύεται από αυτά όπως διενεργούνται. Σε σχέση με αυτά τα παράπονα, έχω συνοψίσει τις θέσεις των δύο πλευρών προηγουμένως. Αναφορικά με τα προσωρινά διατάγματα που είχαν εκδοθεί στη βάση της μονομερούς αίτησης ημερ. 8.12.05, κρίνω ότι αυτά δεν είναι ούτε αχρείαστα ευρεία ούτε είναι άδικα καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Στοχεύουν καθαρά και εξειδικευμένα στη διατήρηση σε λογαριασμούς, των ποσών που προέρχονται από το προϊόν πώλησης των μετοχών και δ.α.μ. και δικαιολογείται πλήρως η έκδοση και συνέχιση της ισχύος τους. Προσθέτω δε, ότι ο εναγόμενος 1 δεν απέδειξε οτιδήποτε κατά την ακρόαση της αίτησης σύμφωνα με το οποίο, σαν αποτέλεσμα της δέσμευσης λογαριασμών του υπέστη πραγματική και όχι δυνητική ζημιά, η οποία θεωρείται δυσανάλογη προς τα ποσά τα οποία τα διατάγματα στόχευαν να διατηρήσουν. Αναφορικά με τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν στη βάση της μονομερούς αίτησης ημερ. 13.12.05, παρατηρώ τα εξής: Τα διατάγματα αυτά είχαν εκδοθεί μετά από ένορκη πληροφόρηση από τους ενάγοντες, σύμφωνα με την οποία αυτοί εισέπραξαν, με βάση εντολή συμψηφισμού, το ποσό των £44,950.00 το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2 το οποίο και κατέθεσαν έναντι των υποχρεώσεων του εναγομένου 1, αφήνοντας υπόλοιπο εκ £340,391.00 πλέον τόκους. Για τούτο εζητείτο η έκδοση των νέων διαταγμάτων. Λαμβάνοντας υπόψη την έναρξη και εξέλιξη των πραγμάτων στην παρούσα διαδικασία, θα συμφωνήσω ότι παρά την διαφαινόμενη μη ικανοποιητική δράση των αρχικά εκδοθέντων διαταγμάτων, εν τούτοις η συνέχιση της ισχύος των νέων αυτών διαταγμάτων με την ευρύτητα η οποία τα διακρίνει, θα πρέπει να τερματισθεί. Με δεδομένο ότι δεν έχει εξασφαλιστεί μέχρι σήμερα οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να διαφαίνεται ότι σε λογαριασμούς οι οποίοι τηρούνται από τον εναγόμενο 1 στις συγκεκριμένες τράπεζες ή σε κάποιες από αυτές, έχουν κατατεθεί ποσά χρημάτων που αντιπροσωπεύουν ή προέρχονται από το προϊόν πώλησης των μετοχών, θα ήταν υπερβολικό και πιθανώς ισοπεδοτικό, να εμποδίζεται ο εναγόμενος 1 από του να χρησιμοποιεί τους λογαριασμούς αυτούς. Περαιτέρω, η έκδοση των διαταγμάτων σαν ασφαλιστικών μέτρων γενικώτερης μορφής που δεν συνδέεται με την συμφωνία πώλησης των μετοχών και διάθεσης του προϊόντος πώλησης με άλλο τρόπο, δεν θα εδικαιολογούσε τη συνέχιση της ισχύος τους, με το εύρος κατά το οποίο είχαν ζητηθεί και εκδοθεί. ΄Εχω εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο περιορισμού του εύρους των εκδοθέντων διαταγμάτων στη δεύτερη αίτηση, πλην όμως αδυνατώ να δω με ποιο τρόπο θα μπορούσε αυτά να περιοριστούν ώστε από τη μια να εξυπηρετούν τις ανάγκες στις οποίες στόχευε η έκδοση τους και από την άλλη να μην προκαλούσαν αχρείαστα σοβαρές επιπτώσεις στον εναγόμενο 1. Θα ήταν μάταιο και χωρίς λογική να περιορίζονταν για παράδειγμα τα διατάγματα σε μερικές μόνο τράπεζες, έτσι αυθαίρετα και να παρέμενε σε ισχύ για άλλες. Θα ήταν επίσης ανώφελο να περιοριζόταν το ύψος του δεσμευόμενου ποσού ώστε να αφήνεται κάποιο περιθώριο οικονομικής διακίνησης του εναγόμενου 1, αφού είναι άγνωστο το ποιό ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο σε κάθε ένα λογαριασμό, αν βέβαια βρίσκεται. Υπό αυτές τις περιστάσεις, διαπιστώνεται αφενός ανυπαρξία οποιασδήποτε ικανοποιητικής μαρτυρίας που να δικαιολογεί τη συνέχιση της ισχύος αυτών των διαταγμάτων και αφ΄ ετέρου προβάλλει πρόδηλη η πρόκληση σοβαρών επιπτώσεων στον εναγόμενο 1 λόγω της αδυναμίας του να χρησιμοποιήσει οποιονδήποτε λογαριασμό κατέχει. Καταλήγοντας, έχω αποφασίσει όπως: α. Τα διατάγματα Α, Β και Γ που είχαν εκδοθεί στη βάση της μονομερούς αίτησης των εναγόντων ημερ. 8.12.05 καταστούν και δια του παρόντος καθίστανται απόλυτα έτσι ώστε να ισχύουν μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. β. Τα διατάγματα Α και Β που είχαν εκδοθεί στη βάση της μονομερούς αίτησης των εναγόντων ημερ. 13.12.05 ακυρωθούν και δια του παρόντος ακυρούνται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα των δύο αιτήσεων, τα έξοδα της αίτησης ημερ. 8.12.05 επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 1 ενώ τα έξοδα της αίτησης ημερ. 13.12.05 επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον των εναγόντων. Τα έξοδα αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.